το e mail mou

refene_gr@yahoo.com

Εδώ μου γράφετε. Στο καλό πια!
Ελένη Μπάλιου

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2020

Το φυλαχτό της Γκόλφως



Άγρια όνειρα την ξύπνησαν στην άγρια νύχτα.
Όρμησε προς το μπάνιο, αλλά στην είσοδο πάτησε φρένο.
Έβαλε προς τα μέσα το κεφάλι της μόνο, κοίταξε δεξιά,
αριστερά, μπας την περιμένει κανένας σκελετός με φωτοστέφανο και τρία δάχτυλα υψωμένα. Δεν ήταν κανείς. Προχώρησε μέσα. Δειλά στην αρχή, ξεθαρρεμένη στο δεύτερο βήμα.
Ο θόρυβος του νερού που έτρεχε από τη βρύση, της θύμισε
βόρβορο της κόλασης. Ή ένα καζάνι που βράζει τέλος πάντων.
-Και γιατί τώρα εγώ να βλέπω τέτοια πράγματα στον ύπνο μου
ευσεβής γυναίκα; Αναρωτήθηκε. -Στέκει; δεν στέκει. Μάλλον
με πείραξαν τα καινούργια φάρμακα για την πίεση, ίσως και το
βραδινό φαγητό. Δεν θα ξαναφάω κοντοσούβλι.
Πασπάλισε με νερό τη μούρη της, ανακουφίστηκε και πήγε
να αλλάξει εσώρουχα. –Νύχτα η ώρα να πρέπει να αλλάζω
και το κρεβάτι, τι δοκιμασίες θεε μου! Θου κύριε φυλακήν το στοματί μου!
Χωρίς άλλη διαμαρτυρία άλλαξε και τα σεντόνια της.
Μετά γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα και έκανε τρεις φορές το σταυρό της. Δεν ήταν σίγουρη πως ο Άγιος την πρόσεξε και τον έκανε άλλες τρεις φορές.
-Άγιε μου Καλλίνικε, εσύ που τα έβαλες με τους Σακέρδους που σε ξέσκισαν, δώσε μου πόδια να βαδίζω που σακάτισσα έγινα και διώξε τους δαίμονες που με βασανίζουν τα βράδια. Γιατί δεν μπορεί παρά τέτοιοι να είναι αυτοί που μεταμφιέζονται σε αγίους για να μου προκαλούν ταραχή και τρόμο.
Αφού έκανε την προσευχή της, πήγε ξανά στο κρεβάτι της. Κι αυτή τη φορά ονειρεύτηκε ένα μωρό με αγγελική μορφή. Σαν αυτά που βλέπεις ζωγραφισμένα στις εικόνες και παριστάνουν το Χριστό; Ένα τέτοιο. Και χάρηκε η ψυχή της και αγαλλίασε. Και δώστου να μιλάει στο μωρό και να το ακολουθεί που αυτό με τα τέσσερα σερνόταν προς ένα άνοιγμα γαλάζιο. Κι όταν αυτή έφτασε κοντά του, εκείνο της έδειξε με το χέρι του τη θάλασσα. Και το βλέμμα της υπάκουσε και στράφηκε προς τα κει που ήταν μια λέμβος αναποδογυρισμένη και γύρω της πτώματα επέπλεαν μωρουδιακά, σκελετωμένα. Και ούρλιαξε και ξύπνησε πάλι.
Και το πρωί, κάθισε κάτω να γράψει τα φρικτά της όνειρα, μπας και καταλάβει το λόγο που τα είδε, μπας και τα ερμηνεύσει. Κι όταν κουράστηκε να γράφει, κοίταξε την ώρα. Έπρεπε να ετοιμαστεί και να βγει έξω. Είχε ραντεβού με τους συντοπίτες της. Θα πήγαιναν στον καταυλισμό των ξένων να διαμαρτυρηθούν για τη βρώμα τους.
Άφησε τα χαρτιά της στοιβαγμένα πάνω στο τραπέζι. Η τελευταία παράγραφος μέσα σε αυτά, έδειχνε μια ιστορία πολύ κοντά στο τέλος της.
«-Κι έτσι κατάλαβα πως ήταν θέλημα Θεού, άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου μας, μα εγώ με την ταπεινή σκέψη μου, τολμώ να ερμηνεύσω τη θελησή του. Πως το κακό έρχεται απ’ τη θάλασσα κι όσο αθώο κι αν φαίνεται, αθώο δεν είναι».
Εκεί στον καταυλισμό των ξένων επανέλαβε την τελευταία αυτή φράση στους συντοπίτες της. Και είπαν όλοι τους πως μίλησε ο Θεός με το στόμα της. Την έβαλαν μπροστά και ξεκίνησαν την πορεία τους. Προς το κέντρο της πόλης, και μετά στη θάλασσα, και μετά πάνω στα κύματα, μ’ ένα πλοίο που θα τους πήγαινε στην Αθήνα και μετά στο Σύνταγμα.
Όμως δεν υπολόγισαν την κλιματική αλλαγή κι εκεί μεσοπέλαγα, τους βρήκαν τεράστια κύματα, που ταρακουνούσαν και σκέπαζαν το καράβι κι ούρλιαζαν όλοι, -Άγια γυναίκα προσευχήσου για μας, πνιγόμαστε!
-Μην τρομάζετε, και παραμείνετε στις θέσεις σας ψύχραιμοι, τους φώναξε η γυναίκα. -Έχω μαζί μου εδώ το φυλαχτό της Γκόλφως. Αυτό δεν θα μας αφήσει να πάθουμε κανένα κακό.
Κι έβγαλε από το πέτο της μια σκαλιστή ασημένια καρφίτσα με μια γαλάζια πέτρα στο κέντρο της.
-Και ποια είναι η Γκόλφω; Κάποια Αγία που δεν ξέρουμε;
-Όχι φτωχά μου παιδιά! Η Γκόλφω ήταν μια βοσκοπούλα που αυτοκτόνησε.
-Ααααα! τρομάρα μας! Και πως θα σωθούμε με το φυλαχτό μιας αυτοκτονημένης;
-Για τον απλούστατο λόγο ότι τη μέρα που έκανε την αποτρόπαιη αυτή πράξη, το είχε βγάλει από πάνω της, για να μην την εμποδίσει. Τέτοια είναι η δύναμή του, που ακόμα και να θέλεις, όταν το έχεις επάνω σου δεν παθαίνεις τίποτα.
-Δώσε μας! δώσε! Δώσε το φυλαχτό να το αγγίξουμε να σωθούμε! άρχισαν να της φωνάζουν οι ταξιδιώτες και να σπρώχνονται μεταξύ τους και να τσαλαπατιούνται και να πηγαίνουν μονόπατα στο πλοίο, που έγειρε απότομα στη μια πλευρά και ούτε τους ένοιαξε. Διότι ακόμα πάσχιζαν να της πάρουν το φυλαχτό. Και κάτω στον πάτο όταν έφτασαν, προς το μέρος της κολύμπαγαν μπας και την τελευταία στιγμή τη φτάσουν και σωθούν μαζί της, όπως νόμιζαν ότι θα συμβεί με την ίδια.
Εις μάτην. Πλοίο και επιβάτες κατακάθισαν στην άμμο με την έκφραση της αιώνιας αγωνίας των κολασμένων κι όσοι στη θάλασσα πρόλαβαν να πέσουν κολυμπώντας μακριά, μουρμούριζαν λέξεις ξεκάρφωτες, ανάμεσα στους χτύπους των δοντιών τους.
«-Το κρίμα, το φυλαχτό, αυτοκτονία, δολοφονία, τιμωρίαα».

Τρεις μήνες μετά τα θλιβερά αυτά γεγονότα, η ανιψιά της "Αγίας" άνοιξε το σπίτι που κληρονόμησε για να το αερίσει. Κι εκεί επάνω στο τραπέζι είδε τα χαρτιά με τα όνειρα της θείας της και τις ερμηνείες τους. Και κάτω από εκείνη την τελευταία φράση, με άστατα γράμματα τη λίστα με τα πράγματα που θα έπαιρνε μαζί της στην έξοδο.
"Μαγκούρα,Καπέλο, κλειδιά, την εικόνα του Αγίου Καλλίνικου, και την καρφίτσα μου".
Ένα χρόνο αργότερα η ανιψιά, συγγραφέας άσημη κι άγνωστη στον κύκλο των ευσεβών, έγραψε την ιστορία της θείας της. Πλέκοντας έναν μύθο από όνειρα και πραγματικότητα και πασπαλίζοντας το μείγμα με περίσσια συγγραφική σάλτσα, έβγαλε το μπεστ σέλερ «Το φυλαχτό της ακόμα ταξιδεύει».
Κι έτσι έφυγαν οι εφιάλτες από το σπίτι της θείας και σκόρπισαν στα σπίτια των αναγνωστών. Και ενώ η ανιψιά αφιέρωσε το βιβλίο στη μνήμη της, δεν αντέχει ν' ακούει για καταυλισμούς, ναυάγια και πνιγμένους. Κλείνει την τηλεόραση και τηλεφωνεί στις φίλες της. "-Αρκετό θανατικό μας μαύρισε. Θά' ρθεις να πάμε στην παρουσίαση; Εξαιρετικός σου λέω. Έλα και δεν θα χάσεις".

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

Μείον δύο

Απόσπασμα

Κρατούσα σφιχτά το μπολ με τα δυο μου χέρια. Στον τρίτο και τέταρτο δεν μπήκε κανείς και βγήκε ο βρεγμένος. Η δεύτερη κυρία κατέλαβε τη θέση του κι ανάσανε βαθιά. Στο ισόγειο βγήκαν όλοι. Πάτησα το κουμπί να συνεχίσω για το μείον δύο. Πριν κλείσει η πόρτα μου φάνηκε πως άκουσα ένα αμυδρό νιαούρισμα στη σκάλα προς το πρώτο υπόγειο. Βγήκα από το ασανσέρ και κατευθύνθηκα προς τα εκεί.

Το δρόμο μου έφραξε ένα κουστούμι γκρι με ένα άσπρο πουκάμισο. Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα το διευθυντή μου. Έδειξε με το δάχτυλο τη γεμάτη λάδια στολή μου. Και μετά πάλι με το δάχτυλο με διέταξε να εξαφανιστώ. Προτίμησα να το κάνω από τις σκάλες, για να συνεχίσω το ψάξιμο. Μια χαρά θα την είχα γλιτώσει, αν δεν του ερχόταν η έμπνευση να με σταματήσει ξανά.
"-Για ένα λεπτό εσύ!" Πάγωσα στη θέση μου. Με ρώτησε τι δουλειά είχα εκεί πάνω, αφού η δουλειά μου ήταν στο μείον δύο.
"-Πήγα καθαρά πανιά στο εστιατόριο και μου έδωσαν φαγητό για το διάλειμμα.
-Φαγητό για τα γουρούνια σου έδωσαν, κοίτα πως έγινες! Πρώτον, δεν κυκλοφορούμε με τον ανελκυστήρα των πελατών! Κι αφού μπήκες που μπήκες σε αυτόν, γιατί δεν συνέχισες και βγήκες εδώ, σε τέτοιο χάλι;
-Έκανα λάθος.
-Μήπως με δουλεύεις κυρία Μάλη;
-Βάλη. Όχι, παρασύρθηκα από τους άλλους και βγήκα.
-Που σε βρήκαμε εσένα παιδάκι μου! Άντε εξαφανίσου να μη σε βλέπω μπροστά μου!"
Έφυγα. Φώναξα την ψιψίνα στη σκάλα, σιγανά, προσεκτικά, παρακαλετά. Ανταπόκριση καμία. Έτρεξα στην προϊσταμένη μου στη λινοθήκη του μείον δύο. "-SOS! Χάσαμε την ψιψίνα! -Αμάν χαθήκαμε!" Φώναξε αυτή και άρπαξε το ακουστικό που κρεμόταν στον τοίχο. "-Προς όλους τους βαλέδες και τις καμαριέρες τωνορόφων. Χάσαμε το γκρι μοχέρ. Αναζητείστε και παραδώστε το στη λινοθήκη".
Γκρι μοχέρ ήταν το συνθηματικό της ψιψίνας. Από τα μεγάφωνα των διαδρόμων ακούστηκε άλλη φωνή. "-Παρακαλούνται οι βαλέδες να μαζέψουν τα καρότσια τους από τους διαδρόμους!" Το τηλέφωνο που κρεμόταν στον τοίχο της λινοθήκης επικοινωνούσε με τα τηλέφωνα των φις. Κουδούνιζε και το σήκωναν οι καμαριέρες ή οι βαλέδες. Αλλά η φωνή από τα μεγάφωνα, σε ακολουθούσε παντού. Η κυρία Αρσενία ξανασήκωσε το ακουστικό. «-Γυρίστε στις δουλειές σας, σας ψάχνουν!» Ύστερα με κοίταξε συννεφιασμένη. Μου έδωσε μία άλλη ρόμπα να φορέσω. Πήγα στον πάγκο μου και άρχισα να κόβω τετράγωνα πανιά για τα τζάμια.
«-θα γυρίσει. Λείπει ήδη αρκετή ώρα. Πρώτη φορά το έκανε αυτό. Αλλά θα γυρίσει». Είπα για να την καθησυχάσω. «-Κι αν την δει ή την ακούσει ο διευθυντής; η προσωπάρχης; τι εξήγηση θα δώσουμε; -Ότι δεν γνωρίζουμε εμείς πως μπήκε. -Δεν θα μας πιστέψουν». Είπε η κυρία Αρσενία και αναστέναξε.
Από κει και πέρα έκοβα τα κουρελάκια μου με τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα της λινοθήκης. 

Η Κυρία Αρσενία μου είπε να σταματήσω το ψαλίδισμα. Μου έδωσε μία στολή σε κρεμάστρα και μου είπε να την παραδώσω στη ρεσεψιόν για τη βραδινή βάρδια. "-Και γύρνα από τις σκάλες, μπας και καταφέρεις να βρεις το μοχέρ" Μου φώναξε καθώς απομακρυνόμουν.
Καθώς κατέβαινα πάλι τις σκάλες, άκουσα το παραπονιάρικο κλάμα της. Τη φώναξα και σιώπησε. Ήταν όμως μερικά μέτρα πιο κοντά στη λινοθήκη τώρα. Αναθάρρησα. Πήγα στον πάγκο μου πιο χαρούμενη. “-Όπου νά' ναι θα φανεί, την άκουσα απέξω” είπα

Η ακινησία του Ονίου Γκαρ

Απόσπασμα

«Ήταν ένας γάδαρος με μεγάλα αυτιά» κι αυτός ήμουν εγώ.

«Ήταν ένας κάκτος με κάτι αγκάθια να!» Κι αυτός δεν ήμουν εγώ.
Τον κάκτο δεν τον πήρα είδηση από την αρχή γιατί ήταν ντυμένος, τραπέζι με γλαστράκι κι εγώ με τις αυτάρες μου, έπιανα μόνο τον ήχο του χορταριού που μασούσαν οι άλλοι γάδαροι στο λιβάδι, κράτσα κρούτσα γραπ, και τίποτα από τους ήχους του τραπεζιού. Δηλαδή του κάκτου.

Τ' αυτιά μου τα ελαττωματικά δεν τα πήρα είδηση από την αρχή και με πέρναγα για άνθρωπο καθόσον είχα και το κακό συνήθειο να οδεύω με τα δύο.

Πού όδευα, ο Θεός και η γαϊδουρινή υπομονή μου, αφού δεν εννοούσε η φύση να θυμηθεί μαζί μου τη Δαρβινική της εξέλιξη. Τα άχρηστα αυτιά, ουρά και πόδια, ωσαύτως η υπομονή και τ' άλλα συναφή, με την πάροδο των γενεών να καταργούνται.

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2020

Η Στροφή Της Φιλομήλας (βγήκε στο σεργιάνι)

Bookstars :: Η Στροφή της Φιλομήλας - Μπάλιου Ελένη Herinna

Απόσπασμα από το διήγημα "Το μπαλκόνι και το πεζοδρόμιο"


Το σπίτι που ποτέ δεν παρέλαβε ο Ανδρέας σαν προίκα, γιατί ανήκε στην άλλη αδελφή, πουλήθηκε σε μια οικογένεια αγνώστων λοιπών στοιχείων. Η Λίζα έχει μια φωτογραφία στο προφίλ της. Είναι μια γυναίκα που μοιάζει με την Μάρλεν Ντίτριχ. Το προφίλ του Ανδρέα, με τη φωτογραφία ενός σκιέρ που κάνει στροφή στον αέρα, είναι ανενεργό εδώ και χρόνια.

Κάθε βράδυ ο Τσε, είναι με τις ώρες στο μπαλκόνι και γαβγίζει τους περαστικούς. Περιμένει την αφεντικίνα του να γυρίσει από την επανάσταση. Κι όταν ξεπροβάλει τη μουσούδα του ανάμεσα από τις κουβέρτες για να κοιτάξει κάτω, βλέπει έναν άγριο τύπο απέναντι να του φωνάζει. «Σκάσε  βρομόσκυλο!».

Απόσπασμα από το διήγημα "Μείον δύο"

Δίπλα μου πήδηξε ο άνθρωπος που γέλαγε αθόρυβα, με τα νερά να τρέχουν από πάνω του στο πάτωμα του ασανσέρ. Στο μάγουλό του είχε μια μακριά γρατσουνιά. Στον ένατο, μπήκαν δυο γυναίκες με ακριβά ρούχα και κοίταξαν τον άντρα ενοχλημένες. Ύστερα πρόσεξα πως μόνο η μία το έκανε αυτό. Η άλλη έπαιρνε βαθιές ανάσες μέχρι που μίλησε λιγωμένα. «-Ζέστη ε;» Ο βρεγμένος συμφώνησε. Η φίλη της την αγριοκοίταξε. Αυτή κοίταξε εμένα. «-Ζέστη», συμφώνησα. Μου χαμογέλασε.
Στον έβδομο μπήκαν άλλοι δυο. Το μπολ με το φαγητό της ψιψίνας κόλλησε πάνω μου. Το καπάκι του ανασηκώθηκε ελαφρά. Το πίεσα πάλι για να κλείσει. Τα δάχτυλά μου γέμισαν λάδι. Κάποιος σιγοσφύριζε ένα σκοπό. Έψαχνα το τραγούδι. Στον πέμπτο μπήκανε τρεις. Βήμα βήμα βρέθηκα με την πλάτη κολλημένη στην πίσω γωνία. Κρατούσα σφιχτά το μπολ με τα δυο μου χέρια. Στον τρίτο και τέταρτο δεν μπήκε κανείς, αλλά βγήκε ο βρεγμένος. Η δεύτερη κυρία κατέλαβε τη θέση του κι ανάσανε βαθιά. Στο ισόγειο βγήκαν όλοι. Πάτησα το κουμπί να συνεχίσω για το μείον δύο. Πριν κλείσει η πόρτα μου φάνηκε πως άκουσα ένα αμυδρό νιαούρισμα στη σκάλα προς το πρώτο υπόγειο. Βγήκα από το ασανσέρ και κατευθύνθηκα προς τα εκεί.

Απόσπασμα από το διήγημα "Μη βράσετε το πουλί"

-Θεία Μαρουσώ, όταν θέλει ο άνθρωπος να δουλέψει, ξυπνάει κι ας μην κοιμήθηκε δέκα μέρες. Δεν τη θέλει τη δουλειά ο προκομμένος σου! Τον έκαμες άχρηστο με τα χαρτζιλίκια και την πολλή φροντίδα!
-Τι λες εκεί πέρα στη μάνα μου, Άννα συφοριασμένη; Δεν βλέπεις τα χάλια σου που βρέθηκες μ’ ένα μπάσταρδο και δεν πρόλαβες να τελειώσεις ούτε το γυμνάσιο! Μου ήθελες και σπουδές! Σπούδασε τώρα τα πιτσούνια στη σάλτσα και μη σε μέλει τι κάμουν οι άλλοι».
Ακούστηκε η φωνή του κανακάρη Γιώργου και η Άννα, αργά ακούμπησε το δίσκο στο τραπέζι μπροστά της. Οι πελάτες στην άλλη άκρη της αυλής που περίμεναν την παραγγελιά, τα είδαν όλα. Ο κανακάρης της Μαρουσώς δεν πρόλαβε να δει τίποτα. Το πιάτο έσπασε στο κεφάλι του, το πιτσούνι έκανε πλατς-παφ πέφτοντας στο πάτωμα και η κόκκινη σάλτσα του έβαψε το πρόσωπο. «-Αφού δεν έχεις τσίπα να κοκκινίσεις, κάτσε να σου βάλω εγώ λίγο χρώμα». Του φώναξε η Άννα και ύστερα πλησιάζοντας τον με τα δόντια της σφιγμένα, του σφύριξε.
«-Αν ξαναμιλήσεις άσχημα για το παιδί μου, θα σου κρεμάσω τ’ άντερα με τούτο δα το μαυράδι». Και του έβαλε κάτω από το λαιμό ένα κουζινομάχαιρο, να το κοιτάς και να σου κόβονται τα ήπατα.
Η Κυρά-Μαρουσώ, άρπαξε τον κανακάρη της απ’ το μπράτσο και τον έσυρε έξω. «-Φύγε πανάθεμά σε, πήγαινε! Ρεζίλι μ’ ήκαμες αχαΐρευτε, θα χάσω και τη δουλειά μ’ διαόλοι μεσ’ τσι κοιλιά σ’ νε, καλά σι ’καμε!»




Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

Η οδός των ποιητών.

Στη ζωή αυτό που έχει σημασία είναι να πάρεις είδηση πως τίποτα δεν έχει σημασία. Εμείς οι ίδιοι είμαστε ασήμαντα όντα σε έναν πλανήτη που καταστρέφεται και η μόνη σημαντικότητά μας είναι ότι είμαστε υπεύθυνοι γι' αυτό. Ο μικρόκοσμος του κάθε ανθρώπου είναι αυτός που τον κάνει να πιστεύει πως αποτελεί το κέντρο του κόσμου, αλλά η μεγαλύτερη εικόνα είναι αυτή των πολυάριθμων μυρμηγκιών που κατατρώνε ότι καλό υπάρχει σ' αυτόν τον κορμό. Τον κορμό της γης.
Αν είσαι επιστήμων και δεν διαθέτεις τον εαυτό σου στη σωτηρία του πλανήτη, όχι για να ζήσουν καλύτερα τα ανθρωποφάγα ανθρωποειδή αλλά για την επανόρθωση της ζημιάς στο φυσικό κόσμο, αν είσαι καλλιτέχνης και δεν σε απασχολεί στο ελάχιστο η ευθύνη σου, αν είσαι γκουρού και διδάσκεις τρόπους για να βρει κανείς την εσωτερική του γαλήνη αγνοώντας την οφειλή, αν είσαι επιχειρηματίας και θυσιάζεις το οξυγόνο και βρωμίζεις τα νερά και προκαλείς καρκίνους, αν είσαι αγρότης και χρησιμοποιείς δηλητήρια, φυτοφάρμακα για βγάλεις μεγάλα φρούτα να τα πουλήσεις ακριβότερα, σε όποιον τομέα κι αν δραστηριοποιείσαι οικονομικά, είσαι μια σκέτη καταστροφή, αν αυτό που πρέπει να είναι το πρώτο σου μέλημα, το αγνοείς.
Ποιος είναι αθώος λοιπόν σε αυτό τον πλανήτη; Ποιος δικαιούται να ακούει ακόμα τα μυστικά της γης, ν' απολαμβάνει τον έναστρο ουρανό, να κολυμπάει στα καθαρά νερά να τρώει αμόλυντα ψάρια;
Οι ινδιάνοι και οι ιθαγενείς του Αμαζόνιου, κάθε φυλή που ζει προστατεύοντας τη φύση, από Αφρική μέχρι ινδία, από το βόρειο έως το νότιο πόλο. Και μέσα στις μεγαλουπόλεις του δυτικού κόσμου, οι άνεργοι. Ακριβώς αυτοί.
Γιατί ούτε καταναλώνουν, ούτε παράγουν, ούτε καταστρέφουν. Τρώνε τα περισσεύματα, τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των υπολοίπων, ενώ ταυτόχρονα μπορούν να παράξουν τέχνη, να συμπαρασταθούν σε αρρώστους, να μοιραστούν το φαγητό τους με ένα αδέσποτο.
Ο υποχρεωτικός τους αποκλεισμός από την κοινωνία και τα δρώμενα, τους κάνει στοχαστές, είναι οι πρώτοι που παίρνουν είδηση τις αλλαγές, του καιρού, των πολιτικών ισορροπιών, των κερδοσκοπικών μεθόδων, κι έχουν αυτή την έκτη αίσθηση όταν βρίσκονται μπροστά σε αρπακτικά με μανδύα προβάτου. Μην υποτιμάς τους ανέργους του δυτικού κόσμου. Είναι αυτοί που θα καθορίσουν τη συνέχεια ή το τέλος του πολιτισμού. Και θα το κάνουν με τρόπους που δεν θα θυμίζουν δυτικό πολιτισμό, αφού αυτός είναι που τους έβγαλε στο περιθώριο. Θα το κάνουν με τρόπους που ορίζει και απαιτεί η επιβίωση του πλανήτη και κάθε καταπατημένου δικαιώματος πάνω σ' αυτόν, έμψυχων και άψυχων όντων.
Θα συνεχίσω...
Η οδός των ποιητών είναι ένας δρόμος στο κέντρο της Αθήνας. Τον λένε έτσι γιατί εκεί βρίσκεται το κτήριο που στεγάζεται ο συλλογός τους. Στο δρόμο κυκλοφορούν ή μένουν, άνθρωποι από κάθε μέρος της γης. Όλα τα χρώματα και όλες οι εθνικότητες, και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, πλην βορείων. Είναι ένας δρόμος που σφύζει από ζωές προδομένες, όνειρα τσαλαπατημένα, καταφυγές απελπισμένες. Και οι μυρωδιές των μπαχαρικών μπερδεύονται με τον ανθρώπινο ιδρώτα και οι μουσικές διαφορετικές δεν μπορούν να ταιριάξουν μεταξύ τους γιατί τους λείπει ένας μαέστρος, αν όμως ακούσεις την κάθε μια χωριστά, είναι μια εξιστόρηση της κάθε ανθρώπινης Οδύσσειας. Μια πονεμένη εξιστόρηση.
Σύριγγες σκόρπιες στο δρόμο, κουρέλια που δεν μπορείς να καταλάβεις αν έχουν άνθρωπο μέσα τους, μύξες, περιττώματα και βρώμα. Και πάνω, στον δεύτερο όροφο της παλιάς πολυκατοικίας, ο σύλλογος των ποιητών. Για να φτάσεις εκεί, περνάς υποχρεωτικά από τον κόσμο της κολάσεως, ακούς κάθε φορά τα βογγητά, τα παρακάλια, τις προτροπές να πάρεις να αγοράσεις οτιδήποτε μπορεί να πουληθεί, βλέπεις, μυρίζεις. Κρατάς το βιβλίο σου σφιχτά κάτω από τη μασχάλη, το άλλο σου χέρι σφιχτά πάνω στην τσέπη σου, υπερπηδάς τα εμπόδια και μπαίνεις στο σύλλογο. Και μπαίνουν όλοι στο σύλλογο. Οι ποιητές, οι συγγραφείς, οι καταγραφείς των σκοτεινών ημερών που ζούνε, οι οραματιστές αυτών που θα έρθουν.
Τι δεν κατάλαβες; Εκεί πάνω στον β' όροφο θα ακούσεις την παρουσίαση από το τελευταίο βιβλίο του άλφα ή του δείνα. Χειροκροτήματα, συγχαρητήρια, ευχές και εκείνα τα λόγια, οι λέξεις, οι λόγιες λέξεις, ειπωμένες από έναν δημιουργό με ανάστημα, όπως ταιριάζουν σε έναν δημιουργό υπό ανύψωση. Το έργο του θα μιλάει ίσως, για τα δύσκολα χρόνια της μετανάστευσης πριν από 80 χρόνια, των Ελλήνων. Ήρωας θα είναι ένας άνθρωπος που άφησε το χωριό του παιδί και κατάφερε να επιβιώσει και να πετύχει σε ένα ξένο κράτος, μετά από βάσανα και περιπλάνηση ετών.  Είναι το γονίδιο του Έλληνα βλέπεις αυτό, που όπου και να βρεθεί θα καταφέρει λέει να επιβιώσει. Εγώ ξέρω βέβαια και Έλληνες που θάφτηκαν κάτω από τα ορυχεία του Λουξεμβούργου, που έσβησαν σε κάποιο δρόμο του Σικάγου με μια σύριγγα καρφωμένη στο χέρι, παιδιά επίσης, που έμπλεξαν με τη μαφία και έγιναν βαποράκια, χρήστες, δολοφόνοι, νονοί. Αλλά γι' αυτούς δεν μιλάει κανείς. Γιατί οι Έλληνες όπου και να πάνε διαπρέπουν, σε αντίθεση με αυτούς τους φτωχοδιαβόλους του "τρίτου" κόσμου, έξω από το κτήριο των ποιητών στο δρόμο τους. Ακριβώς εκεί που θα περάσει και ο άνεργος, ακολουθώντας μια αγγελία εργασίας, στις παρακείμενες ελληνικές επιχειρήσεις. Που θα σταματήσει όταν τον σταματήσουν, και θα ψάξει να βρει το μοναδικό του πενηντάλεπτο για να το βάλει μέσα στο χέρι που του απλώθηκε.  Που θα σηκώσει τα χέρια ψηλά με χαμόγελο, πάρτε ρε παιδιά, ότι βρείτε δικό σας. Που θα τον χτυπήσουν στην πλάτη τ' αδέλφια, γιατί κατάλαβαν πως είναι αδέλφια. Άνεργα αδέλφια. Απανταχού της γης.
Και μπαίνει στο κτήριο των ποιητών ο άνεργος Έλληνας. Καλωσήλθες συνάδελφε. Καλως σας βρήκα. Θα σου βγάλουμε την ταυτότητα σήμερα; Την ταυτότητα που λέει ότι είσαι συνάδελφος, ποιητής, ανήκεις και δικαιούσαι; -Να τη βγάλουμε. 35 ευρώ. -Αλλιώς δεν ανήκω και δεν δικαιούμαι; Έτσι πάει. -Δεν έχω. -Δεν έχεις δεν έχει. Φέρε και θα έχει. -Ναι αλλά το έργο μου...-Ποιος χέστηκε για το έργο σου. 35 ευρώ συνάδελφε.
Και βγαίνεις. Ο δρόμος, η βρώμα, οι σύριγγες, το κάρυ, η λαλιά της γης, το δάκρυ, το χτύπημα στον ώμο.
-Μην κλαίει κοπέλα. Εδώ, όχι κλαίει. Γελάει. Εμείς εδώ, όλα, σπίτι, πόλεμο. war.  Δεν κλαίει. Fight. Φάιτ. Πάλεψε.
Και ούτε "τα λεφτά σου", ούτε " την τσάντα σου". -Έχεις ένα τσιγάρο;
-Τσιγάρο εδώ πολλά. Πολλά κούτες.
-Όχι ένα τσιγάρο. Καλά άστο.
-Όχι να. Πάρε ένα κούτα. Πάρε, νο μάνι, μπάι.


Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

Ο γέρος με το καμτσίκι.

Ήταν μια γειτονιά της εποχής του εξήντα. Ένας χωματόδρομος όπου τ' αμάξια που τον διέτρεχαν άφηναν πίσω τους ένα σύννεφο σκόνης που σου έκοβε την ανάσα. Ένα καφενείο με γλυκά στη βιτρίνα του ψυγείου που κόλλαγαν τα πιτσιρίκια πάνω της  τη μούρη τους και ξερογλείφονταν. Οι γυναίκες βγάζανε τις καρέκλες στα πεζοδρόμια και κάνοντας πως πλέκουν κουτσομπόλευαν. Οι άντρες μαζεύονταν τα βράδια σ' αυτό το καφενείο και παίζανε χαρτιά και τάβλι. Το εργοστάσιο απέναντι έκλεινε στις 4.  Οι εργάτες έτρωγαν το κολατσιό τους στο διάλειμμα και τα μεσημέρια όσοι δεν είχαν οικογένεια έτρωγαν πάλι εκεί. Στο καφενείο.  Ένα άλογο περνούσε κάθε μέρα την ίδια ώρα και έστριβε στο κάθετο στενό. Μετά από λίγο το άκουγες να χλιμιντρίζει στην πίσω αυλή. Αν ήθελες να δεις μέσα στην αυλή έπρεπε να κάνεις το γύρω όλου του τετράγωνου. Τότε έβλεπες, το άλογο και το καμτσίκι. Ένα κομμάτι ξύλου με λεπτές λωρίδες δέρματος να κρέμονται ως επέκτασή. Στα χέρια του γέρου που είχε το άλογο. Και πως γινόταν ο γέρος να είναι πάντα εκεί όταν ήθελες να δεις το άλογο, με το καμτσίκι στο χέρι, άξιον απορίας. Έτσι και αποξεχνιόσουν ν' ακουμπήσεις τα χέρια σου πάνω στη μάντρα που χώριζε την αυλή από το πέρασμα που στεκόσουν, ουε κι αλίμονο.
Αυτό το πράγμα πάντα έβρισκε το στόχο του. Λες και ο γέρος μπορούσε να προβλέψει ακριβώς το σημείο που θ' ακουμπούσες ώστε το χτύπημα ήταν εκεί πριν απ' το χέρι σου. Και δεν είχε προστασία ανηλίκων τότε, δικαιώματα παιδιού και καταγγελίες και αστυνομική παρέμβαση. Αν δεν ήθελες να φας την καμτσικιά έπρεπε να μην πλησιάσεις τη μάντρα. Όμως αυτή η άτιμη, ήταν σαν μαγνήτης που σε τραβούσε να πλησιάσεις, ν' ακουμπήσεις. Η χαρά του γέρου.
Και είχε μια γυναίκα αυτός που ήταν γιάτρισσα, πρακτική. Όλοι σ' αυτήν έτρεχαν για κάθε αρρώστια και κάθε ατύχημα. Και ήταν ένα παράξενο ταίριασμα αυτό, η δημοφιλής γιάτρισσα με τον αχώνευτο γέρο.
Η μία θεράπευε, ο άλλος προκαλούσε πληγές στα χέρια των παιδιών.
Και από μέσα από το σπίτι άκουγες βογγητά και κλάματα και φωνές παιδικές, τα βογγητά από την άρρωστη κόρη των υπερήλικων, και λέω υπερήλικοι αλλά ιδέα δεν έχω πόσο στ' αλήθεια χρονών ήταν, καθώς εγώ πολύ μικρό κορίτσι τους έβλεπα σαν μαθουσάλες. Και οι φωνές οι παιδικές, ήταν του αγοριού της άρρωστης, που φρόντιζαν οι παππούδες του.
Και ήταν μια χρονιά που χιόνι πολύ έπεσε στη γειτονιά και βγήκαν όλα τα παιδιά και παρέσυραν και τους γονείς και γέμισαν τα πρόσωπα χιονισμένα χαμόγελα και φωνές ενθουσιασμού, και εκδικητική ικανοποίηση αφού από θέση λίγο πιο πίσω, μπορούσαμε να σημαδεύουμε το σκούφο του κακού γέρου στην αυλή, που παραδόξως τιναζόταν και γελούσε. Γελάει στην επίθεση κι αγριεύει στο φόβο; Τι παράξενος άνθρωπος σκεπτόμουν. Και ρώταγα τους μεγάλους γιατί γελάει και μου έλεγαν επειδή είναι χαρούμενος. Και γιατί να είναι χαρούμενος ένας γέρος που τρώει τη μια πίσω από την άλλη τις χιονόμπαλες καταπρόσωπο; γιατί; "-Γιατί παίζει η κόρη του".
Η φωνή; η χωρίς πρόσωπο και σώμα φωνή, ακούστηκε δίπλα μου. "-Έλα βρε μικρό τώρα εσύ να σου δείξω που κοροϊδεύεις τον πατέρα μου".
Και πριν το καταλάβω τρώω μια μπουκιά χιόνι στο στόμα κι αρχίζω τα κλάματα, μέχρι που χάνομαι μέσα σε μια αγκαλιά που μυρίζει καμφορά και φάρμακα. Το αυτί μου είναι κολλημένο σε μια καρδιά που χτυπά δυνατά, ταραγμένα, μια καρδιά έτοιμη να ξεκολλήσει από τη θέση της και να βουλιάξει στο χιόνι. Και ακόμα δεν βλέπω πρόσωπο επειδή δεν έχω σταματήσει το κλάμα, ώσπου ακούω τη φωνή του γέρου. "-Έτσι είναι αυτή! κλαψιάρα! Όσο την καλοπιάνεις κλαίει. Φοβέρισέ την να δεις γλώσσα που βγάζει! -Εσύ είσαι κλαψιάρης και κακός!" Του φωνάζω μέσα από το κλάμα μου. Και τον ακούω έκπληκτη πάλι να γελάει και η καρδιά στο αυτί μου πάνω, τραντάζεται κι αυτή από τα γέλια. Νιώθω κι ένα φιλί να μου ζεσταίνει το παγωμένο μάγουλο. Και τότε την είδα. Μια πανέμορφη  με πλούσια κατάμαυρα μαλλιά και κάτασπρα δόντια γυναίκα. Τα μάτια της δυο τρελές μαύρες μπίλιες έπαιζαν δεξιά αριστερά ρουφούσαν, κατάπιναν τον κόσμο. "-Και ποια είσαι εσύ; Γιατί μου έριξες το χιόνι στο στόμα; ε;
-Δεν με θυμάσαι βρε; η Κατίνα είμαι! η μάνα του Κωστάκη".
Η μάνα του Κωστάκη! Η φωνή, ο πόνος, το κλάμα της νύχτας.
Ήταν πολύ κοντά το σπίτι μας με το δικό τους. Μερικά μέτρα γης που έμοιαζαν σαν μικρό οικόπεδο μας χώριζαν. Κι αυτό που εγώ αποκαλώ "σπίτι" μας, ήταν μια τρύπια παράγκα φτιαγμένη από πεπιεσμένο χαρτόνι και δεκάρες. Κάθε πρόκα πέρναγε μέσα από μια δεκάρα και καρφωνόνταν, ώστε να μην γίνεται τρύπα στο χαρτόνι. Ζούσα στο σπίτι με τις αμέτρητες δεκάρες.
Και λίγη ώρα μετά μου είχε περάσει η τσατίλα και το παράπονο από τη μπαλιά στο στόμα, συνεχίσαμε το παιχνίδι και τα μάγουλα της Κατίνας ήταν δυο κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Και για όσο ήταν έξω μαζί μας εκείνη, κανείς δεν πήγαινε να φάει, καμιά μάνα και κανένα παιδί και κανένας άντρας δεν έκανε την αρχή να φύγει. Ώσπου ακούστηκε η φωνή της γιάτρισσας. "-Έλα μέσα παιδί μου! φτάνει πια! Μην κουράζεσαι άλλο!"
Μετά από δυο τρεις φορές που τη φώναξε, αποφάσισε να υπακούσει. Ένας υπόκωφος βήχας είχε αρχίσει να της κόβει το γέλιο, που γινόταν όλο και συχνότερος. Η γιάτρισσα έτρεξε και την τύλιξε με μια κουβέρτα, κι άρχισε μαλακά να την τραβάει προς το σπίτι. Η Κατίνα σαν πριγκίπισσα που χαιρετάει τα πλήθη, κούνησε το χέρι της προς κάθε κατεύθυνση. Σε μένα έστειλε κι ένα φιλί. "-Συγνώμη για τη μπαλιά κοριτσάκι! κατά λάθος σε βρήκε στο στόμα. -Έλα μωρέ, δεν πειράζει, τι έπαθα;" Της είπα με έπαρση, κι αυτή έβαλε για άλλη μια φορά τα γέλια.
"-Πολύ πλάκα έχει αυτό το διαολάκι. Πολύ το γουστάρω", είπε στον πατέρα της περνώντας στην αυλή, καθώς εγώ από πάνω την κοίταζα που αποτραβιόταν στο σπίτι και της έστελνα φιλιά.
Κι εκεί σ' αυτή τη γειτονιά, είχε πολλά αδέσποτα ζώα, σκύλους και γάτες.  Τη νύχτα αυτή τη χιονισμένη, έψαξαν για  καταφύγιο στεγνό να κουρνιάσουν  τα ζώα κι ένας σκύλος ο Ταρζάν, αποδιωγμένος από τα άλλα που κατέλαβαν και την παραμικρή στεγνή γωνιά, μπήκε μέσα στον καμπινέ μας που ήταν έξω από την παράγκα μας, στα μισά της απόστασης, προς τη μάντρα του γέρου. Κι από κει μέσα ούρλιαζε, αλυχτούσε όταν η νύχτα προχώρησε πολύ και μας ξύπνησε όλους. Ο πατέρας μου αγριεμένος είπε, "-Τώρα ρε πούστη θα δεις τι θα πάθεις" και πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω του. Αλλά η μάνα μου τον γύρισε στο κρεβάτι. "-Άσε το ζωντανό, κρυώνει τι να κάνει κι αυτό; -Να πάει να θρηνήσει αλλού το κοπρόσκυλο! όχι έξω από την πόρτα μου!"
Κι αμέσως μετά άκουσα τη μάνα μου, "-λες; η Κατίνα;"
Και την απάντηση δεν την πήρε από τον πατέρα μου, αλλά από μια κραυγή που ακούστηκε μέσα στη νύχτα, μία μακρόσυρτη θρηνητική κραυγή που δεν ήταν ούτε του σκύλου. -Κατίναααα!
Ήταν η κραυγή του γέρου με το καμτσίκι. Ύστερα δεν θυμάμαι πως βρέθηκα για το υπόλοιπο της νύχτας στο σπίτι της θείας μου, με τους γονείς μου να λείπουν, μόνο τη θεία που μας έλεγε, "-κοιμηθείτε παιδιά. Θα έρθει να σας πάρει η μάνα σας το πρωί, έχουν πάει σε μια δουλειά, κοιμηθείτε".
Και ύστερα από λίγες μέρες φύγαμε από την παράγκα και πήγαμε δίπλα, ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι που βρισκόταν ακόμα στο ίδιο οικόπεδο σύνορο με τη μάντρα του γέρου, αλλά είχε δικό του καμπινέ. Εγώ τη μάντρα την απαγορευμένη δεν έλεγα να την ξεχάσω. Με το που ξύπναγα και ντυνόμουν έτρεχα εκεί να δω το άλογο, να βγάλω τη γλώσσα μου στο γέρο, να ρισκάρω τα χέρια μου ακουμπισμένα πάνω της. Αλλά παρόλο που ο γέρος φανερά καθόταν στη μέση της αυλής, κι όχι όπως άλλοτε κρυμμένος πίσω από την ελιά για να με ξαφνιάσει, δεν αντιδρούσε που με έβλεπε. Και τον κοίταζα και με κοίταζε. Και τον κοίταζα και με κοίταζε. Του έβγαζα μια φορά μόνο τη γλώσσα και ύστερα ακίνητοι, κοιταζόμασταν. Και στην αρχή σκεπτόμουν πως περιμένει να αποξεχαστώ και να ακουμπήσω τη μάντρα. Και τό' χα σαν στοίχημα και σαν παιχνίδι, ποιος θα κουραστεί πρώτος. Ώσπου μια μέρα βαρέθηκα και κρέμασα τα χέρια μου μέσα. Κι αυτός σηκώθηκε από κείνο το σπασμένο σκαμνί που απορούσα πως τον κρατάει. Τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου και έψαχνα να βρω το κρυμμένο καμτσίκι, σε κατάσταση ετοιμότητας. Ήρθε ακριβώς από κάτω. Μου έδειξε τα χέρια του άδεια. Τα άπλωσε στα δικά μου. Δεν τα τράβηξα. Μου κράτησε για λίγο τα δαχτυλάκια και μου είπε κοιταζοντάς με βουρκωμένος. "-Πέθανε η Κατίνα παιδί μου. Πάει...έφυγε".
Ύστερα με άφησε γυρίζοντας την πλάτη του. Προχωρώντας προς το σπίτι του μου φώναξε. "-Έκανε καλά ο πατέρας σου που σας πήρε από κει μέσα. Αν δεν το έκανε σύντομα, θα του έσπαγα τούτο το μαυράδι στο κεφάλι". Και σήκωσε ψηλά το καμτσίκι, ούτε και κατάλαβα πως κι από που το έπιασε.
Και μπήκε μέσα στο σπίτι που δεν ακούγονταν πια κλάματα, και φωνές πόνου. Μόνο η φωνή της γιάτρισσας νευριασμένη. "-Φάε το φαγητό σου, μη με σκας πια, αλλιώς δεν έχει να βγεις για παιχνίδι". Και του  γέρου.
"-Πάλι δεν ακούς τη γιαγιά σου; Φάε βρε! πως θα γίνεις άντρας;"

Και αυτή η γειτονιά πάει κι έρχεται στο κεφάλι μου δεκαετίες τώρα. Ξέχασα τα ονόματα των δρόμων, τα σημάδια στο δρόμο για το σπίτι χάθηκαν, τα πρόσωπα που κάθε μέρα έβλεπα έγιναν φιγούρες, σκιες, εκτός από τα κόκκινα μάγουλα της Κατίνας, τα σπίτια ιδέα δεν έχω αν υπάρχουν ακόμα, αν στη θέση τους μπήκαν άλλα, αν η μάντρα έπεσε, αν οι δεκάρες μαζεύτηκαν της παράγκας, ακόμα και οι φωνές χάσανε τη χροιά τους, εκτός από μία που ακούω απαράλλαχτη μέσα στα χρόνια. "Πέθανε η Κατίνα παιδί μου..Πάει...έφυγε".


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Ένα πράγμα...

Ο κόσμος συνδέεται με σωλήνες. Όταν μιλάμε για σχέσεις ανθρώπων αναφέρουμε τους διαύλους επικοινωνίας. Όμως οι σωλήνες, κρατούν τον κόσμο στη θέση του. Και εμείς είμαστε ένα συνονθύλευμα από σωλήνες, νερό και φαιά ουσία. Για σκεφτείτε λίγο, φλέβες, αρτηρίες, άντερα, νευρώνες, σωλήνες όλα. Υπάρχουν οι κεντρικοί αγωγοί και οι παράπλευροι. Σαν παραπόταμοι... ένα πράγμα.
Κι εκεί κάτω από το νεροχύτη υπάρχει το ίδιο. Ένας κεντρικός σωλήνας που φτάνει στη γη, και οι άλλοι, που συνδέονται μαζί του. Ο ένας είναι σε σχήμα πετάλου για να κάνει τα πάνω κάτω του το νερό, ο άλλος κοντός σαν μακαρόνι για σούπα, ένας άλλος μακρύτερος σαν πέννες μακαρόνια, και ο μακρύς που λέγαμε. Όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους με δαχτυλίδια παξιμάδια. Έχουν στροφές για να βιδώνουν, αλλά μόνο το δαχτυλίδι έχει τις στροφές. Ο σωλήνας είναι ίσιος. Και πως διάολο μπορεί να βιδώσει ένα παξιμάδι επάνω σε έναν ίσιο σωλήνα, είναι μυστικό για τους υδραυλικούς.
Όταν η ανάγκη γίνεται φιλότιμο, μπορείς να γίνεις και υδραυλικός. Κακός υδραυλικός για να λέμε την αλήθεια, αλλά μπορείς να προσπαθήσεις μέχρι να σακατέψεις τη μέση σου, να σπάσεις δυο τρεις φορές το κεφάλι σου, να σκίσεις τα χέρια σου, να βογκήξεις από τον κόπο και τον πόνο, να ζαλιστείς τόσο που να μη βλέπεις μπροστά σου. Τότε μπορείς και να τα παρατήσεις. Θα έχεις μάθει στο μεταξύ πως ακόμα και η πιο απλή δουλειά έχει τα μυστικά της, ή ακόμη και το πιο εμφανές και ξεκάθαρο πράγμα έχει τις παγίδες του. Και άι σιχτίρ.
Επειδή δούλεψα για ενάμισι μήνα πέρσι τον Αύγουστο, παρουσίασα φορολογικό εισόδημα το φοβερό ποσόν των 1300 ευρώ. Για το λόγο αυτό η υπηρεσία για το Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης, δεν μου καταβάλλει τα 200 ευρώ το μήνα που έχει οριστεί το επίδομα, αλλά τα έντεκα. Μέχρι να γίνει ο συμψηφισμός λέει από το εισόδημα του περασμένου καλοκαιριού. Τα 11 ευρώ τα παίρνει η τράπεζα φυσικά κάθε μήνα μαζί με άλλα 15 που βάζω, για την εξόφληση ενός χρέους που δεν πρόκειται να εξοφληθεί ποτέ. Κερδίζω χρόνο μεγαλώνοντας το χρέος απλώς.
Οι ομάδες αλληλεγγύης όταν λειτουργούν, όπου υπάρχουν, έχουν ρίξει το βάρος στα τρόφιμα και στα ρούχα. Σου λέει εδώ υπάρχει κόσμος που μένει στο δρόμο, με τα υδραυλικά σου θ' ασχολούμαστε; Πήγα που λέτε να το πω μπας και υπάρχει αναμεσά τους κάποιος υδραυλικός, γι' αυτόν θα ήταν μιας ώρας δουλειά. Τζίφος. Όμως όλοι είχαν μια έξυπνη ερώτηση να μου κάνουν, ξεκινώντας από το "γιατί δεν φέρνεις έναν υδραυλικό και να του πεις να τον πληρώσεις αργότερα", μέχρι και "ρίξε τουμποφλό, βάλε ένα σύρμα με πανί να μπει από τη μια και να βγει από την άλλη άκρη του σωλήνα για να καθαρίσει, βίδωσε καλά τις ενώσεις να μη κλωτσάνε τα παξιμάδια και να μην αφήνουν κενά". Κι εγώ που πολύ θα ήθελα να τους πω -δεν με χέζετε...έλεγα δεν γίνεται αυτό γιατί έτσι, και δεν το άλλο, γιατί αλλιώς.
Σήμερα κανονικά θα ήταν μια μέρα όπου μια όμορφη ανοιξιάτικη ιστορία θα ερχόταν να καλοσωρίσει τις ηλιόλουστες μέρες του Μαρτίου. Μια ωραία ανοιξιάτικη ιστορία που δεν την έχω έτοιμη, ούτε ως προϊόν μυθοπλασίας, ούτε ως μνήμη. Αυτό με τη μνήμη τελευταία είναι άλλη ιστορία. Σαν να παραγέμισε ο χάρτης του εγκεφάλου και γέμισε μουντζούρες. Μουντζούρες που δεν βγάζουν καμιά εικόνα, δεν δίνουν κανένα νόημα, δεν περνάνε κανένα μήνυμα. Σαν να μην υπήρξα ποτέ...ένα πράγμα. Στο τέλος μόνο δυο λέξεις θα μπορώ να λέω. "Ένα πράγμα".