Ελένη Μπάλιου - herinna

Ελένη Μπάλιου - herinna

Thursday, March 19, 2026

Σπίνος, ο δικός μου ήρωας.

 





Τον έλεγαν έτσι γιατί ήταν πολύ αδύνατος, σαν σπουργίτι. Και σαν σπουργίτι έτρωγε, όταν ερχόταν στο μαγαζί μας τα μεσημέρια. Ίσα ένα τοστ με τυρί και σαλάμι παράγγελνε, με αυτό θα έβγαζε όλη την υπόλοιπη μέρα στη δουλειά. Η μάνα μου του έφερνε πάντα κάτι παραπάνω για μεζέ, γιατί είχε πει ότι το βράδυ, δεν ήξερε τι έτρωγε. Μπορεί και τίποτα.


Τα σκελετά τα έβαφε έξω από το εργοστάσιο η μοναδική γυναίκα εργάτρια που υπήρχε σε αυτό. Φορούσε μια μάσκα και κρατούσε έναν ψεκαστήρα όπου με αυτόν έριχνε χρώμα αλουμινίου πάνω στα σιδερένια ντιβάνια. Σκέπτομαι τώρα ότι αυτά μπορεί και να μην ήταν αλουμίνια αλλά φτιαγμένα από ένα άλλο κράμα, και η Φωφώ τα έκανε να φαίνονται αλουμίνια. Είχανε λάμες αντί για σουμιέ που έπιαναν στις άκρες με μεγάλους γάντζους.


Ο Σπίνος δούλευε κάτω από μια τροχαλία που μετέφερε με έναν ιμάντα πράγματα, βαριά αντικείμενα από το υπόγειο προς το ισόγειο και ανάποδα. Ήταν μονίμως με πρόσωπο και χέρια μουντζουρωμένα. Τον είχα δει όμως να δουλεύει και σε άλλο πόστο, ένα πόσο όπου πέρναγε τις λάμες με τους γάντζους στα κρεβάτια.


Με το υπόγειο αυτό, είχα κακά προηγούμενα. Στα έξι μου χρόνια, όταν το εργοστάσιο χτιζόταν ακόμα, είχαν πέσει τα τσιμέντα ήδη και ήταν λίγα μόλις στάδια πριν από την λειτουργία του, αλλά δεν είχε πόρτες ακόμα. Τα παιδιά της γειτονιάς, αγόρια όλα πλην εμού, πήγαιναν μέσα και πήδαγαν από αυτή την τετράγωνη τρύπα πάνω από το υπόγειο απέναντι, και μετά πανηγύριζαν για το κατόρθωμα. Όποιος δείλιαζε να κάνει το άλμα, έτρωγε την καζούρα των άλλων, γι' αυτό και το κατάφερναν όλοι. Πλην εμού. Επειδή ακολουθούσα αυτή την παρέα παντού, μιας και μαζί της ήταν ο αδελφός μου, θεώρησα ότι θα ήταν εξευτελιστικό να μην πηδήξω κι εγώ πάνω από την τρύπα, αν και τα αγόρια με είχαν αγνοήσει τελείως, και είχαν ήδη απομακρυνθεί από τον χώρο, αφήνοντάς με να ψάχνω τον τρόπο για να το κάνω μόνη μου. Δεν γινόταν, η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη για τα μικρά πόδια μου, κι αποφάσισα κρατώντας την κολώνα που ορθωνόταν στη μία γωνία, να περάσω από τη μια γωνία στην άλλη. Το έκανα, αλλά ένα κομμάτι του φρέσκου τσιμέντου στην άκρη έσπασε, το πόδι μου κρεμάστηκε στο χάος και μετά ολόκληρη εγώ, που έσκασα σαν το σακί κάτω, πέντε μέτρα ύψος. Δεν ξέρω πόση ώρα βρισκόμουν εκεί αναίσθητη, αλλά όταν βρέθηκα όρθια στα πόδια μου, ούτε θυμάμαι πότε σηκώθηκα, είδα γύρω μου ένα υπόγειο, εμένα να κλαίω ζαλισμένη αδύναμα, να προσπαθώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει. Το κλάμα μου άκουσε το ένα από τα παιδιά της παρέας, ο μεγαλύτερος μάλλον, και κατέβηκε να δει τι συμβαίνει. Με είδε και τρομαγμένος με τα μάτια γουρλωμένα μου είπε, "Ελένη το χέρι σου!" Κοίταξα το χέρι μου που κρεμόταν από τον αγκώνα και κάτω παραμορφωμένο και τότε το σιγανό, αδύναμο κλάμα έγινε ουρλιαχτό. Με πήρε στην αγκαλιά του το αγόρι, με μετέφερε πάνω στο δρόμο, φώναξαν την κυρία Κούλα την γιάτρισσα να με δει. Αυτή μου έπιασε το χέρι και κρατσ, κρούτς, έβαλε τα σπασμένα κόκκαλα στη θέση τους, ενώ εγώ κόντευα να λιποθυμήσω από τον πόνο. Μετά με έβαλαν μέσα σε ένα ταξί με την αδελφή της μάνας μου μαζί και με πήγαν στο "παίδων". Η μάνα μου είχε πάρει τηλέφωνο τουλάχιστον έξι φορές τη θεία μου εκείνο το πρωί, για να σιγουρευτεί ότι είμαι καλά, κάτω από την επιμέλειά της, καθώς είχε κατέβει στο ληξιαρχείο στην Αθήνα να πάρει μια ληξιαρχική πράξη γέννησης για να με γράψει στο δημοτικό. Την τελευταία φορά που τηλεφώνησε στο ψιλικατζίδικο που κρατούσε μια άλλη θεία μου, ξαδέλφη του πατέρα μου, της είπαν τα νέα με μισή φωνή, και η μάνα μου έτρεξε στο νοσοκομείο, όπου ήδη με είχαν στο χειρουργείο για το χέρι μου.

Κοιμισμένη με κουβάλησαν σε ένα δωμάτιο με άλλα παιδιά μαζί, πάλι άνοιξα τα μάτια μου με το σιγανό παραπονιάρικο και πονεμένο κλάμα. Είδα μπροστά μου έναν άντρα που δεν ήξερα, καθόταν από πάνω μου και μου χάιδευε το κεφάλι. -Ποιος είσαι εσύ; που είναι η μαμά μου; -Έρχεται μάτια μου, όπου να' ναι θα φανεί. Δεν με θυμάσαι εμένα; που με κοροϊδεύεις στο μαγαζί όταν έρχομαι να φάω; -Στο μαγαζί....ο Σπίνος! -Μπράβο κοριτσάκι μου, θυμάσαι! -Τι κάνεις εδώ εσύ; -Μου τηλεφώνησε ο εργοστασιάρχης για να έρθω να σε δω, επειδή λείπει εκτός Αθηνών, θα έρθει κι αυτός να σε δει σήμερα. -Τι να τον κάνω αυτόν; εγώ θέλω τη μαμά μου.

Ήρθε η νοσοκόμα να με ηρεμήσει, τα άλλα παιδιά είχαν σταματήσει να παίζουν μεταξύ τους και με κοιτούσαν με συμπόνοια. Άλλο ήταν με όλο το στήθος μέσα στο γύψο, άλλο είχε ολόκληρο το πόδι του σ' αυτόν, άλλο είχε το κεφάλι του τυλιγμένο με γάζες. Ήρθαν κοντά μου και άρχισαν να μου λένε πως έπαθε ατύχημα το καθένα. -Εγώ έπεσα από τον γάιδαρο, μου είπε το ένα, εγώ κρεμάστηκα έξω από παράθυρο μου είπε το άλλο, εγώ πήγα να κλωτσήσω τη μπάλα και κλώτσησα μια μεγάλη πέτρα... είχε το καθένα το δικό του κατόρθωμα. Ένα κοριτσάκι έφτιαξε ένα δαχτυλίδι από γυαλιστερό χαρτί καραμέλας και μου το πέρασε σε ένα από τα δάχτυλα που κρέμονταν έξω από γύψο μου. -Για να είναι όμορφο το χεράκι που σε πονάει είπε.

Ο Σπίνος εκεί δίπλα μου δεν κούνησε ρούπι, ακόμα κι όταν η νοσοκόμα του είπε να βγει έξω.

-Μη φύγεις Σπίνο, γιατί τον διώχνεις κυρία; ποιος θα είναι εδώ μαζί μου; Κάτσε εδώ Σπίνο! του φώναζα κλαίγοντας και έτσι αυτός κάθισε δίπλά μου, λέγοντας κάτι στη νοσοκόμα που υποχώρησε. Μέχρι που εμφανίστηκε η μάνα μου αλαφιασμένη, τρελή από την ανησυχία της, με έψαχνε παντού, ψηλάφιζε το προσωπό μου κι έκλαιγε. Το προσωπό μου... είχα πέσει στα πλάγια, πάνω στο χέρι μου και το κεφάλι μου χτύπησε στο πάτωμα πλαγίως. Από κάτω πετάχτηκαν ένα σωρό γυαλιά και καρφιά που υπήρχαν εκεί, κάνοντας πολλαπλά τραύματα στο πρόσωπό μου, με το τσιμπίδι οι γιατροί μου έβγαλαν τα γυαλιά ένα ένα. Τότε έμαθα ότι το προσωπό μου ήταν γεμάτο αίματα. Σε λίγο ήρθε και ο εργοστασιάρχης, κάθισε στο κρεβάτι δίπλα μου, είπε, "πουλάκι μου...χτύπησε πολύ και στο προσωπάκι του", μου έδωσε μια μεγάλη σοκολάτα με φίλησε στο μέτωπο και μετά τραβήχτηκε μέχρι την πόρτα με τη μάνα μου όπου μίλησαν ψιθυριστά για πέντε λεπτά.


Αυτά όλα όμως τέλειωσαν κάποια στιγμή. Έγινα καλά και πήρα εξιτήριο σε ένα μήνα, με το χέρι μου ακόμα στο γύψο. Η μάνα μου δεν ήθελε να με στείλει στο σχολείο εκείνη τη χρονιά, είχα χάσει ήδη δυο μήνες από τα μαθήματα της πρώτης δημοτικού, ο πατέρας όμως της είπε, "άστην να πάει... ότι πιάσει. Του χρόνου δεν θα της φανούν όλα βουνό αν επαναλάβει την τάξη".


Ο Σπίνος ήρθε στο μαγαζί και μου έφερε το αλουμινένιο καροτσάκι για την κούκλα μου, που είχε ρόδες και ένα χερούλι ορθογώνιο ψηλό που έφτανε μέχρι τη μέση μου, για να μην κουράζομαι να το σπρώχνω. Έφερε και στον μπαμπά κάτι που έμοιαζε με εφημερίδα, αλλά είχε λίγα φύλλα, ήταν πιο κοντό, δεν ήταν ούτε περιοδικό ούτε εφημερίδα, και ο πατέρας μου το έκρυψε κάτω από τον πάγκο του ταμείου, μέσα σε μια άλλη εφημερίδα. Όταν έφυγε ο πατέρας από το μαγαζί και ο Σπίνος γύρισε στη δουλειά, πήγα κι έψαξα κάτω από τον πάγκο, δεν είδα αυτό το έντυπο αμέσως, άνοιξα όλες τις εφημερίδες που υπήρχαν εκεί από κάτω και που ο πατέρας αγόραζε για τους πελάτες, και το βρήκα μέσα σε μία. Το άνοιξα καθισμένη κατάχαμα, ενώ η μάνα μου ήταν απασχολημένη να φτιάχνει καφέδες, και είδα ότι ήταν γεμάτο φωτογραφίες αντρών, ομάδες αντρών που κουβαλούσαν πέτρες στη μια, σκάβαν στην άλλη, ή στέκονταν στη σειρά και κοίταζαν τον φακό. Τα ρούχα τους ήταν σκισμένα των περισσότερων, μερικοί φορούσαν ένα μαντίλι στο κεφάλι, τα προσωπά τους ήταν τραχιά και ταλαιπωρημένα, πίσω τους σε μερικές φωτογραφίες έβλεπα θάλασσα. Δεν ήξερα να διαβάζω ακόμα, πήγα με το περιοδικό διάπλατα ανοιγμένο, περνώντας μπροστά από τους πελάτες για να ρωτήσω τη μάνα μου τι γράφει. Αυτή έντρομη μου το άρπαξε από τα χέρια και το δίπλωσε μέσα σε μια πετσέτα, ενώ κρυβόταν πίσω από το μεγάλο ψυγείο, και ύστερα την πετσέτα την δίπλωσε τετράγωνα και την έβαλε σε ένα ράφι.


Το καροτσάκι ήταν πολύ χαμηλό μόλις είκοσι πόντους από τη γη, αλλά χώραγε μια χαρά μέσα την κούκλα μου και οι ρόδες του μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με τις πέτρες του χωματόδρομου. Ήθελα να το πάρω μαζί μου την πρώτη μέρα στο σχολείο, με την κούκλα μου μαζί, αλλά η μαμά δεν με άφησε.


Το εργοστάσιο κρεβατιών επί της οδού Σουλίου, λειτούργησε για πάρα πολλά χρόνια, μέχρι που εγώ έγινα έφηβη. Το μαγαζί μας όμως, το αφήσαμε πολύ νωρίτερα από αυτό. Οι εργάτες μέχρι τότε έρχονταν κάθε μέρα να φάνε στο διαλειμμά τους εκεί, εγώ περίμενα τον Σπίνο για να τον περιποιηθώ προσωπικά, και μετά να καθίσω στο τραπέζι μαζί του όσο έτρωγε να του πιάσω τη συζήτηση και να του κάνω τις αδιάκριτες ερωτήσεις μου. Γελούσε με όλα, μου έκανε αστεία, με πείραζε, και κάποια στιγμή σηκωνόταν κι έβαζε ένα τραγούδι στο τζουκ μποξ, "τα μουντζουρωμένα χέρια". Τότε τραγουδούσε δυνατά με το τραγούδι, μελαγχολικά και τα μάτια του ήταν βουρκωμένα.

-Αυτό το τραγούδι είναι λυπηρό, του είπα, γιατί το βάζεις; Να βάλεις ένα χαρούμενο για να μη λυπάσαι. -Και τι να βάλω μικρούλα μου; με ρώτησε γελώντας. Κάτσε, θα σου βάλω εγώ ένα χαρούμενο, του είπα. Είχα μάθει πια να διαβάζω, συλλάβιζα ακόμα αλλά μπορούσε να διαλλέγω τραγούδια από το Τζουκ μποξ, κι έκανα εξάσκηση με όλες τις μεγάλες ταμπέλες που στήνονταν κατά καιρούς στους δρόμους ή στη λεωφόρο Βουλιαγμένης των επιχειρήσεων που άνοιγαν, ή ακόμα και των φορτηγών που πέρναγαν μπροστά από το μαγαζί. Διάλεξα το τραγούδι "Στον Άγιο Σπυριδωνα" που μου άρεσε πολύ. Άρεσε και στον Σπίνο.


Ήταν Μάρτης του 1967 μόλις λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα. Την νύχτα εκείνη είχαμε κλείσει νωρίς το μαγαζί που τα βράδια γινόταν χαρτοπαίγνιο και ο πατέρας μου ήταν πολύ ανήσυχος. Χτύπησε η πόρτα και η μάνα μου κατατρόμαξε, το ίδιο κι αυτός. Βλεποντάς τους εμείς να τρομάζουν έτσι, πήγαμε και κρυφτήκαμε πίσω από μια πόρτα. Στην είσοδο ήταν ο κύριος Βασίλης, ένας μπακάλης που είχε το μαγαζί του λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι μας και ζήτησε από τον πατέρα μου να τον κρύψει. Ο πατέρας μου του είπε ότι το σπίτι μας θα είναι το πρώτο που θα ψάξουν και του είπε να φύγει γρήγορα, πριν καταφθάσει στη γειτονιά η αστυνομία, του είπε κι ένα όνομα και μια οδό για να πάει. Όταν έφυγε ο άνθρωπος, ο πατέρας είπε στη μάνα μου να τον βοηθήσει να μεταφέρει ένα μπαούλο κάτω, καθώς μέναμε στον πρώτο όροφο ενός διώροφου και από κάτω υπήρχε πυλωτή, που δεν είχε στρωθεί τσιμέντο στο έδαφος, ήταν ακόμα με το χώμα. Εκεί σε αυτό το μέρος μετέφεραν το μπαούλο οι δυο τους μέσα στη νύχτα, μετά η μαμά ήρθε πάνω και ο πατέρας μου κάθισε κάτω εκεί. Ο αδελφός μου έμεινε κρυμένος στη σκάλα και τον παρακολούθησε. Μετά ήρθε και μου είπε ότι ο μπαμπάς, έσκαψε ένα λάκκο κι έκρυψε το μπαούλο με τον θησαυρό μέσα στη γή. "Το πρωί που θα πάνε στη δουλειά, θα το ξεθάψω να δω τι έχει μέσα" μου είπε.


Φύσαγε πολύ το άλλο πρωί και το σπίτι μας ήταν σε έναν λόφο ψηλά, πάνω από το ποτάμι της Πικροδάφνης. Οι γονείς έφυγαν για τη δουλειά, η μαμά στο μαγαζί που είχα καταλάβει ότι ήθελε να μαζέψει τα πράγματα για να το κλείσουμε, ο πατέρας είχε πάει να μαζέψει χρωστούμενα από τους ιδιοκτήτες των σπιτιών που είχε χτίσει, και ακόμα του χρώσταγαν. Έπαιρνε μικρές δουλειές σαν εργολάβος, λαθραίες επί το πλείστον, ένα καμαράκι εδώ, μια κουζινούλα εκεί, ένα μπάνιο, μια σκάλα, είχε να κάνει με φτωχούς ανθρώπως, όπως άλλωστε και εμείς, δεν μπορούσαν να βγάλουν άδειες για τα σπίτια τους.


Κατεβήκαμε στην πυλωτή κι ο αδελφός μου άρχισε να σκάβει με μια τσάπα μέχρι που αποκαλύφθηκε το μπαούλο. Το τραβήξαμε έξω, το ανοίξαμε, και είδαμε αραδιασμένα μέσα σε ντάνες, όλα τα τεύχη της Μακρονήσου, τετρασέλιδο περιοδικό που έβγαινε παράνομα για τους εξόριστους. Τραβήξαμε μια ντάνα έξω και αρχίσαμε να τα ξεφυλίζουμε, ο αέρας τα πήρε από τα χέρια μας, τα πήρε από κάτω, πήρε ακόμα και μερικά που είχαν μείνει μέσα στο μπαούλο, και τα σκόρπισε σε όλο το λόφο τριγύρω όπου πετώντας κατέληξαν στις όχθες της Πικροδάφνης και μέσα στο νερό. 'Ενας άνθρωπος από περιέργεια που είδε τόσα πολλά φυλλάδια στον αέρα και πάνω στις όχθες, έσκυψε, έπιασε μερικά από αυτά, και δεν είναι μόνο ότι τρομοκρατημένος διαπίστωσε περί τίνος επρόκειτο, αλλά μέσα στις σελίδες ενός, βρήκε μια φωτογραφία δική μου και του αδελφού μου που ήμασταν παρανυφάκια κι ο πατέρας μου είχε ξεχάσει εκεί. Ο άνθρωπος μας αναγνώρισε και πήγε γρήγορα στο καφενείο μας, να ενημερώσει τον πατέρα μου που είχε γυρίσει ήδη εκεί. Κι άρχισε μια περιπέτεια γεμάτη άγχος και τρόμο του τελευταίου, να τρέχει από πάνω μέχρι κάτω στις όχθες του ποταμιού και να μαζεύει τα τεύχη όπως όπως. Κατάφερε να μαζέψει πολλά, όπου τους έβαλε φωτιά επιτόπου, ενώ γι' αυτά που δεν βρέθηκαν συνέχισε να ανησυχεί, για το ποιος θα τα βρει και πως θα τον συσχετίσουν.

Έτσι, προετοιμάζονταν που προετοιμάζονταν για να κλείσουν το μαγαζί οι γονείς μου, έγινε κι αυτό και έσπευσαν τα πράγματα, για να προλάβουμε να φύγουμε από την Αθήνα, να εξαφανιστούμε για μερικούς μήνες στην Πάρο, απ' όπου καταγόταν, γεννήθηκε και μεγάλωσε ο πατέρας μου.


Κι ενώ οι δικοί μου μάζευαν ακόμα τα πράγματα στο μαγαζί, ήρθε μια κουστωδία αστυνομικών της ασφάλειας, κι έκανε ερωτήσεις στους γονείς μου, για τους εργάτες απέναντι. Κυρίως ρωτούσαν για τον Σπίνο, αν τον είδαν, πότε τον είδαν για τελευταία φορά, που μένει, τι ώρα πιάνει δουλειά κλπ. Ο πατέρας μου τους είπε ότι δεν γνωρίζει τους εργάτες με το όνομά τους, όχι τουλάχιστον όλους, κι ότι δεν θυμάται τη φυσιογνωμία του παλικαριού. Ύστερα ρώτησαν τη μάνα μου. Κι αυτή πάνω κάτω τους απάντησε τα ίδια, ότι θυμόταν το αδύνατο παλικάρι που ερχόταν καμιά φορά κι έτρωγε σε μας, αλλά είχε να φανεί μέρες. Κοίταξαν κι εμένα. Εγώ ήξερα ότι ο Σπίνος ήταν την προηγούμενη μέρα στο μαγαζί μας και έφαγε εκεί για τελευταία φορά και μετά όταν σηκώθηκε να φύγει, μας είπε, καλή λευτεριά πατριώτες, αν ρωτήσει κανείς για μένα, δεν με είδατε δεν με ξέρετε.

Γυρίζοντας σε μένα είπε, να προσέχεις εσύ αντάρτη, να διαβάζεις τα μαθηματά σου και να γίνεις καλή μαθήτρια. -Που θα πας Σπίνο; φεύγεις; τον είχα ρωτήσει. -Θα πάω κάπου να ξεκουραστώ και να παχύνω... είπε.

Έτσι όταν με κοίταξαν ερευνητικά οι αστυνομικοί, τους είπα, "μπορεί να πήγε κάπου να τρώει καλύτερα και να παχύνει. -Και που το ξέρεις εσύ αυτό; αυτός σου το είπε; με ρώτησαν. -Όχι, αλλά εδώ δεν έτρωγε καλά, και ήταν και λυπημένος. -Γιατί; πως το κατάλαβες; Με ρώτησαν ξανά. -Έβαζε κι άκουγε "τα μουντζουρωμένα χέρια" στο τζουκ μποξ λυπημένος. -Τι άλλα έβαζε ν' ακούσει; με ρώτησαν.

Και τότε μπήκε μπροστά ο πατέρας μου. "-Αφήστε το παιδί μου ήσυχο, τι ξέρει αυτό; Δεν έχει καταλάβει για ποιον μιλάτε καν, αυτή μιλάει για τον Σπίνο, έναν πιτσιρικά που δούλευε απέναντι.

-Και που είναι αυτός ο Σπίνος τώρα; ρώτησαν αυτοί. -Ρε φίλε, καφενείο έχουμε. Άλλος έρχεται, άλλος φεύγει, δεν είμαστε γραφείο πληροφοριών να ξέρουμε τα πάντα γι' αυτούς. Το εργοστάσιο διώχνει ή φεύγουν, έρχονται άλλοι, κάθε τόσο αλλάζουν τα πρόσωπα.

-Εντάξει, πάμε στο εργοστάσιο... είπε ο ένας απ' αυτούς.

Σηκώθηκαν να φύγουν, δεν έκαναν άλλη ερώτηση στους γονείς μου για τους ίδιους, κι αυτοί άρχισαν να παίρνουν κάποια ανάσα. Δεν είχαν προλάβει να ξεμακρύνουν τρία βήματα από την πόρτα, και είπα στον πατέρα μου. "Μπαμπά, ο Σπίνος άκουγε και άλλο τραγούδι. Αυτό που σ' αρέσει κι εσένα, "δώσε του Χριστού να πιεί" -Σκάσε που να σου χέσω τον πατέρα για παιδί! Μην βγάλεις ξανά άχνα". Ο ένας από τους τέσσερις γύρισε πίσω στην πόρτα. "Τι είπε η μικρή; -Α, ρώτησε γιατί δεν ήθελε κανείς από τους κυρίους, εσάς, να φάει και να πιεί, ενώ σας προσφέραμε κέρασμα.. -Δεν είπε δώσε του Χριστού να πιεί; -Τι είναι αυτό κυρ' αστυνόμε μου;

-Καλά... έχε το νου σου γιατί δεν μας τα λες καλά!" Είπε αυτός με απειλητικό ύφος και βγήκε ν' ακολουθήσει τους άλλους.

Στο εργοστάσιο δεν βρήκαν τον Σπίνο αλλά ούτε και έξι, εφτά, άλλους εργάτες που δούλευαν εκεί.

Δυο μέρες μετά το μαγαζί μας είχε κλείσει και τα πράγματα στο σπίτι μας, όσα ήταν για να πάρουμε μαζί μας ήταν σε κούτες και βαλίτσες έτοιμα για το ταξίδι.

Δεν το είχα πιστέψει ακόμα ότι θα αφήσουμε το μαγαζί, ότι έκλεισε, και καθόμουν απέξω ένα από αυτά τα πρωινά της αναμονής για το ταξίδι, παίζοντας και καλώντας τα παιδιά να βγουν έξω, από τα γύρω σπίτια. Είδα ξαφνικά τον Σπίνο μπροστά μου. Φορούσε ένα ψαθάκι στο κεφάλι σαν αυτά που φόραγαν οι γραβατωμένοι αλλά τα ρούχα του ήταν καθημερινά. Όχι εκείνα τα λερωμένα που φόραγε στη δουλειά, καθαρά και τα παπούτσια του ήταν γυαλισμένα. Κουβαλούσε μια πάνινη τσάντα στα χέρια φουσκωμένη από ρούχα. Έτρεξα πάνω του, του είπα στα γρήγορα τι έγινε δυο μέρες πριν και με ρώτησε πότε θα φύγουμε εμείς. -Μεθαύριο του είπα, θα ξυπνήσουμε πολύ πρωί. -Δώσε αυτό στον πατέρα σου, εντάξει; κοιτα να μη το χάσεις και μη στο πάρει κανείς. Μου είπε.

Ήταν ένα μικρό χαρτί που είχε μια φράση γραμμένη πάνω της. Πήγα να το διαβάσω και με σταμάτησε. -Δεν είναι για σένα σπόρε, φύγε γρήγορα να πας στο σπίτι και να το δώσεις στον πατέρα σου, μην χαζέψεις πουθενά. Με φίλησε και μου είπε να προσέχω. -Εσύ που θα πας τώρα; Τον ρώτησα. -Σε έναν φίλο μου, είπε. -Πες στον πατέρα σου να κάνει αυτό που του λέω στο σημείωμα.

Κι άρχισε να προχωρά με την πάνινη τσάντα βιαστικός στη Σουλίου προς λεωφόρο βουλιαγμένης ενώ γύριζε κάθε τόσο και μου έκανε νόημα ανυπόμονος. "πήγαινε, πήγαινε"


Έτρεξα στο σπίτι κι έδωσα το σημείωμα στον πατέρα μου, ενώ λαχανιασμένη του εξιστορούσα τι έγινε, και τον ρωτούσα γιατί φεύγει ο Σπίνος; γιατί θα φύγουμε κι εμείς από το σπίτι μας; γιατί κλείσαμε το μαγαζί μας;

Αυτός διάβασε αμίλητος το σημείωμα και μας είπε νευρικά. Μαζεύτε τα, φεύγουμε το πρωί. Χαράματα πήγε κι έφερε ένα ταξί κάτω από το σπίτι όπου τον περιμέναμε με τα πραγματά μας. Φόρτωσαν τα πράγματα, μπήκαμε μέσα όλοι και πήγαμε στον Πειραιά.

Σε δυο ώρες ταξιδεύαμε για Πάρο. Δεν πήγαμε στη γιαγιά και στον παππού, μέσα στο χωριό να μείνουμε. Πήγαμε μόνο να τους δούμε, εγώ και ο αδελφός μου πηγαίναμε συχνά, από το μέρος που ο πατέρας μου επέλεξε να μείνουμε...έξω από το χωριό, σε έναν οικισμό με ελάχιστους κατοίκους, που δεν είχε ανακαλύψει ακόμα ο τουρισμός, στο σπίτι μιας εξαδέλφης του.



Μείναμε πολλούς μήνες στο χωριό. Είχαμε χάσει τους τελευταίους δυο μήνες του σχολείου, γιατί δεν πήγαμε στο σχολείο του χωριού, αλλά δεν χάσαμε την τάξη. Τον Σεπτέμβρη γυρίσαμε πίσω στην Αθήνα και ο πατέρας μου έπιασε δουλειά στην οικοδομή πάλι και η μάνα μου σε ένα εργοστάσιο. Εμείς ξαναπήγαμε στο παλιό μας σχολείο, στο έβδομο δημοτικό που ήταν στο πάνω Μπραχάμι. Μου φαινόταν πως η ζωή μας είχε γίνει ομαλή πάλι, αλλά ο πατέρας ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνιά και παρά το γεγονός ότι παραμέναμε στο ίδιο σχολείο, αλλάζαμε σπίτια συνέχεια. Ακόμα κι έτσι όμως, η γειτονιά ήταν πάντα η ίδια, σε όλο το μήκος της Σουλίου τη γνωρίζαμε, ξέραμε ποιοί μένουν στο κάθε στενό, από που ήταν, πόσα παιδιά είχαν. Τα ξέραμε γιατί ήταν πελάτες μας, τους πηγαίναμε το γάλα κάθε βράδυ, το φρέσκο γάλα που ερχόταν της ΕΒΓΑ σε μπουκάλια πλαστικά που είχαν αντικαταστήσει τα γυάλινα, τα βαριά, και τα αφήναμε έξω από τα σπίτια τους. Αυτό ήταν το καθημερινό μας μεροκάματο με τον αδελφό μου, μέχρι που κατέληξα όταν έμαθα όλα τα σπίτια καλά, να τα πηγαίνω μόνη μου.

Και ύστερα σιγά σιγά ηρεμήσαμε, μετά από αρκετές επισκέψεις ασφαλιτών στο σπίτι μας για έρευνα, όπου δεν βρήκαν τίποτα για να συλλάβουν τον πατέρα. Τα είχε εξαφανίσει όλα. Μόνο εκείνο το βιβλίο το χοντρό που έλεγε "η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη" υπήρχε στο σπίτι, δίπλα σε ένα άλλο μπλε, που έλεγε για την ιστορία της βασιλείας στην Ελλάδα. Όταν ήρθαν για έρευνα τελευταία φορά, είπαν στον πατέρα πως έχουν πληροφορίες ότι κρατάει παράνομα βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά. Τίποτα δεν έχω εδώ, ψάξετε όπου θέλετε τους είπε αυτός. Και μετά είπε στη μάνα μου. "Μαρία, πιάσε από το ράφι της ντουλάπας εκείνο το βιβλίο το μπλε, να δουν οι άνθρωποι τι διαβάζουμε" Και καλά η μάνα μου, δεν ήξερε να διαβάζει, αν είχε χρόνο μπορεί να συλλάβιζε και να καταλάβαινε, αλλά μέσα στην ταραχή της, τραβάει έξω το χοντρό κόκκινο βιβλίο για τον Βελουχιώτη και το φέρνει προς το πατέρα μου. Πριν φτάσει κοντά, της λέει εκείνος, όχι ρε Μαρία τον Καζαντζάκη, το άλλο, το μπλε σου είπα τη φάρα μου! Εχ...αν δεν κάνεις μόνος σου δουλειά... είπε στους ασφαλίτες και πετάγεται επάνω και της αρπάζει το βιβλίο και το πάει πίσω στην ντουλάπα και φέρνει το μπλε, των βασιλικών.

Ο ασφαλίτης ο ένας, που τον γνώριζε σαν γείτονα και ήθελα να τον γλυτώσει, δεν έκανε κάποια κίνηση να τον σταματήσει. Είδε το μπλε βιβλίο, χαμογέλασε ειρωνικά και είπε. "Θα κρατήσω ότι έχεις μόνο αυτό το βιβλίο στο σπίτι Μπάλιε, κι ελπίζω να μη με εκθέσεις στους ανωτέρους μου, κρύβοντας και άλλα, σαν αυτό το διαμάντι που έβαλες πίσω στην ντουλάπα. Να φροντίσεις μόλις βγούμε έξω από εδώ, να το εξαφανίσεις!"

Στον άλλον που δεν κατάλαβε τίποτα, είχε ψήσει καφέ η μάνα μου και του είχε πιάσει την κουβέντα στην κουζίνα. Έτσι έφυγαν, και ο πατέρας μου είπε. "Εσείς πάτε γυρεύοντας να με κάψετε εδώ πέρα, οικογενειακώς. Μια τα παιδιά με το μπαούλο, μια εσύ με τον Βελουχιώτη, δεν είναι για να σας εμπιστεύεται κανείς"

Κι εμείς τον κοιτάζαμε και οι τρεις σαστισμένοι σαν βλάκες, η μάνα μου γιατί δεν είχε καταλάβει τι βιβλίο του έφερνε, εμείς γιατί ακόμα δεν είχαμε καταλάβει γιατί τα έχει μαζί μας, τι του κάναμε...


Τα νέα του Σπίνου μας βρήκαν μέσα στο μπακάλικο της γειτονιάς. Ένας εργάτης από το εργοστάσιο με τα κρεβάτια, είχε καταφέρει να διαφύγει τη σύλληψη για μήνες πολλούς, κρυβόμενος σε σπίτια φίλων και κρυφών μελών του κόμματος. Αλλά όταν το ψάξιμο για όλους χαλάρωσε και άρχισαν να νιώθουν πιο ασφαλείς για να κυκλοφορήσουν έξω οι καταζητούμενοι, ξεθάρρεψαν, το ίδιο και ο εργάτης αυτός, ο Σπίνος όπως ήταν το παρατσούκλι του και μπήκε σε ένα καπηλειό, όπου μετά "τα μουτζουρωμένα χέρια", άρχισε να τρουδάει μεθυσμένος "της αγάπης αίματα". Και ο ταβερνιάρης ο χαφιές, τηλεφώνησε στην αστυνομία που ήρθε αμέσως εκεί με το εκατό και τον συνέλαβαν.

Πέρασαν τα χρόνια, έγινε το πολυτεχνείο, η εισβολή στην Κύπρο, έπεσε η χούντα, άρχισαν να γυρίζουν πίσω οι εξόριστοι, οι αυτεξόριστοι και οι πολιτικοί κρατούμενοι. Ο πατέρας μου ρώταγε κάθε φίλο και γνωστό και παλιό εργάτη του εργοστασίου που είχαν επιστρέψει πολλοί, για την τύχη του Σπίνου. Κανείς δεν ήξερε τίποτα, δεν είχε ακούσει κάτι. Λες και άνοιξε η γης και τον κατάπιε. Και ξαφνικά μια μέρα είδα τη φωτογραφία του ανάμεσα σε αυτούς που πέθαναν στα κρατητήρια της ΕΑΤ - ΕΣΑ πριν προλάβει να εξοριστεί στη Γυάρο, άφησε την τελευταία του πνοή στα χέρια τους ο Σπίνος.

Ο φίλος μου. που τραγούδαγε τα "μουντζουρωμένα χέρια" και το "δώσε του Χριστού να πιεί". Το φτωχόπαιδο που δεν είχε ποτέ κανονική μερίδα φαγητού αλλά ήταν γεμάτος έμπνευση και αγάπη. Που είδα πρώτα αυτόν πάνω από το κεφάλι μου όταν άνοιξα τα μάτια στο νοσοκομείο. Που μου έφτιαξε το αλουμινένιο καροτσάκι. Που μου έλεγε αστεία όταν τα μάτια του ήταν ακόμα βουρκωμένα από το τραγούδι που μόλις είχε ακούσει. Που ειδοποίησε τον πατέρα μου να φύγει...

ο Σπίνος. Ο δικός μου ήρωας.

Κάποτε έκλεισε και το εργοστάσιο των αλουμινένιων κρεβατιών στη Σουλίου. Ήταν μερικά χρόνια που είχα ήδη φύγει από τη γειτονιά και έμενα μόνη μου κάπου στον Υμηττό. Μ' έπιασε μια μέρα η νοσταλγία για την Σουλίου, τον δρόμο που μεγάλωσα, έξω μου και μέσα μου. Πήρα ένα ταξί, είπα στον οδηγό να πηγαίνει σιγά, έφτασα στο σημείο του εργοστασίου, δεν υπήρχε, ούτε το καφενείο μας υπήρχε σαν μαγαζί για οτιδήποτε απέναντι. Τα πάντα είχαν αλλάξει. Ελάχιστα αναγνώριζα. Τη γωνία του κάθετου δρόμου, της Αιγαίου, που είχε η θεία μου το ψιλικατζιδικό της, ήταν ένα ψηλό σπίτι στη θέση του τώρα. Είπα στον ταξιτζή να σταματήσει, κοίταξα μέχρι κάτω, χαμηλά στο δρόμο, αλλά μια στροφή του προς το τέλος, με εμπόδισε να δω το γεφυράκι που έχτισε ο πατέρας για να περνάνε όλοι οι γείτονες απέναντι, να πηγαίνουν στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Σε αυτόν τον δρόμο και στη διασταυρωσή του με την Σουλίου, είχα μείνει τα περισσότερα παιδικά και εφηβικά χρόνια μου. Σε καμιά πεντακοσαριά μέτρα πιο κάτω, είπα στον ταξιτζή να γυρίσει, προς την λεωφόρο Βουλιαγμένης.

-Τι έψαχνες; με ρώτησε αυτός.

-Σημάδια, πρόσωπα, μνήμες και ήρωες, εμένα μέσα στο χθες... του απάντησα. -Πάμε...

Κούνησε το κεφάλι αμίλητος και πήρε τη στροφή.

Με το φυσικό μου σώμα όχι, δεν ξαναπήγα ποτέ στην Σουλίου. Συχνά πυκνά την επισκέπτομαι με την σκέψη μου όμως, αναλογιζόμενη ποιος να ζει ακόμα εκεί, πόσοι να έχουν φύγει σε άλλες γειτονιές ή και σε αυτές τις γειτονιές των αγγέλων, πόσοι να πρόλαβαν να δουν παιδιά κι εγγόνια, από όλο εκείνο το μαριδολόι που έτρεχε πέρα δώθε στο δρόμο και στα στενά, πίσω από κάρα που έσερναν γαϊδουράκια, και το κοπάδι με τις αγελάδες που οδηγούσε η Βαγγελιώ, ένα κορίτσι που μόνο μαζί τους είχε επαφή, μ' ένα ραβδί για να τις κρατάει στη μια πλευρά του δρόμου, ενώ προχωρώντας άφηναν τις καβαλίνες τους, που τρέχαμε να μαζέψουμε για να τις πάμε στη μάνα, να τις βάλει λίπασμα στα λουλούδια της.

Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό ότι ζούσα μέσα σε ένα χωριό της πόλης. Το συνειδητοποίησα όταν είδα την περιοχή εκσυγχρονισμένη σε εκείνη την μυστική μου επίσκεψη, με όλα τα σημάδια του παρελθόντος της σβησμένα και τις νέες φυσιογνωμίες που έχτισαν πάνω τους τη δική τους, ανίδεη για όλα τούτα... ζωή.