Ελένη Μπάλιου - herinna

Ελένη Μπάλιου - herinna

Wednesday, October 14, 2026

Η κριτική της Παναγιώτας Μπλέτα στο mcnews για το βιβλίο "Στο ύψος του δρόμου" της Ελένης Μπάλιου Κλεμμ

το link του mcnews 



Η συλλογή διηγημάτων της Ελένης Μπάλιου αποτελεί μια
μικρή ανθρωπολογία της καθημερινότητας. Έχει χιούμορ,
αυτοσαρκασμό, κοφτερή γλώσσα, τρυφερότητα και μια
κοινωνική πίκρα που δεν κατασκευάζει η ίδια η συγγραφέας,
αλλά ξεπετάγεται μέσα από το μεγεθυντικό φακό της
παρατήρησης. Οι ήρωές της δεν είναι «ήρωες» με τη συμβατική
έννοια. Είναι οι άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά και πολύ
συχνά κάνουμε πως δεν βλέπουμε, ή όντως δεν βλέπουμε.
Εκείνοι που περνούν δίπλα μας χωρίς να διαθέτουν εκείνα τα
κοινωνικά γνωρίσματα που, στερεοτυπικά, θεωρούμε αρκετά
σημαντικά ώστε να απαιτήσουν την προσοχή μας.
Ο τίτλος του «Στο ύψος του δρόμου» είναι ιδιαίτερος και απηχεί
την κεντρική ιδέα του βιβλίου, μάλλον το λόγο για τον οποίο
γράφτηκαν αυτές οι μικρές ιστορίες. Εκεί λοιπόν, στο ύψος του
δρόμου, οι μεγάλες θεωρίες χάνουν την αξία τους. Η κοινωνία
παύει να είναι μια αφηρημένη έννοια και η ανθρωπιά μια λέξη
που μπορούμε εύκολα να οικειοποιηθούμε. Γίνεται η γυναίκα
που μαζεύει γόπες, ο άστεγος, η ηλικιωμένη που ταΐζει
αδέσποτα, ο άνθρωπος που πενθεί, εκείνος που πεινά, κάποιος
που συμπεριφέρεται με έναν τρόπο που δεν καταλαβαίνουμε.
Γίνεται ο πραγματικός άνθρωπος, όχι αυτός που έχει φτιάξει η
προκατασκευασμένη κοινωνική μας αντίληψη.
Και εκεί αρχίζει το δύσκολο ζήτημα της ευθύνης.
Γιατί συχνά κρίνουμε εκ του ασφαλούς χωρίς καν να το

συνειδητοποιούμε. Μιλάμε για επιλογές ζωής όταν δεν έχουμε
γνωρίσει την απελπισία. Μιλάμε για σωστή διαχείριση όταν δεν
έχουμε μείνει χωρίς χρήματα. Μιλάμε για αξιοπρέπεια όταν δεν
χρειάστηκε ποτέ να επιλέξουμε ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και
την επιβίωση. Μιλάμε για ψυχραιμία όταν δεν βρεθήκαμε ποτέ
πραγματικά τρομαγμένοι και μόνοι. Μιλάμε για δύναμη όταν
δεν μας έχει ακόμη γονατίσει κάποια απώλεια.

Και τότε η εύκολη κρίση ενδύεται το μανδύα της αλαζονείας της
άγνοιας.
Δεν γνωρίζουμε, αλλά κρίνουμε. Δεν έχουμε βιωματική
εμπειρία, αλλά επεξηγούμε. Δεν πονέσαμε, αλλά κουνάμε το
δάχτυλο τι θα έπρεπε να είχε κάνει εκείνος που πόνεσε. Από το
θερμοκήπιο της δικής μας ζωής είναι εύκολο να
κατασκευάζουμε κανόνες για τις ζωές των άλλων.
Το «Κορίτσι που μάζευε γόπες» το κάνει αυτό ιδιαίτερα
αισθητό. Η Μπάλιου δεν βλέπει απλώς τη φτώχεια της άλλης
γυναίκας· αναμετριέται και με τη δική της ανάγκη να μη
φαίνεται φτωχή, εκτιθέμενη σε μια κοινωνία που έχει μάθει να
συνδέει την εμφάνιση με την αξία του ανθρώπου. Το ερώτημα
επομένως δεν είναι μόνο αν συμπονούμε τον φτωχό. Είναι αν
αντιλαμβανόμαστε και τους μηχανισμούς μέσα από τους
οποίους μαθαίνουμε να τον κοιτάζουμε, να τον
κατηγοριοποιούμε.
Κάπως έτσι λειτουργεί και η ιστορία με την τυρόπιτα. Η
συγγραφέας ενοχλείται από μια συμπεριφορά που δεν
καταλαβαίνει αρχικά, βασανίζει όμως το μυαλό της στην
πορεία, μέχρι που βρίσκεται απέναντι σε μια διαπίστωση που
ίσως συνοψίζει τους ηθικούς προβληματισμούς του βιβλίου:
ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι βάρος κουβαλάει ένας άνθρωπος
που δεν συμπεριφέρεται με τον τρόπο που εσύ συμπεριφέρεσαι
ή αναγνωρίζεις.
Αυτό το «δεν μπορείς να ξέρεις» έχει για μένα ιδιαίτερη
σημασία.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψουμε να κρίνουμε οποιαδήποτε
πράξη ή ότι όλες οι συμπεριφορές δικαιολογούνται. Σημαίνει
κάτι βαθύτερο και δυσκολότερο: να αποκτήσουμε επίγνωση των
ορίων της γνώσης μας. Να αφήνουμε ένα μικρό περιθώριο
ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και σε αυτό που νομίζουμε ότι
καταλαβαίνουμε για τον άλλον.

Ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ύπουλες μορφές κοινωνικού
εφησυχασμού. Όσο ορισμένα προβλήματα δεν έχουν χτυπήσει
ακόμη τη δική μας πόρτα, είναι εύκολο να τα αντιμετωπίζουμε
σαν να αφορούν έναν άλλον κόσμο που δεν συμμορφώνεται με
τα κοινωνικά πρότυπα. Η φτώχεια είναι αδιόρατη, είναι «κάπου
αλλού». Η ανεργία χτυπά εκείνον που δεν προσπάθησε αρκετά.
Η μοναξιά είναι προσωπική αδυναμία. Η αστεγία γίνεται εικόνα
στο πεζοδρόμιο. Η ψυχική εξάντληση βαφτίζεται αδυναμία ή
υπερβολή. Το γήρας είναι κάτι που αφορά τους ηλικιωμένους,
μέχρι να αρχίσει να αφορά εμάς και ούτω καθεξής.
Έτσι γεννιέται μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση: ότι επειδή δεν μας
συνέβη κάτι πολύ κακό, κατά κάποιον τρόπο είμαστε στο
απυρόβλητο ή, ακόμη χειρότερα, ότι δικαιούμαστε να
απολαμβάνουμε την ασυλία της ζωής ως απόδειξη της φυσικής
μας «ανωτερότητας», σοφίας, σύνεσης ή των προσωπικών μας
ικανοτήτων.
Όμως πολλές φορές η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που
κοιτάζει έναν άνθρωπο στον δρόμο και σε εκείνον που
βρίσκεται όντως στον δρόμο είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο
νομίζουμε. Μια ασθένεια, μια οικονομική κατάρρευση, μια
απώλεια, μια σειρά λανθασμένων αποφάσεων ή απλώς μια
συγκυρία μπορούν να μετακινήσουν έναν άνθρωπο από τη θέση
του παρατηρητή ακριβώς στο ύψος του δρόμου, στη θέση των
πρωταγωνιστών των ιστοριών της συγγραφέα.
Και τότε γίνεται κάτι μαγικό ο κόσμος αλλάζει…
Όχι επειδή άλλαξαν τα γεγονότα, αλλά επειδή για πρώτη φορά
αρχίζουν να μας αφορούν προσωπικά.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η ευθύνη αρχίζει πολύ πριν από την πράξη
της βοήθειας. Αρχίζει από το βλέμμα μας. Από την προσπάθεια
να μην κάνουμε την προσωπική μας ασφάλεια μέτρο της αξίας
των άλλων. Από την παραδοχή: ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε
τα πάντα για τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας.

Το βιβλίο είναι ριζοσπαστικά αυτογνωσιακό. Η Ελένη Μπάλιου
δεν παρουσιάζεται ως φορέας κάποιας αδιαμφισβήτητης ηθικής
ανωτερότητας, αλλά ως ο έτερος εαυτός μας που ενοχλείται,
φοβάται, προκαταλαμβάνεται, πανικοβάλλεται, κάνει λάθη και
μετά να επιστρέφει στη συνείδηση του. Αυτή η επιστροφή είναι
πολύ σημαντική γιατί αναδεικνύει την ανάγκη της συνείδησης
να δίνει καθημερινά τη μάχη της, επειδή τίποτε δεν κατακτιέται
εφάπαξ.
Αυτή η σκέψη βρίσκεται πολύ κοντά και στη δική μου αντίληψη
για την ανθρώπινη ευθύνη. Η καθαρή συνείδηση δεν είναι
τίτλος που αποκτά κάποιος και τον κουβαλάει εφ’ όρου ζωής,
ως ηθικό πιστοποιητικό φρονημάτων. Δεν υπάρχει στιγμή κατά
την οποία μπορούμε να πούμε ότι τελειώσαμε με τις
προκαταλήψεις μας, με την αλαζονεία μας, με την τάση μας να
βολευόμαστε μέσα στις πεποιθήσεις και τις βεβαιότητές μας. Η
άσκηση της συνείδησης είναι μια αδιάκοπη διεργασία εξέλιξης
της ανθρωπιάς μας.
Η συνείδηση χρειάζεται άσκηση ακριβώς επειδή ο
εφησυχασμός είναι εύκολος.
Εύκολο είναι να θεωρούμε τον εαυτό μας δίκαιο επειδή δεν
δοκιμαστήκαμε να πληρώσουμε το κόστος της δικαιοσύνης.
Ανθρωπιστή επειδή οι άνθρωποι που υπερασπιζόμαστε
βρίσκονται σε ασφαλή απόσταση από εμάς. Αλληλέγγυο επειδή
η αλληλεγγύη δεν απαίτησε ακόμη να παραχωρήσουμε ή να
μοιραστούμε κάτι από τα δικά μας κεκτημένα. Ανεκτικό επειδή
η διαφορετικότητα δεν εισέβαλε ποτέ στον δικό μας προσωπικό
χώρο και τον αναστάτωσε.
Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν βιώνουμε το κόστος να
υπηρετούμε τις αξίες μας.
Όταν ο άλλος δεν είναι εύκολος. Όταν μας καθυστερεί. Όταν
μας ενοχλεί. Όταν μυρίζει άσχημα. Όταν μιλά παράξενα. Όταν
ζητά περισσότερο απ’ όσα έχουμε διάθεση να δώσουμε. Όταν
δεν μας ευχαριστεί. Όταν δεν χωρά στον καθρέφτη του «άξιου»

ανθρώπου που έχουμε κατασκευάσει, για να κοιταζόμαστε μέσα
του και να αισθανόμαστε ικανοί.
Εκεί ακριβώς αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, η ηθική.
Όχι στην αγάπη προς έναν αφηρημένο «συνάνθρωπο», αλλά
στην προσπάθεια να μην αφαιρέσουμε την ανθρώπινη
υπόσταση από εκείνον που δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε.
Το δύσκολο δεν είναι να πιστεύουμε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν
αξιοπρέπεια. Το δύσκολο είναι να συνεχίζουμε να βλέπουμε
αυτή την αξιοπρέπεια τη στιγμή ακριβώς που ο άλλος δοκιμάζει
τα όριά μας.
Το «Εγώ κι ο φίλος μου» μας μεταφέρει αυτή την αίσθηση
σχεδόν στο κορμί μας. Η πείνα, η βροχή, το κρύο, η αναζήτηση
φαγητού και η καχυποψία απέναντι στους ανθρώπους από έναν
αδέσποτο σκύλο, που κοιτάζει τα τραπέζια, περιμένει αποφάγια,
διώχνεται και φοβάται μήπως κάποιος τον πιάσει και του βάλει
λουρί. Ο «φίλος» του είναι ένας άστεγος άνθρωπος. Ο άστεγος
φροντίζει τον σκύλο όσο μπορεί και ο σκύλος επιστρέφει σ’
εκείνον όταν βρίσκει φαγητό ή όταν θέλει να ζεσταθεί κάτω από
την κουβέρτα του. Μια ιστορία για δύο περιθωριοποιημένα
πλάσματα που, μέσα στην εγκατάλειψη, είχαν δημιουργήσει μια
μικρή κοινότητα δύο υπάρξεων. Η κοινωνία τους βλέπει ως
«αδέσποτο» και «άστεγο». Ο ένας όμως για τον άλλον δεν είναι
κατηγορία. Είναι φίλος.
Και εδώ βρίσκεται, νομίζω, το ηθικό απόσταγμα της ιστορίας: η
αξιοπρέπεια του ανθρώπου δεν αρχίζει όταν γίνεται αποδεκτός
από τα δικά μας αισθητικά ή κοινωνικά μέτρα. Προϋπάρχει της
δικής μας αποδοχής.
Ίσως λοιπόν το βαθύτερο ερώτημα του βιβλίου να μην είναι
απλώς αν είμαστε συμπονετικοί.
Είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να εγκαταλείψουμε τη
βεβαιότητα ότι τα ξέρουμε όλα.

Αν μπορούμε να αντισταθούμε στην ευκολία με την οποία
εξηγούμε τη δυστυχία των άλλων. Αν καταλαβαίνουμε ότι η
τύχη, οι κοινωνικές συνθήκες, η οικογένεια στην οποία
γεννηθήκαμε, οι ευκαιρίες που μας δόθηκαν ή δεν μας δόθηκαν,
ακόμη και οι άνθρωποι που βρέθηκαν τυχαία στον δρόμο μας,
έχουν παίξει μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μας απ’ όσο συχνά
θέλουμε να παραδεχτούμε.
Γιατί η αλαζονεία αρχίζει συχνά τη στιγμή που μετατρέπουμε
την καλή μας τύχη σε προσωπική αρετή και τη δυστυχία του
άλλου σε προσωπικό του ελάττωμα.
Και τότε το «ύψος του δρόμου» αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Γιατί μας καλεί να κατέβουμε από το ύψος της κρίσης στο ύψος
του ανθρώπου.
Εκεί όπου κανείς δεν είναι απλώς «ο άστεγος», «η φτωχή», «η
παράξενη», «η γριά», «ο μετανάστης», «ο αποτυχημένος». Είναι
ένας άνθρωπος με μια διαδρομή που δεν γνωρίζουμε ολόκληρη.
Αυτό δεν μας απαλλάσσει από την κρίση. Μας φορτώνει όμως
με κάτι πολύ πιο απαιτητικό: την ευθύνη να κρίνουμε
γνωρίζοντας ότι δεν γνωρίζουμε τα πάντα.
Πριν επιχειρήσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο από ψηλά,
χρειάζεται να μάθουμε να τον κοιτάζουμε από το ύψος του
δρόμου. Και ίσως, ακόμη περισσότερο, να κατεβούμε κι εμείς
εκεί.
Γιατί η ανθρωπιά μας δεν κρίνεται από όσα πιστεύουμε για τους
άλλους όταν είμαστε ασφαλείς.
Κρίνεται όταν οι άλλοι, με όλο το βάρος της πραγματικής τους
διαδρομής, έρχονται και μας χτυπούν την πόρτα.
Η Ελένη Μπάλιου έχει μια σπάνια δεξιότητα να πλησιάζει τα
δύσκολα χωρίς να τα εξωραΐζει και χωρίς να αποστρέφει το
βλέμμα. Γράφει για όσα πολλοί αποφεύγουν, όχι επειδή δεν τα
βλέπουν, αλλά επειδή δεν έχουν πάντοτε το σθένος να τα πουν.

Και το σημαντικότερο είναι ότι δεν το κάνει από ασφαλή
απόσταση. Εκθέτει και τον εαυτό της. Παραδέχεται την
ενόχληση, την προκατάληψη, τον φόβο, την αμηχανία, τις
στιγμές όπου και η ίδια δεν στάθηκε στο ύψος των αξιών που θα
ήθελε να υπηρετεί. Δεν φοβάται μήπως κριθεί μέσα από όσα
ομολογεί. Αντίθετα, μοιάζει να γνωρίζει ότι η αυθεντική γραφή
αρχίζει ακριβώς εκεί όπου ο συγγραφέας παύει να προστατεύει
την δημόσια εικόνα του. Και ακριβώς αυτή η αυτοέκθεση
προσδίδει στη γραφή της μια σπάνια εντιμότητα. Γιατί όταν ο
συγγραφέας τολμά να εκθέσει και τη δική του ανθρώπινη
αδυναμία, παύει να δείχνει με το δάχτυλο τον αναγνώστη. Τον
πιάνει από το χέρι και στέκεται δίπλα του. Και τότε η
προσωπική εμπειρία μετατρέπεται σε μοίρασμα, σε
εξομολόγηση, σε κάθαρση, σε βαθιά κατανόηση και τελικά σε
ένα βήμα παρακάτω.

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

12.10.2026

Η κριτική της Χρύσας Νικολάκη στο TexnesOnline, για το βιλίο "Στο ύψος του δρόμου" Της Ελένης Μπάλιου Κλεμμ.

 To link της κριτικής στο texnesonline


Στο Ύψος του Δρόμου
Συγγραφέας: Ελένη Μπάλιου-Klemm
Ημερομηνία έκδοσης: 09/2026
ISBN: 978-960-571-781-0
Σελίδες: 110

Εκδόσεις: Bookstars - Γιωγγαράς




«Στο ύψος του δρόμου» ονομάζεται το νέο βιβλίο της Ελένης Κλεμμ Μπάλιου. Από την τιτλολογία της θεματολογίας καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο όπου ο άνθρωπος και η θέση του στον κόσμο κατέχει τον κεντρικό ρόλο.

Η Ελένη παίρνει θέση ενάντια στην αδικία, πότε γίνεται αλεπού και πότε λιοντάρι, χτίζει αναχώματα όσο βρίσκει ήλιο. Εγρηγορεί για να μην μνημονεύει. Επιλέγει να είναι Προμηθέας και όχι Επιμηθέας στη ζωή. Παρατηρεί τον κόσμο ως βούληση και παράσταση και διδάσκει ότι η καλοσύνη πρέπει να είναι η επιλογή μας.

Ο Γκάντι έλεγε πως «η μεγαλύτερη νίκη είναι να αλλάζεις τον κόσμο χωρίς να χάνεις την ανθρωπιά σου». Ακούμε τη φωνή του να ζωντανεύει όταν η Μπάλιου γράφει το δικό της δρόμο, τη δική της ιστορία για όσους δεν μπόρεσαν να ορθώσουν το δικό τους ανάστημα. Η Ελένη γράφει για όσους «πέρασαν πέρα από τη μάντρα του τουβλάδικου», όπως θα ’λεγε ο Ρίτσος. Γράφει για όλους τους ανήμπορους, για όλους τους παραστρατημένους, για όλους τους απόστρατους της ζωής. Η Ελένη γράφει το δικό της «Ειρηνιστή της μη βιας», δείχνοντας ότι αυτό που ηγεμονεύει δεν πρέπει να είναι η δύναμη της εξουσίας αλλά η καλοσύνη της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, ένα χαμόγελο μου μένει χαραγμένο κάθε φορά που σκέφτομαι τη συγκεκριμένη συγγραφέα.

Το βιβλίο αυτό δεν με κέρδισε για την προσπάθειά του να βρει απλά τη λογοτεχνία μέσα στην καθημερινότητα. Αντιθέτως με κέρδισε σε όλα όσα μοιάζουν στους περισσότερους από εμάς ασήμαντα. Διαβάζοντας την Ελένη Μπάλιου σκέφτηκα τον Παπαδιαμάντη. Όχι επειδή υπάρχει γλωσσική η υφολογική ομοιότητα, αλλά γιατί και εκείνος μπορούσε να φωτίσει τους απλούς ανθρώπους και να ανακαλύπτει μες την καθημερινότητά τους την βαθύτερη τους αλήθεια. Σκέφτηκα τον Βιζυηνό για τον τρόπο που η μικρή προσωπική ιστορία ανοίγει δρόμο προς τη μνήμη, την απώλεια και την ανθρώπινη ψυχή. Σκέφτηκα την Ιωάννα Καρυστιάνη ως συγγένεια στη ματιά. Για την ικανότητα δηλαδή που έχει η Ελένη Μπάλιου να παρατηρεί τον άνθρωπο μέσα στη σχέσεις του, στη σιωπές του και στις αντιφάσεις του. Φυσικά η Μπάλιου έχει τη δική της μοναδική φωνή. Που μπορεί καρτερικά να αλλάζει υφολογία ανάλογα με τις περιστάσεις και τις επιταγές της πραγματικότητας. Η φωνή της Μπάλιου στο βιβλίο είναι όπως και σε όλα της τα συγγράμματα αυθεντική και εύπλαστη.

Κινείται περισσότερο μέσα στο στιγμιότυπο, σε εκείνο το τυχαίο περιστατικό στον άνθρωπο που μπορεί να συναντήσει κανείς το δρόμο του και να μη μάθει ποτέ την ιστορία του. Μάλλον γι’ αυτό ο τίτλος του βιβλίου είναι τόσο εύστοχος. Γιατί η Μπάλιου ξέρει πώς η ζωή δεν βρίσκεται ψηλά και μακριά αλλά δίπλα μας. Στο ύψος του δρόμου. Προσωπικά θεωρώ ότι η μοναδικότητα της συγγραφέως να γράφει με ανθρωπιά, αλληγορία, ποιητικότητα και εσωστρέφεια είναι αυτή που καθηλώνει την πεζογραφία της. Από ένα τριμερές διήγημα όπως είναι το λεγόμενο «Η τυρόπιτα», η συγγραφέας αποδεικνύει ότι μπορεί να μετατρέψει το καθημερινό σε λογοτεχνικό γεγονός και αυτό είναι που την καθιερώνει ως ιδιαίτερα σημαντική πεζογράφο στα ελληνικά γράμματα. Ότι δηλαδή μπορεί ένα ασήμαντο γεγονός να γίνει μία μικρή πόρτα προς την ανθρώπινη ψυχή και η Ελένη Μπάλιου αυτή την πόρτα θαρραλέα την ανοίγει. Ήσυχα και ανθρώπινα, στο ύψος του δρόμου.

Φιλοσοφικά μιλώντας ο «δρόμος» της Μπάλιου μπορεί να ιδωθεί ως χώρος υπαρξιακής και ανθρωπολογικής παρατήρησης, όπου η καθημερινότητα, οι μικρές χειρονομίες και οι ανεπαίσθητες ρωγμές της ανθρώπινης επικοινωνίας αποκαλύπτουν το βάθος της ανθρώπινης συνθήκης. Το ασήμαντο αποκτά φιλοσοφική βαρύτητα, καθώς γίνεται πεδίο συνάντησης με τον «Άλλο», τη μοναξιά, τη μνήμη και την ανάγκη για επικοινωνία.

Εάν ο Αλμπέρ Καμύ αναζητά την ελευθερία μέσα από την αποδοχή του παραλόγου και τη συνέχιση του αγώνα, η γραφή της Μπάλιου μας οδηγεί στην αναζήτηση του νοήματος μέσα στην ίδια τη βιωμένη εμπειρία. (Η σύνδεση αυτή με τον Καμύ αποτελεί δική μου ερμηνευτική προσέγγιση.) Γιατί το νόημα δεν βρίσκεται πάντα σε μεγάλες απαντήσεις, αλλά στην ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε την ανθρώπινη αλήθεια εκεί όπου η ζωή εκτυλίσσεται, στο ύψος του δρόμου. Και η Ελένη Μπάλιου αποδεικνύει ότι ξέρει να ανταποκρίνεται στο ύψος των περιστάσεων. Στο ύψος της λογοτεχνικής ακμαιότητας .

Saturday, October 10, 2026

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ "Στο ύψος του Δρόμου" 09/10/2026 ΣΤΟ 41 STREET CAFE

 Θέλω να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες σε όλους όσους τίμησαν με την παρουσία τους αυτή την ξεχωριστή πολιτιστική βραδιά.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στους συντελεστές της εκδήλωσης:
  • Τάσο Λέρτα (Σκηνοθέτη και ακαδημαϊκό) για τον τιμητικό χαιρετισμό που απηύθυνε.
  • Παναγιώτα Μπλέτα και Χρύσα Νικολάκη για τις εξαιρετικές ομιλίες και την ανάλυση του βιβλίου.
  • Μέμη Αναστασοπούλου (Ηθοποιό, ποιήτρια και πρόεδρο του «Ορίζοντα») για την ανάγνωση αποσπασμάτων.
  • Γιάννη Απόδιακο για την όμορφη μουσική πλαισίωση με την κιθάρα και το τραγούδι του.
Καθώς και στους εκλεκτούς φίλους, εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης και επισκέπτες που με τίμησαν με την παρουσία τους:
  • Ηλία Σταμέλο (Δήμαρχο Καισαριανής).
  • Σπύρο Τζόκα (Πρώην αντιπεριφερειάρχη Αττικής και συγγραφέα).
  • Νικόδημο Κατσαρέλη (Πρόεδρο δημοτικού συμβουλίου δήμου Καισαριανής).
  • Άρη Ρώτα.
  • Κωνσταντίνο Σίμο.
  • Αλέξανδρο Ψαρρά (Ποιητή και μέλος του Δ.Σ. της ΠΕΛ).
  • Στέφανο Γεωργιάδη (Μουσικοσυνθέτη και μαέστρο), τη σύζυγό του Καίτη Γεωργιάδη και τον γιο τους Γιώργο.
  • Κούλα Δανέζη (Ακορντεονίστα και μέλος του μουσικού συγκροτήματος του Στ. Γεωργιάδη).
Σας ευχαριστώ όλους από καρδιάς!


















Wednesday, September 30, 2026

Monday, August 17, 2026

Thursday, March 19, 2026

Σπίνος, ο δικός μου ήρωας.

 





Τον έλεγαν έτσι γιατί ήταν πολύ αδύνατος, σαν σπουργίτι. Και σαν σπουργίτι έτρωγε, όταν ερχόταν στο μαγαζί μας τα μεσημέρια. Ίσα ένα τοστ με τυρί και σαλάμι παράγγελνε, με αυτό θα έβγαζε όλη την υπόλοιπη μέρα στη δουλειά. Η μάνα μου του έφερνε πάντα κάτι παραπάνω για μεζέ, γιατί είχε πει ότι το βράδυ, δεν ήξερε τι έτρωγε. Μπορεί και τίποτα.


Τα σκελετά τα έβαφε έξω από το εργοστάσιο η μοναδική γυναίκα εργάτρια που υπήρχε σε αυτό. Φορούσε μια μάσκα και κρατούσε έναν ψεκαστήρα όπου με αυτόν έριχνε χρώμα αλουμινίου πάνω στα σιδερένια ντιβάνια. Σκέπτομαι τώρα ότι αυτά μπορεί και να μην ήταν αλουμίνια αλλά φτιαγμένα από ένα άλλο κράμα, και η Φωφώ τα έκανε να φαίνονται αλουμίνια. Είχανε λάμες αντί για σουμιέ που έπιαναν στις άκρες με μεγάλους γάντζους.


Ο Σπίνος δούλευε κάτω από μια τροχαλία που μετέφερε με έναν ιμάντα πράγματα, βαριά αντικείμενα από το υπόγειο προς το ισόγειο και ανάποδα. Ήταν μονίμως με πρόσωπο και χέρια μουντζουρωμένα. Τον είχα δει όμως να δουλεύει και σε άλλο πόστο, ένα πόστο όπου πέρναγε τις λάμες με τους γάντζους στα κρεβάτια.


Με το υπόγειο αυτό, είχα κακά προηγούμενα. Στα έξι μου χρόνια, όταν το εργοστάσιο χτιζόταν ακόμα, είχαν πέσει τα τσιμέντα ήδη και ήταν λίγα μόλις στάδια πριν από την λειτουργία του, αλλά δεν είχε πόρτες ακόμα. Τα παιδιά της γειτονιάς, αγόρια όλα πλην εμού, πήγαιναν μέσα και πήδαγαν από αυτή την τετράγωνη τρύπα πάνω από το υπόγειο απέναντι, και μετά πανηγύριζαν για το κατόρθωμα. Όποιος δείλιαζε να κάνει το άλμα, έτρωγε την καζούρα των άλλων, γι' αυτό και το κατάφερναν όλοι. Πλην εμού. Επειδή ακολουθούσα αυτή την παρέα παντού, μιας και μαζί της ήταν ο αδελφός μου, θεώρησα ότι θα ήταν εξευτελιστικό να μην πηδήξω κι εγώ πάνω από την τρύπα, αν και τα αγόρια με είχαν αγνοήσει τελείως, και είχαν ήδη απομακρυνθεί από τον χώρο, αφήνοντάς με να ψάχνω τον τρόπο για να το κάνω μόνη μου. Δεν γινόταν, η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη για τα μικρά πόδια μου, κι αποφάσισα κρατώντας την κολώνα που ορθωνόταν στη μία γωνία, να περάσω από τη μια γωνία στην άλλη. Το έκανα, αλλά ένα κομμάτι του φρέσκου τσιμέντου στην άκρη έσπασε, το πόδι μου κρεμάστηκε στο χάος και μετά ολόκληρη εγώ, που έσκασα σαν το σακί κάτω, πέντε μέτρα ύψος. Δεν ξέρω πόση ώρα βρισκόμουν εκεί αναίσθητη, αλλά όταν βρέθηκα όρθια στα πόδια μου, ούτε θυμάμαι πότε σηκώθηκα, είδα γύρω μου ένα υπόγειο, εμένα να κλαίω ζαλισμένη αδύναμα, να προσπαθώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει. Το κλάμα μου άκουσε το ένα από τα παιδιά της παρέας, ο μεγαλύτερος μάλλον, και κατέβηκε να δει τι συμβαίνει. Με είδε και τρομαγμένος με τα μάτια γουρλωμένα μου είπε, "Ελένη το χέρι σου!" Κοίταξα το χέρι μου που κρεμόταν από τον αγκώνα και κάτω παραμορφωμένο και τότε το σιγανό, αδύναμο κλάμα έγινε ουρλιαχτό. Με πήρε στην αγκαλιά του το αγόρι, με μετέφερε πάνω στο δρόμο, φώναξαν την κυρία Κούλα την γιάτρισσα να με δει. Αυτή μου έπιασε το χέρι και κρατσ, κρούτς, έβαλε τα σπασμένα κόκκαλα στη θέση τους, ενώ εγώ κόντευα να λιποθυμήσω από τον πόνο. Μετά με έβαλαν μέσα σε ένα ταξί με την αδελφή της μάνας μου μαζί και με πήγαν στο "παίδων". Η μάνα μου είχε πάρει τηλέφωνο τουλάχιστον έξι φορές τη θεία μου εκείνο το πρωί, για να σιγουρευτεί ότι είμαι καλά, κάτω από την επιμέλειά της, καθώς είχε κατέβει στο ληξιαρχείο στην Αθήνα να πάρει μια ληξιαρχική πράξη γέννησης για να με γράψει στο δημοτικό. Την τελευταία φορά που τηλεφώνησε στο ψιλικατζίδικο που κρατούσε μια άλλη θεία μου, ξαδέλφη του πατέρα μου, της είπαν τα νέα με μισή φωνή, και η μάνα μου έτρεξε στο νοσοκομείο, όπου ήδη με είχαν στο χειρουργείο για το χέρι μου.

Κοιμισμένη με κουβάλησαν σε ένα δωμάτιο με άλλα παιδιά μαζί, πάλι άνοιξα τα μάτια μου με το σιγανό παραπονιάρικο και πονεμένο κλάμα. Είδα μπροστά μου έναν άντρα που δεν ήξερα, καθόταν από πάνω μου και μου χάιδευε το κεφάλι. -Ποιος είσαι εσύ; που είναι η μαμά μου; -Έρχεται μάτια μου, όπου να' ναι θα φανεί. Δεν με θυμάσαι εμένα; που με κοροϊδεύεις στο μαγαζί όταν έρχομαι να φάω; -Στο μαγαζί....ο Σπίνος! -Μπράβο κοριτσάκι μου, θυμάσαι! -Τι κάνεις εδώ εσύ; -Μου τηλεφώνησε ο εργοστασιάρχης για να έρθω να σε δω, επειδή λείπει εκτός Αθηνών, θα έρθει κι αυτός να σε δει σήμερα. -Τι να τον κάνω αυτόν; εγώ θέλω τη μαμά μου.

Ήρθε η νοσοκόμα να με ηρεμήσει, τα άλλα παιδιά είχαν σταματήσει να παίζουν μεταξύ τους και με κοιτούσαν με συμπόνοια. Άλλο ήταν με όλο το στήθος μέσα στο γύψο, άλλο είχε ολόκληρο το πόδι του σ' αυτόν, άλλο είχε το κεφάλι του τυλιγμένο με γάζες. Ήρθαν κοντά μου και άρχισαν να μου λένε πως έπαθε ατύχημα το καθένα. -Εγώ έπεσα από τον γάιδαρο, μου είπε το ένα, εγώ κρεμάστηκα έξω από παράθυρο μου είπε το άλλο, εγώ πήγα να κλωτσήσω τη μπάλα και κλώτσησα μια μεγάλη πέτρα... είχε το καθένα το δικό του κατόρθωμα. Ένα κοριτσάκι έφτιαξε ένα δαχτυλίδι από γυαλιστερό χαρτί καραμέλας και μου το πέρασε σε ένα από τα δάχτυλα που κρέμονταν έξω από γύψο μου. -Για να είναι όμορφο το χεράκι που σε πονάει είπε.

Ο Σπίνος εκεί δίπλα μου δεν κούνησε ρούπι, ακόμα κι όταν η νοσοκόμα του είπε να βγει έξω.

-Μη φύγεις Σπίνο, γιατί τον διώχνεις κυρία; ποιος θα είναι εδώ μαζί μου; Κάτσε εδώ Σπίνο! του φώναζα κλαίγοντας και έτσι αυτός κάθισε δίπλα μου, λέγοντας κάτι στη νοσοκόμα που υποχώρησε. Μέχρι που εμφανίστηκε η μάνα μου αλαφιασμένη, τρελή από την ανησυχία της, με έψαχνε παντού, ψηλάφιζε το πρόσωπό μου κι έκλαιγε. Το πρόσωπό μου... είχα πέσει στα πλάγια, πάνω στο χέρι μου και το κεφάλι μου χτύπησε στο πάτωμα πλαγίως. Από κάτω πετάχτηκαν ένα σωρό γυαλιά και καρφιά που υπήρχαν εκεί, κάνοντας πολλαπλά τραύματα στο πρόσωπό μου, με το τσιμπίδι οι γιατροί μου έβγαλαν τα γυαλιά ένα ένα. Τότε έμαθα ότι το πρόσωπό μου ήταν γεμάτο αίματα. Σε λίγο ήρθε και ο εργοστασιάρχης, κάθισε στο κρεβάτι δίπλα μου, είπε, "πουλάκι μου...χτύπησε πολύ και στο προσωπάκι του", μου έδωσε μια μεγάλη σοκολάτα με φίλησε στο μέτωπο και μετά τραβήχτηκε μέχρι την πόρτα με τη μάνα μου όπου μίλησαν ψιθυριστά για πέντε λεπτά.


Αυτά όλα όμως τέλειωσαν κάποια στιγμή. Έγινα καλά και πήρα εξιτήριο σε ένα μήνα, με το χέρι μου ακόμα στο γύψο. Η μάνα μου δεν ήθελε να με στείλει στο σχολείο εκείνη τη χρονιά, είχα χάσει ήδη δυο μήνες από τα μαθήματα της πρώτης δημοτικού, ο πατέρας όμως της είπε, "άσ'την να πάει... ότι πιάσει. Του χρόνου δεν θα της φανούν όλα βουνό αν επαναλάβει την τάξη".


Ο Σπίνος ήρθε στο μαγαζί και μου έφερε το αλουμινένιο καροτσάκι για την κούκλα μου, που είχε ρόδες και ένα χερούλι ορθογώνιο ψηλό που έφτανε μέχρι τη μέση μου, για να μην κουράζομαι να το σπρώχνω. Έφερε και στον μπαμπά κάτι που έμοιαζε με εφημερίδα, αλλά είχε λίγα φύλλα, ήταν πιο κοντό, δεν ήταν ούτε περιοδικό ούτε εφημερίδα, και ο πατέρας μου το έκρυψε κάτω από τον πάγκο του ταμείου, μέσα σε μια άλλη εφημερίδα. Όταν έφυγε ο πατέρας από το μαγαζί και ο Σπίνος γύρισε στη δουλειά, πήγα κι έψαξα κάτω από τον πάγκο, δεν είδα αυτό το έντυπο αμέσως, άνοιξα όλες τις εφημερίδες που υπήρχαν εκεί από κάτω και που ο πατέρας αγόραζε για τους πελάτες, και το βρήκα μέσα σε μία. Το άνοιξα καθισμένη κατάχαμα, ενώ η μάνα μου ήταν απασχολημένη να φτιάχνει καφέδες, και είδα ότι ήταν γεμάτο φωτογραφίες αντρών, ομάδες αντρών που κουβαλούσαν πέτρες στη μια, σκάβαν στην άλλη, ή στέκονταν στη σειρά και κοίταζαν τον φακό. Τα ρούχα τους ήταν σκισμένα των περισσότερων, μερικοί φορούσαν ένα μαντίλι στο κεφάλι, τα πρόσωπά τους ήταν τραχιά και ταλαιπωρημένα, πίσω τους σε μερικές φωτογραφίες έβλεπα θάλασσα. Δεν ήξερα να διαβάζω ακόμα, πήγα με το περιοδικό διάπλατα ανοιγμένο, περνώντας μπροστά από τους πελάτες για να ρωτήσω τη μάνα μου τι γράφει. Αυτή έντρομη μου το άρπαξε από τα χέρια και το δίπλωσε μέσα σε μια πετσέτα, ενώ κρυβόταν πίσω από το μεγάλο ψυγείο, και ύστερα την πετσέτα την δίπλωσε τετράγωνα και την έβαλε σε ένα ράφι.


Το καροτσάκι ήταν πολύ χαμηλό μόλις είκοσι πόντους από τη γη, αλλά χώραγε μια χαρά μέσα την κούκλα μου και οι ρόδες του μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με τις πέτρες του χωματόδρομου. Ήθελα να το πάρω μαζί μου την πρώτη μέρα στο σχολείο, με την κούκλα μου μαζί, αλλά η μαμά δεν με άφησε.


Το εργοστάσιο κρεβατιών επί της οδού Σουλίου, λειτούργησε για πάρα πολλά χρόνια, μέχρι που εγώ έγινα έφηβη. Το μαγαζί μας όμως, το αφήσαμε πολύ νωρίτερα από αυτό. Οι εργάτες μέχρι τότε έρχονταν κάθε μέρα να φάνε στο διάλειμμά τους εκεί, εγώ περίμενα τον Σπίνο για να τον περιποιηθώ προσωπικά, και μετά να καθίσω στο τραπέζι μαζί του όσο έτρωγε να του πιάσω τη συζήτηση και να του κάνω τις αδιάκριτες ερωτήσεις μου. Γελούσε με όλα, μου έκανε αστεία, με πείραζε, και κάποια στιγμή σηκωνόταν κι έβαζε ένα τραγούδι στο τζουκ μποξ, "τα μουντζουρωμένα χέρια". Τότε τραγουδούσε δυνατά με το τραγούδι, μελαγχολικά και τα μάτια του ήταν βουρκωμένα.

-Αυτό το τραγούδι είναι λυπηρό, του είπα, γιατί το βάζεις; Να βάλεις ένα χαρούμενο για να μη λυπάσαι. -Και τι να βάλω μικρούλα μου; με ρώτησε γελώντας. Κάτσε, θα σου βάλω εγώ ένα χαρούμενο, του είπα. Είχα μάθει πια να διαβάζω, συλλάβιζα ακόμα αλλά μπορούσε να διαλέγω τραγούδια από το Τζουκ μποξ, κι έκανα εξάσκηση με όλες τις μεγάλες ταμπέλες που στήνονταν κατά καιρούς στους δρόμους ή στη λεωφόρο Βουλιαγμένης των επιχειρήσεων που άνοιγαν, ή ακόμα και των φορτηγών που πέρναγαν μπροστά από το μαγαζί. Διάλεξα το τραγούδι "Στον Άγιο Σπυρίδωνα" που μου άρεσε πολύ. Άρεσε και στον Σπίνο.


Ήταν Μάρτης του 1967 μόλις λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα. Την νύχτα εκείνη είχαμε κλείσει νωρίς το μαγαζί που τα βράδια γινόταν χαρτοπαίγνιο και ο πατέρας μου ήταν πολύ ανήσυχος. Χτύπησε η πόρτα και η μάνα μου κατατρόμαξε, το ίδιο κι αυτός. Βλέποντάς τους εμείς να τρομάζουν έτσι, πήγαμε και κρυφτήκαμε πίσω από μια πόρτα. Στην είσοδο ήταν ο κύριος Βασίλης, ένας μπακάλης που είχε το μαγαζί του λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι μας και ζήτησε από τον πατέρα μου να τον κρύψει. Ο πατέρας μου του είπε ότι το σπίτι μας θα είναι το πρώτο που θα ψάξουν και του είπε να φύγει γρήγορα, πριν καταφθάσει στη γειτονιά η αστυνομία, του είπε κι ένα όνομα και μια οδό για να πάει. Όταν έφυγε ο άνθρωπος, ο πατέρας είπε στη μάνα μου να τον βοηθήσει να μεταφέρει ένα μπαούλο κάτω, καθώς μέναμε στον πρώτο όροφο ενός διώροφου και από κάτω υπήρχε πυλωτή, που δεν είχε στρωθεί τσιμέντο στο έδαφος, ήταν ακόμα με το χώμα. Εκεί σε αυτό το μέρος μετέφεραν το μπαούλο οι δυο τους μέσα στη νύχτα, μετά η μαμά ήρθε πάνω και ο πατέρας μου κάθισε κάτω εκεί. Ο αδελφός μου έμεινε κρυμμένος στη σκάλα και τον παρακολούθησε. Μετά ήρθε και μου είπε ότι ο μπαμπάς, έσκαψε ένα λάκκο κι έκρυψε το μπαούλο με τον θησαυρό μέσα στη γη. "Το πρωί που θα πάνε στη δουλειά, θα το ξεθάψω να δω τι έχει μέσα" μου είπε.


Φύσαγε πολύ το άλλο πρωί και το σπίτι μας ήταν σε έναν λόφο ψηλά, πάνω από το ποτάμι της Πικροδάφνης. Οι γονείς έφυγαν για τη δουλειά, η μαμά στο μαγαζί που είχα καταλάβει ότι ήθελε να μαζέψει τα πράγματα για να το κλείσουμε, ο πατέρας είχε πάει να μαζέψει χρωστούμμενα από τους ιδιοκτήτες των σπιτιών που είχε χτίσει, και ακόμα του χρώσταγαν. Έπαιρνε μικρές δουλειές σαν εργολάβος, λαθραίες επί το πλείστον, ένα καμαράκι εδώ, μια κουζινούλα εκεί, ένα μπάνιο, μια σκάλα, είχε να κάνει με φτωχούς ανθρώπους, όπως άλλωστε και εμείς, δεν μπορούσαν να βγάλουν άδειες για τα σπίτια τους.


Κατεβήκαμε στην πυλωτή κι ο αδελφός μου άρχισε να σκάβει με μια τσάπα μέχρι που αποκαλύφθηκε το μπαούλο. Το τραβήξαμε έξω, το ανοίξαμε, και είδαμε αραδιασμένα μέσα σε ντάνες, όλα τα τεύχη της Μακρονήσου, τετρασέλιδο περιοδικό που έβγαινε παράνομα για τους εξόριστους. Τραβήξαμε μια ντάνα έξω και αρχίσαμε να τα ξεφυλλίζουμε, ο αέρας τα πήρε από τα χέρια μας, τα πήρε από κάτω, πήρε ακόμα και μερικά που είχαν μείνει μέσα στο μπαούλο, και τα σκόρπισε σε όλο το λόφο τριγύρω όπου πετώντας κατέληξαν στις όχθες της Πικροδάφνης και μέσα στο νερό. 'Ενας άνθρωπος από περιέργεια που είδε τόσα πολλά φυλλάδια στον αέρα και πάνω στις όχθες, έσκυψε, έπιασε μερικά από αυτά, και δεν είναι μόνο ότι τρομοκρατημένος διαπίστωσε περί τίνος επρόκειτο, αλλά μέσα στις σελίδες ενός, βρήκε μια φωτογραφία δική μου και του αδελφού μου που ήμασταν παρανυφάκια κι ο πατέρας μου είχε ξεχάσει εκεί. Ο άνθρωπος μας αναγνώρισε και πήγε γρήγορα στο καφενείο μας, να ενημερώσει τον πατέρα μου που είχε γυρίσει ήδη εκεί. Κι άρχισε μια περιπέτεια γεμάτη άγχος και τρόμο του τελευταίου, να τρέχει από πάνω μέχρι κάτω στις όχθες του ποταμιού και να μαζεύει τα τεύχη όπως όπως. Κατάφερε να μαζέψει πολλά, όπου τους έβαλε φωτιά επιτόπου, ενώ γι' αυτά που δεν βρέθηκαν συνέχισε να ανησυχεί, για το ποιος θα τα βρει και πως θα τον συσχετίσουν.

Έτσι, προετοιμάζονταν που προετοιμάζονταν για να κλείσουν το μαγαζί οι γονείς μου, έγινε κι αυτό και έσπευσαν τα πράγματα, για να προλάβουμε να φύγουμε από την Αθήνα, να εξαφανιστούμε για μερικούς μήνες στην Πάρο, απ' όπου καταγόταν, γεννήθηκε και μεγάλωσε ο πατέρας μου.


Κι ενώ οι δικοί μου μάζευαν ακόμα τα πράγματα στο μαγαζί, ήρθε μια κουστωδία αστυνομικών της ασφάλειας, κι έκανε ερωτήσεις στους γονείς μου, για τους εργάτες απέναντι. Κυρίως ρωτούσαν για τον Σπίνο, αν τον είδαν, πότε τον είδαν για τελευταία φορά, που μένει, τι ώρα πιάνει δουλειά κλπ. Ο πατέρας μου τους είπε ότι δεν γνωρίζει τους εργάτες με το όνομά τους, όχι τουλάχιστον όλους, κι ότι δεν θυμάται τη φυσιογνωμία του παλικαριού. Ύστερα ρώτησαν τη μάνα μου. Κι αυτή πάνω κάτω τους απάντησε τα ίδια, ότι θυμόταν το αδύνατο παλικάρι που ερχόταν καμιά φορά κι έτρωγε σε μας, αλλά είχε να φανεί μέρες. Κοίταξαν κι εμένα. Εγώ ήξερα ότι ο Σπίνος ήταν την προηγούμενη μέρα στο μαγαζί μας και έφαγε εκεί για τελευταία φορά και μετά όταν σηκώθηκε να φύγει, μας είπε, καλή λευτεριά πατριώτες, αν ρωτήσει κανείς για μένα, δεν με είδατε δεν με ξέρετε.

Γυρίζοντας σε μένα είπε, να προσέχεις εσύ αντάρτη, να διαβάζεις τα μαθηματά σου και να γίνεις καλή μαθήτρια. -Που θα πας Σπίνο; φεύγεις; τον είχα ρωτήσει. -Θα πάω κάπου να ξεκουραστώ και να παχύνω... είπε.

Έτσι όταν με κοίταξαν ερευνητικά οι αστυνομικοί, τους είπα, "μπορεί να πήγε κάπου να τρώει καλύτερα και να παχύνει. -Και που το ξέρεις εσύ αυτό; αυτός σου το είπε; με ρώτησαν. -Όχι, αλλά εδώ δεν έτρωγε καλά, και ήταν και λυπημένος. -Γιατί; πως το κατάλαβες; Με ρώτησαν ξανά. -Έβαζε κι άκουγε "τα μουντζουρωμένα χέρια" στο τζουκ μποξ λυπημένος. -Τι άλλα έβαζε ν' ακούσει; με ρώτησαν.

Και τότε μπήκε μπροστά ο πατέρας μου. "-Αφήστε το παιδί μου ήσυχο, τι ξέρει αυτό; Δεν έχει καταλάβει για ποιον μιλάτε καν, αυτή μιλάει για τον Σπίνο, έναν πιτσιρικά που δούλευε απέναντι.

-Και που είναι αυτός ο Σπίνος τώρα; ρώτησαν αυτοί. -Ρε φίλε, καφενείο έχουμε. Άλλος έρχεται, άλλος φεύγει, δεν είμαστε γραφείο πληροφοριών να ξέρουμε τα πάντα γι' αυτούς. Το εργοστάσιο διώχνει ή φεύγουν, έρχονται άλλοι, κάθε τόσο αλλάζουν τα πρόσωπα.

-Εντάξει, πάμε στο εργοστάσιο... είπε ο ένας απ' αυτούς.

Σηκώθηκαν να φύγουν, δεν έκαναν άλλη ερώτηση στους γονείς μου για τους ίδιους, κι αυτοί άρχισαν να παίρνουν κάποια ανάσα. Δεν είχαν προλάβει να ξεμακρύνουν τρία βήματα από την πόρτα, και είπα στον πατέρα μου. "Μπαμπά, ο Σπίνος άκουγε και άλλο τραγούδι. Αυτό που σ' αρέσει κι εσένα, "δώσε του Χριστού να πιεί" -Σκάσε που να σου χέσω τον πατέρα για παιδί! Μην βγάλεις ξανά άχνα". Ο ένας από τους τέσσερις γύρισε πίσω στην πόρτα. "Τι είπε η μικρή; -Α, ρώτησε γιατί δεν ήθελε κανείς από τους κυρίους, εσάς, να φάει και να πιεί, ενώ σας προσφέραμε κέρασμα.. -Δεν είπε δώσε του Χριστού να πιεί; -Τι είναι αυτό κυρ' αστυνόμε μου;

-Καλά... έχε το νου σου γιατί δεν μας τα λες καλά!" Είπε αυτός με απειλητικό ύφος και βγήκε ν' ακολουθήσει τους άλλους.

Στο εργοστάσιο δεν βρήκαν τον Σπίνο αλλά ούτε και έξι, εφτά, άλλους εργάτες που δούλευαν εκεί.

Δυο μέρες μετά το μαγαζί μας είχε κλείσει και τα πράγματα στο σπίτι μας, όσα ήταν για να πάρουμε μαζί μας ήταν σε κούτες και βαλίτσες έτοιμα για το ταξίδι.

Δεν το είχα πιστέψει ακόμα ότι θα αφήσουμε το μαγαζί, ότι έκλεισε, και καθόμουν απέξω ένα από αυτά τα πρωινά της αναμονής για το ταξίδι, παίζοντας και καλώντας τα παιδιά να βγουν έξω, από τα γύρω σπίτια. Είδα ξαφνικά τον Σπίνο μπροστά μου. Φορούσε ένα ψαθάκι στο κεφάλι σαν αυτά που φόραγαν οι γραβατωμμένοι αλλά τα ρούχα του ήταν καθημερινά. Όχι εκείνα τα λερωμένα που φόραγε στη δουλειά, καθαρά και τα παπούτσια του ήταν γυαλισμένα. Κουβαλούσε μια πάνινη τσάντα στα χέρια φουσκωμένη από ρούχα. Έτρεξα πάνω του, του είπα στα γρήγορα τι έγινε δυο μέρες πριν και με ρώτησε πότε θα φύγουμε εμείς. -Μεθαύριο του είπα, θα ξυπνήσουμε πολύ πρωί. -Δώσε αυτό στον πατέρα σου, εντάξει; κοίτα να μη το χάσεις και μη στο πάρει κανείς. Μου είπε.

Ήταν ένα μικρό χαρτί που είχε μια φράση γραμμένη πάνω της. Πήγα να το διαβάσω και με σταμάτησε. -Δεν είναι για σένα σπόρε, φύγε γρήγορα να πας στο σπίτι και να το δώσεις στον πατέρα σου, μην χαζέψεις πουθενά. Με φίλησε και μου είπε να προσέχω. -Εσύ που θα πας τώρα; Τον ρώτησα. -Σε έναν φίλο μου, είπε. -Πες στον πατέρα σου να κάνει αυτό που του λέω στο σημείωμα.

Κι άρχισε να προχωρά με την πάνινη τσάντα βιαστικός στη Σουλίου προς λεωφόρο βουλιαγμένης, ενώ γύριζε κάθε τόσο και μου έκανε νόημα ανυπόμονος. "πήγαινε, πήγαινε"


Έτρεξα στο σπίτι κι έδωσα το σημείωμα στον πατέρα μου, ενώ λαχανιασμένη του εξιστορούσα τι έγινε, και τον ρωτούσα γιατί φεύγει ο Σπίνος; γιατί θα φύγουμε κι εμείς από το σπίτι μας; γιατί κλείσαμε το μαγαζί μας;

Αυτός διάβασε αμίλητος το σημείωμα και μας είπε νευρικά. Μαζεύτε τα, φεύγουμε το πρωί. Χαράματα πήγε κι έφερε ένα ταξί κάτω από το σπίτι όπου τον περιμέναμε με τα πραγματά μας. Φόρτωσαν τα πράγματα, μπήκαμε μέσα όλοι και πήγαμε στον Πειραιά.

Σε δυο ώρες ταξιδεύαμε για Πάρο. Δεν πήγαμε στη γιαγιά και στον παππού, μέσα στο χωριό να μείνουμε. Πήγαμε μόνο να τους δούμε, εγώ και ο αδελφός μου πηγαίναμε συχνά, από το μέρος που ο πατέρας μου επέλεξε να μείνουμε...έξω από το χωριό, σε έναν οικισμό με ελάχιστους κατοίκους, που δεν είχε ανακαλύψει ακόμα ο τουρισμός, στο σπίτι μιας εξαδέλφης του.



Μείναμε πολλούς μήνες στο χωριό. Είχαμε χάσει τους τελευταίους δυο μήνες του σχολείου, γιατί δεν πήγαμε στο σχολείο του χωριού, αλλά δεν χάσαμε την τάξη. Τον Σεπτέμβρη γυρίσαμε πίσω στην Αθήνα και ο πατέρας μου έπιασε δουλειά στην οικοδομή πάλι και η μάνα μου σε ένα εργοστάσιο. Εμείς ξαναπήγαμε στο παλιό μας σχολείο, στο έβδομο δημοτικό που ήταν στο πάνω Μπραχάμι. 

Μου φαινόταν πως η ζωή μας είχε γίνει ομαλή πάλι, αλλά ο πατέρας ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνιά και παρά το γεγονός ότι παραμέναμε στο ίδιο σχολείο, αλλάζαμε σπίτια συνέχεια. Ακόμα κι έτσι όμως, η γειτονιά ήταν πάντα η ίδια, σε όλο το μήκος της Σουλίου τη γνωρίζαμε, ξέραμε ποιοι μένουν στο κάθε στενό, από που ήταν, πόσα παιδιά είχαν. Τα ξέραμε γιατί ήταν πελάτες μας, τους πηγαίναμε το γάλα κάθε βράδυ, το φρέσκο γάλα που ερχόταν της ΕΒΓΑ σε μπουκάλια πλαστικά που είχαν αντικαταστήσει τα γυάλινα, τα βαριά, και τα αφήναμε έξω από τα σπίτια τους. Αυτό ήταν το καθημερινό μας μεροκάματο με τον αδελφό μου, μέχρι που κατέληξα όταν έμαθα όλα τα σπίτια καλά, να τα πηγαίνω μόνη μου.

Και ύστερα σιγά σιγά ηρεμήσαμε, μετά από αρκετές επισκέψεις ασφαλιτών στο σπίτι μας για έρευνα, όπου δεν βρήκαν τίποτα για να συλλάβουν τον πατέρα. Τα είχε εξαφανίσει όλα. Μόνο εκείνο το βιβλίο το χοντρό που έλεγε "η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη" υπήρχε στο σπίτι, δίπλα σε ένα άλλο μπλε, που έλεγε για την ιστορία της βασιλείας στην Ελλάδα. Όταν ήρθαν για έρευνα τελευταία φορά, είπαν στον πατέρα πως έχουν πληροφορίες ότι κρατάει παράνομα βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά. Τίποτα δεν έχω εδώ, ψάξετε όπου θέλετε τους είπε αυτός. Και μετά είπε στη μάνα μου. "Μαρία, πιάσε από το ράφι της ντουλάπας εκείνο το βιβλίο το μπλε, να δουν οι άνθρωποι τι διαβάζουμε" Και καλά η μάνα μου, δεν ήξερε να διαβάζει, αν είχε χρόνο μπορεί να συλλάβιζε και να καταλάβαινε, αλλά μέσα στην ταραχή της, τραβάει έξω το χοντρό κόκκινο βιβλίο για τον Βελουχιώτη και το φέρνει προς το πατέρα μου. Πριν φτάσει κοντά, της λέει εκείνος, όχι ρε Μαρία τον Καζαντζάκη, το άλλο, το μπλε σου είπα τη φάρα μου! Εχ...αν δεν κάνεις μόνος σου δουλειά... είπε στους ασφαλίτες και πετάγεται επάνω και της αρπάζει το βιβλίο και το πάει πίσω στην ντουλάπα και φέρνει το μπλε, των βασιλικών.

Ο ασφαλίτης ο ένας, που τον γνώριζε σαν γείτονα και ήθελε να τον γλυτώσει, δεν έκανε κάποια κίνηση να τον σταματήσει. Είδε το μπλε βιβλίο, χαμογέλασε ειρωνικά και είπε. "Θα κρατήσω ότι έχεις μόνο αυτό το βιβλίο στο σπίτι Μπάλιε, κι ελπίζω να μη με εκθέσεις στους ανωτέρους μου, κρύβοντας και άλλα, σαν αυτό το διαμάντι που έβαλες πίσω στην ντουλάπα. Να φροντίσεις μόλις βγούμε έξω από εδώ, να το εξαφανίσεις!"

Στον άλλον που δεν κατάλαβε τίποτα, είχε ψήσει καφέ η μάνα μου και του είχε πιάσει την κουβέντα στην κουζίνα. Έτσι έφυγαν, και ο πατέρας μου είπε. "Εσείς πάτε γυρεύοντας να με κάψετε εδώ πέρα, οικογενειακώς. Μια τα παιδιά με το μπαούλο, μια εσύ με τον Βελουχιώτη, δεν είναι για να σας εμπιστεύεται κανείς"

Κι εμείς τον κοιτάζαμε και οι τρεις σαστισμένοι σαν βλάκες, η μάνα μου γιατί δεν είχε καταλάβει τι βιβλίο του έφερνε, εμείς γιατί ακόμα δεν είχαμε καταλάβει γιατί τα έχει μαζί μας, τι του κάναμε...


Τα νέα του Σπίνου μας βρήκαν μέσα στο μπακάλικο της γειτονιάς. Ένας εργάτης από το εργοστάσιο με τα κρεβάτια, είχε καταφέρει να διαφύγει τη σύλληψη για μήνες πολλούς, κρυμμένος σε σπίτια φίλων και κρυφών μελών του κόμματος. Αλλά όταν το ψάξιμο για όλους χαλάρωσε και άρχισαν να νιώθουν πιο ασφαλείς για να κυκλοφορήσουν έξω οι καταζητούμενοι, ξεθάρρεψαν, το ίδιο και ο εργάτης αυτός, ο Σπίνος όπως ήταν το παρατσούκλι του και μπήκε σε ένα καπηλειό, όπου μετά "τα μουτζουρωμένα χέρια", άρχισε να τραγουδάει μεθυσμένος "της αγάπης αίματα". Και ο ταβερνιάρης ο χαφιές, τηλεφώνησε στην αστυνομία που ήρθε αμέσως εκεί με το εκατό και τον συνέλαβαν.

Πέρασαν τα χρόνια, έγινε το πολυτεχνείο, η εισβολή στην Κύπρο, έπεσε η χούντα, άρχισαν να γυρίζουν πίσω οι εξόριστοι, οι αυτοεξόριστοι και οι πολιτικοί κρατούμενοι. Ο πατέρας μου ρώταγε κάθε φίλο και γνωστό και παλιό εργάτη του εργοστασίου που είχαν επιστρέψει πολλοί, για την τύχη του Σπίνου. Κανείς δεν ήξερε τίποτα, δεν είχε ακούσει κάτι. Λες και άνοιξε η γης και τον κατάπιε. Και ξαφνικά μια μέρα είδα τη φωτογραφία του ανάμεσα σε αυτούς που πέθαναν στα κρατητήρια της ΕΑΤ - ΕΣΑ πριν προλάβει να εξοριστεί στη Γυάρο, άφησε την τελευταία του πνοή στα χέρια τους ο Σπίνος.

Ο φίλος μου. που τραγούδαγε τα "μουντζουρωμένα χέρια" και το "δώσε του Χριστού να πιεί". Το φτωχόπαιδο που δεν είχε ποτέ κανονική μερίδα φαγητού αλλά ήταν γεμάτος έμπνευση και αγάπη. Που είδα πρώτα αυτόν πάνω από το κεφάλι μου όταν άνοιξα τα μάτια στο νοσοκομείο. Που μου έφτιαξε το αλουμινένιο καροτσάκι. Που μου έλεγε αστεία όταν τα μάτια του ήταν ακόμα βουρκωμένα από το τραγούδι που μόλις είχε ακούσει. Που ειδοποίησε τον πατέρα μου να φύγει...

Ο Σπίνος. Ο δικός μου ήρωας.

Κάποτε έκλεισε και το εργοστάσιο των αλουμινένιων κρεβατιών στη Σουλίου. Ήταν μερικά χρόνια που είχα ήδη φύγει από τη γειτονιά και έμενα μόνη μου κάπου στον Υμηττό.

Μ' έπιασε μια μέρα η νοσταλγία για την Σουλίου, τον δρόμο που μεγάλωσα, έξω μου και μέσα μου. Πήρα ένα ταξί, είπα στον οδηγό να πηγαίνει σιγά, έφτασα στο σημείο του εργοστασίου, δεν υπήρχε, ούτε το καφενείο μας υπήρχε σαν μαγαζί για οτιδήποτε απέναντι. Τα πάντα είχαν αλλάξει. Ελάχιστα αναγνώριζα. Στη γωνία του κάθετου δρόμου, της Αιγαίου, που είχε η θεία μου το ψιλικατζίδικό της, ήταν ένα ψηλό σπίτι στη θέση του τώρα. Είπα στον ταξιτζή να σταματήσει, κοίταξα μέχρι κάτω, χαμηλά στο δρόμο, αλλά μια στροφή του προς το τέλος, με εμπόδισε να δω το γεφυράκι που έχτισε ο πατέρας για να περνάνε όλοι οι γείτονες απέναντι, να πηγαίνουν στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Σε αυτόν τον δρόμο και στη διασταύρωσή του με την Σουλίου, είχα μείνει τα περισσότερα παιδικά και εφηβικά χρόνια μου. Σε καμιά πεντακοσαριά μέτρα πιο κάτω, είπα στον ταξιτζή να γυρίσει, προς την λεωφόρο Βουλιαγμένης.

-Τι έψαχνες; με ρώτησε αυτός.

-Σημάδια, πρόσωπα, μνήμες και ήρωες... εμένα μέσα στο χθες... του απάντησα. -Πάμε...

Κούνησε το κεφάλι αμίλητος και πήρε τη στροφή.

Με το φυσικό μου σώμα όχι, δεν ξαναπήγα ποτέ στην Σουλίου. Συχνά πυκνά την επισκέπτομαι με την σκέψη μου όμως, αναλογιζόμενη ποιος να ζει ακόμα εκεί, πόσοι να έχουν φύγει σε άλλες γειτονιές ή και σε αυτές τις γειτονιές των αγγέλων, πόσοι να πρόλαβαν να δουν παιδιά κι εγγόνια, από όλο εκείνο το μαριδολόι που έτρεχε πέρα δώθε στο δρόμο και στα στενά, πίσω από κάρα που έσερναν γαϊδουράκια, και το κοπάδι με τις αγελάδες που οδηγούσε η Βαγγελιώ, ένα κορίτσι που μόνο μαζί τους είχε επαφή, μ' ένα ραβδί για να τις κρατάει στη μια πλευρά του δρόμου, ενώ προχωρώντας άφηναν τις καβαλίνες τους, που τρέχαμε να μαζέψουμε για να τις πάμε στη μάνα, να τις βάλει λίπασμα στα λουλούδια της.

Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό ότι ζούσα μέσα σε ένα χωριό της πόλης. Το συνειδητοποίησα όταν είδα την περιοχή εκσυγχρονισμένη σε εκείνη την μυστική μου επίσκεψη, με όλα τα σημάδια του παρελθόντος της σβησμένα και τις νέες φυσιογνωμίες που έχτισαν πάνω τους τη δική τους, ανίδεη για όλα τούτα... ζωή.


Friday, March 13, 2026

Κρατήματα

 







Πολλά είναι αυτά που τρέχουν στη χώρα μας

έξω απ' τον κόσμο που βράζει

καλέ μου...

δεν έχουμε πάρει είδηση πως πρώτα αυτά

μια μέρα θα μας πνίξουν

έτσι όπως τα νερά κατεβαίνουν

από τα γυμνά βουνά

και παρασύρουν με ορμή 

τα καμένα ξύλα.

Πέτρες και χώματα χωρίς ένα εμπόδιο 

όπως η έγνοια ας πούμε,

να τα συγκρατήσει. 


Και σε βρίσκω μόνο μέσα στη θύμηση

που σφιχτά μ' αγκαλιάζεις και μου λες "μη φοβάσαι..". 


θα μας πνίξουν μέσα σε μια λίμνη άγνοιας

τα κατεβάσματα του κόσμου

στην αυλή μας.

Όμως πεισματικά κρατώ στα μάτια μου

το  αισιόδοξο χαμογελό σου

για τους πολύτιμους σπόρους 

που  βαθιά, κάτω από τα ερείπια

έλεγες, περιμένουν την ώρα τους..


Και μέρα δεν είναι που να μην περάσω 

πάνω από εκείνες τις κορφές που ανταμώναμε

μ' ένα τραγούδι  σκάφος φορτωμένο πληρώσεις..


Δεν είναι μέρα να μη θυμηθώ

που μου' λεγες

"τα κουράγια της ψυχής στη θέα του ολέθρου

έρχονται απ' τα  καταφύγια 

που έχτισαν τα "θέλω¨μας σε  καιρούς ειρήνης".


Να θυμάσαι  άραγε αυτά τα "θέλω" μας; 


Και τώρα περισσότερο από ποτέ

νιώθω στ' αυτιά μου την ανάσα σου

και τη φωνή σου

-Ποτέ μην ξεχάσεις το τραγούδι που σου χάρισα...

για την υπομονή και το πείσμα δυο ερωτευμένων

που χάθηκαν με μιαν  υπόσχεση επανένωσης,

τότε

 που οι κρυμμένοι σπόροι θα τραβήξουν στην επιφάνεια

μια ροδαλή αυγή δίχως φόβο και  αίματα

στα καταπράσινα λιβάδια  της αγάπης τους,

στη σιγαλιά της ειρήνης.