herinna

herinna

Monday, January 12, 2026

ΠΡΩΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ


1972
Ο νέος ήταν όμορφος, καλοντυμένος για την εποχή, και είχε ένα μειλίχιο χαμόγελο που δεν μου πέρασε από το νου ότι μπορεί να ήταν ηλίθιο, γιατί κάπως με τράβηξε. Η πρόταση ήρθε με το στανιό, μέσα στο σπίτι της ξαδέλφης του που ήταν φίλη μου. Είχαν προηγηθεί κάποια βλέμματα θαυμασμού, κάποιες χαζές φιλοφρονήσεις, αλλά αυτό που με έκανε να τσιμπήσω ήταν το αυθόρμητο γέλιο του, σε κάθε μπούρδα που αμόλαγα για να κρύψω την αμηχανία μου.
Ξέχασα να τον ρωτήσω τι δουλειά κάνει, τι μ' ενδιέφερε άλλωστε; Εγώ τι κάνουν σε ένα ραντεβού ήθελα να μάθω.
Οι συμμαθητριές μου είχαν ήδη την εμπειρία αυτή, και στα διαλείμματα ψου ψου, σχολίαζαν κρυφά, "με έπιασε από τη μέση, μου έκανε αφιέρωση ένα τραγούδι στο ράδιο, με φίλησε χιχιχι, τι ωραία φιλάει...." Μόνο μία είχα ακούσει να περιγράφει σεξουαλική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια του ραντεβού της. Ήμουν η μία από τις τρεις στις οποίες περιέγραψε τις λεπτομέρειες. Την κοιτούσα άναυδη, σοκαρισμένη, και με κάποιο φόβο, μη με περάσουν και για καθυστερημένη, ρώτησα. "Αυτά πότε έγιναν; στο πρώτο σου ραντεβού μαζί του; -Μα φυσικά, τι πήγαμε εκεί να μαδήσουμε μαργαρίτες; -Ωραίες είναι μωρέ και οι μαργαρίτες, της απάντησα δειλά και ξεράθηκαν στο γέλιο οι τρεις. Όμως εγώ δεν το είπα για να γελάσουν, μιλούσα σοβαρά.
Μετά από αυτό σιγουρεύτηκα ότι δεν θέλω πρώτο ραντεβού με κανέναν. Το άφησα στην άκρη, το ξέχασα, μέχρι που αυτή η φίλη μου η Πίτσα, μου το ξεφούρνισε. -Ρε ξέρεις, ο ξαδελφούλης μου, έρχεται και ξανάρχεται εδώ, για σένα. Θέλει να σου μιλήσει, έλα, να του πω να έρθει μια μέρα που θα είσαι κι εσύ, δεν θα σε αφήσω μόνη σου μαζί του, να ακούσεις τι θέλει να σου πει μόνο.
Πήγα και ο ξαδελφούλης είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Κοίταζα τη φίλη μου ερωτηματικά, -έλα μίλα παιδί μου, του έλεγε αυτή. Κι αυτός τότε άρχισε να ψελλίζει, πως θα ήθελε να με γνωρίσει, να πάμε κάπου να πιούμε έναν καφέ ή να φάμε. -Να φάμε, να φάμε προτιμώ, του απάντησα με τη μία. Θεώρησα το εστιατόριο πιο ασφαλές μέρος από μια καφετέρεια, αφού οι φίλες μου, όλα εκεί μέσα τα έκαναν με το πρώτο, το δεύτερο, και πάει λέγοντας ραντεβού τους.
Το εστιατόριο ήταν μακριά, πολύ μακριά από το σπίτι, από τη γειτονιά, από κάθε περίπτωση για ανεπιθύτες συναντήσεις.
Δεν έπρεπε να φανεί στους δικούς μου ότι ετοιμάζομαι για ραντεβού, αλλά για μια συνηθισμένη μέρα προπόνησης στον Πανιώνιο. Έτσι φόρεσα την αθλητική φόρμα μου, πήρα και το σακίδιο στον ώμο, με μια μίνι φούστα μέσα, μια τσατσάρα, ένα μολύβι για τα μάτια κι ένα μικρό καθρεφτάκι.
Το μπάνιο το είχα κάνει από το προηγούμενο βράδυ. Τα νύχια των χεριών μου τα είχα κόψει επίσης από το προηγούμενο βράδυ και είχα ξυρίσει τα πόδια μου μέχρι τα γόνατα γιατί ήλπιζα πως κάπου θα έβρισκα ένα μέρος για να αλλάξω τη φόρμα με τη μίνι φούστα μου, και μην τρομάξει τότε ο άνθρωπος με τις αξύριστες γάμπες μου.
Μασχάλες δεν χρειάστηκε να ξυρίσω, σιγά, μέσα στο χειμώνα μη φόραγα κοντομάνικο. Για τη συνέχεια μετά το φαγητό δεν μου πέρναγε ο νους, αφού και ο χρόνος μου ήταν περιορισμένος, και η σεξουαλική επιθυμία δεν μου είχε χτυπήσει ακόμα την πόρτα.
Το εστιατόριο ήταν ένα ιταλικό μακαρονάδικο στην παραλιακή, διάσημο την εποχή εκείνη για την καταπληκτική σάλτσα του. Το διάλεξα γιατί είχα πολύ καιρό να τη φάω, δεν πήγαινες σε τέτοια μέρη μόνη σου, χωρίς συνοδεία, το διάλεξα επίσης και γιατί κοντά ήταν το ανοιχτό γυμναστήριο του Αγίου Κοσμά, έτσι αν μ' έπιανε κανένα μάτι, θα έλεγα πως η προπόνηση εκείνη τη μέρα ήταν στον Άγιο Κοσμά.
Έφτασα μισή ώρα νωρίτερα, με πρόγραμμα να προλάβω να παω στην τουαλέτα και να αλλάξω τη φόρμα με τη φούστα, αλλά ο λαδοποντικός ήταν εκεί ήδη και με περίμενε. Εγκατέλειψα το σχέδιο. Κάθισα απέναντί του και αμέσως πρόσεξα πως το είχε παρακάνει με την επισημότητα. Εκτός από τα μαλλιά του, γυάλιζε και το κουστούμι του, και μόλις συναντήθηκαν οι ματιές μας, είδα πως και το μάτι του! Φορούσε γραβάτα, δεν είχα προλάβει να του πω ότι τις απεχθάνομαι. Μου είπε ότι είμαι πολύ όμορφη, και σκέφτηκα, ότι με δουλεύει. Μου είπε να λύσω τα μαλλιά μου και του είπα, μετά το φαγητό, γιατί θα πέσουν μέσα στο πιάτο και θα γίνουν ένα με τα μακαρόνια. -Δεν πειράζει θα στα κρατάω εγώ επάνω, είπε. Το βρήκα πολύ σαχλό. Κι ακριβώς εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτός γελούσε με τις δικές μου μπούρδες όπως πάντα, αλλά εγώ ούτε μια φορά δεν είχα γελάσει με τις δικές του.
Ήρθε το φαγητό, η λαχταριστή μακαρονάδα και άλλαξε η διαθεσή μου. Γεμάτη όρεξη έπιασα το πηρούνι και το κουτάλι με το άλλο χέρι, ενώ αυτός δεν έπιασε τίποτα. Με το φαγητό μπροστά του καθόταν και με κοιτούσε χαμογελώντας "μειλίχια". -Δεν θα φας εσύ; Τον ρώτησα λίγο νευρικά. -Για την ώρα τρώω εσένα με τα μάτια μου, απάντησε. -Ναι αλλά πρέπει να φας και το φαγητό σου, θα κρυώσει και δεν θα είναι ωραίο μετά. -Μην ανησυχείς το τρώω και κρύο. "-Είναι και η χιλόπιτα εκτός από την εκδίκηση, ένα πιάτο που τρώγεται κρύο άραγε;" Αναρωτήθηκα. -Τι σκέφτεσαι; -Α, τίποτα, τα μακαρόνια, μυρίζουν πολύ όμορφα. -Όχι περισσότερο από σένα. "-Κακή αρχή κάναμε", ξανασκέφτηκα. Και σκύβω και πιάνω την πρώτη πιρουνιά και καθώς την στρίβω στο κουτάλι μου, λέει. -Τι όμορφες οι κινήσεις σου, τι ωραία κσι εκλεπτυσμένα έχεις μάθει να τρως! -Καθόλου εκλεπτυσμένα. Βάζω μεγάλες μπουκιές στο στόμα, αλλά με αυτό το φαγητό δεν βολεύομαι. Τότε άπλωσε το χέρι του και μ' ένα λιγωμένο βλέμμα, κράτησε το δικό μου, αυτό που κράταγε το πιρούνι. Τον κοίταξα κάπως έκπληκτη, και είπε, -είσαι υπέροχο κορίτσι, μ' εντυπωσιάζουν όλα επάνω σου! -Σ' ευχαριστώ, αλλά πιστεύω ότι έχεις μόνο μια πρώτη εντύπωση. Δεν ξέρεις τίποτα για μένα και δεν ξέρω τίποτα σχεδόν για σένα. Πες μου κάτι για σένα ενώ θα τρώμε, κι αποτράβηξα διακριτικά το χέρι μου. -Τι ακριβώς θέλεις να μάθεις; -Ποιος είσαι, τι σου αρέσει, τι μισείς, τι μουσικές ακούς, ποια είναι τα ονειρά σου, ποια εποχή του χρόνου αγαπάς, από που κατάγεσαι, τι ψηφίζεις, τι δουλειά κάνεις; ξέρω κι εγώ; ότι θέλεις.
-Εντάξει. Αλλά μετά θα μου πεις κι εσύ για σένα οκ;
-Σύμφωνοι του απάντησα, λες και είχα κάνει πράγματα στη ζωή μου, λες και ήξερα τίποτα για τον κόσμο, αλλά τέλος πάντων, ίσως του έλεγα για τις επιδόσεις μου στον αθλητισμό.
-Λοιπόν εγώ είμαι Υδροχόος και σαν τέτοιος, είμαι προοδευτικός, μου αρέσουν οι καινοτομίες. Η δουλειά μου, δεν ξέρω πως θα το πάρεις, δουλεύω, (σιωπή).
-Δουλεύεις;
-Δουλεύω...σε ένα νεκροτομείο.
-Και τι κάνεις εκεί; φυλάς τους πεθαμένους;
-Όχι, πλένω τις σωρούς και τις ετοιμάζω για να τις πάρουν οι συγγενείς. Αλλά όπως σου είπα μου αρέσουν οι καινοτομίες.
-Α ναι, μου το είπες. Άσε με να μαντέψω, τους βάζεις μέσα σε πλυντήριο και μετά σε στεγνωτήριο;
-Όχι Ελένη, καινοτομίες σε άλλα πράγματα, άσχετα με τη δουλειά μου. Είπε ενοχλημένος.
-Παράδειγμα; ρώτησα, ενώ ταυτοχρόνως σκεπτόμουν, γιατί άρχισε από τα ζώδια; ρώτησα εγώ τέτοιο πράγμα;
-Παράδειγμα....να δημιουργήσω κάτι που θα μείνει το όνομά μου σ' αυτό.
-Μηχανολογικού τύπου ευρεσιτεχνία ας πούμε;
-Κοντά έπεσες....
Η μουσική ήταν κάτι παλιά ελαφριά λαϊκά, δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα αλλά δεν ήταν του γούστου μου. Αυτό με την δουλειά του μου είχε κόψει λίγο την όρεξη, αλλά αποφάσισα να μη το δείξω και συνέχισα να γυρίζω τα μακαρόνια στο πιρούνι μου.
Πριν του απευθύνω άλλη ερώτηση κι ενώ ετοιμαζόταν να μου ξαναπιάσει το απασχολημένο χέρι, μπήκε η λαϊκούρα, "Άσε με, άσε με, άσε με, να σ' αγαπάω" και ο τύπος ξέχασε το χέρι μου κι έπιασε το κεφάλι του. -Τι έχεις; πονοκέφαλο; τον ρώτησα. -Όχι, αυτή η τραγουδάρα, με βρίσκει κατευθείαν στην καρδιά! πω πω τι τραγούδι και τι στιγμή να το ακούσω...
-Ναι... και νεκρούς ανασταίνει. Απάντησα, και αμέσως έκλεισα το στόμα μου με το χέρι. -συγνώμη...
Η αλήθεια είναι ότι έβλεπα τον εαυτό μου να μη μπορεί να αποφύγει τη σύγκρουση, όχι γιατί την επιθυμούσα και ήθελα να την προκαλέσω, αλλά γιατί σκεπτόμουν πως θα θυμόμουν για πάντα, πως το πρώτο μου ραντεβού ήταν με έναν "νεκροπλύντη" και ταραζόμουν.
-Μα έχεις δίκιο, και νεκρούς ανασταίνει! απάντησε ανενόχλητος ο αχαμπάριαστος.
Δίπλα μας είχε έρθει μια παρέα ροκάδων και μάλιστα ο ένας από αυτούς μου φάνηκε κάπως γνωστός σαν φυσιογνωμία. Πέσανε με τα μούτρα στα μακαρόνια, μιλώντας αδιάκοπα μεταξύ τους, γελούσαν δυνατά, πειράζονταν μεταξύ τους, ξέχασα τον συνοδό μου και διασκέδαζα χαζεύοντας αυτούς. Ένας ρεύτηκε δυνατά κι ένας άλλος τον μιμήθηκε, έκαναν κόντρες στο ρέψιμο κι εγώ δεν μπορούσα να συγκρατήσω το γέλιο μου. -Τι γελοίοι τύποι! Αλητάμπουρες με αλαγοουρές. Μην τους κοιτάζεις, σου κάνουν επίδειξη. Είπε το παραλίγο ραντεβού μου και μου έπιασε πάλι το χέρι που κρατούσα το πιρούνι. -Μήπως σε πειράζει και που τρώω; Τον ρώτησα. -Όχι, πως σου πέρασε από το μυαλό; γι' αυτό δεν ήρθαμε; -φαίνεται να μην το πιστεύεις όμως. Δεν έχεις αγγίξει τίποτα.
-Ω, φάε, φάε, μη δίνεις σημασία σε μένα, δεν πεινάω πολύ!
-Να πάρω τότε το χεράκι μου να συνεχίσω...
Αποτράβηξε το δικό του λίγο πριν αρχίσω να βγάζω αφρούς και πάνω στην κρίση του καρφώσω τον καρπό με το πιρούνι.
Οι ροκάδες κάτι άκουσαν από δίπλα και άρχισαν να μουρμουρίζουν μεταξύ τους κοιτάζοντας στο τραπέζι μας. Ύστερα ο ένας έπιασε να τραγουδάει δυνατά σκεπάζοντας τη φωνή από τα μεγάφωνα "Αν θες τραγούδια όμορφα ν' ακούσεις, ήλιε μου, την καρδιά μου ν' ανοίξεις, αν θες λουλούδι γύρω σου ν' ανθίσει,το θυμό άστον όλο να σβήσει..." Θυμός, καλά λένε, σκέφτηκα. Δεν πρέπει να θυμώνω. Ψυχραιμία.
-Τους γελοίους, ήρθαν για να μας τη χαλάσουν. Πάμε να φύγουμε, είπε εκνευρισμένος Ο...
-Να πάμε που;
-Οπουδήποτε, μια βόλτα στην παραλία, δεν μπορώ να τους ανεχτώ άλλο εδώ.
-Μα τραγουδάει ωραία, δεν το πρόσεξες; άλλωστε δεν φάγαμε ακόμα.
-Μου κόπηκε η όρεξη, έλα πάμε σε παρακαλώ.
-Εγώ λέω να μείνω.
-Τι πράγμα;
-Λέω, πως δεν τελείωσα το φαγητό μου, γιατί από την αρχή μ' εμποδίζεις να φάω. Αλλά εσύ μπορείς να φύγεις χωρίς παρεξήγηση.
Έμεινε για λίγο εμβρόντητος, κατέβασε το κεφάλι του, και μετά με σχεδόν σπασμένη φωνή με ρώτησε.
-Κι αυτά που ήθελες να μου πεις; δεν θέλεις να μου τα πεις πια;
-Σου τα είπα, αλλά λίγο πιο συμπυκνωμένα, θα σου τα έλεγα πιο αναλυτικά, αλλά με πρόλαβες.
-Τι εννοείς;
Ότι δεν ταιριάζουμε, είμαστε από άλλο ανέκδοτο ο καθένας.
-Μα τα ετερόνυμα έλκονται, έτσι δεν λένε;
-Το λένε, αλλά δεν ισχύει με μένα.
-Όπως θέλεις, θα βγεις μαζί μου έξω για να μη σε αφήσω εδώ μόνη σου; Είπε με το υπεράνω ύφος του, ρίχνοντας επιθετικές ματιές στους ροκάδες.
-Όχι δεν πειράζει, είμαι καλά. Θα τελειώσω το φαγητό μου και θα φύγω με την ησυχία μου.
Αυτός κάλεσε τον σερβιτόρο για να πληρώσει. -Ας πληρώσει ο καθένας τα δικά του, του είπα. Και ο ιππότης το δέχτηκε με τη μία.
Και μετά φόρεσε το ακριβό του σακάκι και βγήκε.
Συνέχισα να τρώω τα μακαρόνια μου αρκετά ξαλαφρωμένη αλλά και γεμάτη ενοχές και νεύρα με τον εαυτό μου. Τι περίμενα δηλαδή; Είχα αφήσει το κουτάλι στην άκρη, και μ' ένα ζωόδικο τρόπο είχα βουτήξει στο πιάτο με τα μούτρα, παίρνοντας μεγάλες μπουκιές που επιτέλους μπορούσα να απολαύσω, ήταν σαν παροξυσμός, δεν έτρωγα ποτέ έτσι, δεν ξέρω τι ήταν. .
-Τέτοια πείνα! Μου είπε ο ένας από την παρέα γελώντας.
-Μα δεν με άφηνε να φάω! του απάντησα απολογούμενη.
Η παρέα ξέσπασε σε γέλια. -Που τον κονόμησες; με ρώτησαν.
-Ε αυτός μου έτυχε και δεν έχω ξαναβγεί, ήθελα να δω πως είναι...
-Είδες; -είδα!
-Τη βάψαμε μάγκες ομαδικώς, είπε ο πρώτος. Να ποιοί χαλάνε την πιάτσα...
-Ποια πιάτσα; των ταξί; ρώτησα εγώ.
Αυτοί γέλασαν ακόμα πιο πολύ μέχρι που ο ένας ήρθε και μου ανακάτεψε τα μαλλιά.
-Των ταξί ναι. Εμείς φεύγουμε, πάμε για πρόβα τώρα, θέλεις να έρθεις να μας ακούσεις; με ρώτησαν.
-Μουσική παίζετε;
Ότι και να έλεγα γελούσαν. -Μουσική παίζουμε ναι. Λοιπόν τι λες; θα έρθεις;
-Άσε το κοριτσάκι ρε! του είπε ο άλλος της παρέας. Μάτια μου μην του δίνεις σημασία σε πειράζει.
-Α, δεν με θέλετε να έρθω δηλαδή, έτσι το είπε...
-Αν σου το λέγαμε στ' αλήθεια θα ερχόσουν; με ρώτησε ξανά αυτός που είπε στον πρώτο να με αφήσει...
Μπλόκαρα. Ακινητοποιήθηκα. Το ναι και το όχι έπαιζαν μέσα μου πινγκ πονγκ. -Καλύτερα όχι, είπα στο τέλος. -Θ' αργήσω στο σπίτι. Έχω ήδη αργήσει. Και φώναξα τον σερβιτότο για να πληρώσω. Είχα πέντε δραχμές λιγότερες από το ποσόν που έπρεπε να πληρώσω. Το είπα με ντροπή στο σερβιτόρο. Αυτός με κοίταξε περιφρονητικά και πήρε τα ψιλά που του έδωσα.
-Δώσε τα λεφτά πίσω στο κοροτσάκι, κερνάμε εμείς! είπε ο ένας από τους αλήτες, τους μαλλιάδες, με τους άξεστους τρόπους στο τραπέζι.
-Μα όχι.... -Μα ναι! άντε, σήκω να πας στο σπίτι μην αργήσεις. Και να προσέχεις. Και για το ραντεβού, περίμενε κανένα χρόνο, και μετά δες...
Τους ευχαρίστησα, σηκώθηκα και βγήκα έξω. Ύστερα έκανα μεταβολή και ξαναμπήκα.
Με λένε Ελένη ξέχασα να σας πω. Εσας πως σας λένε; - Κώστας, Κώστας, και Σταύρος. Λείπει ένας. -Γεια σας λοιπόν Κώστα, Κώστα, Σταύρο και χαιρετίσματα στον ένα. Χάρηκα που σας γνώρισα, σας ευχαριστώ πολύ.
-Γεια σου και σένα Ελένη... να προσέχεις είπαμε ε;
-Θα προσέχω!
Στο λεωφορείο μέσα σκεπτόμουν ότι έγινα που έγινα ρεζίλι στην παρέα αυτή, είπα που είπα ένα σωρό βλακείες, φαντάσου να τους έλεγα και τι δουλειά έκανε το παραλίγο πρώτο μου ραντεβού, που είχαν δει να αποχωρεί. Αξέχαστη θα τους είχα μείνει, όπως αυτοί έμειναν σε μένα, ειδικά από τότε που άκουσα το τραγούδι τους στο ραδιόφωνο.
ΥΓ. Όσο για το τραγούδι της Λίτσας Διαμάντη "Άσε με κλπ" δεν έχει σημασία. Μπορεί να ήταν κάποιο καψούρικο της εποχής του Πάριου ή του Μυτιληναίου. Ενδεικτικά έβαλα αυτό στην ιστορία.

No comments:

Post a Comment

Εδώ σχολιάζουμε;