Ελένη Μπάλιου - herinna

Ελένη Μπάλιου - herinna

Saturday, March 2, 2019

Στεγνά.

Στεγνά προδίδει ο εφιάλτης τον φίλο του. Στεγνά αποποιείται αποστάτης τα "πιστεύω". Στεγνά η κοινωνία προβάλει τις απαιτήσεις της. Και η πολιτεία στεγνά εξολοθρεύει τους αδύναμους. Είναι σύμφωνο με τις απαιτήσεις γενικώς. Η πολιτεία στο κάτω κάτω είναι επιλογή της κοινωνίας. Μια κοινωνία που χτυπιέται για το άδικο, αλλά που δεν έχει την ίδια μετάφραση στο μυαλό του καθένα. Καμία λέξη δεν έχει την ίδια μετάφραση στο μυαλό των ανθρώπων. Είναι λάθος να πιστεύεις ότι μιλάς την ίδια γλώσσα ή ότι ονειρεύεσαι τα ίδια με έναν άλλο άνθρωπο πράγματα, ή ακόμα κι ότι σε ευχαριστούν ή ενοχλούν τα ίδια πράγματα.
Αυτό το "κι εγώ το ίδιο; " Καμιά σχέση. Μέχρι να το ξεστομίσεις,  δεν είναι πια το ίδιο. Τεράστιο το χάσμα των ανθρώπων στο σύγχρονο κόσμο. Όπου "μη φυσιολογικό" είναι αυτό που έχει ο άλλος και δεν έχεις εσύ. Κι αν κάποτε υπήρξε ένα όραμα που ήταν κοινό για τους ανθρώπους, που τους έκανε ομάδα ή κατηγορία, που του αφιερώθηκαν ζωές εκατομμύρια, το πήραν μαζί τους αυτοί που έφυγαν. Γι' αυτό βλέπουμε το τέρας να ξαναγεννιέται. Κι αυτή η λέξη που διαχωρίζει τους πριν από τους τώρα, είναι αυτή που ακολουθεί σε κάθε τους βήμα τους τώρα. Στεγνά.
Γυρίζουν το κεφάλι απ' την άλλη στην καλημέρα σου. Σηκώνονται από το τραπέζι όταν πας να κάτσεις. Σχεδιάζουν και οργανώνουν κοινωνικά τεκταινόμενα με εισιτήριο. Να σφίξουμε τις σχέσεις μας λένε, να γνωριστούμε καλύτερα, να μετρηθούμε. Είναι αλληλέγγυοι στον αγώνα κατά της φτώχιας και της στέρησης. Μοιράζουν μακαρόνια, ρεβύθια, κανένα γάλα ή πελτε, σε εξαιρετικές περιπτώσεις μέλι και λάδι. Μέσα από τις τρύπες τους βγαίνουν κάτι τρομαγμένα κουνέλια. Τα παίρνουν και ξαναχώνονται εκεί. Μετά ακολουθεί το γλέντι. Τα κουνέλια κι αυτά δεν είναι όλα τα ίδια. Άλλα είναι παχουλά άλλα χτικιάρικα. Τα παχουλά παίρνουν περισσότερα από τις διανομές γιατί έχουν μεγαλύτερο μέρος σώματος να ταϊσουν.  Ή γιατί μπορούνε και πηγαίνουνε σε κείνα τα τεκταινόμενα. Ποιος ξέρει γιατί. Έξω από τις τρύπες, τα παχουλά δεν μιλάνε στα χτικιάρικα. Είναι σαν ενδιάμεσοι κρίκοι ανάμεσα στον κάτω και τον πάνω κόσμο. Τους ενδιάμεσους κρίκους όλοι τους έχουν σε περίοπτοι θέση. Και ο κάτω και ο πάνω κόσμος. Τους δίνουν όλοι καρέκλα να κάτσουνε και κάποια στιγμή, τους κάνουν κι έναν λαμπρό επικήδειο. Τα χτικιάρικα ποτέ δεν θα βρούν σκαμνί, κι όταν τα τινάξουν θα πάνε σαν τον Τζακ Οχάρα, χωρίς συνοδεία και επικήδειους, χωρίς  δάκρυ. Στεγνά.
Και προχωράει ο κόσμος κι αγωνίζεται. Για μια καλύτερη θέση στην ιεραρχία της αποσύνθεσης.
Σύντομα, αύριο ίσως, θα σας πω για εκείνη την περίπτωση της μοναχικής γιαγιάς, που πέθανε από ασιτία στο φτωχό της δωμάτιο. Και κανένας στη γειτονιά δεν πήρε είδηση ότι ένας άνθρωπος πέθανε από ασιτία στο φτωχό του δωμάτιο. Πήραν όμως όλοι είδηση ότι το δωμάτιο μύριζε απαίσια, και χρειάστηκε ειδικό συνεργείο με στολές και μάσκες για να το απολυμάνει, γιατί η γειτονιά έχει και παιδιά, παιδάκια, που αρπάζουν εύκολα τις μολύνσεις, και πρέπει η πολιτεία να κάνει κάτι γι' αυτό. Είπε η κοινωνία.

Tuesday, February 26, 2019

I am back

Σαν τον φονιά στον τόπο του εγκλήματος. Περιπλανήθηκα στα δυο χρόνια που πέρασαν, από τις εκδόσεις στις παρουσιάσεις, από τις παρουσιάσεις στις γνωριμίες από τις γνωριμίες στο μηδέν. Πίσω στη βάση μας. Γιατί οι γνωριμίες, όταν είναι κενές περιεχομένου πίσω θα σε πάνε. Και τι θα πει περιεχόμενο; Αγαπητοί αναγνώστες μου δεν ξέρω. Μπορεί να είναι η ύπαρξη ή μη ύπαρξη της ανάγκης να γράψεις. Η έλλειψη επαφής με τον εαυτό σου. Μ' αυτό που σου λέει "το κάνεις γιατί το αγαπάς και περνάς καλά". Με τη φωνή εκείνη που σου φωνάζει, "Μην πας από κει, έχει νάρκες, λακκούβες γεμάτες σκατά, καλυμμένες με πράσινα φύλλα δάφνης και λαμπιόνια, και σέλφι, και "δοξάστε με!" και χίλιους Καρδινάλιους πιασμένους χέρι χέρι, στον αγώνα κατά της ανωνυμίας. Με όποιο μέσο, κόστος, θυσία.
Είμαι πίσω. Πάντα γυρίζω πίσω. Νομίζω πως αυτό είναι η σπηλιά μου. Ένας τόπος δύναμης. Κυκλοφορούν ρεύματα αέρα, οξυγόνου, φρεσκάδας και ελευθερίας μέσα σ' αυτή τη σπηλιά. Στο φέις μπουκ γράφουν όλοι και νομίζουν ότι τους διαβάζουν όλοι. Είναι πολύς καιρός που δεν γράφω τίποτα ούτε εκεί ούτε και πουθενά αλλού. Κάθομαι και διαβάζω, διαβάζω, ό,τι καλό κι ότι σαβούρα κυκλοφορεί σε αυτό, διαβάζω, μπουχτίζω, μπούχτισα. Ένας επιμένει να αναφέρεται στα ανθρώπινα και στα δικαιώματα των ζώων, τα μπουρδουκλώσαμε κι αυτά ναι, μιλάει πχ για ήθος και ανηθικότητα, για ποιότητα και φθήνια, φωτογραφίζεται δίπλα σε άλλους ποιοτικούς ανθρώπους, με άποψη και θέση για όλα. Είναι οι σούπερ γκουρού του διαδικτύου με τους χιλιάδες ακόλουθους. Εκείνη η παλιά παροιμία; ο διάβολος καρφώνεται στις λεπτομέρειες; ξεχασμένη, δεν απασχολεί κανέναν.
Άλλος έχει μανία με τις μεζεδοκαταστάσεις. Μύδια στρείδια, θαλασσινά, αρνιά, γουρουνόπουλα, πίττες, αραδιασμένα με καμάρι στην κάμερα. Ρε φίλε; Τι; Σε ρωτάει αφελέστατα. Ψωμί και τυρί και ένα μάτσο ποντικοί μαλάκα!
Τι άλλο; τίποτα. Κουράστηκα. Καμιά φορά νομίζω πως γεννήθηκα κουρασμένη. Το ξεχνάω βέβαια όταν ένα μικρό τσακ, φλασάρει στη σκέψη μου από κάποια ελπιδοφόρα, μοσχομυριστή σαν φρεσκοκομμένο αγγούρι ιδέα. Καμιά φορά η ιδέα μπορεί να είναι και παλιά. Να μη μυρίζει φρεσκοκομμένο αγγούρι, αλλά εκείνο το υπέροχο υπόλειμμα αρώματος που φυλάς στο μπουκαλάκι για χρόνια. Ίδιο αίσθημα. Αυτό της επιστροφής στο σπίτι μετά τις μικρές ή μεγάλες Οδύσσειες στο χρόνο.
2019. Ζω και σκοπεύω να το γλεντήσω, μέσα και έξω από το σπίτι, εδώ.
Φιλώ σας. 

Sunday, December 25, 2016

Καλά Χριστούγεννα!!!

Χρόνια πολλά σε όλους κανούργιοι και παλιοί αναγνώστες, και σε σένα ιδανικέ, όλοι αξίζετε μιαν όμορφη ευχή, όλοι αποτελείτε ερέθισμα έμπνευσης, είτε γράφετε σχόλια είτε όχι, είτε γράφω μαλακίες είτε όχι, είτε σας στενοχώρεσα, είτε σας έκανα να χαμογελάσετε. Είπε ο μεγάλος Σουρής κάποτε. "Όποιος είναι ικανός να γελάει με τη σάτιρα που ασχολείται μαζί του, είναι λεβέντης". Και είπε ο αξεπέραστος Σκαρίμπας χρόνια μετά. "Συγγραφέας που δεν αυτοσαρκάζεται είναι πατάτας" Χρόνια πολλά σε όλους σας λοιπόν, με λιγότερη μιζέρια έξω και μέσα και περισσότερο χιούμορ, λεβεντιά κι ανοιχτότητα.



Thursday, December 22, 2016

που θα βρείτε το παραμύθι

Στο  www.herinna.blogspot.com είναι δημοσιευμένο το νησί του Λάμδα.



Τελευταία δημοσίευσή του
8/2/2007


Να πως φαίνεται στην πρώτη Herinna:

Showing posts sorted by relevance for query παραμύθι για κακόκεφους φίλουςSort by date Show all posts

Thursday, February 08, 2007

Παραμύθι για τους κακόκεφους φίλους.

Το νησί του Λάμδα.

Ήταν ένα νησί που όταν το κοίταζες στο χάρτη έμοιαζε με δυο κορμούς ενωμένους, θύμιζε κεφαλαίο λάμδα, γι’ αυτό και οι άνθρωποι το είχαν ονομάσει έτσι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο νησιά αφού ακόμα και σήμερα οι άνθρωποι που ζουν στα δύο του σκέλη, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους κι έχουν διαφορετικό τρόπο ζωής. Στο ένα σκέλος του επιδίδονται στις καλλιέργειες, στο άλλο στην κτηνοτροφία. Μόνο στο σημείο που ενώνονται τα δυο σκέλη, σχηματίζεται μια μεγάλη πλατεία όπου είναι το μέρος συνάντησης για τις εμπορικές τους συναλλαγές.
........................................................................................................................







Όποιος θέλει, ακολουθεί το link που έβαλα εδώ κι όταν μπει, γράφει την επικεφαλίδα του ποστ: "Παραμύθι για τους κακόκεφους φίλους" στην αναζήτηση πάνω αριστερά. 

Wednesday, December 21, 2016

Μάθημα μυθοπλασίας Α΄ συνέχεια

Και πάμε να δούμε κάποιες βασικές διαφορές ανάμεσα σε ένα μυθιστόρημα κι ένα παραμύθι.


Ξεκινάμε με κάποιους φανταστικούς διαλόγους.



«Ομιχλάνθρωπος προς μητέρα φροντίδα.
-Μητέρα φροντίδα ακούει;
-Ναι κυρία Διαφάνεια, πείτε μου
-Κυρία Μητέρα Φροντίδα καλά με καταλάβατε, είμαι η Διαφάνεια. Κι  έχω να σας καταγγείλω ότι  προσβλήθηκα ως όνομα και υπόσταση, από την κυρία Μελάνη.
-Με ποιο τρόπο έγινε αυτό κυρία Διαφάνεια;
-Με υπονοούμενο μελάνι, που πέταξε ενώπιον τρίτων αμφισβητώντας τη διαφανειά μου.
-Εντάξει κυρία Διαφάνεια, μείνετε ήσυχη, εμείς δεν την αμφισβητούμε, αγνοείστε το υπονοούμενο.
-Μα σας λέω με προσέβαλε ενώπιον τρίτων.
-Κυρία Διαφάνεια σας καταλαβαίνω αλλά δεν μπορεί να στηριχτεί νομικά κατηγορία για.. υπονοούμενο. Κάτι πιο συγκεκριμένο έχετε;
-Δεν έχω αλλά αν επαναληφθεί τέτοια ενέργεια σας δηλώνω ότι θα καταγγείλω την κυρία Μελάνη για ανάκληση της θέσης της και με μήνυση προσωπική.
-Αυτό να κάνετε. Άλλο τίποτα;
-Θέλει να σας μιλήσει και ο κύριος Ευγένιος. Ορίστε σας τον  δίνω».
Ο κύριος Ευγένιος μίλησε για την αθέτηση των υποσχέσεων και τις λάθος πληροφορίες από υπηρεσιακούς παράγοντες, προκειμένου να μπει στα έξοδα του ταξιδιού και της κατοπινής ταλαιπωρίας. Η μητέρα φροντίδα είπε ότι δεν γνώριζε πολλά από αυτά τα μη τηρηθέντα ή τα λάθος ειπωθέντα.  Έδωσε εντολή για άμεση εκτέλεση ενός εκ των σοβαρών ζητημάτων στην κυρία Διαφάνεια που ξαναπήρε το ακουστικό και λόγω διαφάνειας απολογήθηκε.

«-Βεβαίως και γίνεται ότι καλύτερο από μεριάς μας, δεν ξέρω γιατί σας τα είπαν  αυτά, δεν αληθεύουν, μάρτυρές  μου η κυρία «δεν έχω άποψη», ο κύριος υπεύθυνος που όμως απουσιάζει, και η κυρία Κοκοράκη που όπως πολύ καλά γνωρίζετε είναι τα μάτια και τα αυτιά του χώρου μας και που χωρίς την παρουσία της εδώ η ζωή θα ήταν πολύ πιο δύσκολη για όλους εμάς. Δεν ξέρω ποιο είναι ακριβώς το πρόβλημά τους, ενδεχομένως δεν τους αρκούν οι από την υπηρεσία προσφερόμενες υπηρεσίες, κόσμος και κοσμάκης, τι να πω.
-Καλά καλά κυρία διαφάνεια, φροντίστε να λυθεί το ζήτημα άμεσα και να εξυπηρετηθούν οι εργαζόμενοι στα βασικά ζητήματα, μέχρι αύριο να έχει λυθεί το ζήτημα.
-Μάλιστα Μητέρα Φροντίδα, θα φροντίσουμε. Χαίρετε και χαίρεται».

Η φανταστική συνέχεια του φανταστικού επισόδειου .
Διαφάνεια προς Μελάνη.

-Αν ξαναπετάξεις υπονοούμενο για τη διαφανειά μου, θα σου κάνω αναφορά.
-Την έκανες.
-Εννοώ θα σου κάνω  επίσημη αναφορά και μήνυση. Απαιτώ να με σέβεσαι και θα με σέβεσαι.
-Πλημμύρισα από σεβασμό, μπορείς να ηρεμήσεις.
-Με ειρωνεύεσαι Μελάνη; Αναφορά!
-Επισήμως όχι. Αλλά είναι λεπτές οι διαχωριστικές γραμμές της ειρωνίας όπως και του χιούμορ, του υπονοούμενου, ή του σεβασμού.
-Το αποφάσισα με ειρωνεύεσαι.
-Έχω μάρτυρες ότι αρνήθηκα πως το κάνω.
-Άκουσαν και τα άλλα που είπες όμως.
-Που δεν θυμούνται όμως. Ρώτα τους.ς
-Βρε άντε πάγαινε από εδώ. Στο εξής, μόνο για θέματα της δουλειάς θα μιλάς μαζί μου και τίποτε άλλο.
-Αλλιώς αναφορά;
-Αναφορά.
-Τηλεφωνικώς ή γραπτώς;
-……Τέλος!
-μια ερώτηση τελευταία;
-Καμία!
-Μα έλα τώρα…
-Τι θέλεις Μελάνη;
-«Καλημέρα» να λέμε, ή…αναφορά;
-Ρε άι στο διάολο που νομίζεις ότι θα με δουλέψεις εσύ.
-Μα γιατί; Γιατί γιατί  θυμώνετε κυρία Διαφάνεια που ρωτάω για να μάθω η αδαής;
-Άι στο διάολο άλλη μια φορά.
-Εγώ αναφορά μπορώ να κάνω; Λέμε τώρα…
-Κάνε ότι θες, τέλος».

Κάπως έτσι τελειώνουν οι φανταστικές στιχομυθίες. Πως γίνεται μια μυθοπλασία τώρα; Παίρνεις τη φανταστική στιχομυθία και στη θέση της Διαφάνειας ας πούμε, επειδή δεν είναι πειστικό όνομα, βάζεις ένα όνομα.  Μαγδάλω ας πούμε. Έχω μάλιστα γράψει ένα πολύ ωραίο παραμύθι με το όνομα αυτό για ηρωίδα και με ήρωα αχ το θυμήθηκα έναν βαρκάρη που τον λέγανε Φραγκίσκο.  ΤΟ ΝΗΣΙ ΛΑΜΔΑ. 2002 για του λόγου μου το αληθές, καταχωρημένο στο ίντερνετ από τότε.
Θα σας το βάλω να το δείτε κάποτε  το παλιό αυτό παραμύθι που μιλάει για έναν καπετάν καψούρη που είδε τη Μαγδάλω και την ερωτεύτηκε. Και την άρπαξε από το βαρκάρη το Φραγκίσκο και αυτή αφού είδε ότι ο καλός της δεν μπορούσε να τη σώσει, ήπιε δηλητήριο, ένα συντηρητικό για μπρούτζινα σκεύη, και μετά κοίταξε στο παράθυρο και είπε. «Κρύο κάνει, ελπίζω ο Φράγκος να φόρεσε τη ζακέτα του δα». Κι έπεσε κάτω και πέθανε η Μαγδάλω που λέτε, στο νησί Δα. Κι όταν ο Φράγκος είδε από απέναντι στο νησί Λα, ότι ο ουρανός πάνω από το Δα σκοτείνιασε, κατάλαβε πως η αγαπημένη του τα τίναξε.  Κι αφού δεν προλάβαινε να πάει να τη σώσει παρά  που ούρλιαζε από το καϊκι του «κρατήσου μωρή  Μαγδάλω! Έρχομαι!» αλλά αυτή στην κοσμάρα της δεν άκουγε, κάθισε κάτω αυτός μέσα στο καϊκι του , (για να κυνηγήσει τον καψούρη δεν γινόταν με βάρκα, έφτιαξε καϊκι, και τι πίστευε δεν ξέρω, ότι θα περιμένει η άλλη; να τελειώσει την κατασκευή; να το επανδρώσει; και να είναι ακόμα παρθένα; Άλλος μαλάκας αυτός…» κάθισε κάτω κι αυτός λοιπόν μέσα στο καϊκι , που ήταν στην επικράτεια του Λα ακόμα, και τα τίναξε επίσης. Κι έτσι γεννήθηκε το νησί Λάμδα, αφότου οι δυο γίνανε δέντρα που πήγαν οι κορφές τους κι έσμιξαν κι ενώθηκαν επιτέλους ως δέντρα, το Λα με το Δα, όσο για το Μ στη μέση, είναι το μουγκρητό της αγελάδας που έπεσε στη θάλασσα επειδή κανείς δεν θα την άρμεγε πλέον. 
Αυτός ο Φραγκίσκος το «Λα», το έλεγε με έναν τραβηγμένο τρόπο, λουα κάπως, κι αν δεν ξέραμε ότι ήταν βαρκάρης από το Λα, θα τον πέρναγε κανείς εύκολα για βλάχο. Αλλά όχι. Ήταν ένας νησιώτης που δεν κατάφερε να σώσει την αγαπημένη του Μαγδάλω.
Μαγδάλω κι εδώ η ηρωίδα μας λοιπόν. Στο παραμύθι μια Μαγδάλω είναι πάντα αθώα. Στη μυθοπλασία ενός μυθιστορήματος, δεν μπορεί να είναι. Εντάξει; Δεν θέλω διαμαρτυρίες.
Και ας πούμε Φράγκο, κάθε δυνάμει αγαπημένο βαρκάρη ή όχι, Κουβανό ή Έλληνα.
Κι ας πούμε τον «μάρτυρα  που απουσιάζει»,Τηλέμαχο, σαν εκείνον που έψαχνε το μπαμπά του.
Και τον κύριο Ευγένιο να τον πούμε Ευγένιο. Όσο για τη  Μελάνη, ας την πούμε Οφη λία, έχει κάτι από τρελή, ενώ την κυρία Κοκοράκη μπορούμε να βάλουμε στην ιστορία ως Κυρα Φροσύνη.
Κι έτσι έχουμε μια ιστορία με στοιχεία από αρχαία Ελλάδα, από βουκολική Ελλάδα, από θεατρική τραγωδία, ελληνική και αγγλική, από τουρκοκρατία, από Κούβα, Λονδίνο (λόγω ομίχλης) και σύγχρονη Ελλάδα.
Πως ξεκινάς.
Από τη μια μεριά έχεις το θέμα και τον φανταστικό χωροχρόνο μέσα στον οποίο η ιστορία λαμβάνει χώρα, κι από την άλλη τα πρόσωπα.
Χωρίζεις μια σελίδα στα δυο κάνεις αντιστοιχίες προσώπων με μέρη καθώς και υποθέματα που αφορούν κατοίκους, συνήθειες, συγγενολόγια, διασυνδέσεις κλπ για να δέσει καλύτερα η υπόθεση με τα σημεία αναφοράς.
 *βλέπε «Έρωτας στα χρόνια της χολέρας» εκεί να δεις συγγενολόγι.

Μετά αρχίζεις να γράφεις. Ε δεν θα σου πω και πως θα το κάνεις. Κάτσε κάτω και γράψε ρε.
Τι μάθαμε σήμερα; Πως ξεκινάς να γράψεις μια μυθοπλασία εμπνευσμένη από μια παντελώς φανταστική στιχομυθία.  Πως δηλαδή μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη συγγραφική σου διαστροφή με το να γίνεις το μόνιμο άχυρο κάτω από την μπλούζα κάποιων κατά λάθος αναγνωστών σου, που πλέον θα συνηθίσουν να ζουν με αυτό για το υπόλοιπο της ζωής τους. Αυτά παθαίνεις όταν δεν προσέχεις σε ποιο δάσος των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων μπαίνεις και όντας γάτα που νιαουρίζει, νομίζεις πως είσαι λέοντας που βρυχάται.
Ουφ κουράστηκα. Η συνέχεια αύριο. Είμαι Αθήνα από σήμερα ξέρετε. Ήρθα με το σάκο μου γεμάτο σοφία κι αέρα κοπανιστό σε  περιτύλιγμα σοβαροφάνειας, υπευθυνότητας και διαφάνειας. Ήπια Η2Ο,  τρία λίτρα από το μαγικό αυτό υγρό για να αποβάλω τις τοξίνες κι ακόμα πίνω. Και θα πίνω…
Το ΝΗΣΙ ΛΑΜΔΑ, τελειώνει:
"Υπάρχει ένα αόρατο νησί στο σύμπαν που αναβοσβήνει σαν απλανής αστέρας γι’ αυτούς που το βλέπουν επειδή ξέρουν, ενώ γι’ αυτούς που δεν ξέρουν, απλώς δεν υπάρχει".

Λέγεται πως αυτός που είπε «Γίνε όσο καλός μπορείς και θέλεις, αλλά ποτέ μην τους δώσεις γυμνή την αλήθεια. Θα σε καταστρέψει», Ήταν ο Τιτσιάνο, ο Ιταλός ζωγράφος της Αναγέννησης και το είπε στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. 

Μάθημα μυθοπλασίας Α΄ με χρήσιμες παρενθέσεις.




Επειδή  οι παλιοί μου αναγνώστες ως συγγραφείς κατά πλειοψηφία δεν χρειάζονται αυτό το μάθημα, μπορούν να απέχουν εκτός κι αν πιστεύουν ότι με ξέρουν, οπότε θα μείνουν. Έχω όμως και καινούργιους αναγνώστες, αμέ τι νομίζατε;  Γεα σας παιδιά!  Καλώς ήλθατε στο κλαμπ των δυσαρεστημένων εργοδοτών και προϊσταμένων. Δεν φταίω εγώ αν ούτε και σε αυτό πρωτοτυπήσατε, μη μου το καταλογίσετε κι αυτό οκ;
Βάλε καταρχήν όλους τους ξενοδόχους των νησιών που δούλεψα την τελευταία τριετία και με επικήρυξαν;  Βάλε τις τηλεφωνικές εταιρείες πριν από αυτό;  Κάθε φορά που φεύγω από την Αθήνα αποκτώ καινούργιους αναγνώστες να ξέρετε.

Απευθυνόμενοι λοιπόν κυρίως σε αυτούς τους καινούργιους αναγνώστες μου, οι παλιοί με αγαπάτε και θα με συγχωρέσετε, θέλω να τους κάνω γνωστή τη δική μου αντίληψη περί γραφειοκρατίας, που δεν είναι αυτή η απλοϊκή ερμηνεία, χαρτιά πάρε, χαρτιά δώσε, γραφείο ανέβα, γραφείο κατέβα,  αλλά κάτι πολύ πιο ύπουλο, σκοτεινό, με αόρατους ηθικούς αυτουργούς. Το φίδι που χορεύει στο στόμα του καπιταλισμού αλλά και κάθε εξουσίας που μέσω αυτού μετατρέπει πληθυσμούς ολόκληρους σε  παθητικούς δέκτες μιας αυταρχικής, και τυπολατρικής κατάστασης, μετατρεποντάς τους σε υποτελή, αδύναμα και ανυπεράσπιστα απομεινάρια ανθρώπων. 
Είναι επίσης η απόλυτη αποφυγή της ευθύνης για κάθε πεπραγμένο. Κάθε εντοπισμός, παράπονο, καταγγελία, διαμαρτυρία,  δεν γίνεται στον αμέσως από πάνω ιεραρχικά για να  επιληφθεί του θέματος, αλλά με γραπτή αναφορά στη διοικούσα αρχή, αυτό σε συμβουλεύουν, πολλά χιλιόμετρα μακριά από το  σημείο δράσης, μέσα από μια δαιδαλώδη διαδρομή, για να φτάσει σε ένα γραφείο με χιλιάδες τέτοιες αναφορές που φυλάγονται μέσα σε φακέλους ως κόρες οφθαλμών.
Διότι μπορεί να  έρθει  στιγμή που το δημόσιο θα αποφασίσει τις περικοπές εξόδων στη θέρμανση για παράδειγμα, και όλο αυτό το χαρτομάνι των αναφορών, να χρησιμεύσει ως καύσιμη ύλη πχ για μια χαρτόσομπα,  ή για μια οικονομική ανακύκλωση που θα βγάλουν χαρτιά υγείας  για να  μοιράσουν δωρεάν στον ολοένα εξαθλιωνόμενο πληθυσμό.  Αν λοιπόν δεν στείλεις γραπτώς και εκτυπωμένες τις αναφορές σου, είσαι ένας άθλιος προδότης της πατρίδας σου και του λαού σου.

Αν όμως επιχειρήσεις μιαν οποιαδήποτε επαφή με την αόρατη αρχή μετά από παραίνεση του αμέσως από πάνω, κάνοντας την αναφορά σου, ή την αίτησή σου επειδή,  «εγώ εδώ δεν είμαι για να δίνω απαντήσεις σε θέματα υπηρεσιακά, (γιατί είσαι μαλάκα τότε εδώ;) αλλά για να κόβω βόλτες, να δίνω εντολές, να κάνω πολιτική προπαγάνδα ή να φοβερίζω  με αναφορές, καταγγελίες και ανακλήσεις θέσεων,  επειδή δεν άκουσα τους γιατρούς μου για το κλύσμα που βοηθά σε πολλά». Αν λοιπόν περάσει η αναφορά σου  από τον έλεγχο του  αμέσως από πάνω, είναι κίνηση νόμιμη.

Αν το κάνεις χωρίς να αναφέρεις πως θα το κάνεις, έχεις διαπράξει παράβαση ιεραρχίας.
Τι σημαίνουν αυτές οι αντιθέσεις; Ότι πολύ απλά σου λένε «στείλε στους  πάνω πάνω γραπτώς, γιατί ξέρουν κατά το ήμισυ ότι δεν θα το κάνεις και κατά το άλλο ήμισυ ότι και να το κάνεις, θα πάει  στον κάλαθο των αχρήστων όπως έχουν πάει και άλλες, αλλονών αναφορές πριν. Είναι ο μόνος τρόπος για να μη φτάσει ποτέ το προβλημά σου και κάθε πρόβλημα που άπτεται αρμοδιοτήτων στο μέρος που υπηρετείς, στον υπεύθυνο των υπευθύνων για τη λειτουργία της υπηρεσίας. Ο μόνος τρόπος για να συνεχίσουν όλα να λειτουργούν στην ομαλότητα της ομίχλης που τα περικλείει, με τους ομιχλανθρώπους να κινούνται άνετα μέσα της και κάθε άλλον να ψάχνει τα βηματά του και να μετράει χαντάκια, στημένα εκεί με αγάπη για τον συνάδελφο.

Αν όμως αντί για γραπτή αναφορά κάνεις ένα τηλεφωνηματάκι στον υπεύθυνο των υπευθύνων με την παρουσία των ομιχλανθρώπων, τα πράγματα άμεσα μπορεί να πάρουν άλλη τροπή. Όσο κι αν το τηλέφωνο το πιάσει κατόπιν στα χέρια του ένας ομιχλάνθρωπος για να στρεβλώσει την αλήθεια και να δώσει τις δικές του εξηγήσεις, η  κατάσταση έγινε γνωστή στην αόρατη αρχή. Εμφανίζεται ένα όνομα και μια φωνή, στην άλλη μεριά της  γραμμής κάποιος ακούει, κι αυτά που ακούει, τα ακούει από άνθρωπο που δεν αποβλέπει στη μονιμότητά του ή στην προαγωγή του, στη μετάθεσή του, απόσπασή του ή παραμονή του, στην αδιατάραχτη βολή της μέχρις συντάξεως θητείας του, αλλά από κάποιον που βρέθηκε να πάρει μιαν ανάσα εργασιακής εμπειρίας για ελάχιστους μήνες, προκειμένου να μην αυτοκτονήσει. Έναν συμβασιούχο του ΟΑΕΔ που ήθελε να δουλέψει και δεν κάθισε να κοιτάξει το γάιδαρο στα δόντια. Γι’ αυτό και δεν κατάλαβε ότι για μπορέσεις να δουλέψεις  πρέπει πρώτα να πληρώσεις και να πεινάσεις ΚΑΙ να διψάσεις.
Αν το ήξερε ο φουκαράς που στα μέρη του σιτίζεται από την αλληλεγγύη ή το κοινωνικό παντοπωλείο, δεν θα διανοείτο να πάει στο μέρος του διορισμού. Να δανειστεί για τα εισιτηριά του και για τον πρώτο μήνα της διατροφής του και μετά να μετράει σπυρί σπυρί το ρύζι στο ντουλάπι περιμένοντας να πληρωθεί αναπολώντας τις σακούλες του κοινωνικού παντοπωλείου και της αλληλεγγύης και λέγοντας το νερό νεράκι. Αχ ανεργία μου ωραία, θα έλεγε, τι καλά που είμαστε εμείς εδώ με το νεράκι μας, που το χρωστάμε αλλά δεν μας το κόβουν,  και το ψωμί μας το καθημερινό και το φαγητό που ποτέ δεν λείπει, σιγά μην πάω στην Κούβα ν’ αποκλειστώ. Και λέω Κούβα γιατί υπάρχουν μέρη Ελληνικά, στα οποία δεν δεσπόζει η Ελληνική σημαία παρά το ότι το κράτος σε διαβεβαιώνει ότι πρόκειται για ελληνική επικράτεια. Κούβα λοιπόν κι όποιος γουστάρει.
Τα αυτιά που σε άκουσαν στο τηλέφωνο, κατάλαβαν πολύ καλά με ποιον μιλούν, κι όταν θίχτηκαν τα ζητήματα κατάλαβαν πολύ καλά και που πρέπει να αποδώσουν τις ευθύνες γι’ αυτά. Απλώς ο συμβασιούχος του ΟΑΕΔ θα φύγει κάποια στιγμή, άλλοι συμβασιούχοι,  θα επιστρέψουν στο μέρος, για να συνεχιστεί η ιστορία.
Υπομονή βρε παιδιά, και ορίστε, μια φανταστική στιχομυθία. Όλα φανταστικά είναι τώρα σε αυτό το κείμενο εντάξει;

συνεχίζεται....

Sunday, December 11, 2016

Νύχτα Χριστουγεννιάτικη

Εδώ η κατάσταση μπορεί να σε τρελάνει αν ακούς και συνδιαλέγεσαι μόνο με τα κοράκια και τις γάτες, τις προάλλες έπιασα τον εαυτό μου να κάνει Κρα, ενώ μια άλλη μέρα προσπαθούσα να πείσω έναν μετεμψυχωμένο και εξαιτίας αυτού ψυχοπαθή γκρίζο γάτο, ότι το φαγητό είναι μπροστά στη μύτη του, να σκύψει να φάει και να σταματήσει να με απειλεί. Όπως το διαβάζετε, να με απειλεί. Χχχ και χχχ είτε πας με την κατσαρόλα στο χέρι για να του βάλεις, είτε απλώς βγαίνεις από την πόρτα, χχχχ  αυτός. Έπιασα λοιπόν τον εαυτό μου να του λέει. Νιάου; Νια νια νια μιαμ μιαμ. Καλά. Φταίει όμως που είναι ψυχοπαθής οι άλλες γάτες με καταλαβαίνουν και μου απαντούν. Το μόνο ζώο με το οποίο  δεν έχω καταφέρει να επικοινωνήσω ακόμα επειδή καθένα από το είδος του μιλάει μιαν άλλη γλώσσα, είναι το «Άνω θρώσκω».
Σιγά και μη θρώσκεις άνω  ηλίθιε! 
Έτσι λοιπόν για μην τρελαθούμε ο συνάδελφος διπλανή πόρτα κι εγώ, συναντιόμαστε κάθε βράδυ στο σπίτι μου για να δούμε ταινία. Όχι  του στιλ «πάμε για καφέ κι άμα δεν σ’ αρέσει ντύνεσαι και φεύγεις» ταινία κανονικά εντάξει;

Χθες βράδυ λοιπόν ενώ εγώ κοιμόμουν γλυκά τάχαμου βλέποντας κι αυτός μου έλεγε τρεις και μία «χάνεις», είπε ξαφνικά τη φράση που με έκανε να ανοίξω το μάτι γαρίδα.
«Χριστούγεννα έξω Ελένη!
-Ε; Τι λες;
-βγες να δεις.
-Ρε δεν με παρατάς; Νυχτιάτικα;
-Βγες, έλα πάμε».  Και βγαίνει πρώτος έξω.
Τι στα κέρατα θέλει τώρα;  Βάζω τις παντόφλες, το καταβρώμικο σακάκι μου (τι θα κάνω μ’ αυτό;) και τον ακολουθώ. Πέραν του ότι δεν έχω ξαναδεί φεγγάρι με τόσα πολλά και έντονα φωτεινά άστρα τριγύρω, δεν έχω ξαναδεί ούτε τόσα πολλά πρόβατα μέσα στο χωράφι μας, θα πρέπει να ήταν καμιά πενηνταριά, μανάδες, έφηβοι, μωρά, ξαναμμένοι κριοί όλα εκεί. Κι ένα μικρούλι νεογέννητο σκαρφαλωμένο στο βράχο φώναζε καλώντας βοήθεια, και η μαμά του από κάτω το παρότρυνε να κατέβει, μια συνομιλία που κράτησε ώρα, «-φοβάμαι, έλα να με πάρεις. –Βάλε τα ποδαράκια σου σε κείνη τη χαμηλή πετρούλα και κατέβα σιγά σιγά. –Όχι θά γκρεμιστώ έλα να με πάρεις! –Δεν θα πάθεις τίποτα, κατέβα, ολόκληρο παλικάρι! Εδώ κατεβαίνει η χαζή η Ελένη από κει!»
Πείστηκε το αρνάκι και κατέβηκε.

Και να μην κουνάει φύλλο τριγύρω. Βουκολικό τοπίο ζωγραφισμένο από  χέρι  πνιγμένου από αγάπη και ρομαντισμό εξόριστου ζωγράφου.  Να λες όπου  να’ ναι θα σκάσουν οι μάγοι με τα δώρα. Και γυρνάς το σώμα σου 360 μοίρες αναζητώντας τη φάτνη.
Εδώ σε αυτό το ξεχασμένο μέρος της Ελλάδας από την Ελλάδα, κατάλαβα πόσο ασήμαντα είναι τα πάθη μας, τα πάχη μας, τα κάλλη μας, οι στόχοι μας, τα κέρδη που ζυγίζεις στη φούχτα, τα πεζά μας όνειρα, οι πεζές μας καταξιώσεις,  το κύρος μας, το βέτο μας, το ύφος μας, η θέση μας, η μόστρα μας, η μούρη μας, κι όλα όσα επινοήσαμε για να πατήσουμε πάνω στο κεφάλι του συνανθρώπου μας.
Ο Αίολος κοιμόταν. Έτσι κι αλλιώς ο σάκος του έχει  αδειάσει για την ώρα. Μόνο το κουδουνάκι στο λαιμό των ζώων ακουγόταν και ένας ρυθμικός χτύπος που έπαλε πάνω στη γη, δεν ήξερα αν ήταν η καρδιά μου ή του συναδέλφου ή των προβάτων, ή αυτή η ίδια η καρδιά της γης.
Δεν θα υπάρξουν άλλα κείμενα για κατασκόπους. Αφομοιώθηκαν όλοι από τη φύση, μαζί με τα μυστικά και τα ντοκουμέντα, μη λες κουβέντα, γιατί μ’ αυτά και με κείνα χάνεις την πιο μεγάλη αμοιβή που θα μπορούσες να πάρεις μαζί σου φεύγοντας. Ας κρατήσουν τα λάβαρα της νίκης αυτοί που μόνο αυτά μπορούν να χαρούν, -χαιρετίσματα στην εξουσία-.
Άσχετα αν καμιά φορά, συχνά, τα κρατάνε επειδή τους τα χαρίζουμε. Αντιλαβού ιδανικέ μου αναγνώστη;

Για σένα είναι όλα αυτά. Για κείνο το κομμάτι μέσα σου που λαχταράει να πιεί ένα κρασί μαζί μου κι ας μην πίνω, να γυρίσει πίσω το χρόνο και να με θυμηθεί στον τόρνο, τη φρέζα, τις ταπετσαρίες, τα χλωμά φώτα ενός σχολείου, στο δρόμο, τις συνελεύσεις, το ματωμένο φρύδι, το χαμένο παπούτσι,  θυμήσου ρε μαλάκα ιδανικέ αναγνώστη, και μη λες κουβέντα. Ότι και να πεις έτσι κι  αλλιώς δεν θα το δω. Δεν θα το ακούσω. Δεν θα βγεις ποτέ γυμνός βορά στα νύχια τόσων κοράκων. Το κάνω εγώ για σένα. Εσύ μόνο διαβασέ με για να σου ξεκινήσει όμορφα, ανθρώπινα, γλυκά η μέρα, με ένα χαμόγελο   αποδοχής μου το χρωστάς, ντυμένος μέχρι το λαιμό τους τίτλους σου, τα αλεξίσφαιρά σου, να πας παρακάτω. Που παρακάτω έρημε…άστο. Απλώς θυμήσου!

Το αστέρι της Δήλου αστράφτει στο χέρι  του Έλληνα Θεού. Δείχνει το δρόμο προς τη Φάτνη. Εκεί που θα γεννηθεί ξανά η ελπίδα για τη συναίσθηση της κοινής μας μοίρας. Ως εκ τούτου,  της δικής μου και της δικής σου, μαλάκα ιδανικέ αναγνώστη...

φιλώ σας.