Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

φίλοι μου συγνώμη για την αποχή, πασχίζω να επανέλθω

Κάτι τα βραδινά μεροκάματα κάτι το τρέξιμο από Νήαρ Ιστ σε παναθηναικό (να δούμε που θα σταθεροποιηθεί αυτό το παιδί μελλοντικό καμάρι της χώρας μας και ξυπνήστε μας), κάτι η προετοιμασία για την παρουσίαση ενός διηγήματος με μουσική συνοδεία (Παναγία μου δεν ήξερα ότι είναι τόσο δύσκολο), κάτι τα συγγραφικά, όλο έρχομαι κι όλο στο δρόμο είμαι. Αλλά σύντομα ελπίζω ναι, θα καταφέρω να ξεβουλώσω τ' αυτιά μου και να ακούσω τι παίζει ο φίλος μου ο Άγγελος στην κιθάρα όταν εγώ απαγγέλω ότι μου καπνίσει, (αν δεν μου φέρει την κιθάρα του κολλάρο στο μεταξύ), και να τελειώσει αυτή η οδυνηρή προετοιμασία χωρίς να φάμε λεμονόκουπες στο τέλος, Πες ρε Νίκο κι εσύ γιατί δεν μου κάθεται το κολοκείμενο με την κιθάρα κι όπου θέλει με πετάει; Κι όπου να είναι τελειώνουν και τα τρεχάματα με τα άλλα, να κάτσω επιτέλους μια δυο ώρες με την ησυχία μου να ρεμβάσω ή να θυμηθώ τι μου την έδωσε όλον αυτό τον καιρό που έτρεχα και με τα πόδια, γιατί μας φάγανε το μηχανάκι κάτι ζήτουλες που τους έβρισαν στον απο κάτω όροφο, και νόμιζαν πως το μηχανάκι ήταν των υβριστών και το αρπάξανε για εκδίκηση το κερατό μου, που θα πάει λέω θα ηρεμήσω και θα τα πούμε. Φιλιά σε όλους.

Παρασκευή, 06 Νοεμβρίου 2009

Καλέ είμαι αναγνώστρια του εαυτού μου; Έλα Χριστός κι Απόστολος...και δεν ξέρω και να το βγάλω το ρημάδι...

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Η μιζέρια

Εδώ κυρίες και κύριοι δεν έχουμε να κάνουμε με παραμύθι. Έχουμε να κάνουμε με την αρρώστεια αυτοπροσώπως. Γιατί αρρώστεια είναι και μάλιστα κολλητική να είναι ο άλλος καλά όταν δεν μπορεί να είναι καλά. Και άντε με κάτι κόλπα και κάτι παραμυθιάσματα του εαυτού του, καταστάσεις δηλαδή που δεν τις παίρνει από την απτή πραγματικότητα, καταφέρνει να είναι κάπως καλά. Το πραγματικά καλά τον τρελαίνει. Δεν ξέρει και δεν μπορεί να το χειριστεί. Δεν μπορεί ούτε το δικό του καλά να χειριστεί ούτε πολύ περισσότερο το καλά των άλλων. Και είναι εκπαιδευμένος έτσι που να μη βλέπει καλό σε καμιά από τις ενέργειες των άλλων ανθρώπων. Σκίζεται ο άλλος για να τον ευχαριστήσει και να εισπράξει ένα χλιαρό "καλούτσικο είναι". Γελάει ο άλλος για δέκα λεπτά και απολογείται για μια μέρα. Είναι ήρεμος ο άλλος όταν αυτός τα έχει χαμένα, και κάνει ότι είναι δυνατόν για να τα χάσει και εκείνος, να συγχυστει να ταραχτεί, να αποκτήσει κι αυτός τα φίδια του λες και θα του πάρει του μίζερου τα δικά του με το να μην είναι ΚΑΙ ο άλλος καλά. Κι αν ο άλλος τον/την αγαπάει πάρα πολύ καταφέρνει να τον κάνει να νιώσει το απόλυτο καλά για δευτερόλεπτα. Αλλά μέχρι να το δεις στα μάτια του/της και να το χαρείς η στιγμή έχει περάσει και νάτους πάλι για να μη γράφω αρσενικό και θηλυκό, νάτους με την προβοσκίδα κατεβασμένη γιατί θυμήθηκαν ότι πρέπει να μην είναι καλά για να διατηρούν την ισορροπία τους. Έτσι έχουν μάθει και έτσι έχουν βολευτεί μέσα στη μιζέρια τους. Και ύστερα σαν να μην έφτανε που τους φταίνε όλοι και όλα, κάνουν και αντεπίθεση. "Τι μούτρα είναι αυτά; γιατί δεν μου μιλάς; γιατί χαμογελάς ειρωνικά; γιατί σφυρίζεις; γιατί τραγουδάς; γιατί θες να πας με τους φίλους σου έξω; δεν σου φτάνω εγώ; γιατί κάθεσαι και διαβάζεις με τις ώρες, με βαριέσαι; γιατί είσαι τόσο βαρετός, κάνε κάτι για να μη βαριέμαι".
Αυτά σε ότι αφορά τη μιζέρια που αφορά το ζευγάρι. Αλλά υπάρχει και η άλλη, που αφορά όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Γιατί θα βγει κι έξω από το σπίτι ο μίζερος δεν θα βγει; δεν θα κάθεται όσο κι αν το θέλει να τριβιλίζει τον έρημο το συντροφό του με όλες τις απανωτές γροθιές που του ρίχνει. Θα πάει λοιπόν έξω και θα συναντήσει τους συναδέλφους του και θα τους κάνει γκρρ, θα συναντήσει τους υφισταμένους του και θα τους κάνει γκρρ, θα του κάνουν ένα δώρο γιατί παρά τη μιζέρια του τον αγαπούν και θα στραβώσει το στόμα του γιατί το φανταζόταν αλλιώς το δώρο, θα θυσιάσουν ώρες και δύναμη για να του διεκπεραιώσουν τις υποθέσεις του κι αυτός θα υπολογίζει σε τι μεταφράζεται ως αμοιβή αυτό, και χαμπάρι δεν θα πάρει ποτέ ότι κάποια πράγματα απλώς δεν μεταφράζονται γιατί η αξία τους υπερβαίνει κατά πολύ τα υπολογίσιμα μεγέθη. Αυτό κι αν είναι κάτι που δεν πρόκειται ποτέ να πάρει χαμπάρι ο μίζερος.
Η μιζέρια είναι η αρρώστεια των ημερών. Κανείς δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να είναι καλά ή καλύτερα από τον άλλο. Πρέπει απαραιτήτως να βρισκόμαστε στο ίδιο καζάνι όλοι και βράζουμε μέχρι να φανεί το κοκαλό μας κι αν κάποιος πεταχτεί έξω από αυτό γιατί μπόρεσε, θα φροντίσουν οι άλλοι να τον ξαναβάλουν πάση θυσία μέσα γιατί για τον μίζερο δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση από το να βλέπει και τους άλλους δίπλα του να βράζουν στο ίδιο καζάνι.
Ο μίζερος έχει την τάση να χώνει τη μύτη του στις υποθέσεις των άλλων και προσπαθεί να αποκτήσει έλεγχο επάνω σε κάθε τους κίνηση, σκέψη ή αντίδραση. Πως λέμε στου κρεμασμένου το σπίτι δεν μιλάμε για σχοινι; στου μίζερου το σπίτι δεν μιλάμε για χαρά και δεν χαιρόμαστε. Κάπως έτσι.
Π.χ. Σε καλούν σε μια μάζωξη φίλων και έχεις την ευχαρίστηση να πας κάτι αλλά δεν έχεις το χρόνο να κάτσεις να μαγειρέψεις κάτι. Τι πιο εύκολο από το να πάρεις ένα κουτί γλυκά ή ένα κρασί. Υπολογίζεις πόσοι θα πάνε κρασί στο σπίτι και τι ποσότητες πίνουν και λες οκ, γλυκά. Παίρνεις τα γλυκάκια σου με το φιόγκο και πας. Στο σπίτι είναι ο κόσμος όλος και ο μίζερος. Ο κόσμος όλος την πέφτει στα γλυκά και το καταφχαριστιέται, ο μίζερος κάνει δίαιτα και δεν μπορεί να το καταφχαριστηθεί. Θα ακούσεις τα εξ αμάξης που είχες τη γαϊδουριά να πας γλυκά αντί να έχεις την ευαισθησία να σκεφτείς πως η παρέα έχει πολλούς παχύσαρκους και δεν είναι σωστό να τους βάζεις τον πειρασμό κάτω από τη μύτη. Θα σου απαγορέψει να ξαναπάς γλυκά στην παρέα κι ας μην είναι το σπίτι του. Θα σου προτείνει τη δική του λύση που κατά τα κριτηριά του είναι αυτό που μπορείς να πας. Το ίδιο όμως έχει προτείνει σε κάθε άλλον εκεί μέσα. Όταν ξαναπάς στο σπίτι με μια πατατοσαλάτα πχ, διαπιστώνεις ότι είκοσι άτομα έχουν φέρει και οι είκοσι πατατοσαλάτα και ο μίζερος που έχει σιχαθεί να τις βλέπει έχει ξεχάσει ότι αυτή ήταν δική του ιδέα κι αρχίζει και κατηγορεί τους πάντες για έλλειψη φαντασίας και εύκολες λύσεις, και πάλι δεν γλυτώνεις τη γκρίνια και τα παράπονα και φτου ξανά μανά καινούργιες εντολές καινούργιες ιδέες καινούργιες προτάσεις που καμιά δεν πρόκειται να δουλέψει σωστά και καμιά δεν θα τον ευχαριστήσει στο τέλος.
Άλλο παράδειγμα.
Σε ρωτάει ο μίζερος. Πόσα θέλεις να μου κάνεις αυτή τη δουλειά; Εσύ που ξέρεις ότι άλλος κανείς δεν μπορεί να του κάνει αυτή τη δουλειά αλλά θέλεις να κάνεις κάτι γι' αυτόν, μετά από μια μικρή σιωπή του λες, δεν θέλω τίποτα γι' αυτή τη δουλειά.
Του κάνεις τη δουλειά. Στο διάστημα που κάνεις αυτό ο μίζερος είναι μέσα στα πόδια σου. Θέλει αχ πόσο το θέλει να επέμβει να σου αρπάξει το χέρι, να το στρέψει αλλού, να σου αλλάξει τα σχέδια, να σου φάει το χρόνο τζάμπα να σε κάνει άνω κάτω να σε κάνει να χάσεις την υπομονή σου να τσακωθείς, αλλά δουλεύει μέσα του το δωρεάν, δεν τον παίρνει να στα κανει όλα αυτά γιατί θα του βροντήξεις πάνω στο κεφάλι ότι κρατάς από εργαλείο και θα τον αφήσεις σύξυλο. Το βουλώνει λοιπόν υπομονετικά και έχει κάτι μούτρα μέχρι τα νύχια των ποδιών του. Τελειώνεις κάποτε τη δουλειά εσύ, κι έρχεται να τη δει. Αυτό δεν γινόταν έτσι; το άλλο δεν γινόταν αλλιώς; μήπως ήθελε λίγο περισσότερο τρίψιμο, ξύσιμο αυτό εδώ; μήπως αν το περνούσαμε προσέξτε τον πληθυντικό ...περνούσαμε...άλλο ένα χέρι γινόταν καλύτερο; Μήπως αυτό; μήπως εκείνο;
Του έχεις παραδώσει ένα έργο τέχνης αλλά ακόμα είναι στα μήπως. Κι όταν γυρίζεις την πλάτη τον ακούς να ψιθυρίζει στον διπλανό του, "τζάμπα δουλειά, τι να περιμένει κανείς..." Εσύ τότε δεν γυρίζεις να του ρίξεις δέκα φάσκελα να το φχαριστηθείς, τα ρίχνεις στον εαυτό σου μια και δύο και δέκα φορές, γιατί ξέρεις ότι και την πάτησες και θα την ξαναπατήσεις και παλεύεις άδικα των αδίκων να ευχαριστήσεις έναν τέτοιο άνθρωπο δεν έχει σημασία τι κάνεις.
Πάρτο αυτό τώρα και δέστο μέσα στο σπίτι σου με τον/την συντροφό σου για να καταλάβεις τι εννοώ. Είναι μεγάλη αρρώστεια η μιζέρια σου λέω, μεγάλη αρρώστεια.
Μαγειρεύεις, φτιάχνεις δέκα είκοσι φαγητά γιατί περιμένεις τους φίλους σου. Έρχεται και η μίζερη μαζί τους. Το πρώτο σχόλιο δεν θα είναι "Τι έφτιαξες εδώ πέρα ρεεε;" που κανουν οι άλλοι. Θα είναι...πατατοσαλάτα δεν έχει; εγώ μόνο τέτοιο τρωω. Α φάτε σεις δεν πειράζει, εγώ θα κοιτάζω.
Αν το σκεφτείς, σε κάθε βήμα που κάνεις σ' αυτή τη ζωή πέφτεις επάνω σε έναν μίζερο τουλάχιστον τρεις φορές την ημέρα. Ναι είναι σαν δόση που δεν παραλείπεται, μην πάθουμε και κανένα στερητικό σύνδρομο δηλαδή.
Τι κάνει, τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος που δεν θέλει να τον αφορά όλη αυτή η παράνοια; να πουλήσει τρέλα; να σφυρίζει τρία πουλάκια κάθονται; πάλι θα του την πέσουν δεν τη γλυτώνει. Το μόνο που μπορείς να δοκιμάσεις, είναι το χιούμορ. Να το ρίξεις στην πλάκα και να γελάς κι όσο πιο σοβαρός είναι ο΄άλλος σε αυτό που σου λέει τόσο πιο πολύ να γελάς εσύ. Να του πετάς στα μούτρα ανοιχτά και ξάστερα ότι γελάς εις βάρος του ότι πράγματι δεν τον θεωρείς απλώς αστείο μα παντελώς γελοίο. Όχι ότι θα είναι ικανό κάτι τέτοιο να τον κανει να σκεφτεί, να φερθεί αλλιώς αλλά τουλάχιστον θα έχεις εσύ μια υγιή αντίδραση και θα σταματήσεις να καταπίνεις το σάλιο σου πικρό γιατί ένας μαλάκας ή μια μαλακισμένη για πολλοστή φορά στην έσπασε και εσύ δεν θέλεις να παραβιάσεις τους ατομικούς σου κανόνες ευγενείας. Πρόσεξε όμως, πρόσεξε πολύ, μη φτάσεις να γίνεις μίζερος και ο ίδιος γιατί είπαμε, η αρρώστεια αυτή είναι πολύ κολλητική. Γι' αυτό θα έλεγα περισσότερο κι από το χιούμορ αυτό που σίγουρα θα σε γλύτωνε είναι οι ασφαλείς αποστάσεις. Κράτα τις αποστάσεις σου από τη μιζέρια ακόμα κι αν πάρεις είδηση ότι κρατάς τις αποστάσεις σου από μια ολόκληρη κοινωνία. Του κερατά δεν θα υπάρχει και κάποιος σαν εσένα;

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Η μικρή κλέφτρα Κίσσα

Ενα παραμύθι δεν είναι παρά μια ιστορία φανταστική και θα πρέπει να διαβάζεται πάντα σαν τέτοιο, ακόμα κι αν περιέχει στοιχεία της επίσημης ιστορίας, που στόχος τους δεν είναι φυσικά η ιστορική πληροφόρηση αλλά η χωροχρονική τοποθέτηση των δρώμενων, ώστε να είναι σε θέση ο αναγνώστης να ορίσει το τοπίο της δράσης στη σκέψη του. Καμιά άλλη συγγένεια δεν μπορεί να έχει ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός με αυτόν τον τύπο αφήγησης.
Αυτό σαν εισαγωγή προς αποφυγή παρεξηγήσεων αφού ετοιμάζομαι να δώσω τη συνέχεια του παραμυθιού "Μια βόλτα στο χρόνο ανηφορικά" που είχα εμπνευστεί από την ύπαρξη μιας γυναίκας της αρχαιότητας της Σεσάρας. Κατ' άλλους πόρνη, κατ' άλλους κόρη του Βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού και κατ' εμέ γυναίκα ονειρική που αγάπησε πολύ τη φύση και τους ανθρώπους.
Κατεβαίνοντας λοιπόν την πλαγιά της Γκαλοπούλας μέχρι το νεκροταφείο, συναντάς πλήθος από Κίσσες, τα μικρά αυτά πουλιά που εδώ και δεκαετίες είχαν εξαφανιστεί και τα τελευταία χρόνια επανεμφανίστηκαν.
Η Κίσσα ήταν η αγαπημένη σύντροφος της Σεσάρας. Τις νύχτες μεταμορφωνόταν σε γυναίκα και υποδεχόταν με τις άλλες κοπέλες τους επισκέπτες άντρες. Τραγουδούσε υπέροχα όπως και οι άλλες της οκτώ αδελφές, μα ήταν η μόνη που η τιμωρία των μουσών την έπιασε μερικώς, αφού μόνο κατά τη διάρκεια της μέρας ήταν πουλί.
Η Κίσσα καθόταν πάνω σε μια κούνια στην αυλή του Σεζάρειου και με τη μαγευτική φωνή της προσέλκυε τους άντρες στο σημείο αυτό. Ύστερα αναλάμβαναν οι άλλες να τους ικανοποιήσουν τις επιθυμίες. Η κοπέλα πουλί ζήλευε που δεν μπορούσε και η ίδια να εκμεταλλευτεί τα κάλλη της και να εισπράξει τα δώρα που αυτές εισέπρατταν από τους πελάτες τους. Για να αναγκάσει λοιπόν την Σεσάρα να την εντάξει στην ομάδα υποδοχής των εντός, σταμάτησε να τραγουδάει κι έμεινε σιωπηλή για μία ολόκληρη εβδομάδα. Ήταν μια πολύ κακή εβδομάδα για τις γυναίκες του ναού της Αφροδίτης αφού κανείς δεν έβρισκε την είσοδο του πλέον και οι προμήθειες σε τρόφιμα , καλλυντικά και μυρωδικά είχαν αρχίσει να εξαντλούνται. Μία πίσω από την άλλη πήγαιναν στην Κίσσα και την παρακαλούσαν να αρχίσει το τραγούδι της ξανά, αλλά αυτή σώπαινε πεισματικά περιμένοντας να εμφανιστεί η Σεσάρα.
Αν η Σεσάρα όμως υποχωρούσε σε αυτό τον εκβιασμό θα έχανε το κύρος της σαν αρχιέρεια και θα αποκτούσαν και οι άλλες ιδέες πως με μια απεργία θα κατάφερναν να κερδίσουν περισσότερα πράγματα για τον εαυτό τους. Όπως για παράδειγμα να αλλάξουν το καθεστώς στις μέρες εξόδου τους που γίνονταν πάντα ομαδικά ώστε να μην είναι εύκολο για κάποια να δημιουργήσει το προσωπικό της πελατολόγιο, χωρίς την ανάμιξη του ναού.
Όλα αυτά ήταν θέματα που απασχολούσαν τη Σεσάρα η οποία πάρα πολύ είχε οργιστεί με την συμπεριφορά της μικρούλας Κίσσας που εκείνη μέχρι τότε, από σεβασμό στον πατέρα της είχε προστατέψει και διατηρήσει αμόλυντη, στην πιο σημαντικη μάλιστα θέση, αυτή του κράχτη, και τώρα η μικρή αποποιόταν.
Μια και δυο ξεκινάει η Σεσάρα και πάει να βρει τον πατέρα της Κίσσας στην Πιερία. Το και το, του λέει για τα καμώματα της κόρης του Κίσσας κι εκείνος αφού την άκουσε προσεκτικά της είπε.
"-Κάνε ότι θέλεις. Μία μου έχει απομείνει, όλες οι άλλες γίναν πουλιά και πετάξαν μακριά. Τις καταράστηκαν οι μούσες μετά την ήττα τους στο διαγωνισμό τραγουδιού και μόνο με έναν καινούργιο διαγωνισμό εφόσον αυτές κερδίσουν, θα ξαναπάρουν πίσω τη μορφή τους. Αλλά ο διαγωνισμός αυτός θα γίνει με την ενηλικιώση της Κίσσας, που ειναι η πιο μικρή και δεν είχε πάρει μέρος στον πρώτο. Γι' αυτό είναι σημαντικό να συνεχίσει την εξάσκηση στο τραγούδι, ανεπηρέαστη και αμόλυντη από κάθε άλλη γήινη απόλαυση. Είχα ελπίδες ότι κάποια μέρα θα απελευθερώσει από την κατάρα των μουσών και τις αδελφές της. Αν έχει επηρεαστεί τόσο πολύ από τη ζωή των άλλων γυναικών εκεί πέρα, πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει περιβάλλον. Είσαι όμως ελεύθερη να το χειριστείς κατά βούληση, σου έχω εμπιστοσύνη".
Και μετά από αυτά, ο φίλος της ο Πίερος αποσύρθηκε θλιμμένος στα δωματά του.
Η Σεσάρα γύρισε στον Υμηττό, άρπαξε τη μικρή από το χέρι και την έσυρε μέχρι έξω από το Ναό. Εκεί τη φόρτωσε επάνω σε μια άμαξα και έδωσε εντολή στον Αμαξά να την πάει στην Πεντέλη και να την παραδώσει στην ιέρεια της Αρτέμιδος, ώστε να φύγει από πάνω της η ευθύνη.
Η Κίσσα πάνω στην άμαξα θυμήθηκε ότι δεν πήρε μαζί της το αγαπημένο της καπέλο, και είπε στον αμαξά να την περιμένει. Μπήκε μέσα στον ναό πάλι την ώρα που η Σεσάρα και οι αδελφές της έτρωγαν όλες μαζί στην τραπεζαρία και αφού πήγε κρυφά σε όλων τα δωμάτια, έκλεψε από την κάθε μία τους, το πιο προσφιλές της αντικείμενο. Αυτό το έκανε σαν εκδίκηση προς όλες, που καμιά δεν μπήκε στον κόπο να την υπερασπιστεί και έφευγε από το μέρος εκείνο χωρίς αγκαλιές και αποχαιρετισμούς με καμία. Δεν ήξερε πως οι αδελφές της είχαν παντελή άγνοια των γεγονότων και νόμιζαν ότι κρύβεται θυμωμένη σε κάποιο θάμνο της γύρω περιοχής επειδή δεν κατάφερε να πείσει τη Σεσάρα να της αναθέσει σοβαρότερο ρόλο από αυτόν της τροβαδούρου.
Κι έτσι, δεν έφυγε μόνο σαν ανεπιθύμητη από το Σεζάρειο ναό αλλά και σαν κλέφτρα, χαρακτηρισμός ο οποίος την ακολούθησε στους αιώνες που ακολούθησαν μέχρι και σήμερα.
Εκεί στην Πεντέλη την ανέλαβε η ίδια η Άρτεμη η οποία αφού φρόντισε να επιστραφούν τα τιμαλφή στις ιέρειες της Αφροδίτης μετά από διαμεσολάβηση της τελευταίας, τιμώρησε την Κίσσα στην δια παντός τιμωρία της παρθενίας κι αυτή από τον καημό της δεν δέχτηκε να ξαναγίνει γυναίκα τις νύχτες. Με τα χρόνια ξέχασε την ιστορία της, την Σεσάρα, τις αδελφές και τον πατέρα της και ευτύχησε επιτέλους στα βουνά της Πεντέλης σαν ωδικό πτηνό, προσφέροντας ακουστική τέρψη και οπτική χαρά σε ανθρώπους και ζώα.
Μέχρι την αποφράδα εκείνη ημέρα που η Πεντέλη κάηκε, τα ζώα και τα πτηνά όσα δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν κάηκαν κι αυτά και η Κίσσα, μέσα στον κλονισμό από το τραγικό γεγονός, ανέκτησε τμηματικά τη μνήμη της και πέταξε με μια απόφαση πίσω στον Υμηττό. Πέταξε στην κορφή και στις παρυφές του. Πέταξε ένα γύρω σε όλη τη Γκαλοπούλα. Τραγούδησε καλώντας τις θετές αδελφές της να εμφανιστούν, αναζήτησε το Σεζάρειο, αλλά όλα εδώ και αιώνες έχουνε πάψει να υπάρχουν. Η μικρή κλέφτρα Κίσσα, αποφάσισε να εγκατασταθεί οριστικά στη Γκαλοπούλα και να ευχαριστεί τα πνεύματα, της απογοητευμένης Σεσάρας και των άλλων κοριτσιών και την ακοή όσων ζώων έχουν απομείνει στην περιοχή, με τα αιώνια παραπονιάρικα τραγούδια της. Γυναίκα όμως δεν ξανάγινε ποτέ.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

περιπλανώμενος

ο χιποπο-καμπους γυρνούσε
τα δυο μάτια του πάνω στη γη
και όλους μας έβλεπε απ' τη σχισμή
που ανοιγόκλεινε όταν μεθούσε

έχει ξεμείνει από κάμπους και ψάχνει
να ξεπροβάλει να αναδυθεί
από έναν κήπο ή μια αυλή
μα ούτε ένας κήπος ή έστω μια πάχνη.

ο χιποπο καμπους δεν έχει πατρίδα
δεν έχει σκεπή δεν έχει μια γη
κοιμάται γυμνός σε μια τρύπα υγρή
πρωί, γιατί νύχτα παίζει άλλη παρτίδα.

ο χιποπο κάμπους δεν ανήκει σε είδος
αφού κανείς δεν μπορεί να τον δει
ασχέτως αν είναι αιωνίως πιο κει
θ' αρκούσε μονάχα ένας τόσος δα πήδος.

Έχει ξεμείνει κι από θάλασσες, λίμνες
έχει ξεμείνει κι από οίνο να πιεί
έχει ξεμείνει και απ΄ότι ποθεί
και τρέφεται μόνο με αέρα και...ρίμες.

Πέμπτη, 08 Οκτωβρίου 2009

"Το αύριο δεν υπάρχει - το ξέρεις. Ούτε το χθες, ούτε το σήμερα. Όλα είναι συνέχεια κι η ζωή μας κι ο θάνατός μας και οι έρωτές μας - μια ασίγαστη συνέχεια...

Τα όχι μας και τα ναι μας είναι πολύτιμα. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν θα τα ξοδέψουμε. Τι στο διάολο ήρθαμε εδώ να κάνουμε, να αποταμιεύουμε ευκαιρίες;"

Σκέφτομαι τα σοφά αυτά λόγια του φίλου μου του Νίκου και συλλογίζομαι το πως η κάθε μέρα που περνάει τα επιβεβαιώνει και το πως ανέκαθεν έχουν τα πράγματα.
Το πιο ωραίο είναι ότι δεν ήρθαμε να αποταμιεύουμε ευκαιρίες.
Μια ασίγαστη συνέχεια που μπερδεύει λοιπόν αυτά που ήταν, που είναι, ή που θα είναι.
Κι εμείς στη μέση να προσπαθούμε να τα ταξινομήσουμε, σα να χωρίζουμε τη ζωή μας σε κεφάλαια ή ακόμα χειρότερα σε ιστορίες αυτοτελείς.
Μια ασίγαστη συνέχεια είναι και ο μόχθος μας. Ο καθημερινός, αυτός που μας καταξιώνει στα μάτια μας, όταν μπορούμε να λέμε ότι έχουμε ανάγκη από ξεκούραση. Αυτός ακόμα που μας καταξιώνει στους πιστωτές μας, όταν ο ίδιος δεν είναι η εγγύηση για επιβίωση, κι αυτός που σιγά σιγά μας φθείρει, όταν οι στόχοι εκλείπουνε και καταντάει ο μόχθος να γίνεται αυτοσκοπός, ένας τρόπος ζωής που υιοθέτησες για να ξεφύγεις από κάθε άλλον, από κάθε λάιβ στάιλ, από κάθε τάση, από κάθε προτίμηση, από κάθε ακόμα όνειρο και σκέψη.
Μια μέρα ξυπνάς και έχεις μόνο το μόχθο σου, όχι σε αντίκρυσμα χειροπιαστό που να λες κάτι έφτιαξα, αλλά σε πόνους στις αρθρώσεις και στα κόκαλα, σε δυσκολία κίνησης και αδυναμία. Αλλά τον έχεις και σε διάρκεια χρόνου, κάτι σαν ταμπέλα τιμής στο μέτωπο, και με αυτή την ταμπέλα αποκτάς το θράσος του αιτούντος. Αφού είναι τοις πάσι γνωστό ότι η Ελλάδα είναι καταχρεωμένη, ότι οι πιστωτικές κάρτες έχουν πνίξει όλα τα νοικοκυριά κι ότι τα πράγματα έχουνε πάρει σ' αυτή τη χώρα τέτοια οικονομική κατιούσα που για να σηκώσεις κεφάλι εσύ πρέπει να σηκώσει προηγουμένως ο επιχειρηματίας, ο βιοτέχνης, τα δημόσια ταμεία, οι δημόσιες υπηρεσίες, άλλοι μαζικοί φορείς που διεκδικούν πολλά περισσότερα, πάει και τελείωσε, κεφάλι σ' αυτή τη ζωή δεν σηκώνεις. Λες όμως, ρε τι λένε και ξαναλένε αυτοί στην τηλεόραση; Έχουν έναν μαλάκα εκεί πέρα και καμαρώνει κορδωτός ότι είναι μια χαρά κι αναπνέει γιατί απαλλάχτηκε από τα χρέη του χάρη στο σύστημα της άρσης βαρών; δεν πάω να το κοιτάξω;
Πηγαίνεις λοιπόν με την ελπίδα ότι θα ανασάνεις κι εσύ όπως σου το έταξαν, γιατί μέχρι τώρα αναπνέεις σαν τους βιετκογκ με καλαμάκι και αρχίζεις να καταγράφεις τα χαρτιά και τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίσεις. Κι αφού τα κάνεις όλα μια ντάνα πας και τα καταθέτεις εκεί σε ένα μικρό τραπέζι της μεγάλης τράπεζας που πίσω του κάθεται μια ευγενέστατη κυρία με γυαλάκια και που σου προτείνει να σου κάνει και μια ασφάλιση απόλυσης, δύσκολες μέρες περνάμε κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος.
Τσιμπας εσύ και με την ασφάλιση, λες τι διάολο, πέντε ευρώ παραπάνω το μήνα είναι, τουλάχιστον δεν θα με κυνηγούν κι αυτοί εδώ αν απολυθώ, βάλτο κι αυτό μέσα της λες.
Τα βάζει όλα μέσα η ευγενέστατη κυρία, τα περνάει και στο κομπιούτερ της, τελειώσαμε σου λέει, όλα σωστά όλα καλά, θα περιμένουμε την απάντηση τώρα, στο μεταξύ ανάπνευσε.
Αναπνέεις λοιπόν γιατί έτσι σου είπαν να κάνεις. Για να το λένε κάτι θα ξέρουν. Κι εκεί που είχες ξεχάσει πως είναι ο μόχθος σε χειροπιαστό αντίκρυσμα, πιάνεις τον εαυτό σου να κάνει και όνειρα. "θα ξοφλησω σε τόσα χρόνια, θα αντικαταστήσω τα σπασμένα κεραμίδια που μπάζει όταν βρέχει, θα βάλω τα ντουλάπια στην κουζίνα μου, θα γεμίζω το ψυγείο μου, θα βγάζω κάρτα ελεύθερων διαδρομών κάθε μήνα, θα κάνω αυτό θα κάνω εκείνο...αχ και ουφ.
Στο μεταξύ οι μέρες περνούν η τρεχάλα επιδεινώνεται, άντε στήσε άντε ξεστήσε τα παλιά σκηνικά άντε βρες υλικά άντε πέτα σαβούρα, κι εκεί επάνω στο αγκομαχητό και το ξεφύσημα χτυπάει το κινητό σου. Η κυρια Μπάλιου; Η ίδια αυτοπροσώπως. -Πείτε μου τα τελευταία δυο νούμερα της ταυτοτητάς σας για να διαπιστώσουμε ότι είστε εσεις. -Μπα; κι εγώ πως θα διαπιστώσω ποιοι είστε εσείς; -Εγώ είμαι η τάδε από την Εθνική τράπεζα, και η συνομιλία μας καταγράφεται. Αλλά πριν σας πω περισσότερα πείτε μου τα δυο τελευταία νούμερα της ταυτοτητάς σας, για να σιγουρευτώ. -Οκ πάρε δυο νούμερα από τα πολλά μου τι να τα κάνω όλα; για να ακούσω το λοιπόν. -Το λοιπόν κυρία Μπάλιου η αιτησή σας για το δάνειο της άρσης βαρών έχει απορριφθεί εξαιτίας της κακής συναλλακτικής σας συμπεριφοράς. -Τι σημαίνει αυτό; ένα λεπτό μην τρελαθούμε; για ποια κακή συμπεριφορά μου μιλάτε; δεν πληρώνω τις δόσεις μου κάθε μήνα; -Τις πληρώνετε αλλά είχατε καθυστερήσει μια δυο φορές ένα μήνα και πληρώσατε τον άλλο, κι επίσης χρωστούσατε κάτι δόσεις και στον Κωτσόβολο, που το είδαμε μέσα από το συστημά μας, και άρα έχετε κακή συναλλακτική συμπεριφορά και η αιτησή σας απορρίπτεται.
-Ρε μήπως με απορρίψατε γιατί έχω χαμηλό ετήσιο εισόδημα και μου λέτε παπαριές για συμπεριφορές και τέτοια;
-Όχι οχι, δεν σας λέμε παπαριές η κακή σας συλλλακτική συμπ....
-Τον κακό σας τον καιρό που θα με βγάλετε λαμόγιο εσείς που προστατεύετε και ενισχύετε το κάθε λαμόγιο έρχεται και σας τραβάει τα χοντρά. Κι εσείς αυτούς τους έχετε στα όπα όπα γιατί αν τους μουλαρώσετε θα χάσετε τα εκατομμύρια, δεν τολμάτε να τους πείτε για συμπεριφορές, τέτοια τα λέτε σε κάτι φτωδιάβολους σαν κι εμένα. Άι σιχτίρ και τέλος.
-Μα....
-Μαμούνια. Ξέρω καλά τι σου λέω κι εσύ ξέρεις αλλά παριστάνεις την ανήξερη και αυτό γιατί δεν σου είπαν να μου πεις τι ξέρεις αλλά τι πρέπει να μου πεις για να νιώσω εγώ ασήμαντη, ποταπή και ανεπαρκής και μου επιδείξετε την αίγλη σας εσείς, να πάτε να γαμηθείτε.
-Μα εγώ μια απλή εργαζόμενη είμαι...
-Κι εγώ μια απλή εργαζόμενη είμαι. Αλλά δεν διανοηθηκα να βγάλω το ψωμί μου ισοπεδώνοντας άλλους ανθρώπους. Αυτό το χάρισμα το έχουν μόνο μερικοί, κατάλαβες απλή εργαζόμενη;
-Είστε οργισμένη το καταλαβαίνω, αλλά μη γίνεστε άδικη.
-Ενώ εσείς οι δίκαιοι τα βλέπετε και τα κρίνετε όλα σύμφωνα με τις ημερομηνίες αναλήψεων και καταθέσεων που υπάρχουν στα κομπιούτερ σας, ταξινομείτε τους πελάτες σας σε καλούς και κακούς με βάση την κίνηση στα ATM και παραβλέπετε σκόπιμα ακόμα και τις απάτες που γίνονται σε αυτά για να φαίνεται η κίνηση. Ενώ κάποιος που σας δηλώνει ξεκάθαρα δεν μπορώ, τρώει το ανάθεμα στο δόξα πατρί. Αλλά καλά να πάθω κι εγώ κι όποιος διαννοείται να μπλέξει στα γρανάζια σας, τίποτε άλλο δεν έχω να πω.
-Αντίο σας κυρία Μπάλιου, ελπίζω τα πράγματα να καλυτερέψουν στο μέλλον για σας και να μπορέσουμε να συνεργαστούμε με καλύτερους όρους.
-Τρία πουλάκια κάθονται, αντίο"
Τι λέγαμε για μόχθο; για το αντίκρυσμα του μόχθου; Τι λέγαμε για κείνη την οροφή και τα ντουλαπια της κουζίνας και την ανάσα τη βαθιά του μαλάκα που κορδώνεται;
Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να ρίξεις τους ρυθμούς σου. Σε όλα όμως. Κατέβαζε ταχύτητα, κατέβαζε φόρα, κατέβαζε οργή, κατέβαζε όνειρα, κατέβαζε σχέδια, κατέβαζε σπιντάρισμα και χρόνους εργασίας και λαχάνιασμα. Και βρες χρόνο να πιεις έναν κολοκαφέ με το φίλο σου. Βρες χρόνο να περπατήσεις μέχρι το Παγκράτι έτσι χωρίς λόγο, χωρίς να έχεις κάτι να κάνεις και μπες σε όποιο μαγαζί σου γυαλίσει και παίξε. Βρες χρόνο να ξανασκεφτείς τους χρόνους σου, το πως άρχισες το πως συνέχισες το που έφτασες το που πηγαίνεις, και ποιους άφησες πίσω σου και ποιοι σε αφήσαν.
Στο κάτω κάτω δεν έχεις να αποκομίσεις τίποτε καλύτερο σε αυτή τη ζωή.
Δεν υπάρχει το χθες και το σήμερα, αλλά υπάρχει αυτό που μέσα σου έχτισες μέσα στο άχρονο, αυτό που σε όρισε και διατηρεί τέτοιο, αυτό που σε κάνει να δίνεις μια κλωτσιά στο πρόβλημα και να σπας το πόδι σου, αυτό όμως και που σε σώζει, όταν με το σπασμένο πόδι σου σκαρφαλώνεις στα σύννεφα, για να δεις από κει πάνω τον εαυτό σου πεζό να σε ψάχνει. Σε σώζει γιατί αυτός ο πεζός εαυτός σου ξέρει ότι τον βλέπεις από κει που βρίσκεται και ελπίζεις την τελευταία ελπίδα που σου έμεινε. Ότι θα αιωρηθεί μια μέρα πάνω από το κεφάλι σου, σαν άγγελος, για να σου δείξει το δρόμο να τον ακολουθήσεις. Και τότε να δεις πόσο ασήμαντο θα είναι το χθες και το αύριο και το τώρα, τότε να δεις πόσο η ψυχή σου θα γελάσει με τα καμωματά σου, τότε θα δεις πόσο αυτη η.... συνέχεια σε είχε γραμμένη, ανάμεσα στο τόσο απεγνωσμένο πλήθος που ψάχνει τη συνεχειά του.
Ένα χθες, ένα αύριο, ή ένας άχρονος έρωτας χωρίς υποκείμενο, με χρέη με χωρίς χρέη, με συναισθήματα και αποτεμιεύμενες ή αποταμίευτες ευκαιρίες, συνθέτουν στη διαδρομή την ιστορία σου, που άλλος κανείς δεν θα διαβάσει εκτός από σένα, που άλλος κανείς δεν θα σώσει μετά από σένα και που μονάχα σαβούρα στην αποθήκη του παιδιού σου θ' αποτελούν που για λόγους συναισθηματικούς δεν θα ξεφορτώνεται. Ώρα να πετάμε σαβούρες.

Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2009

το σημείο

Μπήκα στον ποταμό που ήρεμα κυλάει ως τον καταρράκτη
δεν έχω σκεφτεί τι θα κάνω όταν φτάσω εκεί
έχω ελπίσει όμως ότι η ζωή μου θα τελειώσει νωρίτερα
κι έχω μετρήσει τις ώρες που μέσα του έχω ευχηθεί
να περάσουν
κι έχω μετρήσει μιας ζωής τα δάκρυα
που έχουν χρειαστεί για να φουσκώσει.
Στον ποταμό τον ήρεμο
που έχει το μένος του ξεσπάσει στις όχθες
που τα πράσινα χόρτα ήταν πλαγιασμένα στη γη
από ανθρώπους που πάσχισαν να ψηλώσουν τα ονειρά τους
κοιτάζοντας ανάσκελοι ένα μήνυμα στο ράμφος της νύχτας.
έχω μετρήσει πόσες σκιές είναι σκαρφαλωμένες
στους κομμένους κορμούς
κι έχω υπολογίσει στο διπλό της αντοχής μου
την απόσταση ως το στέρεο έδαφος
κι ωστόσο ετούτο εδώ το σημείο που βρίσκομαι
είναι ότι ζήτησα ποτέ χωρίς να το ξέρω
κι ότι στο μέλλον θα ευχηθώ χωρίς ποτέ μου να το πω.
κι ας πάει ο ποταμός όσο αργά ή όσο γρήγορα θέλει