το e mail mou

refene@yahoo.com

Εδώ μου γράφετε
Ελένη Μπάλιου

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2022

Σαράντα χρόνια ένα βιβλίο.

 Σαράντα χρόνια μετά που διάβασα το βιβλίο του Μίλαν Κούντερα, κατάλαβα την "Αβάσταχτη ελφρότητα του "είναι" Την ένιωσα δηλαδή στο πετσί μου. 


Δεν ξέρω πόσο αληθεύει πως όσο μεγαλύτερη ευφυία έχεις, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η απόστασή σου από τους άλλους ανθρώπους επικοινωνιακά. Μοιάζει με οξύμωρο σχήμα αφού αυτό θα έπρεπε να αυξήσει σε σένα τουλάχιστον, τους κώδικες επικοινωνίας μαζί τους. Θα έπρεπε βάση της λογικής εσύ να είσαι σε θέση να καταλάβεις τους δικούς τους κώδικες και να τους δώσεις μια πρόσβαση στους δικούς σου, τουλάχιστον σε κείνους που θεωρείς ότι αξίζει τον κόπο να το κάνεις. Και νομίζω ότι εδώ αρχίζει το πρόβλημα σου. Υπάρχει άνθρωπος που κρίνεις ότι αξίζει τον κόπο να του δώσεις αυτή την ευκαιρία; 

Καθώς τα χρόνια περνούν και σημειώνονται μεγάλες απώλειες στον ευρύ και στενό κύκλο των φίλων, το πράγμα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Αυτοί οι δυο τρεις που έχεις επιλέξει να πορευτείς μαζί τους ψυχικά και πνευματικά, από όλα τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων της γης, αντί μέσα στα χρόνια να έχουν γίνει ανοιχτό βιβλίο για σένα, γίνονται όλο και πιο ξένοι. Τι συμβαίνει στο επίπεδο της αντίληψης, της ευφυίας, της επικοινωνίας λοιπόν και γιατί χάνονται οι κώδικες συνεννόησης και με αυτούς τους λίγους που σου έχουν απομείνει; Πως καταλήγεις με μία μόνο φίλη διαχρονική, που σε ακολουθεί σαν πιστό σκυλί ακόμη και στον ύπνο; πως καταλήγεις να συνεννοείσαι μόνο μαζί της και μόνο αυτή να σε καταλαβαίνει που δεν έχει καν μια φυσική παρουσία; πως καταλήγεις με τη μοναξιά σου;

Προσπαθώντας να καταλάβω τη φίλη που συνήθως σε μεγάλο βαθμό καταλάβαινα τα προηγούμενα χρόνια, άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου. Το πόσο οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες μου από τους ανθρώπους έχουν πλέον εκμηδενιστεί. Το πόσο αδιάφορο μου είναι να κρατήσω ή να δημιουργήσω καινούργιες φιλίες την ίδια στιγμή που η συντρόφισσα μοναξιά, γίνεται όλο και πιο στενός κορσές στο λαιμό μου. "Δεν έχεις κάτι να κάνεις; Πήγαινε μέχρι την πλατεία να πιείς κανένα καφέ, μέχρι το πάρκο να μυρίσεις τη ρετσίνι των πεύκων, μέχρι τη λεωφόρο να χαζέψεις καμιά βιτρίνα! τι μου κατσικώθηκες εδώ πέρα μετρώντας τις κινήσεις μου, τις μπουκιές μου, τις ανάσες που παίρνω, τις λέξεις που χρησιμοποιώ, τους φίλους που μνημονεύω". Τίποτα αυτή. Δεν το κουνάει ρούπι. 

Κι ωστόσο όσο περισσότερο καταβάλλομαι από αυτή την τάση, της αυτοαπομόνωσης δηλαδή, τόσο πιο μεγάλες είναι οι προσπάθειές μου να κρατήσω τις ζωντανές παρουσίες δίπλα μου και γύρω μου. Όχι με τη μνήμη στην οποία όλοι παίρνουν τη θέση τους, αλλά στην καθημερινότητα της κοινωνικής μου ζωής. Όχι μόνο γιατί δεν θέλω να αφεθώ στην αποκλειστική συντροφιά αυτής της τύπισσας, αλλά γιατί την αξίζουν την προσπάθεια αυτή. Γιατί μια φωνή μέσα μου ακούγεται σαν καμπάνα προειδοποίησης. "Δεν έχει σημασία τι θα γίνει με σένα προσωπικά. Το πέρασμα ενός φτερού αδέσποτου από τη ζωή είσαι. Αδέσποτου κι αδιάφορου, που θα καταλήξει σπρωγμένο απ τους ανέμους σε κάποια γωνία να σαπίσει, ή θα αποσυντεθεί ταξιδεύοντας. Σημασία έχει να μη σπάσεις την αλυσίδα της ανθρώπινης επικοινωνίας. Να μην είσαι εσύ το μυρμήγκι εκείνο που εξαιτίας του χάνει τη μεταξύ της επικοινωνία η σειρά που ακολουθεί. Κάτι τέτοιο θα ήταν επιτρεπτό μόνο στην περίπτωση που μια έξοδος από τη σειρά, θα έσωζε όλους τους υπόλοιπους από μια καταστροφική πορεία. Αν δεν είσαι σε θέση να το κάνεις αυτό λοιπόν, αν δεν έχεις την ευφυία να διαλέξεις τη σωστή στιγμή, κάτσε στ' αυγά σου. Συνέχισε να κάνεις βατούς τους δικούς σου κώδικες για τους άλλους. Συνέχισε να κατανοείς τις ανάγκες των παλιών σου φίλων και να καταλαβαίνεις τις αγωνίες των καινούργιων, όποιων, καταφέρουν να φτάσουν μέχρις εσένα. Βλέπεις είναι και τα στάδια που εσύ βλέπεις σε κείνους που τα διανύουν, πρέπει όμως πάση θυσία να αφήσεις τις διόδους της πρόσβασης ανοιχτές. Γιατί αν δεν το κάνεις, αφαιρείς από την ανθρωπότητα πολλά γραμμάρια από την κόλλα της συνεκτικής της συμπόρευσης, κι ας μη το καταλαβαίνεις. Κάθε γραμμάριο τέτοιας κόλλας που αφαιρείται, προσθέτει τόνους αδιαλλαξίας, ασυνεννοησίας, έχθρας, απαξίωσης, ατομισμού, στο πεδίο της συνύπαρξης. Και άρα έχεις ευθύνη".

Τις ακούω λοιπόν αυτές τις φωνές προσπαθώντας να καταπολεμήσω την τάση της αυτο- απομόνωσης, χωρίς να ξέρω καν τον δείχτη της νοημοσύνης μου, είναι χαμηλός; είναι ψηλός; θα ήταν αλλιώς αν ήταν χαμηλός κι έκανα αυτές τις σκέψεις, θα ήταν άλλες οι σκέψεις μου αν ήταν ψηλός; Όλες αυτές οι απορίες περνάνε σαν αστραπή, τις περισσότερες φορές δεν αντιλαμβάνομαι ότι είναι εκεί και δουλεύουν ακόμα και την ώρα που απλώνω το χέρι μου σε χειραψία, στο καλωσόρισμα μιας νέας παρουσίας, εφήμερης η διαχρονικής αδιάφορο. Όμως το μεγάλο ερώτημα εξακολουθεί να με βασανίζει.

Τι γίνεται με τους ευφυείς που κάποτε σου έδωσαν τους κωδικούς της πρόσβασης και μετά τους πήραν πίσω; Έπαθαν κάτι αυτοί στο δρόμο ή εσύ αποδείχτηκες λίγος, ανεπαρκής, ανίκανος ν' ακολουθήσεις τα μονοπάτια του "γαλαξία" τους; Για να θυμηθώ και τον τίτλο μιας εκπομπής που άκουγα πριν από πολλά πολλά χρόνια. Αν και οι πιο δυνατοί κώδικες χάνονται στο δρόμο, μήπως είναι πράγματι μάταια όλα; Μήπως αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι ακριβώς η έλλειψη αυτής της σημασίας; Μήπως και η ανθρωπότητα τυχαία πάει το βηματά της σαν σμήνος πουλιών στον αέρα, μια δεξιά μια αριστερά, μήπως δεν είναι τα πουλιά αυτά που διαλέγουν την πορεία τους, αυτή που βλέπουμε εμείς από κάτω στον ουρανό, αλλά είναι μια τυχαία πορεία; Τότε, πως καταλήγουν τα πουλιά να φτάνουν στον προορισμό τους σε κάθε τους ταξίδι; Με απώλειες εντάξει, αλλά φτάνουν. Πως γίνεται η ανθρωπότητα μέσα σε αυτή την τυχαιότητα να μη φτάνει ποτέ στον δικό της προορισμό πριν το θάνατο; 

Το μπέρδεψα πάλι. Πάντα το μπερδεύω. Όλα ξεκίνησαν από ένα τηλεφώνημα. Και από την έκφραση της ανάγκης, της πιο διαχρονικής και στενής μου φίλης, να μείνει μακριά από συζητήσεις και επαφές, ακόμη και μεταξύ μας. Αν θέλω να είμαι δίκαιη, τα προβλήματα, η σκληρή πραγματικότητα μιας δύσκολης ζωής σε όλους τους τομείς, οι πρακτικές δυσκολίες, οι στερήσεις, μπορεί να οδηγήσουν έναν άνθρωπο σε μια τέτοια απόφαση. Αν οι δικές σου συνθήκες διαβίωσης δεν είναι ακριβώς ίδιες με του άλλου, αν δεν είσαι εκεί να ζήσεις τα λεπτά της αγωνίας του, δεν μπορείς να βγάζεις δικά σου συμπεράσματα. Νιώθεις μόνο άχρηστος, άκυρος, κοιτάς πίσω σου και βλέπεις το οικοδόμημα της φιλίας να καταρρέει, γιατί μια από τις δυο σας, μπορεί και οι δύο, έχασε την ικανότητα της αντίληψης των συνθηκών και αναγκών της άλλης. Τι θλιβερό, τι βάναυση διαπίστωση κατάληξης, τι βάρβαρο και τρομακτικό. Αρνούμαι να δεχτώ αυτό το σενάριο ως αληθινό και τα δίνω όλα στην προσπάθεια της ανάκτησης. Η αυτοκριτική δεν έχει καμιά αξία εδώ. Αυτή την κάνεις όταν χτίζονται οι σχέσεις και θέλεις να στερεώσεις το οικοδόμημα. Στο δικό μας σαραντάχρονο αρχοντικό που κινδυνεύει να γίνει ερείπιο, αυτό που έχει μια κάποια αξία ακόμα, είναι η εμπιστοσύνη. Είναι το αίσθημα της παρουσίας του άλλου. Κι αυτό έχει χαθεί ανάμεσα σε μένα και τη φίλη μου σκέπτομαι, εξαιτίας μου, μετά από μια ολόκληρη ζωή, δεν υπάρχει λόγος κανένας, να πάρω στο λαιμό μου κι άλλον άνθρωπο, με τραβηγμένη μέσα στο χρόνο σχέση, που έτσι κι αλλιώς δεν θα προλάβαινε, να υπάρξει. Κάτσε στ' αυγά σου λοιπόν, ή πνίξε τις φωνές που σε βασανίζουν, χαμήλωσε το δείχτη της δικής ευφυίας κι άλλο, για να μη τις ακούς, για να μην αποκλείσεις τις επικοινωνίες, για να μη σπάσεις την αλυσίδα, (ποια αλυσίδα αλήθεια, τι θα αντιπροσώπευε αυτή χωρίς το πιο ουσιαστικό κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων να είναι μέσα της), για να συνεχίσουν την ειρηνική τους πορεία οι σχέσεις, και να έχεις δυο ανθρώπους στα γεράματα να μιλάς. Να μιλάς, χωρίς να λες τίποτα. 

Γύρισε πίσω αγαπημένη! Ότι κι αν έκανα τώρα στραβό, σε διαβεβαιώ θα γίνει χειρότερο, δεν με βοηθάει η θύμηση στις τωρινές πληροφορίες, δεν έχεις καρκίνο και ξέχασα πως οι άνθρωποι με καρκίνο πχ, μπαίνουν στη διαδικασία της χημοθεραπείας, άρα σαν άσχετη σε ρωτώ, "γιατί είπαμε θα κάνεις χημοθεραπεία;" Δεν είναι τόσο άσχημη η κατάστασή μου ακόμα. Θα γίνει χειρότερη γιατί παρά τις αγωνιώδεις μου προσπάθειες εκφυλίζεται η μνήμη στα τωρινά. Όμως υπάρχουν εκείνα που μαρτυρούν παρουσία όλα τα υπόλοιπα χρόνια. Δεν μπορεί αυτά να μη σου έχουν πει κάτι, για την ποιότητα αυτής της φιλίας. Γύρισε πίσω να αποκτήσει ο κόσμος ξανά το νοημά του. Η αλυσίδα που κρατάει στη γραμμή της ζωής τα μυρμήγκια να μη σπάσει, το πνεύμα της επικοινωνίας και της αλληλεγγύης να ξαναγίνει δυνατό, η καφρίλα της ασυνεννοησίας, της αδιαλλαξίας, του εγωκεντρισμού, της έχθρας, του πολέμου, να χάσει τη μάχη αυτή και κάθε άλλη στο μέλλον, και να σωθεί μονιασμένη η ανθρωπότητα. Είδες πόσα πράγματα διακυβεύονται όταν χαθεί η επαφή, σε μια μικρή, αθέατη γωνιά αυτού του πλανήτη; 




Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

Το παραδεισάκι της Αναξαγόρα

 Ήταν εγκαταλειμμένο εδώ και χρόνια αλλά είχε στην μικρή του αυλή μπροστά στο δρόμο μια κρεβατίνα που έπιανε όλη την πρόσοψη, απλωνόνταν πάνω στα κεραμίδια του και σκέπαζε όλη την οροφή, κρεμόταν μπροστά από την αυλή και το έκανε να μοιάζει σαν ένας μικρός παράδεισος πάνω στην άσφαλτο. Γωνιακό που γλύτωσε από τις αντιπαροχές κι επιμένει να στέκεται στη θέση του δίπλα από ένα επίσης εγκαταλειμένο σπίτι που δεν είχε αυλή. Και  είχα υπολογίσει αυτό το πρώτο να είναι ένα μόνο δωμάτιο, με ένα κουζινάκι το πολύ και το μισογκρεμισμένο του μπάνιο στην άκρη της αυλής. 

Και εκεί λέει μέσα σε αυτό το δωμάτιο έζησε μια γυναίκα μόνη της για πάρα πολλά χρόνια. Είχε φτάσει παιδάκι στην Ελλάδα στην αγκαλιά του πατέρα της, η μάνα και τα αδέλφια της χάθηκαν στο χαμό στη Σμύρνη. Ο πατέρας την πήρε πεντάχρονο κοριτσάκι στην αγκαλιά του αλλά μέσα στην αναμπουμπούλα και το αναστατωμένο πλήθος έχασε την υπόλοιπη οικογένειά του. Κι αυτός πήδηξε με το παιδί σ' ένα από τα τελευταία πλεούμενα που έπαιρναν κόσμο, και έφτασε στην Ελλάδα. Βρέθηκε στον καταυλισμό με τους άλλους πίσω από το νοσοκομείο του Συγγρού μέχρι που μετακινήθηκαν στην Καισαριανή όπου τους παραχωρήθηκαν οι κατοικίες. Πήρε κι αυτός το μικρό αυτό δωμάτιο, έχτισε το μπάνιο απέξω, περιέφραξε το πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι όπως έκαναν κι όλοι οι άλλοι, φύτεψε την κληματαριά, και έτοιμο το κονάκι.

Η μικρή Χαρούλα γνώρισε μόνο θείες και γιαγιάδες. Όλοι την αγαπούσαν, όλοι την πρόσεχαν και την φρόντιζαν όταν ο πατέρας της έλειπε στη δουλειά και οι γυναίκες της μάθαιναν νοικοκυριό και μαγειρέματα, όταν τα παιδιά μαζεύονταν από τα τετράγωνα και ο  πατέρας της δεν είχε γυρίσει ακόμα. 

Τη νύχτα αργά κι ενώ η Χαρούλα κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με τη φίλη της την Άννα, στο σπίτι της τελευταίας, χτυπούσε ο πατέρας της την πόρτα και τη φώναζε να έρθει για να πάνε στο σπίτι. "-Άστο το παιδί να κοιμηθεί βρε βαγγέλη, τι το ξυπνάς  τώρα στον καλύτερο ύπνο, άστο και θα έρθει στο σπίτι το πρωί. -Το πρωί δουλεύω, θα φύγω νωρίς. Πότε θα τη δω αν δεν έρθει τώρα; Όχι, ξύπνα την να έρθει στο σπίτι!" 

Της απαντούσε με τη μεθυσμένη φωνή του ο Βαγγέλης και η θεία Μαριγώ δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, πήγαινε και σήκωνε το κορίτσι γλυκά, "-Έλα ψυχή μου άνοιξε τα ματάκια σου, έλα και σε περιμένει ο μπαμπάκας σου να πάτε στο σπίτι".

Σηκωνόταν το παιδί χωρίς διαμαρτυρία και τον ακολουθούσε. Στις αρχές εκείνος κουβαλούσε κανένα πιάτο φαγητό από την ταβέρνα για τη Χαρούλα. Μεθυσμένος ξεμεθυσμένος ποτέ δεν ξέχνούσε το φαγητό της , μόνο αυτές οι ατέλειωτες ώρες που έμενε μακριά της, μακριά από το σπίτι, γιατί δεν άντεχε την ησυχία του σπιτιού χωρίς τ' αδέλφια της και τη μάνα. 

Στα δέκα της χρόνια η Χαρούλα γνώριζε για εκείνους μόνο από τις συχνές αναφορές του πατέρα της και της θείας Μαριγώς. Η μόνη πραγματική θεία από όλες στη γειτονιά. Τότε στα δέκα της ήταν που η θεία αυτή της είπε ότι είναι καιρός να αναλάβει αυτή το νοικοκυριό του σπιτιού. Θα τη βοηθούσε, θα της έδειχνε, αλλά έπρεπε να μάθει να μαγειρεύει και να καθαρίζει το σπίτι, ώστε να νιώσει κι ο πατέρας της τη ζέστα του σπιτικού, μπας καταφέρουν να τον μαζέψουν. Κρίμα ένας τόσο καλός άνθρωπος να καταστρέφεται από το κρασί. Αν και σκληρός δουλευτής, είχε αρχίσει να έχει πρόβλημα και στη δουλειά, αφού ζητούσε κάθε τόσο να πίνει μια γουλιά κρασί, δεν άντεχε μια ώρα χωρίς. 

Σύντομα έχασε τη δουλειά του. Ο μάστορας που τον είχε προσλάβει στην οικοδομή δεν του συγχώρησε τα απανωτά λάθη. Και μετά πήγαινε και ζητούσε δουλειά σε κάθε οικοδομή, κατάφερνε να κάνει ένα δυο μεροκάματα, μετά άρχιζε τα ίδια, τον έδιωχναν κι από εκεί.

Η θεία Μαριγώ είχε μάθει στη Χαρούλα τα πάντα γύρω από το σπίτι, ήταν μια άξια οικοδέσποινα πια, και όταν γύριζε ο απογοητευμένος πατέρας της τον αγκάλιαζε, τον παρηγορούσε του έβγαζε τα παπούτσια όπως έπεφτε ξερός στο κρεβάτι και τον σκέπαζε. Εκεί στα δώδεκα χρόνια της έμαθε ότι σε μια βιοτεχνία ρούχων ζητούν βοηθό, της το είπε η θεία κι αυτό, πήγε και έπιασε δουλειά. 

Και από τα δώδεκα μέχρι τα είκοσι τρία  που έχασε τον πατέρα της από κύρωση του ύπατος, δούλεψε σε αυτό το εργαστήρι στην αρχή σαν βοηθός στις γαζώτριες. Κατόπιν έγινε και η ίδια γαζώτρια αλλά της άρεσε να φτιάχνει φορέματα  και έμαθε ώστε ήταν  ικανή να βγάζει πατρόν και να κόβει υφάσματα. Έκανε το σπίτι της εργαστήρι κι έραβε φορέματα για τις γυναίκες της γειτονιάς, δεν σήκωνε κεφάλι από τη ραπτομηχανή της, την οποία κατάφερε να αποκτήσει από τη βιοτεχνία που δούλευε, δεύτερο χέρι, με ειδική συμφωνία ως προς την εξοφλησή της, ραψίματα που ανέλαβε για τη βιοτεχνία χωρίς πληρωμή. Για να βγάλει το δικό της μεροκάματο έπρεπε να δουλεύει όλη τη μέρα. Δεν έπαιρνε είδηση τι γινόταν στον κόσμο γύρω της. 

Αυτή δεν έπαιρνε είδηση. Έβγαινε για να αγοράσει τα αναγκαία για το σπίτι και τη δουλειά της και κλεινόταν ξανά στο σπίτι της. Η θεία Μαριγώ που ανησυχούσε για την ίδια και το μέλλον της μιας και ήταν μεγαλοκοπέλα ανύπαντρη πια, της πήγαινε κάθε τόσο προξενιά. Τα απέρριπτε χωρίς δεύτερη κουβέντα και το μόνο που ανεχόταν ήταν να πηγαίνει τα καλοκαίρια τα βράδια να κάθεται εκεί έξω από την πόρτα της θείας που έβγαζαν τις καρέκλες, να χαζεύουν τα παιδιά που έπαιζαν στο δρόμο τρώγοντας πασατέμπο ή παγωτό, να λένε καμιά βλακεία να γελάνε να περνά η ώρα ευχάριστα. 

Είχε μια απέχθεια η Χαρούλα στους γάμους από προξενιό. Πίστευε πως ο άνθρωπος δεν πρέπει να δοκιμάζεται κατά τη διάρκεια του γάμου αλλά να ξέρει από πριν τον άνθρωπο που θα μοιραστεί τη ζωή του,  να τον έχει αγαπήσει, εμπιστευτεί και εγκρίνει με την καρδιά του για ισόβιο σύντροφο. Η θεία Μαριγώ διαφωνούσε και προσπαθούσε μάταια να της αλλάξει μυαλά. "Οι γάμοι από έρωτα αποτυχαίνουν, γιατί μόλις περάσει ο έρωτας, τραβά ο καθένας στις δικές του ανάγκες, ενώ οι γάμοι από προξενιό είναι επιτυχημένοι γιατί έχουν σαν στόχο την οικογένεια και την ομαλή συμβίωση. Δεν κινδυνεύεις να σε κοροϊδέψει κανείς, να σε ξελογιάσει ταζοντάς σου γάμο και να σ αφήσει σύξυλη μετά. Έπειτα πόσο θα περιμένεις πια;" Εκείνη τα έλεγε εκείνη τα άκουγε όμως. 


Η Χαρούλα μπορεί να μην έπαιρνε είδηση το τι γινόταν γύρω της, μόνο από τους γείτονες μάθαινε τα νέα του γενικότερου ενδιαφέροντος, έχουν πόλεμο στην Ευρώπη για παράδειγμα, ένας Χίτλερ μπαίνει μέσα στις χώρες και σκοτώνει κόσμο και καταστρέφει, Ένας Μουσολίνι κάνει το ίδιο στην Ιταλία και μαζί αυτοί οι δυο θέλουν να καταλάβουν όλο τον κόσμο και να τον εξουσιάζουν σκορπώντας βια και τρόμο. Φοβερά πράγματα κι αυτό την έκανε να κλείνεται πιο πολύ στον εαυτό της και να αρπάζεται τρομαγμένη από τη δουλειά της λες και με αυτό τον τρόπο ξόρκιζε το κακό που απειλούσε να έρθει στην πόρτα της. 

Και αυτό, ότι το κατάφερε να το ξορκίσει το κακό το πίστεψε κι όλας, τη μέρα που ήρθε ο νέος μηχανικός για τη συντήρηση της ραπτομηχανής της. Ο κυρ Ανέστης είχε πια γεράσει κι ο γιος του που είχε μάθει τη δουλειά ανέλαβε να πάρει το πόδι του. Καιρό άκουγε τον κυρ Ανέστη να της λέει για τα κατορθώματα του γιου του Διονύση, το πως του άρεσε να γυρίζει με τους φίλους του στις ταβέρνες και να χαλάει όλα τα λεφτά του εκεί, αλλά και για τις επιδόσεις του στον αθλητισμό, τα κύπελα και τα μετάλλεια που κουβαλούσε στο σπίτι ως έφηβος από το στίβο που εγκατέλειψε γιατί απέκτησε πάθος με το ποδόσφαιρο. Κι ενώ ήταν τόσο καλός μηχανικός, καλύτερος από τον ίδιο, δεν στρωνόταν στη δουλειά να μαζέψει κανένα φράγκο παρά δούλευε ίσα ίσα για να έχει να χαλάει τα βράδια λες και ήταν έφηβος και το πρωί ήταν πάντα πανί με πανί και κουρασμένος, που κουράγιο για να δουλέψει 10 και 12 ώρες που δούλευε και ο ίδιος. "Τίποτα! αυτόν δεν τον σώζει παρά μονάχα αν βρεθεί μια καλή γυναίκα να τον συμμαζέψει και να τον φροντίσει. Να, μια σαν εσένα ας πούμε!"

Και γέλαγε η Χαρούλα και με αυτό και με όλα τα χωρατά που της έλεγε κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του ο κυρ Ανέστης, αλλά από μέσα της σκεπτόταν πως ούτε αυτή ούτε καμιά έξυπνη γυναίκα θα είχε την όρεξη να τρέχει να μαζεύει τον γλεντζέ Διονυσάκη που το έπαιζε και τραγουδιστής κι άρπαζε το μικρόφωνο από τους επαγγελματίες στην ταβέρνα για να πει το δικό του. Κι άμα λέει θα του καθόταν καμιά ευκαιρία, θα παρατούσε τα μηχανηλίκια και θα γινόταν τραγουδιστής. "Σοβαρό άνθρωπο προσπαθεί να μου συστήσει ο κυρ Ανέστης!"  Σκεπτόταν με χαμόγελο.

Όταν όμως τον είδε το Διονύση, ξέχασε κάθε σκέψη της γύρω απ' αυτόν. Ήρθε πράγματι σοβαρός και τυπικός, έκανε τη δουλειά του, αρνήθηκε τον καφέ που προσφέρθηκε να του φτιάξει, γιατί βιαζόταν είπε να τελειώσει να φύγει. Τέλειωσε, έφυγε. 

Και μετά οι μέρες και η αγωνία δεν περνούσαν μέχρι να ξανάρθει η μέρα της συντήρησης, κι αν θα ήταν ο ίδιος ή ο πατέρας του, κι αν θα τον ξανάβλεπε, αν θα δεχόταν τον καφέ αυτή τη φορά, αν θα μπορούσε και τι, να κάνει εκείνη για να τον κρατήσει λίγο περισσότερο εκεί, να τον γνωρίσει.

Αλλά δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Σε μια εβδομάδα τσουπ, νάτος ο Σάκης μπροστά της στα καλά του καθουμένου. "-Γεια, τι κάνεις; ήρθα να δω αν όλα πάνε καλά με τη μηχανή. Περαστικός είμαι, δούλευα σε ένα σπίτι εδώ πιο πάνω. Λοιπόν όλα καλά; σου έβγαλε κάποιο πρόβλημα;" 

Κι αυτή τώρα έπρεπε άμεσα να σκεφτεί ένα πρόβλημα από αυτά που θελουν ψάξιμο και χρόνο, και που δεν φαίνονται αμέσως, παρά μονάχα όταν καθίσεις στη ραπτομηχανή και τη δουλέψεις για ένα λεπτό. 

"-Ναι κάνει κάτι παράξενο, εκεί που ράβει κανονικά, μου δημιουργεί μεγάλες αποστάσεις στη ραφή. 

-Α αυτό; δεν είναι τίποτα, θέλει μια μικρή ρύθμιση, δεν ξέρεις να τη ρυθμίζεις από τα κουμπιά της; 

-Ξέρω αλλά δεν μπορώ να το βρω, νομίζω κάτι άλλο είναι, πιο σοβαρό.

-Κάτσε να ρίξω μια ματιά" 

Είπε αυτός, κι εκείνη έτρεξε χωρίς να τον ρωτήσει αυτή τη φορά να φτιάξει τον καφέ και να τον έχει μπροστά του να τον δει,  όταν θα σήκωνε το κεφάλι του.

Κι έγιναν όλο και πιο συχνές οι επισκέψεις αυτές και οι καφέδες, κι εκείνη αναρωτιόταν αν θα έρθει σήμερα, αν θα είναι ο δρόμος του όπως έλεγε από εκεί, αν θα έπαιρνε τη χαρά της συνάντησης αυτής ή θα πέρναγε το βράδυ μέσα στη θλίψη που τίποτε άλλο συναρπαστικό δεν συνέβαινε στην ευθυγραμμισμένη ζωή της. Και ούτε ήθελε να πηγαίνει έξω από της θείας Μαριγώς πια ούτε να χαζεύει τα παιχνίδια των παιδιών. 

Η αγωνία της δεν κράτησε πολύ γιατί σύντομα ο Σάκης της εξομολογήθηκε τον έρωτά του. Σε πολύ λίγο χρόνο από τότε επισκέφτηκε με τον πατέρα του τη θεία της, με κουστούμι και λουλούδια στα χέρια για να ζητήσουν από αυτήν το χέρι της ανιψιάς. Τα πιτσιρίκια του δρόμου είχαν μαζευτεί έξω από το σπίτι και στριμώχνονταν και έσπρωχνε το ένα το άλλο για να δουν τι γινόταν μέσα. Μετά από ώρα βγήκε έξω η Χαρούλα και τα κέρασε γλυκό, αυτά το άρπαξαν κι άρχισαν να τρέχουν στη γειτονιά φωνάζοντας. 

"-Η Χαρούλα παντρεύεται, η Χαρούλα αρραβωνιάστηκε και μας κέρασε γλυκό!" Έπαιρνε λοιπόν ευχές από την ίδια εκείνη μέρα από κάθε άνθρωπο που συναντούσε στο δρόμο της και ήταν φωτεινή, χαμογελαστή κι ευτυχισμένη και ανυπόμονη την κάθε μέρα που περνούσε μέχρι την ημερομηνία του γάμου της. 

Και ύστερα έγινε γενική επιστράτευση. Η Ιταλία του Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, οι άντρες φορτωμένοι στα τρένα αποχαιρετούσαν γονείς συζύγους και παιδιά, η Χαρούλα τον Σάκη.

 Ο γάμος αναβλήθηκε για λόγους ανωτέρας βίας, από κει και μετά περίμενε κάθε μέρα κάποιο του γράμμα από το μέτωπο. Τα γράμματα από το μέτωπο πήγαιναν και τα παραλάμβαναν από το παντοπωλείο της γειτονιάς που όλο και λιγότερα πράγματα είχε μέσα, αλλά εξυπηρετούσε σε αυτό. Περιμένοντας τον ταχυδρόμο έπιαναν τη συζήτηση μεταξύ τους οι γυναίκες ανταλλάσσοντας μεταξύ τους πληροφορίες για την πορεία του πολέμου και τους στρατευμένους τους. Όταν όμως ο ταχυδρόμος βρισκόταν μπροστά στο κατώφλι ενός σπιτιού, μια σιωπή θανάτου έπεφτε στο δρόμο κι όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω του καθώς χτυπούσε την πόρτα του σπιτιού. Οι γυναίκες μαζεύονταν σιωπηλές τότε έξω από εκείνο το σπίτι, γιατί αμέσως μετά την αναγγελία του κακού μαντάτου, έπρεπε να είναι δίπλα σ' αυτήν ή σ' αυτόν που αφορούσε η είδηση. 

Πήγε κι έξω από το σπίτι της Χαρούλας, μπήκε στο μικρό της αυλιδάκι, προχώρησε μέχρι την κυρίως πόρτα διστακτικός, όμως αυτή τον είχε δει από το παράθυρο και του φώναζε από μέσα. -Φύγε κυρ Άγγελε, να χαρείς, σε λάθος σπίτι ήρθες, πήγαινε! πήγαινε! 

Φυσικά δεν είχε πάει σε λάθος σπίτι ο κυρ Άγγελος, έφυγε όμως με το κεφάλι του σκυμμένο, μπούκαραν μέσα στο σπίτι οι γυναίκες να την κρατήσουν, να την αγκαλιάσουν να την συνεφέρουν και παρηγορήσουν, αυτό γινόταν πάντα, μεταξύ τους. 

Το παιδάκι που γέννησε μερικούς μήνες μετά το ονόμασε Σάκη, προς τιμήν του πατέρα του. Και για όλα τα χρόνια της κατοχής που δεν είχε δουλειά ούτε γι' αυτήν ούτε για κανέναν άλλο, έτρωγε στο συσίτιο. 

Κάποιοι Ιταλοί είχαν μάθει για τις μοδιστρικές της γνώσεις και της πήγαν μερικά σκισμένα ρούχα να τα διορθώσει, οι μισοί της γειτονιάς της έλεγαν να την πάρει τη δουλειά γιατί έπρεπε να ζήσει αυτή και το αγοράκι της, οι άλλοι μισοί να μην την πάρει, γιατί ήταν εκδούλευση στον εχθρό της πατρίδας. Φοβόταν η καημένη η Χαρούλα, φοβόταν πολύ και τους μεν και τους δε, αρνήθηκε στην αρχή, αλλά όταν οι Γερμανοί άρχισαν να κυνηγούν τους Ιταλούς για να τους σκοτώσουν, τότε τους είδαν όλοι με συμπάθεια μέχρι που τους έκρυβαν στα σπίτια τους πολλοί. 

Μέσα σε αυτά τα κυνηγητά, τους βρέθηκε μπροστά εκείνος ο Ιταλός φυγάδας, που είχαν αναλάβει να τον κρύβουν εναλλάξ στα σπίτια τους οι κάτοικοι του στενού, ένα βράδυ ο καθένας, μέχρι να βρουν τρόπο να τον φυγαδεύσουν εκτός Ελλάδας. Οι Γερμανοί όμως είχαν ειδοποιηθεί από κάποιον προδότη ότι γίνεται αυτό, και μπήκαν με τη βία μέσα σε όλα τα σπίτια και έψαξαν και χτύπησαν τον κόσμο, αλλά δεν βρήκαν πουθενά τον Ιταλό. Τη μέρα της εφόδου, ο Ιταλός ήταν στο σπίτι της Χαρούλας. Ο πατέρας της χρόνια πολλά πριν πεθάνει είχε χτίσει ένα κατώι, κάτω από το πάτωμα του δωματίου, έναν μικρό χώρο αποθήκευσης που κατέβαινες σε αυτόν από μια ξύλινη σκάλα. Η Χαρούλα στη διάρκεια της κατοχής είχε καλύψει το ξύλινο καπάκι της εισόδου του, με έναν καναπέ από πάνω του κι ένα χαλί στρωμένο μπροστά του. Μπήκαν οι Γερμανοί στο σπίτι της μέσα αλλά δεν πάτησαν σε κείνο το σημείο. Είδαν την ίδια με μια μεζούρα περασμένη στο λαιμό της και τη ραπτομηχανή μπροστά της, κάποιος πήγε να της κάνει μια πρόστυχη κίνηση, ένας άλλος τον συγκράτησε και του έδειξε το τρομαγμένο αγοράκι στο κρεβάτι του. Όχι πως τους συγκινούσαν αυτά τα πράγματα, θα μπορούσαν να την είχαν βιάσει εκεί μπροστά στα μάτια του παιδιού της ή να τους σκοτώσουν και τους δύο. Ωστόσο δεν έγινε έτσι, γιατί ο συνάδελφος σεβάστηκε το γεγονός πως η γυναίκα ακόμα και στις άθλιες συνθήκες της προσπαθούσε να κρατηθεί στη ζωή δουλεύοντας, ήταν μια κυρία γι' αυτόν εργαζόμενη, και τράβηξε τους άλλους έξω λεγοντάς τους, "Αυτή είναι χρήσιμη για μας εδώ. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστείς μπάλωμα στο βρακί σου". Την άφησαν ήσυχη λοιπόν κι έφυγαν. Μόλις έφυγαν, περίμενε ακόμα για καμιά ώρα και μετά άνοιξε την πόρτα της καταπακτής και έβγαλε τον Ιταλό έξω. Του έδωσε τις τελευταίες πληροφορίες για το πως θα φτάσει ασφαλής στον Άλιμο, από όπου θα έφευγε ένα πλοιάριο για Ιταλία σε δυο μέρες και του ευχήθηκε καλή τύχη.  Κι έτσι χάρη στο υπόγειο της Χαρούλας και το θάρρος της ίδιας, σώθηκε εκείνος ο Ιταλός προς στιγμήν αλλά κανείς δεν έμαθε για την συνέχεια της τύχης του μετά. 


  Ύστερα από αυτό, ξεπετάχτηκαν κάτι κυρίες, σύζυγοι μαυραγοριτών που της ανέθεσαν τα καινούργια τους φορέματα. Όταν στην Αθήνα πανηγύριζαν την αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων, αυτή βγήκε για λίγο στον κεντρικό δρόμο να αγκαλιαστεί και να πανηγυρίσει με τους άλλους, μετά κλείστηκε πάλι στο εργαστήρι της. Οι μαυραγορίτες τα είχαν κιμιάσει με τους κρατικούς, ανήκαν στην ίδια πλευρά ιδεολογικά και όταν ξέσπασε ο εμφύλιος η Χαρούλα σταμάτησε πάλι να ράβει για τις γυναίκες τους. Πήρε το παιδί της και εγκατέλειψε το σπίτι της για καιρό, μένοντας κρυμμένη μαζί με άλλους σε σπίτια του Παγκρατίου, επειδή η ζωή τους μέσα στην πόλη της Καισαριανής κινδύνευε από τους Χίτες. 

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής είχε δει με τα μάτια της ομάδες Γερμανών με έναν κουκουλοφόρο αναμεσά τους, να σταματούν μπροστά σε όποιο σπίτι τους υπέδειχνε αυτός και να παίρνουν τους ανθρώπους από μέσα για να τους εκτελέσουν. Τώρα είχαν να τρέξουν για να σωθούν από τους ίδιους τους Έλληνες. 

Και κάποτε τέλειωσαν όλα αυτά. Όσοι σκοτώθηκαν, όσοι φυλακίστηκαν, όσοι πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε εξορίες, όσοι βασανίστηκαν, έμειναν σαν μια πικρή ανάμνηση μέσα στη σκέψη της. Το παιδί της μεγάλωνε, τέλειωσε το δημοτικό, το γυμνάσιο, η ράχη της σκέβρωσε πάνω από τη μηχανή όλα τα χρόνια, σύνταξη δεν κατάφερε ποτέ να πάρει γιατί δεν ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, άλλωστε άργησαν όλα αυτά να επανέλθουν στην Ελλάδα, το αγόρι έπιασε δουλειά στην τράπεζα και συντηρούσε πια τη μάνα του. 

Για πολλά χρόνια αρνιόταν η Χαρούλα να πάει να μείνει με το γιο της και την οικογενειά του στο κανούργιο διαμέρισμα που είχε αγοράσει σ' ένα από τα νεόκτιστα της Καισαριανής. Όσο πέρναγε ο καιρός όμως της ήταν όλο και πιο δύσκολο να αυτοεξυπηρετηθεί, να βγαίνει μόνη της έξω. Ακόμα και τότε ο Σάκης πλήρωσε μια γυναίκα να μένει μαζί της για να την αναλάβει μαζί με τις δουλειές του σπιτιού και να την συνοδεύει στους περιπάτους της. Κι όταν πια δεν μπορούσε να περπατήσει καθόλου, την πήρε στο σπίτι του και την φρόντιζαν εκεί. Το σπιτάκι της έμεινε ακατοίκητο για αρκετά χρόνια, άρχισαν να πέφτουν οι σοφάδες της μάντρας του, να σπάνε τα κεραμίδια του, ρήμαζε, και το μόνο που του έδινε ζωή ακόμα, ήταν εκείνη η θεριεμένη κληματαριά του, που ξεκίναγε από το πάτωμα της μικρής αυλής και σπέπαζε όλο το σπίτι.

 Είναι παράξενο το πως με την τόση εγκατάλειψη αυτό το δέντρο εξακολουθούσε να δίνει τα πράσινα φύλλα του, και τα υπέροχα κόκκινα σταφύλια του στη διάρκεια του καλοκαιριού. Τα σπίτια δίπλα του γκρεμίστηκαν και έγιναν μέρος μιας κανούργιας πολυκατοικίας, αυτό όμως κρατήθηκε στη γωνιά του δρόμου μόνο του, σαν διαχρονική υπόσχεση αφήγησης ενός εξωτικού παραμυθιού. 

Πριν λίγους μήνες πέρασα και είδα το δέντρο τελείως κλαδεμένο. Όλα τα παρακλάδια από τη στέγη που το σκέπαζαν με τα φύλλα τους είχαν μετακινηθεί. Το δέντρο δεν είχε καταστραφεί, είχε κοπεί με τρόπο που να του επιτρέψει να ξαναφουντώσει. Μετά από λίγο καιρό είδα πράγματα παλιά να μεταφέρονται στα σκουπίδια από μέσα του μέχρι που άδειασε τελείως. Ύστερα ήρθε ένας άνθρωπος και άρχισε να δουλεύει μέσα  με την πόρτα ανοιχτή. Σε χρόνο ρεκόρ ξήλωσε όλη την οροφή και έφτιαξε μια νέα βάση για καινούργια κεραμίδια. Την έφτιαξε από την αρχή. Μετά άρχισε να στοκάρει τους τοίχους και προχώρησε στο βάψιμο. Γκρέμισε το παλιό καμπινεδάκι στην αυλή και έχτισε ένα άλλο, που μάλλον του έδωσε πρόσβαση με εσωτερική πόρτα προς το δωμάτιο. Μπήκαν καινούργια, πόρτα και παράθυρο αλλά ξύλινα πάλι από χοντρό σκουρόχρωμο καφέ ξύλο, και βάφτηκε το μαντράκι της αυλής, τα κάγκελα, ενώ μέχρι να γίνουν αυτά, έβγαλε καινούργια κλαδιά και φύλλα η κληματαριά. Ύστερα είδα δυο μεγάλα βαρέλια με φυτά, ένα στην κάθε πλευρά της πόρτας, ένα ρόπτρο πάνω στην αυλόπορτα, ένα μεταλλικό χεράκι που με αυτό χτυπάς αντί για κουδούνι, και μια σειρά κεραμιδάκια πάνω από τον προστάτη της πόρτας με ένα μικρό θυρεό στη μέση. Ένα ζηλευτό παραδεισάκι στα πόδια της πολυκατοικίας, που περίμενε τον νέο ιδιοκτήτη του. 

Στο μεταξύ πέθανε η Χαρούλα και οι λίγοι παλιοί εναπομείναντες μαζί με κάποιους νεότερους γείτονες που πρόλαβαν να τη γνωρίσουν πήγαν να την αποχαιρετίσουν στην τελευταία της κατοικία. Περίμενα να δω ένα ενοικιαστήριο πια στο ανακαινισμένο παραδεισάκι, έτσι το έλεγα. Αλλά για μήνες παρέμενε ακατοίκητο παρά την ανακαίνιση και απορούσα. Ώσπου μια μέρα είδα έναν τύπο στην αυλή να ποτίζει τα λουλούδια και το δέντρο. ! 

"-Α, καλώς ήλθατε! Επιτέλους κάποιος ήρθε να του δώσει ζωή. Το νοικιάσατε; θα μείνετε εδώ;" Τον ρώτησα χαρούμενη. 

-Εγώ όχι ελληνικά, Ιταλία. Μου απάντησε λίγο μουδιασμένα. 

Επανέλαβα τη φράση μου με τα τσάτρα πάτρα ιταλικά μου. 

-Μα όχι, το αγόρασα με επιθυμία του πατέρα μου. Η κυρία που έμενε εδώ στην κατοχή, τον έσωσε κρυβοντάς τον από τους Γερμανούς. Όμως είδα εγώ ότι είναι μια όμορφη γειτονιά, ζεστή σαν πατρίδα μου τη νιώθω. Και θα περνάω εδώ λίγους μήνες κάθε χρόνο τώρα που θα βγω στη σύνταξη. Άλλωστε είναι και η εγγόνα μου εδώ πιο πάνω. Έχει ξέρετε παντρευτεί το γιο του Σάκη. Τον εγγονό της Χαρούλας δηλαδή. 

-Μα καλά πότε; είχατε ξανάρθει; 

-Ναι ναι. Είχαμε ξανάρθει πριν από χρόνια να τους ψάξουμε. 

-Με τον πατέρα σας μαζί; Συναντήθηκαν με τη Χαρούλα;

-Όχι δυστυχώς, ο πατέρας δεν μπορούσε να ταξιδέψει. Μίλησαν όμως από το τηλέφωνο. Ω, ήταν πολύ συγκινητικό. Αυτό έγινε ...και ύστερα τα παιδιά μας αγαπήθηκαν"

Αυτά έγιναν και ύστερα το σπιτάκι ζωντάνεψε. Αυτό το ανακαινισμένο παραδεισάκι της Αναξαγόρα στα πόδια της πολυκατοικίας, που σηματοδοτεί την συνέχεια μιας ιστορίας που δεν πρόλαβε να αρχίσει αλλά ούτε και να τελειώσει ποτέ. 









 


Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΑ

Είναι χρόνια που έχουν τελειώσει όλ' αυτά. Με κάποιον τρόπο τα κράτησα μέσα μου γιατί ένιωθα πως δεν είχε μπει η τελεία του τέλους. Κάθε τέλος που έζησα έχει αφήσει στον αέρα την υπόσχεση μιας συνέχειας στο μέλλον. Και ιδέα δεν έχω γιατί έτσι έπεφταν τα πράγματα μέσα μου. Καταλάγιαζαν διατηρώντας την γλυκιά ελπίδα αυτής της συνέχειας σε κάποιο άλλο χρόνο και διάσταση ακόμα. Και είχα αυτό το σλόγκαν, "Τίποτα δεν τελειώνει οριστικά ποτέ¨. Τα σκαμπανεβάσματα της ζωής σε φέρνουν μπροστά σε καταστάσεις γνώριμες συχνά, μάλιστα όσο μεγαλώνεις τόσο περισσότερο πέφτεις επάνω τους. Από αυτές, μερικές τις ζεις σαν συνέχεια μιας παρελθοντικής κατάστασης για την οποία έχεις την ευκαιρία τώρα να ορίσεις εσύ την κατάληξή της. Μικροί κύκλοι, δαχτυλήθρες που μπαίνουν η μία μέσα στην άλλη και συνθέτουν αυτό που αποτελεί την ιστορία σου, στο αδιάφορο περασμά σου από τη ζωή. 

Η αγάπη, ένα μόνιμο ζητούμενο, μια ασταθής κατάκτηση  πάει κι έρχεται με τα πρόσωπα, με τις εποχές, τις συνθήκες, πεθαίνει κι ανασταίνεται σαν εφήμερη ύπαρξη· κι όμως, μόνη αυτή από όλα τα άλλα συναισθήματα μπορεί να αγγίξει την αθανασία, την αιωνιότητα, το ατελεύτητο της ανθρώπινης ψυχής. Γιατί δεν το κάνει; Γιατί σβήνει μαζί με τις ανθρώπινες σχέσεις; Γιατί παραμένει καρφωμένη κάτω στη γη διαποτισμένη από την πίκρα του ανεκπλήρωτου; 

Πάντα τα ρωτούσα αυτά τα πράγματα μετά το τέλος μιας έντονης ερωτικής σχέσης, όταν ο έρωτας είχε κορεστεί και ξεθυμάνει, όταν η επανάληψη σκότωνε τη φαντασία, ή το προσδοκώμενο αποδεικνυόταν ουτοπία. Και μετά συνέχιζα τη ζωή μου ξαναρχίζοντας. Και φυσικά, παρά τις αποδείξεις του αντιθέτου, ποτέ δεν πίστευα ότι θα θελήσω να ξαναζήσω αυτά τα έντονα συναισθήματα με τη γνωστή κατάληξη. 

Ούτε και κείνη τη φορά που δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει η βάρδια μου και να πάρω το δρόμο για το σπίτι, ενάμισι χιλιόμετρο μέσα στη νύχτα. Φοβόμουν κι όλας, στο δρόμο δεν υπήρχε φωτισμός και χρησιμοποιούσα ένα φακό που έπνεε τα λοίσθια. 

Άκουσα φωνές από πολλά άτομα, τραγούδια από μια παρέα που πλησίαζε αλλά ήταν ακόμα μακριά, κατέβαιναν προς την παραλία. Μια κιθάρα συνόδευε απαλά τις φωνές και όλο αυτό μαζί με τον αφέγγαρο αλλά έναστρο ουρανό και τα μουγκανητά των ζώων που κατά καιρούς εξέφραζαν τα νυχτερινά τους παράπονα, ένα κατσίκι εδώ, μια αγελάδα παραπέρα, με έκαναν να νιώθω ότι βρίσκομαι στην καρδιά ενός παράδεισου που ελάχιστα μπορούσα να δω και περισσότερο ήμουν ικανή ν' ακούσω. Μόνο τ' αστέρια ήταν ορατά που διέγραφαν την τροχιά τους από το ένα σημείο στο άλλο, και μέσα στο βάθος του ουρανού, στο ποτάμι του γαλαξία έβλεπα μια σκιά να χορεύει αλλάζοντας σχήματα. Έλεγα πως αυτή είναι το αιθέριο σώμα της αγάπης, η πηγή από την οποία κατεβαίνουν και ξεχύνονται τα μόρια της μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Έλεγα πως ένα κομμάτι από αυτό το ουράνιο σώμα αντιστοιχούσε σε μένα και πως περίμενε την ευκαιρία να κατέβει και να με κατακλύσει ολόκληρη και οριστικά. 

Τι είναι αυτό που στρέφει τους ανθρώπους στις ελπίδες τους δεν ξέρω. Γιατί μετουσιώνουν οι άνθρωποι την ανάγκη της αναγνώρισης και της αποδοχής, την ανάγκη της συμπόρευσης και της συνεύρεσης σε ανάγκες άλλου θρησκευτικού τύπου, ούτε κι αυτό το ξέρω. Σάμπως το να αρπάζεσαι από την ελπίδα της αιώνιας ζωής μέσω της θρησκείας, δεν είναι το ίδιο με το άρπαγμα οποιασδήποτε ελπίδας έχει μέσα της τη λαχτάρα της ύπαρξης; Υπάρχεις μόνο εφόσον γίνεις αντιληπτός και ορατός είτε από έναν άλλο άνθρωπο είτε από έναν Θεό. Κι επειδή ένας Θεός δεν θα σου το πει ποτέ αυτό, δεν θα στο δείξει, του δείχνεις εσύ την αναγνώριση της ύπαρξής του με την ελπίδα της ανταπόδοσης. Και με τον έρωτα τα πράγματα λειτουργούν κάπως παρόμοια, μόνο που οι απαντήσεις δίνονται άμεσα. Η αμοιβαιότητα εδώ είναι μια απαραίτητη   προύπόθεση, είναι αυτό που ξεχωρίζει το πραγματικό από το φαντασιακό, τη συναυτουργία από την στείρα εμμονή. 

Και η παρέα κατηφόριζε το δρόμο πλησιάζοντας και η ένταση από τις φωνές μεγάλωνε, το τραγούδι έγινε ξεκάθαρο, η κιθάρα πάνω του μαγευτική, και το δικό μου βάδισμα όλο και πιο αργό, για να με φτάσουν όσο πιο αργά γινόταν, να τους έχω ακόμα μπροστά μου όσο διαρκούσε το τραγούδι, και να συνεχίσω να βλέπω εκείνη την αιθέρια σκιά μέσα στο ποτάμι του γαλαξία, να κατεβαίνει, να μου έρχεται, να με φτάνει. 

Και ήταν αυτή μια άλλου τύπου ένταση, με πλήρη την απουσία του ερωτικού μου αντικειμένου, αφού ακόμα δεν είχε εμφανιστεί, ή επανεμφανιστεί αυτό, μετά τον τελευταίο μου χωρισμό και το τέλος της αναπόλησης. Ήταν η αίσθηση μιας ετοιμότητας και η παραδοχή πως όλα μπορούν να συμβούν, όλα γίνεται να τα ξανανιώσει κανείς, να τα ξαναζήσει, να τα διαχειριστεί καλύτερα, και πως όλες οι  μέχρι τώρα αποτυχίες δεν ήταν παρά εύνοια της τύχης, οι πολλαπλές πιθανότητες που μέσα τους, μπορεί να περάσει απαρατήρητη  η μία μοναδική ευκαιρία. "-Χόρεψε αγάπη μου εσύ εκεί πάνω, χόρεψε". 

"Πάνω στην άμμο την ξανθή, γράψαμε τ' όνομά της. Ωραία που φύσηξε ο μπάτης, και σβήστηκε η γραφή". Συμφωνούσαν και τα λόγια του τραγουδιού με τις σκέψεις μου. Με κάποιον τρόπο. 

Και ύστερα η παρέα βρέθηκε δίπλα μου, στην απέναντι μεριά του δρόμου, συνεχίζοντας να κατεβαίνει προς την παραλία τραγουδώντας. Με προσπέρασε, κάποιος είπε "καλησπέρα", αντιχαιρέτισα και συνέχισα το δρόμο μου παλεύοντας με το φως του φακού μου. Από την ομάδα των έξι εφτά ατόμων, κρατούσαν φακό οι δύο και είχαν ένα φως αρκετά δυνατό για να βλέπουν στο δρόμο αλλά και να εξερευνούν τα χωράφια και τα κτίρια που προσπερνούσαν. 

Καμιά τριανταριά βήματα πιο πέρα αφότου απαμακρύνθηκα, ο φακός μου έσβησε για τα καλά. Περπάτησα λίγο στο απόλυτο σκοτάδι, τα άστρα δεν φωτίζουν κάτω, μόνο το φεγγάρι μπορεί να σου κάνει το διάβα ευκολότερο. Ήταν  πηχτό το σκοτάδι του δρόμου, ίσως και για το γεγονός ότι ήταν η μαύρη άσφαλτος που το έκανε ακόμα πιο πηχτό, ώστε δεν είδα τη λακούβα που έπεσα μέσα της. Έβγαλα μια αθέλητη κραυγή πόνου κι έμεινα λίγο κάτω τρίβοντας το πόδι που στραπούληξα, ελπίζοντας πως θα καταφέρω μετά από λίγο να σηκωθώ και να συνεχίσω το δρόμο μου. Και σε κείνο ακριβώς το σημείο το ένα από τα φώτα  της παρέας που με είχε προσπεράσει, έπεσε πάνω το προσωπό μου."- Είστε καλά; θέλετε βοήθεια; -Στραμπούληξα νομίζω το πόδι μου, έχει χαλάσει ο φακός μου..." Όλη η παρέα βρέθηκε με μιας δίπλα μου. Άλλος έλεγε να κάτσει κάποιος μαζί μου  και να πάνε οι υπόλοιποι να βρουν αμάξι στο λιμανάκι που κατευθύνονταν για να με πάνε με αυτό στο σπίτι μου, άλλος να με υποβαστάξουν και να με πάνε σιγά σιγά με τα πόδια, ένας φώναξε, "Που είναι οι γάιδαροι όταν τους χρειάζεται κανείς;" και γενικά υπήρχε ένα κλίμα ευθυμίας μαζί και μικρής ανησυχίας για μένα. μέχρι που αποφάσισα να πάρω την κατάσταση  στα χέρια  μου. Σηκώθηκα, τους ευχάριστα έναν έναν και όλους μαζί και τους δήλωσα ότι νιώθω αρκετά καλύτερα και μπορώ να συνεχίσω μετά το σοκ του πεσίματος, περπατώντας σιγά σιγά μέχρι το σπίτι, το πόδι μου ήδη το ένιωθα καλύτερα. Τότε είπαν να μην πάω μόνη μου, χωρίς φως και χωρίς τη ικανότητα να μπορώ να τρέξω αν για οποιονδήποτε λόγο χρειαζόταν, θα ήταν καλύτερα να είναι κάποιος μαζί μου, άλλωστε το χωριό δεν απείχε παρά δέκα λεπτά από το σημείο εκείνο, δεν θα ήταν κάπος για κανέναν. 

Ένας απ' όλους, εκείνος που έτρεξε πρώτος με το φακό, ο Αύγουστος, έτσι τον έλεγαν, και στην ερωτησή μου αν εννοούσε Αυγουστής, ήταν κατηγορηματικός, -Όχι, Αύγουστος. Είπε στην παρέα να συνεχίσει την πορεία για το λιμανάκι, θα ερχόταν εκείνος να με συνοδέψει, και μετά θα πήγαινε να τους συναντήσει. Αποφασίστηκε, φύγανε, μείναμε οι δυο μας και αρχίσαμε να προχωράμε σιγά σιγά με συχνές στάσεις για να ξεκουράζω το πόδι μου. Ένιωθα τυχερή κι ευγνώνων για εκείνη τη συνάντηση, έψαξα το σώμα στο γαλαξία, είχε ακινητοποιηθεί δεν το ξεχώριζα πια και η κιθάρα και οι φωνές της παρέας, είχαν αντικασταθεί από την ευχάριστη φωνή του Αύγουστου που με ρώταγε διακριτικά πράγματα για μένα, και μου έδινε κάποιες πρώτες πληροφορίες για τον ίδιο. 

Φτάσαμε στην είσοδο του χωριού, του είπα πως μπορούσα από εδώ και πέρα να συνεχίσω μόνη μου, τον παρότρυνα να φύγει για να πάει στην παρέα του και τον ευχαρίστησα. Με ρώτησε αν είμαι σίγουρη πως θα είμαι καλά και με τα πολλά αποφάσισε να με αφήσει. Και ξαφνικά με φώναξε, γυρίζοντας πίσω, "-Ξέχασα να σε ρωτήσω, που δουλεύεις κάτω εκεί, στο λιμανάκι; -Στο εστιατόριο πάνω στην παραλία. -Και είσαι πάντα βραδινή; -Πάντα βραδινή, ναι". Έφυγε, προχώρησα κι εγώ, μπήκα στο σπίτι. 

Πάνω στην πλατεία του χωριού εκείνο το βράδυ είχαν το γλέντι ενός γάμου, και δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα. Κάθε τόσο άλλαζα την κομπρέσα με τον πάγο πάνω στον αστράγαλο, και γύριζα τις σελίδες ενός βιβλίου που προσπαθούσα να τελειώσω εδώ και ένα μήνα, αφότου ξεκίνησα τη δουλειά στο εστιατόριο.  Ένα άλλο βιβλίο κι αυτό μέχρι τη μέση διαβασμένο ήταν η βιρτζίνια Γουλφ που θαύμαζα, αλλά με κούραζε η απουσία σημείων στίξης στη γραφή της, δεν ήμουν συνηθισμένη σε ασυνήθιστες γραφές. Πήγα στο σαλόνι και πήρα την τοπική εφημερίδα που έφερνε στο σπίτι ο πατέρας μου, κλείστηκα στο δωματιό μου κι άρχισα να την ξεφυλλίζω νυσταγμένα μέχρι που μια είδηση με ξύπνησε για τα καλά. "Ο διεθνούς φήμης ζωγράφος "Αύγουστος" με  την παρέα του, μας τιμούν αυτές τις μέρες με την παρουσία τους στο νησί, φιλοξενούμενοι του συντοπίτη μας καλλιτέχνη εικαστικού Ν.Τ". Ο συντοπίτης μας καλλιτέχνης εικαστικός Ν.Τ ήταν θείος μου και είχε το σπίτι του μέσα στο χωριό, ήταν ξεκάθαρο και όχι σύμπτωση το όνομα, ο ανθρώπος που με συνόδεψε μέχρι σχεδόν έξω από το σπίτι ήταν ο "διεθνούς φήμης ζωγράφος". Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη αρχικά αλλά σε μια δεύτερη σκέψη δεν την βρήκα καθόλου ευχάριστη. Τους συνειρμούς δεν τους θυμάμαι. Θυμάμαι όμως την αποφασή μου να μείνω μακριά από το σπίτι του θείου μου, για το διάστημα που είχε αυτούς τους φιλοξενούμενους. 

Με τον αστράγαλο σε επίδεσμο την άλλη μέρα στη δουλειά προσπαθούσα να αγνοήσω τις ενοχλήσεις του πόνου, μικρού στην αρχή που όμως όσο πέρναγε η ώρα και το πόδι κουραζόταν, ο πόνος μεγάλωνε. Μάζευα τα τραπέζια, έστρωνα καινούργια τραπεζομάντηλα, μετέφερα τους γεμάτους δίσκους στην κουζίνα, έπαιρνα παραγγελίες, έφερνα τις σαλάτες και τα κουβερ. Όταν ήθελα να ξεφύγω από όλα αυτά, όταν ο φόρτος εργασίας δεν απαιτούσε και τη δική μου παρουσία εκεί, έπαιρνα μια πηρούνα με ένα μακρύ κοντάρι και κυνηγούσα τις τσιγαρόγοπες στην άμμο. Είναι απίστευτο το που μπορεί να βρει κανείς καταφυγή και ηρεμία σε ένα περιβάλλον τρελό, γεμάτο φωνές, εντολές και διαμαρτυρίες συχνά. Κι εκεί πάνω στην άμμο, κοντοστεκόμουν για να χαζέψω το φεγγάρι πάνω από το νερό όταν είχε φεγγάρι ή να αναζητήσω τη σκιά στο γαλαξία, όταν είχε αστέρια.  

Χωρίς αυτές τις μικρές δραπετεύσεις, ανάσες τις έλεγα εγώ, δεν έβγαινε το οχτάωρο στην τρεχάλα και οι εργοδότες μου μάλλον το ήξεραν αυτό, γιατί δεν διαμαρτυρήθηκαν ποτέ. Ίσως πάλι, καθώς είχα δεχτεί να δουλέψω χωρίς ένσημα, αφού η σαιζόν ήταν μικρή και έπρεπε να συγκεντρώσω χρήματα, και καθώς το ωράριο ήταν πέρα από κάθε νόμο τραβηγμένο, να θεωρούσαν πως με κάποιο τρόπο μου τις όφειλαν αυτές τις ανάσες, ή να φοβόντουσαν πως θα τους παρατήσω στα μισά της σαιζόν. Ανάσες λοιπόν με την πηρούνα στο χέρι, καρφωμένη μέσα στη άμμο να τη χρησιμοποιώ σαν υποστήριγμα για την ανακούφιση του ποδιού μου, με το βλέμμα χαμένο κάπου στο ανέμελο μέλλον μου, που έπρεπε να περάσει από τα σαράντα κύματα, τα φεγγάρια και τις αστροφεγγιές του νησιού μου. Απέβαλα τους θορύβους του μαγαζιού εκείνες τις στιγμές, άκουγα μόνο το φλοίσβο της θάλασας και τους γρύλλους, και μέσα στο κεφάλι μου έπαιζαν οι στίχοι κάποιου τραγουδιού ή μια σκέτη μελωδία. 

Επιστρέφοντας στο μαγαζί από την άμμο, είδα μια μεγάλη παρέα καθισμένη γύρω από τρία κολλημένα τραπέζια κι έτρεξα ανήσυχη να τους εξυπηρετήσω. Η ματιά μου δεν έπεσε αμέσως στο θείο μου ή στον Αύγουστο, γι' αυτό κι έβγαλα μια μικρή κραυγή έκπληξης όταν τους αντίκρυσα. Γέλασαν εύθυμα και μου είπαν ότι αποφάσισαν να έρθουν να φάνε εκεί, για να διαπιστώσουν αν είμαι καλά, απόφαση του Αύγουστου όταν ο θείος μου τους πληροφόρησε πως το κορίτσι που βοήθησαν το προηγούμενο βράδυ, ήταν η ανιψιά του. Παρατήρησαν πως κατέβαλα προσπάθεια για να περπατώ ίσια, και προσφέρθηκαν να με βοηθήσουν. Αυτοί έστρωσαν το τραπέζι και τοποθέτησαν ποτήρια και σερβίτσια πάνω του, τις μπύρες και τα αναψυκτικά που πήραν μόνοι τους από το ψυγείο, εγώ τους έφερα μόνο τα ορεκτικά. Ύστερα απαίτησαν από τον μαγαζάτορα να μου επιτρέψει να καθίσω μαζί τους, και καθώς φαινόταν πως αυτοί θα ήταν και οι τελευταίοι πελάτες της βραδιάς, εκείνος μου το επέτρεψε. Ήταν μια όμορφη, αναπάντεχη αλλαγή της ρουτίνας μου αυτή, κάτι που με γέμισε χαρά και με έφερε στο κέφι. Ήπια και τραγούδησα μαζί τους, η κιθάρα που κουβαλούσαν πάντα μαζί τους πέρασε στα χέρια μου. Τα τραγούδια που έπαιζα δεν ήταν εύθυμα, έπαιζα μόνο πολιτικά, αλλά είχα συγκαταλέξει στο ρεπερτοριό μου και το "αστέρι του βοριά" που διάλεξα να πω για την περίσταση. "Το αστέρι του βοριά, μια νύχτα με αστροφεγγιά..." σχολίασε ο θείος μου όταν σταμάτησα να τραγουδώ. "-Τραγούδησε το αστέρι μας, του Λογαρά" συμπλήρωσε ο Αύγουστος και γέλασαν συναινετικά όλοι και μουγγάθηκα εγώ. Άρπαξα το ποτήρι μου με την μπύρα και το σήκωσα στην παρέα, βίβα, το κατάπια μονορούφι και είδα όλα τ' αστέρια του ουρανού πάνω στο τραπέζι. Αλλά η μπύρα κύλησε γλυκά μέσα μου, πέρασε από τους φρουρούς της απαγόρευσης επιθετικά, αγνόησε τις κοκκινίλες του δερματός μου, τον γρήγορο ρυθμό της καρδιάς μου και γέμισε το κεφάλι μου με τη φράση εκείνη, ήμουν ένα αστέρι που χόρευε μέσα στο γαλαξία, ένα ευτυχισμένο αστέρι που γνώριζε την τροχιά και την πτώση του.

Η παρέα σηκώθηκε να φύγει όταν κουράστηκε, εγώ δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω, έπρεπε να μείνω και να βοηθήσω στο κλείσιμο του μαγαζιού. Φίλησα το θείο μου, τους καληνύχτισα και μπήκα στην κουζίνα. Όταν τέλειωσα το μάζεμα εκεί και βγήκα για τις καρέκλες, είδα τον Αύγουστο να βοηθά το μαγαζάτορα, τις είχαν μαζέψει όλες, δεν είχε μείνει για μένα δουλειά. "-Τι παριστάνει ο διεθνούς φήμης εδώ τώρα...." αναρωτήθηκα εύθυμα, ενώ την ίδια στιγμή μια ανησυχία με κατέλαβε, ένα άγχος, καθώς κατάλαβα τις προθέσεις του και δεν ένιωθα έτοιμη γι' αυτές. Οι καλλιτέχνες δεν χάνουν χρόνο με τα τυπικά, όταν δουν κάτι που τους αρέσει θα το θελήσουν, κι όταν κάτι δεν τους αρέσει θα στο πετάξουν τα μούτρα. Έτσι τα σκεπτόμουν τα πράγματα κι όσο πιο πολύ γύριζε αυτή η σκέψη στο μυαλό μου τόσο πιο πολύ αγχωνόμουν. Όμως ξαφνικά μου αποκαλύφθηκε το πρόσωπο ενός εύθυμου μικρού παιδιού, που ήταν έτοιμο να κάνει τα πάντα για να ευχαριστήσει έναν ενήλικα κι αυτό, πέραν της συγκίνησης που μου προκάλεσε, με έκανε και να γελάσω πολύ. "Ελένη θα σε πήγαινα εγώ στο σπίτι σου απόψε με το αμάξι επειδή βλέπω ότι πονάς, αλλά ο κύριος από εδώ μου είπε ότι έχει έρθει με το αμάξι του, μένει στο χωριό και θα σε πάει εκείνος", μου είπε ο εργοδότης μου κι αμέσως μετά μας καληνύχτισε και μπήκε στο μαγαζί. Είπα ένα ηλίθιο "ευχαριστώ" αμήχανη κι ο Αύγουστος γέλασε. "-Την τύχη να ευχαριστείς" μου απάντησε, "και...το αστέρι του βοριά σου". Δεν είχα κάτι να πω. Μείναμε σιωπηλοί μέχρι που το αμάξι έφτασε στην είσοδο του χωριού. Ούτε ερωτήσεις πια, ούτε λόγια για να σπάσει η αμηχανία. Κι όταν σταμάτησε,  

"-Πως και  δεν είπες κουβέντα στη διαδρομή;" τον ρώτησα. "-Εσύ απ' ότι μου έδειξες χθες, μιλάς πολύ.

 -Έχεις δίκιο. Πάλεψα πολύ  για να κερδίσω αυτή τη σιωπή. Εσύ γιατί δεν μίλησες;

-Δεν είχα κάτι να πω. 

-Πες το λίγο καλύτερα αυτό. 

-Πως δηλαδή; 

-Κοίταξε, έκανα αυτό που ανέλαβα σαν χρέος να κάνω, σε έφερα στο σπίτι. Αν θέλεις όμως να μιλήσουμε, αυτό δεν είναι το μέρος για να το κάνουμε. Θέλεις να φύγουμε; να πάμε κάπου αλλού; 

-Ναι!"

Έβαλε πάλι μπροστά το αμάξι και φύγαμε. Τα μπαρ εκείνη την ώρα ήταν γεμάτα από κόσμο και φασαρία, δεν τον θέλαμε τον κόσμο. Δεν θέλαμε ούτε πιούμε ούτε να διασκεδάσουμε με την παρουσία άλλων. Θέλαμε να είμαστε μόνοι, οι δυο μας και να μιλήσουμε. Πήγαμε σε μια έρημη παραλία, το νησί ήταν γεμάτο από αυτές τη νύχτα. "-Ρώτα με τώρα" μου λέει. 

"-Γιατί εμένα;" του απαντώ. 

"Δεν υπάρχει γιατί. Γιατί εσένα. Αν επιμένεις όμως θα σε ρωτήσω το ίδιο. Γιατί εμένα; -Γιατί εσένα". 

Όταν είσαι μέσα σε κάτι δεν μπορείς να το δεις. Είχα χάσει το γαλαξία. Η παύση της σκέψης σε εμποδίζει να δεις το πριν και το μετά, υπάρχει μόνο το αιώνιο "εδώ και τώρα". Μακάριοι όσοι γνώρισαν μέσα του τον παράδεισο. Ευλογημένοι για πάντα. 

"-Ξημέρωσε κοριτσάκι ξύπνα, θ' ανησυχήσουν οι γονείς σου". 

Άνοιξα τα μάτια μου. Οι πρώτες ανταύγιες του ήλιου φώτιζαν αχνά το λόφο στα δεξιά μας, δεν είχαν περάσει ακόμα οι ακτίνες από πάνω του. Θαλασσινή μυρωδιά το σώμα του κρυστάλλινοι ήχοι νερού η φωνή του, κούρνιασα περισσότερο στην αγκαλιά του. "Δεν θέλω σου λέω..."  

Ήταν όλα γέλιο. Κάθε φράση, κάθε γκριμάτσα, κάθε κίνηση ή αναστεναγμός. Ήταν όλα χαρά, ακόμα και η καληνύχτα. Ακόμα δεν υπήρχε χώρος για σκέψεις. Θα βυθιζόμουν σε έναν ύπνο γεμάτο από όνειρα με ότι έζησα και ότι δεν έζησα μαζί του, θα ολοκληρωνα μέσα του τη πλήρωση της αιώνιας συνεύρεσης κι αν ήμουν τυχερή μπορεί και να μην ξυπνούσα. 

Ξύπνησα όμως. Μου φάνηκε πως μέσα από τη φωτογραφία της η Βιρτζίνια Γουλφ μου έβγαλε τη γλώσσα της. "-Σιγά μην τα ξέρεις εσύ καλύτερα" μουρμούρισα και γύρισα το βιβλίο ανάποδα. Θα έπινα τον καφέ μου ήρεμα στην τζαμαρία μου, όπως έκανα κάθε πρωί. Τώρα βέβαια ήταν πια μεσημέρι, σε λίγο θα έπρεπε να ετοιμαστώ για τη δουλειά, αλλά δεν βιαζόμουν. Κάτω στο δρόμο οι γυναίκες έβαφαν τις πλάκες με άσπρο ασβέστη, η μεγάλη γιορτή της Παναγίας πλησίαζε. Ο τεράστιος ευκάλυπτος στο μπροστινό χωράφι ξεμαλλιαζόταν με τον άνεμο. Ένας βοριάς δυνατός που γλύκαινε τη ζέστη του καλοκαιριού, δεν μπορούσε να εμποδίσει τον ήλιο να χτυπήσει τα μάτια μου, που κράταγα επίμονα ανοιχτά για να μη χάσω την εικόνα. Κι αυτή η ζωογόνα ζέστη του ξύπνησε σιγά σιγά τα κοιμισμένα μέλη μου που άρχισαν να θυμούνται. "Τι όμορφη, όμορφη που είσαι ζωή!" ψιθύρισα, λίγο πριν με φτάσουν τα λόγια των γυναικών που άσπριζαν το σοκάκι, σχολιάζοντας τα νέα της μέρας.

"Μα κι αυτός; ξενυχτισμένος λένε οδηγούσε, ποιος ξέρει, από κανένα μπαρ θα γύριζε. Ορίστε τ' αποτελέσματα. Κρίμα το παλικάρι, ήρθε να κάνει τις διακοπές του στο νησί μας κι έγινε ο τάφος του. Τι κατάρα είναι κι αυτή που μας βρήκε... Και το σπίτι κλειστό, έχουν φύγει όλοι, ακόμα και ο Ν.Τ 

-Ε θα πήγε να κανονίσει τη μεταφορά της σωρού, αφού σε κείνον έμενε..."

" Τι άτιμα τα παιχνίδια σου ζωή..." ψιθύρισε κάτι μέσα μου και μέσα από το θανατό μου. 

Τώρα είμαι εδώ, χρόνια πολλά μετά, ζωντανή, κι έχω το βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ στα χέρια μου, που μόλις ξαναδιάβασα και απόλαυσα. Ήξερε ναι κάτι περισσότερο από μένα, τότε. Όχι τώρα. Αλλά και πάλι, ποτέ δεν ξέρεις. 

Παρ' όλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω πως κάθε τέλος που έζησα, έχει αφήσει στον αέρα την υπόσχεση μιας συνέχειας στο μέλλον, αυτής της ζωής. Και θα το πιστεύω. Για πάντα.








Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Τα χαμένα παιδιά

 Ο Παρασκευάς, ο Πάκης, ο Πέτρος, η Ελένη, ο Στέλιος ο Κούλης. Παιδιά που δεν μεγάλωσαν πνευματικά κι έζησαν δίπλα σε ανθρώπους που ανέλαβαν να παίξουν το ρόλο του γονιού. Πολλές οικογένειες πήραν παιδιά από τα ιδρύματα, μ' ένα πρόγραμμα μηνιαίας επιδότησης για τη συντηρησή τους. Άλλα ήταν τυχερά άλλα όχι. Γνώρισα μερικά από αυτά αφότου ήρθα στην Καισαριανή. Τα γνώρισα χαρούμενα και περιποιημένα και σίγουρα αυτά, είχαν καλούς γονείς  Μπορούσες να τα πεις και τυχερά μέσα στην ατυχία τους. Και ύστερα η τύχη τους τελείωσε.

 Η Διαμαντία, μκρασιάτισσα που ζούσε μόνη της της και με αθεράπευτο πάθος στο σεξ, είχε πάρει τον Πάκη. Τον έφερε στη γειτονιά μωρό και τέτοια αδυναμία του είχε που ακόμα κι αυτοί που ήξεραν, δεν θυμόντουσαν πλέον πως δεν ήταν η πραγματική του μητέρα. Ότι έκανε και δεν έκανε είχε σαν στόχο τον Πάκη. Τον έβαλε σε σχολειά, του αγόραζε συνέχεια καινούργια ρούχα, τον έγραψε σε ομάδα ποδοσφαιρική γιατί το ποδόσφαιρο ήταν το πάθος του, τον άφηνε να βγαίνει βόλτες με τους συμπαίκτες του. Ο Πάκης ήταν ταλέντο στη μπάλα κι αυτό του το αναγνώριζαν όλοι. 

Η Διαμαντία εκτός από το πάθος της για το σεξ, είχε κι ένα άλλο πάθος. Το τραγούδι. Έλεγε όλα εκείνα τα μικρασιάτικα τραγούδια που έφερε μαζί της από την χαμένη πατρίδα, με την καθαρά νησιώτικη χρειά της φωνής της και χαμογελούσαν τα χείλη στη γειτονιά, κοκάλωναν στον αέρα τα χέρια της εργασίας γιατί η Διαμαντία τραγουδούσε, Α! 

Και καθώς τα χρόνια περνούσαν, μεγάλωσαν τα παιδιά, ο Στέλιος ο παναθηναϊκάρας γύριζε μ' ένα πράσινο κασκόλ και τραγουδούσε τον ύμνο της ομάδας του και η γειτονιά και η πλατεία τον προκαλούσε και τον πείραζε. Αν ήθελες να τον συγχύσεις φτάνει να του έβριζες την ομάδα και θα σου μάθαινε εκείνος όλες τις ακυκλοφόρητες βρισιές που αγνοούσες ότι υπάρχουν. Φτάνει να του έδειχνες κάποιον και να του έλεγες πως είναι ολυμπιακός κι έχανε ο Στέλιος τον έλεγχο προς τέρψη των θεατών του. 

Ο Παρασκευάς έγινε ένα παχύσαρκο παιδί που καθόταν με τις ώρες στη στάση του λεωφορείου και τσακωνόταν με τον εαυτό του, αφότου έχασε τη μάνα του. Είναι παράξενο το πως αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν τα περισσότερα με μια μάνα. Στην αρχή ο Παρασκευάς γύριζε στη γειτονιά που τον τάιζε, τον είχαν αναλάβει εναλλάξ, μετά τον χάσανε, ξανοίχτηκε στη μεγάλη Αθήνα, κανείς δεν ήξερε που πηγαίνει, αν είχε παρέες ποιες ήταν. Πριν καιρό, τον είχα δει στην πλατεία, μιλούσε πάλι με τον εαυτό του τσακωνόταν, ήταν βρώμικος και φορούσε σκισμένα παπούτσια, τα πόδια του ήταν πρησμένα και γεμάτα πληγές.

 Ο Στέλιος ήταν αδελφός της Ελένης, έμεναν στον ίδιο δρόμο με τον δικό μου. Το κορίτσι πάθαινε κρίσεις επιληψίας. Τον υπόλοιπο καιρό αφότου πέθαναν οι κηδεμόνες τους, προκαλούσε τους ανθρώπους στο δρόμο βρίζοντάς τους κι όποιος ήξερε, απέφευγε να της απαντήσει. Η Ελένη πέθανε πρώτη, πάνω σε μια κρίση. Ο Στέλιος έμεινε μόνος του για λίγο καιρό στο σπίτι που ήξερε για σπίτι του. Ύστερα κάποιοι ήρθαν και τον έβγαλαν από μέσα, τον πήγαν σε ένα ίδρυμα και λίγο καιρό μετά ακούστηκε ότι πέθανε κι αυτός. 

Ο Πέτρος γνωστός και ως Πετραν, δούλευε για τον δήμο στο νεκροταφείο για πολλά χρόνια. Είχε καταφέρει να παντρευτεί αλλά χώρισε τον ίδιο μήνα, μετά βγήκε στη σύνταξη πολύ νέος κι αφότου συνέβη αυτό χάθηκε από προσώπου γης μέχρι που έμαθα είχε πάθει καρκίνο και ήταν στο νοσοκομείο ως τη μέρα που πέθανε. Κι όταν έγινε αυτό, δεν βρέθηκε συγγενής να πάει να τον πάρει και τον έθαψαν στο νεκροταφείο του Σχιστού, εκεί που θάβουν τους αζήτητητους όταν πεθαίνουν. 

Η Διαμαντία όλο και πιο σπάνια έβγαινε στην αυλή να τραγουδήσει μέχρι που σταμάτησε τελείως. Είχε ξεπεράσει τα ενενήντα της χρόνια. Περνώντας έξω από την πόρτα της μια μέρα μου ζήτησε να της αγοράσω ψωμί. Της το πήγα και μετά τη ρώτησα τι κάνουν αυτή και  ο Πάκης. "-Καλά είμαστε για την ώρα, μια χαρά. Όταν φύγω δεν ξέρω τι θ' απογίνει ο Πάκης μου και στενοχωριέμαι. Ποιος θα αναλάβει τη φροντίδα του; Δεν έχω συγγενείς. -Δεν θα χαθεί κυρία Διαμαντία, όλο και κάποιος θα βρεθεί να τον φροντίσει, και η γειτονιά εδώ τον ξέρει και τον αγαπάει. -Και τα άλλα παιδιά τα ήξερε, είδες να έχει κανένα τους καλή κατάληξη;" 

Τι να της πεις τι να της απαντήσεις. 

Οι πολυκατοικίες δεν είχαν κλείσει όλους τους δρόμους και τα τετράγωνα ακόμα. Δεν είχαν αρχίσει οι αντιπαροχές και απέναντί μου νοίκιαζε ένα ζευγάρι, σε ένα χαμηλό διώροφο που είχε παντρεμένα παιδιά κι εγγόνια. Είχα ακούσει πως ο άντρας ήταν άπιστος, μπερμπάντης, και τον έβλεπα τον τελευταίο καιρό να μπαινοβγαίνει στο σπίτι της Διαμαντίας, οπότε τη ρώτησα. -Εσένα ποιος σε προσέχει τώρα που δεν μπορείς να κάνεις πολλά πια; -Έχω τον Πάκη μου, πηγαίνει αυτός για τα ψώνια και καθαρίζει κι όλας, φαγητό μου μαγειρεύει η Σούλα απέναντι και μου το στέλνει με τον Τάσο. Σήμερα ο Πάκης έφυγε νωρίς για προπόνηση και γι' αυτό σου είπα. Τι να το κάνεις, δεν τον αφήνουν να παίξει πια, μεγάλωσε και δεν ξέρεις πόσο του στοιχίζει. -Και πως πάει εκεί πάνω για προπόνηση; με τα πόδια; -Με τα πόδια βέβαια, τι σόι αθλητής θα ήταν αλλιώς...αλλά μερικές φορές τον βλέπει ο Τάσος που φεύγει και του λέει περίμενε θα σε πάω εγώ. Και τον πηγαίνει στο γήπεδο με το μηχανάκι. Ας είναι καλά δεν ξέρω τι έκανα χωρίς τον Τάσο. 

Εκείνη την ώρα ήρθε ο Τάσος ο γείτονας και πάρκαρε το μηχνάκι του έξω από την αυλή της. -Τι έχουμε εδώ; παρέα; ρώτησε τη Διαμαντία και μου χαμογέλασε. -Ε δεν την ξέρεις την Ελένη; απέναντι μένει! -Την Ελένη δεν ξέρω; Αφού η εγγόνα μου είναι όλη μέρα μέσα στο σπίτι της με την κόρη της. Τι λέτε εδώ κορίτσια μου; -Να της είπα να μου πάρει ψωμί γιατί λείπει ο Πάκης και δεν ήξερα τι ώρα θα έρθεις εσύ. -Α ρε Διαμαντία, δεν σου έχω πει να μου τηλεφωνείς; Γιατί έβαλες σε κόπο τη γυναίκα; -Δεν ήταν κόπος, εκεί πήγαινα έτσι κι αλλιώς. Του απάντησα. -Α εντάξει τότε. Κι εγώ τι θα την κάνω τώρα τη φραντζόλα που σου κουβάλησα; -Ε φάτην εσύ! -Καλά άσε, θα την πάω στη Σούλα να φτιάξει κεφτέδες μ' αυτήν που σου αρέσουν. 

Σιγουρεύτηκα πως η Διαμαντία ούτε εκείνη τη μέρα θα με χρειαζόταν άλλο ούτε καμιά άλλη στο μέλλον κι έφυγα. Για αρκετό καιρό δεν την ξαναείδα. Τα σπίτια μας ήταν δίπλα αλλά το δικό μου έχει κύρια είσοδο στον από πίσω δρόμο και δεν έβγαινα συχνά στο τετράγωνο  που ήταν το δικό της. Δίπλα μου ακριβώς βρίσκεται ένα καφενείο, τώρα είναι κλειστό αλλά υπάρχει από τότε που ήρθα κι αλλάζει ιδιοκτήτες κάθε τόσο. Οι μόνιμοι πελάτες κάθονται στα τραπέζια έξω από το πρωί μέχρι το βράδυ που κλείνει. Ακούω αθελά μου όλα τα νέα της γειτονιάς από αυτούς και μια μέρα άκουσα πως ο Τάσος, έχει χαθεί από την παρέα γιατί βολεύει τη γριά με σκοπό να της φάει το σπίτι. 

Και ύστερα πέθανε η Διαμαντία. Πριν πεθάνει είχε αναφερθεί δίπλα, ότι την πήρε και την πήγε στην Κόρινθο ο Τάσος, σε δικό του συμβολαιογράφο.  Η Διαμαντία δεν ήξερε να διαβάζει κι έβαζε σταυρό για υπογραφή. Εκεί την έβαλε και υπέγραψε το συμβόλαιο για τη μεταβίβαση του τίτλου στο ονομά του κι έβαλε λέει η Διαμαντία ως μοναδικό όρο γι' αυτό, να μένει μέσα ο Πάκης για το υπόλοιπο της ζωής του, και να τον φροντίζει η οικογένεια. 

Ο Πάκης χάθηκε από τη γειτονιά. Το σπίτι της Διαμαντίας μαζί με τα διπλανά του τετραγώνου έιγνε πολυκατοικία, τώρα κι αν δεν έχω λόγο να βγω στο τετράγωνο. Στον πρώτο όροφο αυτής τη πολυκατοικίας, σ' ένα ευρύχωρο μπαλκόνι κάθονται κάθε μέρα οι ιδιοκτήτες Τάσος και Σούλα κι απολαμβάνουν τον καφέ τους. Από κάτω, βρίσκεται ο κάδος των σκουπιδιών κι αυτοί αντί να πηδήξουν οι ίδιοι μέσα να τους πάρει η σκουπιδιάρα του δήμου, πετάνε τις σακούλες με τα σκουπίδια τους πάνω του. 

Τα παιδιά που χάθηκαν δεν τα αναζήτησε κανείς. Για τον Πάκη υπήρξε ένα ενδιαφέρον από τον δήμο, τον έψαξαν, δεν ανήκε στις περιπτώσεις που δεν θα μπορούσε να ζήσει μόνος του αν είχε ένα σπίτι, είχε μάθει να αυτοεξυπηρετείται, όλα του τα είχα μάθει η Διαμαντία. Τον βρήκαν στο άσυλο, του πρότειναν να του νοικιάσει ο δήμος σπίτι και να γυρίσει στην Καισαριανή. Αλλά έπρεπε να υπογράψει ο κηδεμόνος του για να βγει, και κηδεμόνας του ήταν ο Τάσος που απείλησε με μηνύσεις επειδή πηγαίνουν και αναστατώνουν τον Πάκη. Δεν τα κατάφεραν. Όχι μόνο αυτό αλλά ο Πάκης τους είπε ότι είναι καλά, δεν θέλει να πάει σε σπίτι μόνος του, γιατί ο Τάσος, του έχει υποσχεθεί πως σε λίγο καιρό θα έρθει να τον πάρει, όταν θα είναι έτοιμο το σπίτι του που χτίζεται. 

Και ο Κούλης που έμενε με τη μάνα του στο ισόγειο της καινούργιας πολυκατοικίας στην άλλη μεριά του δρόμου, χάθηκε μετά το θάνατο της. Στο μικρό αυτό διαμέρισμα μένει τώρα η κόρη της με τον άντρα της. Κι έχουν ένα ημιφορτηγό που κυκλοφορούν, το οποίο ανήκε στον συντροφό της πριν πεθάνει, που πήγαινε με αυτό και πουλούσε όσπρια στις λαϊκές. 

Ο Κούλης λάτρευε τη μάνα του την Τασσώ που ήταν μοδίστρα κι έκανε μεταποιήσεις. Ερχόταν και μου ζητούσε ξερά κλαδιά από την κληματαριά μου και φύλλα φρέσκα για να του φτιάξει ντολμάδες, το αγαπημένο του φαγητό. Στην τσέπη του φαινόταν πάντα το κεφάλι ενός ψαλιδιού. Είχε μια αναπηρία στα πόδια που έφευγαν προς τα έξω και τα έσερνε στο περπάτημα, συχνά έπεφτε κάτω. "-Τι το θέλεις το ψαλίδι βρε Κούλη στην τσέπη; Αφού ξέρεις ότι πέφτεις και μπορεί να πληγωθείς! "-Ξηλώνω τα παλιόρουχα την κοινωνία μου μέσα, όλη μέρα ξηλώνω, για τις μεταποιήσεις. Είναι το εργαλείο μου για τη δουλειά. Και η μάνα μου είπε όταν τελειώσω το παλτό που ξηλώνω  θα μου φτιάξει ντολμάδες. Έχεις φύλλα να μου δώσεις.  Αν δεν έχεις θα μου αγοράσει, γιατί μ' αγαπάει η μάνα μου να ξέρεις, μ αγαπάει πολύ". 

Τη μέρα που η Τασσώ πέθανε άκουσα  τις κραυγές του, δεν είχα καταλάβει ποιος φωνάζει τόσο σπαρακτικά μέχρι που είπε τη φράση. "Δώστε μου το ψαλίδι! Το ψαλίδι μου την κοινωνία μου! Μάνα πες τους ότι δουλεύω με αυτό! το ψαλίδι μου κερατάδες!"

Κι αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον άκουσα και τον είδα. 

Για τον μόνο που μαθαίνω αραιά και που, είναι ο Πάκης, κάποιοι από τη γειτονιά τον επισκέπτονται σπάνια, λένε ότι είναι καλά, όμως δεν μιλάει πια. Και φαίνεται πως είναι μια ειδική κατηγορία αυτή των παιδιών που έχασαν τις μανάδες τους και δεν έχει λέει το δικαίωμα κανείς, πέραν των κληρονόμων της κηδεμονίας, να παρέμβει για να σώσει τα ίδια και τις περιουσίες τους. Ούτε καν ο δήμος ή η πολιτεία. "-Ο νόμος είναι νόμος κι εσείς να κοιτάτε τη δουλειά σας". Είχε πει ο Τάσος. 

Το σπιτάκι του Στέλιου και της Ελένης ρήμαξε και κρέμεται μισογκρεμισμένο με πεσμένη την οροφή του. Στου Πετράν μένει εκείνη η γυναίκα που είχε παντρευτεί για ένα μήνα. Ο Παρασκευάς πέθανε αβοήθητος στους δρόμους. Και το ψαλίδι του Κούλη, δεν ξέφυγε να κόψει τα βρωμόχερα της σάπιας  κοινωνίας,  την κοινωνία του μέσα! 


Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Ποτέ μην κλάψεις

 Το να μπορεί κανείς να κλάψει είναι ευλογία. Και δεν είναι χαρακτηριστικό των δυνατών ανθρώπων η ανημπόρια του κλάματος, αλλά των πετρωμένων κατόπιν εντολής στον εγκέφαλο ψυχών, που δεν θέλουν να θυμηθούν. 

Όταν πετάω κάτι τέτοια καλύτερα είναι να μη ρωτάει κανείς ποιος το λέει, γιατί βαριέμαι να εξηγώ. Κι όχι βέβαια δεν τα λέω όλα εγώ, άσχετα αν λόγω βαρεμάρας το παραδέχομαι. Κι άλλωστε είναι κάτι που ξέρω και προσωπικά ότι ισχύει. 

Από μικρή άκουγα τον πατέρα μου στο σπίτι να λέει στον αδελφό μου "-Τι κλαις ρε; ολόκληρος άντρας; γυναικούλα είσαι;" Κι εγώ που δεν ήθελα με τίποτα στον κόσμο να είμαι μια γυναικούλα, έπιασα το νόημα. Όταν κλαίω θα είμαι μια αξιοθρήνητη γυναικούλα ενώ όταν δεν κλαίω, θα είμαι μια δυνατή γυναίκα που δεν θα περιφρονήσει κανείς. 

Ο κύβος ερρίφθη και δεν ξέρω κάτα πόσο ο αδελφός μου στάθηκε σε αυτά τα λόγια του πατέρα μας για να μην κλάψει ποτέ, γιατί στο μεταξύ χώρισαν και οι δρόμοι μας, εγώ όμως το έκανα. 

Αυτό που μπορεί να συνταράξει τον ψυχικό κόσμο ενός νέου ανθρώπου πέρα από κάποιες ειδικές καταστάσεις που τις λες και εξαίρεση, είναι ένας δυνατός έρωτας. Η ένταση στην ανακάλυψη του εαυτού μας μέσω του άλλου, η απροσδόκητη αποδοχή, η ισοπεδωτική απόρριψη, ο ανεκπληρωτος πόθος, η απουσία, η έλλειψη, η απώλεια. Όλα αποτελούν λόγο για να κλάψει γοερά μια ερωτευμένη ψυχή, όχι όμως για μένα, σε κείνη την άλλη μου ζωή μιλώντας για νέους.

Και βέβαια ερωτεύτηκα, με αποδοχή, με απόρριψη, με άγνοια, με γνώση, με σύνεση, με αιδώ, με παθητικότητα, αλλά και με τρέλα, χωρίς ντροπή, χωρίς όρια, έξω από τους νόμους της κοινωνικής ηθικής και έξω από κάθε λογική. 

Αλλά αυτά όλα τα ήξερα μόνη μου. Κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει το βάθος και το πλάτος του συναισθηματικού μου κόσμου, αφού αντιμετώπιζα με το ίδιο ύφος το μαζί και το χώρια, το' σ' αγαπώ και το σε γουστάρω, το "τελειώσαμε" και το "μείνε μαζί μου αγαπημένη" ενώ δεν θυμάμαι να επιδίωξα ποτέ την παράταση μιας κατάστασης ουσιαστικά και τυπικά τελειωμένης. 

Έτσι ανάλαφρη με το μόνιμο βάρος ενός χαμένου, περπατούσα στο δρόμο εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό του 93. Θα είχα ίσως βγει από μια μακροχρόνια σχέση που δεν μου άφησε και πολλά, αφού πράγματι δεν ένιωθα κάποια ιδιαίτερη στενοχώρια, πέραν κάποιων συνηθειών που έπρεπε ν' αλλάξω, πέραν κάποιων καινούργιων ασχολιών που έπρεπε ν΄αποκτήσω. Είχα αποφασίσει να επιδοθώ στη ζωγραφική. Έπαιρνα το μπλοκ μου, μολύβι και γόμα και ξαμολιόμουν στα πάρκα και στις πλατείες ψάχνοντας το θέμα μου. Ζούσα μόνη μου, δουλειά δεν είχα, αυτά που έτρωγα ήταν κατασκευάσματα δικής μου επινόησης, τα πρωινά περπατούσα μερικά χιλιόμετρα ρωτώντας τις επιχειρήσεις αν χρειάζονται υπάλληλο, ώστε μέχρι το απόγευμα, μετά από καμιά δεκαριά "Όχι" που έπαιρνα, θεωρούσα πως ήταν η στιγμή της μικρής μου αποζημίωσης. 

Ο καφές έτοιμος κλεισμένος στο σέικερ, ένα σακίδιο με κάτι για να μασουλάω, ένα μπουκάλι νερό και happy time. 

Η αναζήτηση με έβγαλε στο άλσος του Παγκρατίου. Με τράβηξε το σημείο από όπου μπορούσα να βλέπω απέναντι το σχολείο που αποφοίτησα. Σκόπευα να το προβάλλω ανάμεσα από τα δέντρα και τα φυλλώματα του πάρκου, όπως προβάλλει το φεγγάρι ανάμεσα από τα κτίρια, ήταν ένα νυχτερινό σχολείο και του άρμοζε κάθε τιμή για τις κουρασμένες ψυχές που φιλοξένησε και ενθάρρυνε μέσα του. 


Θα είχα τραβήξει το πολύ δυο γραμμές καθισμένη στο παγκάκι απέναντι, όταν άκουσα μια κοριτσίστικη σπαραξικάρδια κραυγή. "-Μη αγάπη μου! Σκέψου τα όνειρά μας, τι θα πω στους γονείς μου; μη μ' αφήνεις γι' αυτήν, δεν την αγαπάς!"

Το χέρι μου κοκάλωσε επάνω στο μπλοκ. Όσο και να ήθελα να αγνοήσω εκείνη την κραυγή δεν μπορούσα. Όσο κι αν πίεσα τον εαυτό μου για να μη γυρίσω το κεφάλι μου, να μην ψάξω το ζευγάρι στο παγκάκι πίσω από τους θάμνους, δεν φαινόντουσαν έτσι κι αλλιώς. 

Έβγαλα από το σακιδιό μου μια στεγνή, χωρίς ζάχαρη και μέλι τηγανίτα και τη δάγκωσα με μανία. Μια δεύτερη την κατάπια ολόκληρη. Ο καφές δίπλα μου ζητούσε να τον πιω πριν της ώρας του, τα δυο τελευταία μου τσιγάρα να τα καπνίσω επιτόπου με άγνωστη την αγωνία της συνέχειας, τα έκανα όλα. 

"Άφησε με επιτέλους! ξεκόλλα!" Ήταν η μόνη αντρική φωνή που άκουσα, και ύστερα τίποτα, δεν υπήρχε πια διάλογος. Σκέφτηκα πως θα χώρισε το ζευγάρι, θα έφυγε ο καθένας προς άλλη κατεύθυνση, ένα δυσάρεστο από τα τόσα συμβάντα στις σκοτεινιές της πόλης, είχε αρχίσει να βραδιάζει, σε λίγο δεν θα έβλεπα τίποτα για να σχεδιάσω, μάζεψα το μπλοκ, έμεινα με τον καφέ στα χέρια και κάπνιζα σαν υπνωτισμένη. 

Εμένα ποτέ δεν τόλμησε να μου πει άντρας "άφησέ με, ξεκόλλα επιτέλους" σκέφτηκα. Ποτέ δεν θα έδινα την ευκαιρία για να ακούσω κάτι τέτοιο. Οι άνθρωποι έρχονταν κι έφευγαν από τη ζωή μου σαν επισκέπτες, είτε έμεναν ένα βράδυ είτε χρόνια, δεν είχε διαφορά, μερικές φορές αναρωτιόμουν γιατί κάθισα τόσον καιρό με κάποιον, αφού δεν ένιωθα και κανένα σπουδαίο έρωτα, κι έδινα μετά την απάντηση μόνη μου. "Ξεκουράζομαι.." Κι όταν πάλι είχα πολύ καιρό να βρεθώ μέσα σε σχέση, τουλάχιστον για έξι ή οκτώ μήνες και ρωτούσα τον εαυτό μου, "τι ακριβώς είπαμε κάνεις τώρα αγαπητή μου;" πάλι την ίδια απάντηση μου έδινα. "¨Ξεκουράζομαι"

Με βάση ένα τέτοιο ιστορικό, θα μου ήταν λογικά αδύνατο να συμμεριστώ το σπαραγμό του κοριτσιού που τώρα άκουγα πίσω από τα φυλλώματα, προφανώς καθισμένη ακόμα στο παγκάκι που ο νεαρός εγκατέλειψε. Κοφτοί, μικροί λυγμοί, σαν ενός μωρού που πνίγεται στην κούνια, ή ενός μωρού γατιού που καταπλακώνουν τ' αδέλφια του. 

Δεν μπορούσα πια να καθίσω ήσυχη στη θέση μου. Είχα αναστατωθεί, είχα ταραχτεί, είχα εξοργιστεί και πονούσα βαθιά σε μια περιοχή του είναι μου που δεν αναγνώριζα. Σίγουρη γι' αυτά που επρόκειτο να ξεστομίσω, σηκώθηκα και περπάτησα γρήγορα προς το μέρος του κρυμμένου κοριτσιού. Βρέθηκα μπροστά σ' ενα σκυμμένο μέσα στα χέρια του αδύνατο ίσως όσο κι εγώ κορίτσι. Οι ώμοι της τραντάζονταν σιωπηλά, καθώς μετέτρεπε τις κραυγές της ψυχής της σε μικρούς πνιγμένους λαρυγγισμούς. "-Δεν αξίζει το κλάμα σου. Μην κλαις γι' αυτόν. Σου φέρθηκε άκαρδα, απάνθρωπα, σε ταπείνωσε, δεν αξίζει το κλάμα σου.Θα πληρωθεί κάποτε με το ίδιο νόμισμα.

-Μα δεν θέλω να πληρωθεί με το ιδιο νόμισμα. Τον αγαπάω. Δεν είναι αυτός ο Νίκος μου. Κάποια τον ξεμυάλισε και άλλαξε, δεν μου έχει μέχρι τώρα φερθεί άσχημα ποτέ".

Άρχισα να νευριάζω μαζί της. Μου ήταν αδιανόητο ότι μπορούσε να σκέπτεται έτσι την ίδια στιγμή που σπάραζε από την απάνθρωπη συμπεριφορά του. Όμως εκείνη συνέχισε να μιλάει, σαν να βρήκε τον εξομολόγο της, πέρασε από το κλάμα στην αναπόληση. Με τα μάτια της δακρυμένα με κοίταξε. 

-Σ' ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Έχεις δίκιο να σκέπτεσαι έτσι γιατί δεν τον ξέρεις, δεν μας ξέρεις, άκουσες κάτι άσχημο εντάξει, είμαστε αλλιώς όμως μέχρι πριν μια εβδομάδα. Ο Νίκος ήταν τρελός για μένα. Δούλευε σερβιτόρος διπλή βάρδια για να μαζέψει χρήματα να ανοίξουμε το σπίτι μας. Κι εγώ δουλεύω σε σούπερ μάρκετ. Βγάλαμε μαζί το σχολείο και θέλαμε να σπουδάσουμε πριν πάμε να μείνουμε μαζί. Εκεί δώσαμε όλο το βάρος. Μέχρι και τα χρώματα στο παιδικό δωμάτιο είχαμε σκεφτεί. Αγαπάμε πολύ τα παιδιά. Κάναμε υπομονή, δεν είναι εύκολες οι σπουδές όταν πρέπει και να δουλεύεις για να ζήσεις. Ο Νίκος έκανε πίσω από τις δικές του και με στήριζε με τις δικές μου. Είχα σταματήσει τη δουλειά για να μπορώ να παρακολουθώ τα μαθήματα και να διαβάζω. 

Παρά το γεγονός ότι εκείνος έκανε τόσα για μένα, η μάνα μου τον πίεζε για να επισπεύσει το γάμο μαζί μου, δεν είχε καμιά κατανόηση για κανέναν από τους δυο μας. Μια μέρα πριν από κανένα μήνα, δεν άντεξε εκεινος τα φαρμακερά της σχόλια και την πέταξε έξω από το σπίτι του, δεν μένουμε ακόμα μαζί, κοιμόμουν μαζί του μερικά βράδια και γύριζα μετά στο σπίτι μου. Η μάνα μου είχε έρθει εκείνη τη μέρα για να μας δημιουργήσει πρόβλημα. 

Όταν η μάνα μου βγήκε από το σπίτι του εγώ βρέθηκα στη μέση, δεν ήξερα τι να κάνω. Μου είπε, "Ορίστε, αν συμμερίζεσαι τις βλακείες της, πήγαινε να την βρεις. -Δεν τη συμμερίζομαι Νίκο μου, αλλά μάνα μου είναι, δεν μπορείς να την πετάς έτσι έξω απο το σπίτι σου, Έπρεπε να έχεις υπομονή και να της εξηγήσεις". 

Θύμωσε μαζί μου πολύ, μου είπε να φύγω κι εγώ. Θύμωσα κι εγώ σε κείνη τη φάση, έφυγα. Ο Νίκος βγήκε εκείνο το βράδυ, με φίλους του πήγαν στο σπίτι μιας κοπέλας που είχε τα γενεθλιά της. Δεν ξέρω τι έγινε, το ίδιο αυτό βράδυ μου τηλεφώνησε ότι θέλει το χρόνο του για να σκεφτεί πως θα συνεχίσουμε μεταξύ μας. Πάλι θύμωσα, δεν του έδωσα την ευκαρία να μου πει περισσότερα. Του έκλεισα μάλιστα και το τηλέφωνο. Μετά αυτός και η κοπέλα αυτή, κυκλοφορούσαν μαζί, τους έβλεπαν οι κοινοί μας φίλοι και μου το έλεγαν. Του τηλεφωνούσα και μου το έκλεινε. Του έστειλα ένα email.  "Και τα όνειρά μας Νίκο; Η αγάπη μας; Αυτό που δεν αφήναμε κανέναν να μπει αναμεσά μας; Και που αν η μάνα μου επέμενε να σε ενοχλεί με τις σαχλές βιασύνες της θα τη βάζαμε μαζί στη θέση της; Είναι λόγος αυτός τώρα να με αφήνεις στα κρύα του λουτρού; Να ξεχνάς τις προσπαθειές μας, τους αγώνες μας, το πόσο πολύ θέλουμε να πάει μπροστά αυτή η σχέση, ακόμα και τις ίδιες σου τις θυσίες; Γιατί αγάπη μου; Γιατί πικράθηκες τόσο πολύ μαζί μου; Μάνα μου είναι, έπρεπε σε κείνη τη φάση κάποιος να την παρηγορήσει, δεν πάει να πει και πως θέλω ότι θέλει; Θα το είχα βάρος στη συνειδησή μου αν την άφηνα να φύγει έτσι, πεταμένη  σαν αδέσποτο του δρόμου. Έλα αγάπη μου να το ξεπεράσουμε αυτό και να συνεχίχουμε το δρόμο μας μαζί, αγαπιόμαστε από μικρά παιδιά, δεν γίνεται να τα γκρεμίσεις όλα από πείσμα και μόνο.

-Κορίτσι μου τι πείσμα του έγραψες; Αυτός κυκλοφορεί ήδη με μια άλλη απ΄ ότι μου είπες και δεν σκέπτεται τα ίδια με σένα.

-Κυκλοφορεί ναι, αλλά εμένα αγαπάει. Θέλει να με πληγώσει. Το ξέρω πως περίμενε άλλη στάση από μένα. Θα τον κερδίσω όμως κι ας πληρώσω την τιμωρία του. Τον αγαπώ, δεν θέλω να ζήσω με άλλον άνθρωπο, καταλαβαίνεις;"

Είπα ναι, χωρίς να ξέρω τι στο διάολο κατάλαβα. Τι να καταλάβω, τι με έμελλε να καταλάβω, γιατί ανακατεύτηκα σε μια ξένη υπόθεση, γιατί δεν την άφηνα εκεί μέσα στο κλάμα της να θρηνεί για τα χαμένα της όνειρα;

Άγγιξα απαλά τον ώμο της. 

"-Σου εύχομαι να τα βρεις με το Νίκο σου και να είναι έτσι όπως τα λες, όπως τα έχεις ζήσει και ονειρευτεί μαζί του, όπως συνεχίζεις να τα ονειρεύεσαι. Να ξεπεράσετε τα προβλήματα και να προχωρήσετε, ελπίζω κι εκείνος να κάνει πίσω από τον τόσο του εγωισμό.

-Θα κάνει, είμαι σίγουρη..."

Μου απάντησε το κορίτσι σκουπίζοντας τα μάτια του. Μέσα μου ανάμικτα τα συναισθήματα, πέρναγα από την οργή στην κατανόηση, σε κάποια αδιόρατη περιφρόνηση, κρυφό σαρκασμό, και σε κάτί που έμοιαζε με θαυμασμό. Μα πιο πολύ απ' όλα μ' έπιασε μια βιάση να φύγω από το σημείο εκείνο άμεσα, να χαθώ από τα μάτια του κοριτσιού κι από τα μάτια των ανθρώπων. Κάτι λίγο την άγγιξα στον ώμο της, χωρίς κουβέντα απομακρύνθηκα αμέσως μετά, περπάτησα προς τη μεριά του σχολείου απέναντι, είχα μια ώθηση να βρω τρόπο για να μπω στον αυλογυρό του. Κι εκεί καθισμένη στα σκαλιά που καθόμουν πάντα να περιμένω την ιστορία να γραφτεί από την αρχή. 

Δεν ξέρω τι άλλο, απλώς προχωρούσα. Καμιά δεκαριά βήματα θα είχα κάνει, στην άκρη του δρόμου πριν περάσω απέναντι, με άγγιξε ένα χέρι. Γύρισα, ήταν το κορίτσι.

"-Εσύ γιατί κλαις; δεν θα μου πεις;

-Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ. Ας πούμε δεν μοιράστηκα ποτέ όνειρα με κανέναν, νόμιζα πως αυτά τα κάνει κανείς μόνος του.

-Πως είναι δυνατόν να κάνει κανείς μόνος του όνειρα;

-Σαν μόνος φυσικά. Γεια σου τυχερό κορίτσι. Κράτα γερά το ονειρό σου, μην αφήσεις να στο πάρει κανείς".

Πέρασα απέναντι κι εκεί όταν έφτασα, το κορίτσι στεκόταν ακόμα και με κοίταζε, με αποχαιρετούσε κουνώντας το χέρι της.  Συμπόνια για τους ανίκανους να μοιραστούν, τους ανίκανους να κλάψουν.


Αυτή τη φορά πήγα και στρώθηκα απέναντι από το πολεμικό μουσείο. Μια ωραία πρασινάδα μου επέτρεψε να απλώσω τα πραγματά μου πάνω της. Λίγο πιο πέρα  μια ψόφια γατούλα είχε αρχίσει να γίνεται ένα με τη γη. "Δεν τολμάς ν' αγγίξεις το θάνατο στα σταδιά του". Ποιος το είπε αυτό; Ιδέα δεν έχω.

"Θα ζωγραφίσω το πολεμικό μουσείο" Είπα. Τα φώτα της διασταύρωσης έπεφταν πάνω του χιαστά  και μπροστά του  υπήρχε ένα παλιό κανόνι, έτσι που το όλο κτίριο μου θύμιζε κάστρο σε πολιορκία. 

Το μολύβι δεν έγραφε  στο χαρτί. Το ακούμπησα επάνω του, κι άρχισε να κολυμπάει σαν κανό που έτρεχε προς τον καταρράχτη. 

"- Τι κλαις ρε; ολόκληρη γυναίκα; θα τσιμπάς και με τα Άρλεκιν τώρα;" 

-Ναι ρε! Με αυτά! Εσύ τι πρόβλημα έχεις;" 

Φώναξα κοιτάζοντας κατάματα έναν άνθρωπο ηλικιωμένο που πέρναγε. Αυτός σταυροκοπήθηκε τρομαγμένος και, απομακρύνθηκε τρέχοντας.   












Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

ΤΟ ΛΑΘΟΣ / Από τον καναπέ στο δρόμο



Η δεύτερη και η Τρίτη εκδοχή παραμένουν ανέκφραστες. Τι θα γινόταν αν;
Αν θα προλάβει κανείς να τις ξεστομίσει δεν το ξέρω. Αλλά ίσως δεν έχει και καμιά αξία. Αφου η πρώτη εκδοχή έριξε μια γυναίκα από ένα παράθυρο πάνω στο καπό ενος διερχομένου αυτοκινήτου. Ο γιατρός από το παράθυρο του, πέταξε ένα μοναδικό λουλούδι που βρισκόταν στο γραφείο του. Το πέταξε πίσω της, πάνω της. Ύστερα κλείδωσε την πόρτα του γραφείου και πήγε ν' αλλάξει επάγγελμα, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά προς τα πίσω.
Ένας σωρός από σπασμένα μέλη φασκιώθηκε προσπαθώντας ν' αποτελέσει ξανά τη συνέχεια της ανίκητης σκέψης.
"-Ζω! Και τώρα θα πληρώσω το τίμημα της ανικανότητάς μου να κάνω το επιχείρημα σωστά".
Ο Ανδρέας Χ, ήταν μακριά. Δεν μπορούσε ν' ακούσει αυτές τις σκέψεις. Ποτέ οι πωλητές του κοπανιστού αέρα δεν άκουσαν σκέψη άλλη από τη δική τους.
Η πρώτη εκδοχή του ταίριαζε γάντι. "-Είσαι, επίδοξος αντίζηλος αφανών εραστών" 
"-Ισως έπρεπε ν' αρχίσω από τη δεύτερη εκδοχή". Σκεπτόταν η γυναίκα.
"Ίσως κι αυτός δεν μπόρεσε ν' απαλλαγεί από την εικόνα που του φόρτωσα. Να βρίσκεται εκεί το λάθος;"
Ο ψυχίατρος Ανδρέας Χ που μόλις είχε αλλάξει επάγγελμα, αγνοούσε την υπαρξή της. Όταν οι σκέψεις τον κούρασαν, πέταξε το φάκελο με τα σχέδια στον καναπέ, τα παπούτσια του στον τοίχο, και το γούνινο καπέλο του στην φανταστική καπελιέρα. Έκλεισε τα παραθυρόφυλλα, τα φώτα, δεν ήταν εκεί για κανέναν. Γυμνός άνοιξε το καυτό νερό του μπάνιου και το άφησε να τρέχει. Η μπανιέρα ξεχείλισε, ο ατμός ξεχύθηκε από το δωμάτιο στο υπόλοιπο σπίτι, έμοιαζαν όλα να αιωρούνται σ' ένα υγρό σύννεφο που ανακατεύτηκε με τον ιδρώτα της κάθαρσης. Τίποτα. Ούτε αυτή κατάφερε να τον λυτρώσει.
-Αέρα! Αέρα έστω και κοπανιστό! Φώναξε απελπισμένος αλλά δεν είχε το κουράγιο να πιάσει τα πόμολα. Τα υλικά που έφτιαξαν αυτό το τοπίο, δεν ήταν δικά του. Λαγουμιασμένος στα κατάβαθα ενός άλλου "είναι", είχε καταβληθεί από την έσχατη των αμαρτιών, ολόκληρος είχε μεταφερθεί στην υπαρξή της. Ήταν μέσα της. Έκλεβε τον αέρα που της έδινε η φιάλη, κι έφτανε ίσα με αυτόν υγρός, μαζί με την ιδρωμένη της σκέψη. "Ζω! Αλλά δεν με υπακούει το σώμα μου. Δεν έχω κανένα έλεγχο πάνω του. Παρόλα αυτά μπορώ και σκέπτομαι. Αχ, αν ή σκέψη είχε τη δύναμη να μας ανασυνθέσει! Αν μπορούσα με αυτή τη σκέψη να τον πείσω πως δεν θα με σταματούσε ούτε η δεύτερη, ούτε η Τρίτη εκδοχή, ούτε καν αυτός. Τον διάλεξα για να ολοκληρώσω την πράξη μου. Τον χρησιμοποίησα. Δεν πήγα εκεί για τις συμβουλές του".
Ο ατμός εξαφάνισε το πρόσωπο του γιατρού από τον καθέφτη. Σέρνοντας έφτασε στη μικρή πόρτα δίπλα από την ντουλάπα και την άνοιξε. Κουτρουβαλιάστηκε στη σκάλα του υπόγειου και σταμάτησε ακίνητος στον πάτο της εμβρυικής του ύπαρξης.
Η σκέψη του ακόμα λειτουργούσε. Δεν κατάφερε ούτε αυτός να βραχυκυκλώσει τα καλώδια της απόγνωσης.
"-Πότε έγινε το λάθος; Πως ξεκίνησε; Είναι αλήθεια πως δεν είχα καταλάβει τι θα κάνει; Αν ναι, κορόιδευα τον εαυτό μου μια ζωή. Ποτέ δεν υπήρξα τίποτε. Αν όχι όμως, την ωθούσα επί δυο ώρες σ' αυτή την απόφαση. Δεν μπόρεσα να της συγχωρέσω αυτή την έπαρση. Να πιστεύει ότι εκμηδενίζοντας τον εαυτό της θ' αγγίξει το θείο; Να πιστεύει ότι απελευθερώθηκε και ότι πλήρωσε το τίμημα για την επιτυχία που κατά τα άλλα κέρδισε με το σπαθί της; Ποιο σπαθί της; Αυτό της εκμηδένισης; Αυτό της απόλυτης παράδοσης στον μάνατζερ του ταλέντου της; Αυτό της ηλίθιας επαναστασής της; Ήθελα να τη δω να πέφτει. Να τη δω να πηδάει από το παράθυρο παίρνοντας μαζί της κάθε υποψία της δικής μου ματαιοδοξίας και κυριαρχικότητας. Ήταν άρρωστη. Τρελή. Θα ήταν μια πράξη αναμενόμενη, χωρίς άλλα σκαλίσματα. Αλλά που έγινε το λάθος; Γιατί δεν είμαι ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα; Μπας δεν έχει πεθάνει; Μπας δεν ήταν αυτό που ακριβώς ήθελα; Τι ήθελα; Να ορμήξω πάνω της μουγκρίζοντας να την κατασπαράξω; Να τη φάω ολόκληρη να την χωνέψω μέσα μου, να πάψει να με βασανίζει ο σαρκαστικός της λόγος, το χαστούκι του βλεμματός της, το μαρτύριο του προκλητικού στήθους της; Γιατί δεν το έκανα; Γιατί δεν έγινα καλύτερα ο αποκτηνωμένος αντίζηλος του εραστή που εξαιτίας του έφτασε σε μένα; Θα ζούσε τώρα. Κι εγώ θα ζούσα!"
Ο γιατρός ζούσε αλλά φυσικά δεν το ήξερε. Εκείνη ήξερε πως ζουν και οι δυο γιατί ένοιωθε την εκπνοή του να βγαίνει από το στόμα της λυγμός.
"Πωλητής κοπανιστού αέρα!" Σάρκασε πάλι το μυαλό της και τα μάτια της βλεφάρισαν. "Φτωχέ μου γιατρέ! Μόνο μέσα μου μπορείς να υπάρχεις πια. Δεν έχεις περισσεύματα! Μα που έγινε το λάθος; Που;
Και πως γνωρίζω εγώ τι γίνεται χωρίς εσύ ακόμα να το έχεις αντιληφθεί; Να σου στείλω ένα μήνυμα αλλά πως; Η σκέψη μου ανακατεύεται με το οξυγόνο της φιάλης, ο ιδρώτας μου με τους ατμούς του μπάνιου σου και η απελπισία, το μπουντρούμι που σε φυλάκισε. Πρέπει να σε λυτρώσω. Να εξασκήσω τη σκέψη μου να δυναμώσει, ίσως μπορώ να το κάνω. Δεν είχα σκοπό να σου διδάξω κανένα μάθημα. Δεν ήμουν ικανή. Αλλά είμαι σίγουρη πως το πήρες.
Κι εγώ; Εγώ να συνεχίσω χωρίς βοηθούς. Και ή να καταφέρω το επιχείρημα μόνη μου, ή να χαϊδέψω ξανά το πλάνο "απόλυτο". Στο πρόσωπο ενός άλλου μάνατζερ, χα! Στο πρόσωπο ενός άλλου θαυμαστή λατρεμένου".
Η γυναίκα βλεφάρισε ξανά τα μάτια της. Η νοσοκόμα την κοίταξε προσεχτικά. Ύστερα είδε τις ρώγες των δαχτύλων της να ροδίζουν. Η νοσοκόμα βγήκε τρέχοντας από το θάλαμο. Σε λίγο μαζεύτηκαν γύρω της οι γιατροί.
"-Με ακούς; Μη μιλάς, ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα" Της είπε ο ένας γιατρός. Εκείνη προσπάθησε να χαμογελάσει. Τα χείλη της πονούσαν. Τα χείλη της ίσως δεν υπήρχαν. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. Δεν έβλεπε τίποτα. Άκουσε μόνο το γιατρό να λέει, "-Αυτό ήταν. Είναι μαζί μας. Θα έχει πολλά να μας διηγηθεί".
Ύστερα τα φώτα έκλεισαν κι εκείνη αναρωτήθηκε ξανά.
"Πως θα βρω το λάθος; Πρέπει να γυρίσω πίσω με τη λύση. Αλλιώς θα ξαναφτάσω εδώ".
Ο ψυχίατρος Ανδρέας Χ, είδε τον εαυτό του ξαπλωμένο στο πάτωμα ενός κατασκότεινου υπόγειου. Κοίταξε προς τη μεριά της σκάλας και είδε μια αμυδρή δέσμη φωτός να χτυπάει τον τοίχο δίπλα της.
"Απο κάπου έρχεται αυτό το φως" σκέφτηκε με λαχτάρα κι άρχισε με τα τέσσερα να ανεβαίνει την σκάλα λαχανιασμένος. Κατάφερε να φτάσει μέχρι το δωμάτιο. Το χρώμα των επίπλων είχε ζωντανέψει τα πάντα έσταζαν ακόμα νερό. Δεν αναγνώριζε για δικό του τίποτα στο χώρο. Η βρύση του μπάνιου είχε σταματήσει από μόνη της να τρέχει. Δεν θυμάται καν πως είχε φτάσει μέχρι αυτήν. Το μόνο που ξέρει είναι πως τα υλικά αυτού του τοπίου δεν είναι δικά του. Είχε πέσει σε λάθος λαγούμι.
Σηκώθηκε, ντύθηκε, φόρεσε τα παπούτσια του, τη γραβάτα, έπιασε το γουνίνο καπέλο του από κάτω και προχώρησε μέχρι την πόρτα. Κοίταξε γύρω του.
"Παράξενο! Δωμάτιο όμορφο, μα ξένο. Τόσο ξένο! Πως έγινε αυτό το λάθος;"
Άγγιξε το πόμολο και κείνο γύρισε. Μόλις έκλεισε πίσω του την πόρτα, τα πνευμόνια του γέμισαν από καθαρό, παρήγορο, ανανεωτικό αέρα.
"Ευχαριστώ!" αναστέναξε, αποφεύγοντας να σκεφτεί τίποτε άλλο.
Η γυναίκα στο κρεβάτι χαμογέλασε ψιθυρίζοντας.
"-Εσύ ήσουν το λάθος. Εγώ ήμουν το λάθος. Η συχνότητα της σκέψης μας ήταν το λάθος. Παρακαλώ..."
Ύστερα μίλησε ψευδά, μεγαλοφώνως.
"-Λίγο νερό σας παρακαλώ...διψάω"
Και πανηγύρισε το σύμπαν.