Ελένη Μπάλιου - herinna

Ελένη Μπάλιου - herinna

Saturday, April 16, 2016

Να πιω
το γάργαρο του ήχου σου
τη μυρωδιά της θαλασσάς σου
να δω
να με παίρνει.
Το λάδι,
το μωρουδιακό σου
 ταλκ
το άρωμα
που έφυγες και  μένει
παιδί μου
ευχή μου
ζωή!


 





Friday, October 9, 2015

Κατερίνας Γλυκοφρύδη, ΤΟ ΘΕΡΟΣ

Θέρος 2015
 Ημέρα 8η 8ου μήνα
Αθήνα.



Τα μοιραία γεγονότα της εποχής με κρατούν φυλακισμένη. Όχι μονάχα η αδιανόητη πολιτική ξένων και δικών, αλλά και οι 40 βαθμοί θερμοκρασίας στην πόλη.
Ακόμη και η παράνοια των πολιτών, αλλά και η κατ’ οίκον όμοια…
Επίσης φυλακισμένη με κρατούν και οι κατσαρίδες που σαν τις παλιές πουτάνες, αφήνουν τις νύχτες τις γνωστές κατοικίες τους κι ανασαίνουν το μαύρο σκοτάδι.
Μάλιστα ψιθυρίζουν πως είναι εκπρόσωποι του ζωικού βασιλείου αυτό το κατσαριδομάνι, φαντάσου!
Πρόκειται λοιπόν γι’ αυτήν την αήττητη φυλή μεγέθους μισού ποντικού-βρέφος. Χρώματος γυαλιστερού καφετί και με φτερά απομίμησης. Τόσο άτιμες. Έχουν δε το θράσος, σαν εκείνο του κοντού ανθρώπου που με αυτό κοιτάζει να καλύψει το 1.5- μέτρο ύψους.
Εξορμούν, όπως δεν ανέφερα απ’ το ακίνητο υδάτινο λύμα, πάντα νύχτα. Διασχίζουν τους δρόμους κι αρχίζουν να σκαρφαλώνουν τα τείχη των πολυκατοικιών, με συγκεκριμένη βιάση και προορισμό, να εισχωρήσουν στα κλινοδώματα των φιλύπνων πολιτών, τα οποία διατηρούν μια κάποια δροσερή λιπαρότητα. Κάνουν δε, ένα θόρυβο σερνάμενες, λες και φορούν χάρτινη ενδυμασία. Θυμίζουν χαρτιά που παίζουν, νύχτα η ώρα στους δρόμους με το κουτσό αεράκι. Οι απελπισμένοι νυχτερινοί περιπατητές, γνωρίζουν καλά αυτό τον χάρτινο ήχο.
Ακόμη ακόμη με κρατά άγρυπνη στη φυλακή μου και αυτή η αχνίζουσα ησυχία της νύχτας. Την οποία, αν με προσοχή την ακούσεις, μπορεί να νομίσεις πως αυτή ετοιμάζει μυστικά, την εξολόθρευση του καλού από τον κόσμο του ανθρώπινου γένους (καλόν = αγαθή πράξη, αγαθό. Φιλοσοφικά, το αισθητικά ωραίο)…
Όπως και νά’ ναι, έχει σχηματιστεί μια παράξενη και ποικίλη στρατιά. Άφαντη, αλλά εγώ τη βλέπω…
Είμαι λοιπόν φυλακισμένη αλλά όχι στα σίδερα, αυτά που είναι  «για τους λεβέντες». Απλά εσώκλειστη, χωρίς τη θέλησή μου. Ή μπορεί και με τη θέλησή μου, τι σημασία έχει;
Κι έτσι κυλούν οι μαύρες νύχτες. Άστρα, Σελήνη; Καμιά σχέση. Νομίζω (διατηρώ αυτό το χάρισμα) πως αυτή η επουράνια φυλάκιση αφορά και σε άλλους οικισμούς μακρινών χωρών. Και…νομίζω ακόμη πως είναι σάμπως οι νεκροί των πολέμων ανθρωποφαγίας διανέμουν δικαιοσύνη ή τιμωρία, αόριστα μεν, γενικά όμως. Αυτή η κίνηση γίνεται επίσης και από τους νεκρούς της αμέτοχης ικανότητας των θρησκειών, κρυμμένη στα ράσα και στις Τιάρες.
Νεκροί ακόμη από τη βίαιη φάση της φύσης: Βροχάρες, χιόνι, καύσωνες. Παραπονεμένα επίσης θραύσματα ανθρώπινων σωμάτων διάσπαρτα στους αιθέρες, καθώς ο ουρανός αφήνει να  λυμαίνονται το διάστημά του τα τερατώδη καμώματα της Ατομικής Επιστήμης.  Αυτά με τα συρταράκια, τα παραθυράκια, τα κλειδάκια, όπου μέσα τους αιωρούνται ανθρώπινα ανθρωπάκια, σαν μαγεμένοι παραμυθένιοι νάνοι που διασκεδάζουν μέσα σε μια μικρούλα σιδερένια οικία…
Με αυτά και άλλα η Στρατιά γοργοπατεί στα δρομάκια της νύχτας κι αχολογά στα αυτιά της κωφάλαλης πολιτείας μας. Τις τρομπέτες της Στρατιάς τις φυσούν οι κατσαρίδες. Τα τύμπανα της μπάντας τα χτυπούν αόρατα χέρια που πάνω τους βυσσοδομούν οι «μυρμηγκιές» (εκείνα τα παιδικά εξογκωματάκια, τα οποία ποιος ξέρει πώς τα ονομάζει η επιστήμη). Ακολουθούν οι στρατιωτίνες με όπλα την εθνική απερισκεψία. Δίπλα οι άντρες ακολουθούν με βήμα ταχύ μονάχα…Πίσω όρθιοι με σκούφιες στα κρανία, οι ζωντανοί νεκροί της πείνας, της αρρώστιας, της αστεργίας, της αναδουλειάς, τα θύματα του έρωτα και της απιστίας, γενικά…έπεται ένα μέρος της φονικής Ευρώπης πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι που το σπρώχνουν οι υποκριτές παρατρεχάμενοι.
Και τσουλάει η Στρατιά στη σκοτεινιά της νύχτας. Και οι νυχτερίδες με τις νευρωτικές τους τσιρίδες γοργοπετούν γύρω. Οι σάλπιγγες ηχούν ηχηρά. Οι αφιονισμένες κατσαρίδες με τις καφετιές στολές και τα φτεράκια, ίσα ίσα για πηδήματα στους κόρφους της νοικοκυράς καθώς τις κυνηγάει με το ζωϊφιοκτόνο «Τερέζα».
Και φυσούν λοιπόν τις σάλπιγγες με αυθάδη νυχτερινό ενθουσιασμό, αυτές οι απόβλητες της κοινωνίας κατσαρίδες γένους αρσενικού…

Είναι όμως κι αυτό το ντάπα  ντούπα της χοντροκοπιάς, όπως επίσης και τα άσματα τα οποία οι ακατονόμαστοι τα ονομάζουν «μουσική». Ενώ η κλασική μουσική λεγόμενη, ηχεί στις αρένες αλλά και αλλού, τα μάρμαρα δηλαδή, θρηνούν με αγανάκτηση: «Σβήστε τις βεντάλιες σας κυρίες και τα κινητά στις τσέπες κύριοι…εμείς προτιμάμε τα αρχαία μας φαντάσματα».  Να όμως που πίσω  από το ασκέρι της Στρατιάς ακολουθεί η συμμορία των βιβλίων με ανάλαφρο βήμα με επικεφαλής την κουκουβάγια. Η οποία αυτή πάλι, ξέχασε τους νυχτερινούς θριάμβους της και λαλεί ελαφρολαϊκά για τις κυρίες…λένε οι κύριοι ζηλόφθονοι λιγάκι…
Όλα, όλα εν τέλει, καλύπτουν το θρόισμα της ομορφιάς και της καλαισθησίας.
Και η νύχτα θάλλει σκοτεινή, άοσμη, μια μάγισσα που καθρεπτίζεται στο σεληνόφωτο πηγάδι… και οι λόφοι στις φλόγες. Δε νομίζω πως το πράσινο της ελπίδας, που λέει ο λόγος, θα γίνει σταχτί.

9η Αυγούστου του Καύσωνος.

Στο νοσοκομείο όπου βρέθηκα σαν επισκέπτρια ασθενούς, βρήκα επίσης το κουράγιο να συνεχίσω το μικρόπνοο ετούτο γραφτό. Το χάρισμα βλέπεις, το εξασκείς παντού…προς το παρόν!
Συνέχεια λοιπόν του χτεσινοβραδινού ορυμαγδού, με άλλο θέμα. Εδώ στο Κ.Α.Τ, οίκο ασθενών με σπασμένα μέλη του σώματος, σε μια αίθουσα, 44 την ονομάζουν, γιατροπορεύονται υπερήλικες γυναίκες 6 στον αριθμό. Όλες σπασμένα χέρια, πόδια, ισχία, καμία στο κεφάλι. Η μία είναι μεγαλύτερη της άλλης. Με επικεφαλής την κυρία Μυρσίνη. «99 και κάτι» ομολόγησε χλευάζοντας ο εγγονός. Κι ενώ πονάει ήσυχη και λυπημένη, αναμένει. Μοιάζει μ’ εκείνο το κριάρι του τσοπάνη που το έχει φέρει στο παζάρι για σφαγή. Όρθιο ανάμεσα στα πόδια του βοσκού, μουγκό κι ακίνητο, μ’ ανθρώπινη λύπη στα μάτια, περίμενε. Λες και ήξερε πως σε λίγο θα του πάρουν το κεφάλι…
Όλες εδώ μέσα έχουν αυτή τη γιγάντια δύναμη της αυτοσυντήρησης. Τρώνε σιωπηλές το γιαούρτι τους και με τρεμάμενο χέρι, σκουπίζουν το στόμα με τη λινή πετσέτα από την προίκα τους. Οι συγγενείς φρουρούν τον ασθενή τους με ανεξιχνίαστες επιθυμίες…Η ασθενής γνωρίζει, αυτή μόνο, τι επιθυμεί ο καθένας τους.
Αυτά τα αποκαΐδια μιας χτεσινής φλόγας, οι υπερήλικες συνεχίζουν με ακατάλυτη ζέση να προχωρούν μονάχες στο μονοπάτι του χρόνου. Το γύρισμά του, το γνωρίζουν καλά, το περιμένουν, όπως περίμεναν το σύζυγο, τις ατέλειωτες νύχτες να επιστρέψει από το κυνήγι, στα καρτέρια για «πέρδικες»
Από τις ανοιχτές μπαλκονόθυρες του θαλάμου, εισβάλλει κάθε πρωινό ένα περιστέρι από τα πολλά που πετούν έξω στους κήπους. Τριγυρίζει κάτω από τις κλίνες των γεροντισσών σαν ένας κυριακάτικός παπάς που κι αυτός αποζητά τα ψίχουλά τους…Ακόμη θαρρείς πως είναι το περιστέρι της Κιβωτού που αναζητά στη Γη απάνω να εξασφαλίσει την Ειρήνη στον Παράδεισο όπου θα καταλύσουν οι θνήσκες αυτές ψυχές… Θαρρείς επίσης πως αυτό το πεινασμένο φτερωτό είναι η ψυχή αυτής της μοιραίας ζωντάνιας: ένα χρέος και σεβασμός στη θεϊκή φωνή της τάδε Εντολής Του: «Μην αφαιρέσεις μονάχος τη ζωή σου, περίμενε, θα στείλω εγώ τον Άγγελό μου κι αυτός θα σου την πάρει»...
Έχουν τώρα κι ένα παράπονο οι τραυματισμένες αυτές κυρίες, ψιθυρίζουν με αυτή τη φωνούλα που έχει απομείνει. « Καλή η μοναξιά της αναμονής Κύριε, αλλά αυτή η αργοπορία της ύστατης ώρας, κοστίζει, καθώς εδώ ξαπλωμένες νύχτα-μέρα αναθυμόμαστε τα παλαιά. Πονεμένη ιστορία αυτά Ιησού Χριστέ, γνωρίζεις Εσύ από χαρές και από Γολγοθάδες. Αυτή η πορεία Γιε μας προς τα ιερά νερά του Αχέροντα μας φέρνει μια έγνοια: Τι νόμισμα θα θελήσει άραγε ο Άγιος βαρκάρης για να μας πετάξει απέναντι. Θα προτιμήσει: Τάλαντο, Μνα, Δραχμή ή το ξένο νόμισμα Ευρώ; Μας απασχολεί κι αυτό τις άσπρες νύχτες της σιωπής εδώ χάμω…»
Στο μεταξύ αυτές οι γλυκές γυναίκες, δεν ακούνε τις σάλπιγγες που ηχούν συνέχεια έξω, στους δρόμους όπου η Στρατιά προχωρεί κατάκοπη και αιχμαλωτισμένη. Η νύχτα τελειώνει.
Οι κατσαριδοσαλπιγκτές φυσούν ξέψυχες τα μουσικά τους όργανα οι αμαρτωλές, σαν τους βρικόλακες κι αυτές φοβούνται τη μέρα που ξημερώνει αργά. Οι στρατευμένες αυτές αρσενικές κυράτσες, σαν τους πολιτικάντηδες βιάζονται να χωθούν στους οχετούς τους, πριν η Ηώς ρίξει τις τριανταφυλλιές ακτίνες της επί της Γης. Καθήκον της θεάς που έχει μια λυτρωτική γλύκα, εν τέλει…

Ναύπλιο, Κίος Νέα, 25-8-2015
Αθήνα, Κατερίνα Γλυκοφρύδη

Thursday, June 25, 2015

Αυλαία

Είχαν ένα νόημα κάποτε όλα αυτά. Ένα νόημα με πρώτη την ανάγκη της απεύθυνσης. Εχεις πράγματα να πεις και ψάχνεις ανθρώπους να τα κοινωνήσεις, μάτια να τα διαβάσουν, μυαλά να τα σκεφτούν, καρδιές να τα νιώσουν. Και πίσω πίσω στη σκέψη σου, επικρατούν κάποιες μορφές, που εύχεσαι και ελπίζεις κάποια μέρα ο λόγος σου, να φτάσει στα μάτια τους και στην καρδιά τους. Δεν θέλω να μιλήσω για πρόσωπα εδώ, να κατονομάσω τους αγαπημένους αναγνώστες που πιστοί μέσα στα χρόνια παρακολούθησαν τις συγγραφικές, χρονικές μου ασυνέπειες. Θέλω να πω σε όλους το τελευταίο ευχαριστώ. Αισθάνομαι πως ο τρόπος αυτός επικοινωνίας μου μαζί σας, έκανε τον κύκλο του. Προσπάθησα πριν καταλήξω σε αυτή την απόφαση, να δώσω χρόνο στα πράγματα, να δουλέψουν κάπως μέσα μου. Μήπως και επανέλθω με σειρά από νέα κείμενα, όχι ημερολογιακά αυτή τη φορά, αλλά σαν εκείνα τα παλιά διηγήματα που είχα ξεκινήσει το μπλογκ. Δεν είναι ότι δεν θα μπορούσε να γίνει έτσι. Δεν είναι ότι θα σταματήσω να καταγράφω αυτά που μέσα κι έξω από το κεφάλι μου συμβαίνουν. Είναι που αυτός εδώ ο κύκλος έκλεισε. Ότι και να κάνω με πάει προς τα κει, και πρέπει να το αποδεχτώ. Μετά τη δημοσίευση της herinnas σε βιβλίο, του ημερολογιακού κομματιού της herinna's που ήταν μια κατάληξη των όσων γράφτηκαν όλα τα πριν από αυτό χρόνια, αισθάνομαι πως το βιβλίο αυτό του μπλογκ, δέκα χρόνια μετά τελείωσε. Άλλα πράγματα θα έρθουν στο φως με άλλους τρόπους και μέσα, αλλά για την ώρα σας χαιρετώ. Με πολλή ευγνωμοσύνη και αγάπη, πολλά ευχαριστώ προς όλους εσάς που είτε σταθερά είτε περιστασιακά παρακολουθήσατε αυτή την ιστοσελίδα. Θα ξανασυναντηθούμε, κάπως, κάπου, δεν τέλειωσαν τα λόγια και οι σκέψεις, ποτέ δεν σταματούν αυτά για πάντα. Είναι που μερικές φορές πρέπει να αφήνει κανείς τα σίγουρα λημέρια και να ξανοιχτεί σε άλλες, άγνωστες θάλασσες της ζωής, αν δεν θέλει να ταριχευτεί ο ίδιος και ο λόγος του, σε ένα μοναδικό μέρος ακίνδυνο κατά τα φαινόμενα, αλλά περιοριστικό και περιορισμένο.
Στο "Τι τραβούν κι αυτοί οι πλούσιοι!" θίχτηκε πολύς κόσμος. Άνθρωποι που δεν θα περίμενα ότι θα ενοχληθούν από μια τιμητική αναφορά, και άνθρωποι που επίτηδες φωτογράφησα για να φανούν τα καλά και τα κακά τους στοιχεία, αναλόγως περίπτωσης. Η αλήθεια είναι πως αδιαφόρησα από την αρχή για τις εντυπώσεις των θιγμένων. Μ' ενδιέφερε να συνθέσω σιγά σιγά το παζλ των ημερών μου, με όλους αυτούς, καλούς, κακούς, μέτριους, αδιάφορης κατάταξης, να μιλήσωγ για τα γεγονότα, τις συνθήκες, τους καταναγκασμούς, την ελπίδα, την ανάσα, την κοινή ή την μη κοινή μοίρα των ηρώων  που ο δρόμος μου διασταυρώθηκε με τον δικό τους. Δεν έμεινα στις ψυχολογικές προεκτάσεις, δεν τόνισα την κοινωνιολογική τους σημασία, αν και ίσως θα έπρεπε, κατέγραψα γεγονότα, συμβάντα, στιγμές, φράσεις, λέξεις, εικόνες που καθόρισαν σε ένα μεγάλο βαθμό τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι εγώ τη ζωή. Δεν έχουν καμιά εκδικητική τάση οι αναφορές μου προς κανέναν, εκτός κι αν εκδίκηση μπορεί να θεωρηθεί το δικαίωμα στο συμπέρασμα, ή στην επιλογή του να είσαι έτσι ή αλλιώς. Δεν θα ζητήσω ως εκ τούτου συνγνώμη από κανέναν.
Και με αυτά τα τελευταία λόγια, η herinna σας αποχαιρετά και σας εύχεται καλή συνέχεια στη ζωή, καλές αναγνώσεις και καλή αντάμωση οπουδήποτε και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ξαναβρεθούμε.
Φιλώ σας. 

Tuesday, December 9, 2014

Ως θερινά πορθμεία

Κάποιοι, επιμένουν να κυνηγάνε την αναγνώριση. Αλλους, τους κυνηγά η ποίηση και αυτοί τινάζονται, παίρνουν δρόμο, μαζεύουν μέσα τους τον κόσμο, τον πόνο του κόσμου, την πορεία του κόσμου, τα χαστούκια της ζωής αλλά και τις μοναδικές της στιγμές, κάποια στιγμή της κάνουν τη χάρη της ποίησης, και την τιμάνε με μερικούς στίχους από αυτούς που φυλάνε στην καρδιά τους για χρόνια, από αυτούς που περιμένουμε ο υπόλοιπος κόσμος για χρόνια. Τέτοιοι άνθρωποι συνήθως αποτυπώνουν σε χαρτιά που μένουν βαθιά κρυμένα στα συρτάρια τους, από βαθιά συναίσθηση και σεβασμό στην τέχνη που οι ίδιοι εν αγνοία τους τιμούν, εις γνώση τους υπηρετούν. Και από μια αναπάντεχη συγκυρία, από ένα παιχνίδι της τύχης, τη ζωής, από μια ειρωνία του χρόνου εις βάρος τους, συμβαίνει το σπάνιο διάβημα της εκτύπωσης.
Για έναν τέτοιο άνθρωπο μιλάω όταν αναφέρομαι στο όνομα Μπάμπης Δρίζος.
Για μια τέτοια ποίηση μιλάω όταν αναφέρομαι στην ποίηση. Θα συνεχίσω για τον Μπάμπη, αλλά πρώτα να πω δυο λόγια για την μέχρι τώρα επαφή μου με την ποίηση.
Ξέρετε πολύ καλά ότι έχω ασχοληθεί, κατά βάση ξεκίνησα γράφοντας διάφορα που μπορεί να ήταν ποιήματα μπορεί και όχι, αλλά έτσι ξεκίνησα, γράφοντας στίχους. Επί δεκαετίες, ήταν τα μόνα που έγραφα. Και μέσα μου είχα πάντα τον πόθο να γράψω ένα μυθιστόρημα, αυτό της ζωής μου, να πω έστω και περιμετρικά, περιληπτικά, αυτά που φύλαγα μέσα μου σε όλη μου τη ζωη. Το προσπάθησα με το Σιγά το ξημέρωμα, αλλά αυτό δεν ήταν ούτε το εν εκατοστό από αυτά που πραγματικά είχα και ήθελα να πω. Γι' αυτό και συνέχισα μετά με τα διηγήματα και κάποια άλλα μυθιστορήματα που ποτέ δεν είδαν το φως της δημοσιότητας, τα ράφια των βιβλιοπωλείων, τα ξέρετε αυτά.
Η σχέση μου με την ποίηση ήταν πάντα απαιτητική. Αν δεν έβλεπα αίματα στις γροθιές μου τελειώνοντας ένα ποίημα, έλεγα πως δεν είναι καλό. Δεν θα το συμπεριλάβω στη συλλογή μου. Σκέτο βαμπίρ η απαίτησή μου και ίσως αυτός είναι και ένας λόγος που σιγά σιγά αραίωσα τις δημοσιεύσεις. Όσο πιο βαθιά έμπαινα στο νόημα τόσο λιγότερα ήθελα να βγαίνουν προς τα έξω, σε αντίθεση με τα αυθόρμητα στο μπλογκ.
Είχα διαβάσει τους περισσότερους έλληνες ποιητές, σύγχρονους και κλασσικούς και άγνωστους και γνωστούς. Είχα σταματήσει στον Τάσο Λειβαδίτη. Είχα πει, μετά από αυτόν, δεν μ' ενδιαφέρει κανένας άλλος. Θεωρούσα πως θα είναι ο τελευταίος ποιητής με τον οποίο ασχολήθηκα. Γιατί τον διάβασα, όχι τον άκουσα στα τραγούδια του, τον διάβασα, αρκετά μεγάλη. Και μετά από αυτό ηρέμησα και ησύχασα και καθάρισα με την ανάγνωση της ποίησης και την ψηλάφιση στα νοήματα των νέων, των πολλά υποσχόμενων, των καλών ή των κακών δεν έχει σημασία ποιητών, εγώ τα είχα δει όλα, δεν ήθελα, δεν ένιωθα την ανάγκη να δω περισσότερα είπα.
Και τότε διάβασα το "Δυων Ανατέλλων και η Πανσέληνος βροχή" του Γιώργου Πήττα. Κάπου εκεί στο 2000 θα ήταν. Το διάβασα νύχτες, μέρες, μεσημέρια, βράδια, το κράτησα καιρό στο κομοδίνο μου δίπλα, μπας άφησα κάποιο σημείο που δεν πρόσεξα, μπας δεν είδα καλά ένα πολυδιαβασμένο τετράστιχο, μπας δεν κατάλαβα ακριβώς. Το έμαθα πια απέξω το βιβλίο. Και μετά ηρέμησα. Οκ. Διαβάσαμε και την ποίηση της δεκαετίας. Γιατί για μένα αυτό ήταν η ποίηση και κάτι περισσότερο σε αυτό το βιβλίο του Πήττα. Ότι έβλεπα μετά στο ίντερνετ μου φαινόντουσαν σαν απονενοημένες προσπάθειες γραφής. Ξέρω πως είμαι άδικη και σνομπ. Αλλά αυτό κάνω. Αν δεν μου χτυπήσει βαθιά μέσα στην καρδιά ο στίχος, δεν υπάρχει.
Ο Μπάμπης ο Δρίζος δεν δήλωσε ποτέ ποιητής. Και χθες, που πήγα στην παρουσίαση της ποιητικής του συλλογής "Ως θερινά πορθμεία", βγήκε ο ίδιος και είπε πως δεν εσκόπευε να δημοσιεύει αυτά τα ποιήματα. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ να εκδόσει μια ποιητική συλλογή. Ένας ιδιαίτερα σημαντικός λόγος τον έσπρωξε να το κάνει αυτό, οι σκέψεις που ακολουθούν μιαν ασθένεια που δεν ξέρεις που θα σε τραβήξει, που θα βγάλει. Ο Μπάμπης ο Δρίζος είναι ένας μαχητής της ζωής. Αγωνίστηκε για να αλλάξει τον κόσμο μέσα από τα πιστεύω του, αγωνίστηκε όμως και για να κάνει αισθητή την ομορφιά του, πάντα προβάλλοντας τα έργα και τις δημιουργίες άξιων ανθρώπων, καλλιτεχνών. Κι όμως είναι ένας από αυτούς χωρίς ο ίδιος ποτέ να τοποθετήσει τον εαυτό του αναμεσά τους. Αυτό μπορώ να το λέω από το λίγο, το ελάχιστο που τον γνώρισα σαν άνθρωπο, κυρίως όμως να το συμπεράνω μέσα από τα ποίηματα αυτής της συλλογής. Ώστε ευτυχώς μετά από το "Δυων ανατέλλων και η Πανσήληνος βροχή", υπάρχει συνέχεια. Για μένα πάντα. Για άλλους μπορεί άλλοι και άλλα να ήταν τα σημαντικά. Και η συνέχεια αυτή έχει τον τίτλο "Ως θερινά πορθμεία" και το όνομα Μπάμπης Δρίζος. Χρονικά μόνο. Γιατί αξιακά, δεν είμαι σε θέση να τοποθετήσω κανέναν. Δεν έχω το ανάλογο ανάστημα και βάθος γνώσης ίσως για να το κάνω. Πιστεύω.


Μερικά από τα ποιήματα της συλλογής.


Ως θερινά Πορθμεία

Σαν το "ΙΟΝΙΟ"
που μπαίνει στο Καψάλι φωταγωγημένο
όρθρον βαθύ,
κι ο φάρος μοιάζει τότε σαν πυγολαμπίδα
κι ο θόρυβος του λιμανιού
κόβει τη σιωπή της καλοκαιρινής νύχτας
Σαν το "ΙΟΝΙΟ"
που αφυπνίζει τα τζιτζίκια,
που πολύβουο
των ερωτευμένων κλέβει τη σκέψη
και βιαστικά τραβάει τα κορμιά προς το λιμάνι,
έτσι,
σαν το "ΙΟΝΙΟ"
σε άγονη αυγουστιάτικη πορεία
μες στο Καψάλι των Κυθήρων
όσοι μας αγαπήσαν
κι όσοι ακόμα μας θυμούνται
θ' ανοίξουν τις αγκάλες τους
να μας δεχτούνε σαν το "ΙΟΝΙΟ"
γιατί χρόνια πολλά
τους κουβαλήσαμε εντός μας.



ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΟΝΕΣ

Οι γυναίκες
πόση θλίψη έχουν τα μάτια
Κοπέλες πίστευαν πως αγαπιόνταν
και τώρα
έτσι μόνες μέσα στις παρέες
ωσάν παιδιά που μπήκαν τιμωρία
ακουμπούν τη μνήμη τους
σ' εκείνη τη φρεσκάδα της εφηβείας
σ' εκείνη τη μακρινή βεβαιότητα
πως αύριο θα τις ξαναγαπήσουν.

Και κλαίνε οι γυναίκες
που κάποτε υπήρξαν νέες.






ΘΥΜΑΜΑΙ

Θυμάμαι,
όταν αποσυνάγωγος της παιδικής παρέας
έμπαινα στο σπίτι,
η μητέρα καθόταν στο ντιβάνι
άπλωνε το χέρι κι ακουμπούσε τη θέση δίπλα της
πρόσκληση να καθίσω.
Ύστερα έπαιρνε τα χέρια μου στα γόνατά της,
μ' αγκάλιαζε, με φίλαγε στον κρόταφο.
Κι άνθιζε μέσα μου η ελπίδα....
Θυμάμαι όταν έφηβος κουβάλαγα της μέρας μου τις πίκρες μες τη νύχτα
ερχόταν η μητέρα στο προσκέφαλο
μου χάιδευε το σγουρό κεφάλι,
με φίλαγε στο μέτωπο.
Κι άνθιζε μέσα μου η πίστη...
Θυμάμαι όταν άντρας
με ένα κόκκινα σύννεφο στα μάτια
μου έπιανε τα χέρια με δύναμη,
με κοίταγε στα μάτια,
"μη τους φοβάσαι αυτούς,
να κάνεις ότι σου λέει η καρδιά σου.
Μόνο έτσι αλλάει ο κόσμος"
Κι άνθιζε μέσα μου η αλήθεια.





ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΜΟΝΟΙ

Στα καφενεία και τα πεζοδρόμια
μια μια καρέκλα
Μάτια της υπομονής και της εγκαρτέρησης
καθισμένοι τα χρόνια τους
τα σκληρά και στερημένα.
οι γέροντες αναριγούν με κάθε αγγελτήριο θανάτου.
Οι γέροντες τρομάζουν με κάθε απουσία.



ΜΕΣ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Ο χρόνος ο παρελθών
ο πάντα ταχύς και πάντα ανέμελος
ο χρόνος που όλα τα πήρε
ο χρόνος των γοργών και αθόρυβων ωροδεικτών
Ο χρόνος της λήθης των βασάνων
ο χρόνος το παρελθών
ο δαμάσας φουρτούνες.

Κι ο χρόνος ο παρών
ο πάντα σύντομος και πάντα αργός
ο χρ΄νος που όλα τα φέρνει
ο χρόνος των αργών και εκκωφαντικών λεπτοδεικτών,
Ο χρόνος ο ανελκύων λησμονημένες χαρές
ο χρόνος ο παρών
ο ματαίως πλουτίζων την εμπειρία.

Ο χρόνος ο παρών
ο δοκιμάζων την πίστη
ο γηράσκων την αισιοδοξία
ο μετρών τους αγαπώντες μας.

κι ανάμεσά τους εμείς
μες τον καθρέφτη
να βλέπουμε τον άλλον εαυτό μας
που δεν έζησε.



ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΡΙΖΟΣ

Ως θερινά πορθμεία

Εκδόσεις Θεμέλιο.




Monday, October 13, 2014

Ο μύθος της γλώσσας σε συνάρτηση με το μύθο του δημιουργού

Για φαντάσου. Αυτό που κάνω ενστικτωδώς εδώ και μερικά χρόνια, χύμα δηλαδή να ρίχνω τα κείμενα μέσα σ' αυτό το κουτί και σχεδόν αυτοματικά να ρίχνω τις σκέψεις μου, σχεδόν γιατί συχνά τα κείμενα αυτά αποτελούν ημερολογιακά ντοκουμέντα, για ποιον; αδιάφορο. Έλεγα, για φαντάσου, το γκρέμισμα από το βάθρο του συγγραφέα, όχι μόνο των άλλων αλλά κυρίως και της δικής μου συγγραφικής να το πω έτσι υπόληψης, το κάνανε οι φιλόσοφοι του 20ου αιώνα, οι αποδομιστές, με πρώτο και καλύτερο τον Ντεριντά. Από τότε οι άνθρωποι δηλαδή περπατάνε με τα πόδια τους στη γη και οι συγγραφείς, κυρίως οι λογοτέχνες, έχασαν το κύρος και την αίγλη που είχαν στη σφαίρα της υψηλής διανόησης μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα. Αμ τι. Τζάμπα λέω εγώ τόσον καιρό και χτυπιέμαι, ότι εγώ δεν είμαι εγώ, αφού ακόμα και τότε που γράφω σαν εγώ, μου βγαίνει κάποια άλλη; Ένα κάπως αλλιώς εγώ; Και την ίδια στιγμή που χίλια πράγματα είναι στριμωγμένα στο κεφάλι μου πιέζοντας να βγουν, όταν πάω να τα πω μόνο το εν χιλιοστό καταφέρνω να περισώσω κι αυτό αλλαγμένο; Διότι πολλά μπορούν να συμβούν από τη στιγμή που πας να αποτυπώσεις αυτό το εν χιλιοστό στο χμ,,,χαρτί, έστω και οθόνη του κομπιούτερ σου. πχ, κλωτσάς κατά λάθος το πιατάκι της γάτας με τις κροκέτες της, σκορπίζονται αυτές σε όλο το δωμάτιο, διακόπτεις για να τις μαζέψεις κι όταν επανέρχεσαι, τι ήθελα ρε να πω, τι έλεγα; κι άλλα τέτοια πολλά.
Λέει λοιπόν ο Ντεριντά πως στην πραγματικότητα οι συγγραφείς γράφουν κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι μέσα τους, επειδή δεν μπορούν να εκφράσουν με λέξεις, δεν έχουν αρκετές ικανές λέξεις για να περιγράψουν αυτό, και στη θέση του περιγράφουν κάτι άλλο, που ο αναγνώστης και ο κριτικός μέσω αυτού που διαβάζουν, ψάχνουν για κείνο που δεν έχει γραφτεί αλλά υπονοεί ο συγγραφέας με αυτό που έγραψε.
Κι αν δεν, αγαπητοί και αγαπητές μου αναγνώστες; Αν το ποιητή δεν θέλει να πει αυτό που ο ειδήμων ανέλαβε να αποκαλύψει, κι ακόμα χειρότερα αν το ποιητή δεν ξέρει τι θέλει να πει; κι όχι απλώς πως να το πει; ε; Όχι τι θέλει να πει με την κάθε ξεχωριστή και χαρισματική του πρόταση ενδεχομένως όντας συγγραφέας, αλλά τι θέλει να πει λέγοντας αυτό που λέει; Ποια είναι η κινητήριος δύναμη και η αφορμή για το κείμενό του, μυθιστορημά του, ποίημα του, διηγημά του;
Τι τον καίει; τον καίει;
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο επ' αυτού επειδή και οι γνώσεις μου είναι λειψές και αυτό που θέλω να πω δεν αφορά την όλη φιλοσοφία του πράγματος, αλλά το κομμάτι που αφορά εμένα.
Πολύ τα πήρα στο κρανίο όταν διάβασα την ανοιχτή πρόσκληση μιας ή ενός; συγγραφέως για την παρουσίαση ενός καινουργιου βιβλίου του, για τον τρόπο που ήταν διατυπωμένη αυτή η πρόσκληση, για την υποτίμηση του ανγνωστικού κοινού, για το καβάλημα της ορισμένης τάξης ανθρώπων, που θεωρούν ότι αξίζει ο κόπος να πας στη βραδιά τους, επειδή την παρουσίαση θα την κάνει ο διάσημος συγγραφέας τάδε και ο διάσημος δημοσιογράφος τάδε, α νάτο. Το βρήκα. Έσβησα τα ονόματα για ν' αποφύγω τις μηνύσεις αλλά το περιεχόμενο του κειμένου είναι το κάτωθι.
 Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ...τάδε,  ΤΗΣ ....τάδε  ΘΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΕΙ στην Αθήνα στις τόσες Οκτώβρη 2014 ώρα 19 :00 στην αίθουσα εκδηλώσεων μπαρμπα Θωμάς, Με κεντρικούς ομιλητές την κα Κακαρίτσα εφεμ (ραδιοφωνική παραγωγός , δημοσιογράφος , συγγραφέας ) , τον κ. Χάρη Σασκάνο ( διάσημο ηθοποιό στον κινηματογράφο , το θέατρο και την τηλεόραση ) και τον διάσημο συγγραφέα των best sellers Εγώμαιγώ,. Σκηνοθέτης Θεάτρου κιν/φου τηλ/σης- Δ/ντης παραγωγής στην ΕΡΤ. Θα παρευρεθούν αρκετοί διάσημοι;  καλλιτέχνες. ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΟΛΟΥΣ ΕΚΕΙ ΝΑ ΔΟΥΜΕ Τι αλήθεια; τον εκφυλισμό του συγγραφέα, του ηθοποιού ή του διάσημου δημοσιογράφου, στην απόλυτη κατρακύλα της λογοτεχνικής υπόστασης; 
που στο διάολο ζούμε; Και τι στ' αλήθεια θα πάει να παρακολουθήσει ο υποψήφιος αναγνώστης; Τα αποσπάσματα ενός βιβλίου που θα τον πείσουν να το αγοράσει, ή τους διάσημους; 
Πέραν όλων αυτών, γιατί είναι τόσο σημαντικό για μας, για εσάς να πάρετε στα χέρια σας αυτό το βιβλίο; Γιατί να παίξει τόση διασημότητα για την προβολή του; θα το μετατρέψει αυτό από ένα ασήμαντο σε ένα σημαντικό βιβλίο; Τη συγγραφέα του από μια επίδοξη καιροσκόπο σε πραγματική συγγραφέα; και θα πει πραγματικό βιβλίο και πραγματικός συγγραφέας στις μέρες μας; Κοινωνικές σχέσεις; κάτι άλλο; τι άλλο; Που είναι θαμένο αυτό το άλλο; Πέθανε και ο Σκαρίμπας που να πάρει...
Τέλος πάντων, καταλαβαίνετε το πνεύμα μου ελπίζω. Και μετά έρχεται καπάκι και το μάθημα το σημερινό και με αποτελειώνει. Έτσι που ξαφνικά χαίρομαι που το έχω γυρίσει στο ημερολογιακό εδώ μέσα, και έβαλα στην άκρη τα άλλα.
Υστεροφημία. Μ' ενδιαφέρει; Ουουου! Μόνο που δεν ξέρω αν την ενδιαφέρω εγώ, χεχε. Ματαιοδοξία. Την έχω; Ουουου! Αυτό δεν δικαιολογεί οποιονδήποτε εξευτελισμό του εαυτού μου ή του έργου μου. Είμαι πολύ πιο ματαιόδοξη από το να αρκεστώ σε μια παρουσίαση από ένα δυο "διάσημους", για να δοξαστώ στο εφήμερο. Χέστηκα γι' αυτό όπως κι αυτό για μένα. 

Ας ξαναγυρίσουμε λοιπόν στην αρχή. Γιατί γράφει κανείς; 
Εγώ προσωπικά την έχω σκαπουλάρει γράφοντας από την κατάθλιψη, από την τρέλα ίσως, από την απόλυτη απελπισία, από τη μοναξιά, από αυτά που δεν αναγνωρίζω τα ενοχλητικά συναισθήματα μέσα μου κι από αυτά που ξέρω ποια είναι κι από που έρχονται. Μου αρέσει επίσης να φαντάζομαι γραπτώς, να ταξιδεύω γραπτώς, να μεταφέρομαι σε άλλους κόσμους και εποχές γραπτώς, συνήθως οι δικοί μου κόσμου δεν υπήρξαν αλλά δεν έχει καμιά σημασία, να ερωτεύομαι γραπτώς, να χαίρομαι και να λυπάμαι γραπτώς. Εγώ ξέρω γιατί γράφω. Δεν πάω να διδάξω τη γλώσσα σε κανένα γιατί δεν πάει να πει πως επειδή γράφω την ξέρω καλύτερα από τους άλλους. Δεν καβαλάω κανένα καλάμι γιατί βρέθηκαν κι ένας δυο που με αποκάλεσαν συγγραφέα. Το παίρνω ως έχει. Αφού συγγράφω τι θα είμαι; αφού το κάνω σε όλη μου τι ζωή τι θα είμαι; σοπράνα; Ή επειδή δηλώνω καμαριέρα δεν έχω το δικαίωμα μιας δεύτερης και μιας τρίτης ιδιότητας; Λέμε τώρα. Κι επίσης γράφω, γιατί δεν μπορώ να σταματήσω να το κάνω. Κεκτημένη ταχύτητα. Έχω σκεφτεί διάφορους τρόπους αλλά δεν έπιασε κανείς. Είναι σαν το τσιγάρο βρε παιδί μου. Σαν το τσιγάρο το άτιμο.
Τι έλεγα; 
Είπα αυτά που ήθελα να πω; ποιος ξέρει..
Φιλώ σας.

Tuesday, July 8, 2014

Η Κρυφή μου Πάρος

Τρίτη 8 Ιουλίου




Από την πρώτη του μήνα δουλεύω σε ένα ξενοδοχείο στην περιοχή μου, περί τα δυόμισι χιλιόμετρα από το σπίτι. Πηγαίνω με το μηχανάκι και ευχαριστώ την τύχη που μου επέτρεψε να το αποκτήσω και να το φέρω στην Πάρο. Η ζωή είναι πολύ πιο εύκολη με αυτό.
Ο μισθός κατά πως μου τα είπαν είναι καλός, η περίοδος της απασχόλησης όμως μικρή. Δεν πειράζει.
Το ξενοδοχείο ακολουθεί όλους τους κανόνες ενός πάνω από τρία αστέρια ξενοδοχείου και έχει επίσης αυστηρούς κανονισμούς για το προσωπικό. Κάπου μέσα σε αυτό τον κανονισμό υπάρχει μια παράγραφος που λέει ότι στο τρεις φορές επαναλαμβανόμενο λάθος, σου γίνεται μείωση του μισθού. Κατά παράφραση της αναφοράς στη συλλογική σύμβαση για την περίπτωση της ζημιάς.
Το ξενοδοχείο το έχει ένα ζευγάρι, κυρίως η γυναίκα, της οποίας το πατρικό σπίτι, είναι απέναντι από τη πόρτα της μάνας μου, εκεί που μένω κι εγώ τώρα. Μόνο που το πατρικό σπίτι έχει ρημάξει και το νοικιάζουν φθηνά το καλοκαίρι σε κανένα εργάτη.
Τα παιδιά αυτά είναι πέντε αδέλφια, όλα μικρότερα από  μένα το τελευταίο μπορεί και καμιά δεκαετία. Υπολογίζω πως αυτή που είναι σήμερα αφεντικίνα μου, θα είναι γύρω στα σαρανταπέντε.
Ας την πούμε Ανδρομάχη. Ας πούμε τα άλλα της αδέλφια, Κατερίνα, η μεγαλύτερη, Μαρία η μικρότερη, Ανέστης ο μεγάλος αδελφός και Αποστόλης ο βενιαμίν.
Τα τρία κορίτσια, τον καιρό που ερχόμουν να δω τους γονείς μου και καθόμουν ένα δυο μήνες στο χωριό, ερχόντουσαν στο σπίτι να με δουν και μου ζητούσαν να τους μάθω κιθάρα. Το ταλέντο το είχε η μεσαία, αυτή τα έπιανε αμέσως ότι τους έδειχνα κι  ήταν η πιο χαρωπή και η πιο όμορφη από τις άλλες.
Έξυπνη όμορφη η Ανδρομάχη, δεν άργησε να βρει τον κατάλληλο γαμπρό, έναν μεγαλοεργολάβο που είχε χτίσει όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις στο νησί. Τον παντρεύτηκε μικρή μικρή και έκτοτε δεν την ξανάδα στο πατρικό. Άκουγα κατά καιρούς τους ανθρώπους του χωριού να μιλούν για την καλή της τύχη και για το πόσο μεγάλη και τρανή έχει γίνει δίπλα στον άνθρωπο αυτό που γνωρίζουν οι πάντες. Στο χωριό εξακολουθεί να μην εμφανίζεται ποτέ, μάλλον το έχει αποκηρύξει.
Ο μεγαλύτερος αδελφός όλων, ο Ανέστης, ήταν μικρό παιδί ακόμα όταν ανέλαβε το ρόλο του προστάτη στην οικογένεια. Η μάνα τους άρρωστη για χρόνια, πρώτα με ψυχολογικά μετά και σωματικά, ο πατέρας ένας αγρότης χαμένος ολημερίς στα χωράφια του, τα παιδιά μεγάλωσαν με τη φροντίδα μιας θείας τους και με το που ενηλικιώθηκε ο Ανέστης, άνοιξε μια μικρή επιχείρηση, σουβλάκια και πήρε σιγά σιγά τ' αδέλφια του κοντά τους, πλην της Ανδρομάχης, αυτή τα βόλεψε μόνη της.
Τους άνοιξε με τον καιρό από μια επιχείρηση, ξεκινώντας την αυτός πρώτα, και καθώς αποτραβιόταν την άφηνε σε ένα μικρότερο αδέλφι του. Κι έτσι έγιναν όλοι επιχειρηματίες.
Τη μια μοναδική μέρα που πήγα σε δικό του μαγαζί να δουλέψω στη λάντζα, δεν άντεξα τη γυναίκα του και δεν συνέχισα για δεύτερη μέρα.
Εκείνος ο Ανέστης, έχει κάποιο σεβασμό στην οικογενειά μου εξαιτίας του πατέρα μου, που τον είχε μαζί του για κάμποσα χρόνια στην οικοδομή όταν ξεκίνησε να δουλεύει και του είχε μάθει και τη δουλειά καλά.
Ίσως και γι' αυτό όταν παρουσιάστηκα να ζητήσω δουλειά από τον ίδιο, είχε καταπιεί τη γλώσσα του, δεν ήξερε πως να με αντιμετωπίσει και δεν με αντιμετώπισε, δεν έβγαλε άχνα. Είπε μόνο όταν τον ρώτησα ποιος είναι ο μισθός, 750 ευρώ, και τίποτε άλλο δεν ξανάπε. Ούτε κι όταν την άλλη μέρα του τηλεφώνησα για να του πω ότι δεν θα συνεχίσω επειδή έχω πρόβλημα με το πόδι μου, δεν μου έκανε την παραμικρή παρατήρηση, πράγμα που με εντυπωσίασε, αφού εκείνη ήταν η μέρα που το μαγαζί του είχε εγκαίνια και ουσιαστικά τον κρέμασα.
Η αλήθεια είναι ότι δεν ένιωθα καθόλου καλά με αυτό, ήθελα να πάω τουλάχιστον για κείνη τη μέρα, αλλά αν το έκανα δεν θα μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι για μια εβδομάδα τουλάχιστον. Γιατί ο πόνος στη μέση μου κι όχι στο πόδι μου όπως του είπα, είχε γίνει αφόρητος. Το σκύψιμο επί οκτώ ώρες μέσα σε μια γούρνα που αποκαλούν νεροχύτη, είναι καταστροφικό για μια γυναίκα της ηλικίας μου. Δεν το ήξερα. Το έμαθα τότε.

Και πέρασαν οι μέρες και συνέχισα να ψάχνω για δουλειά και βρήκα εκείνο το ξενοδοχείο στην Παροικιά που συμφώνησα να πάω αφού πέρασα και το απαραίτητο δοκιμαστικό. Και ναι μεν σκεπτόμουν πως θα τα βγάλω πέρα να οδηγώ τα εικοσιπέντε χιλιόμετρα δυο φορές στην ίδια μέρα, αλλά ήμουν κάπως ευχαριστημένη που κατάφερα να βρω κι αυτό και είχα ψιλοηρεμήσει. Ώσπου μετά την πρώτη μέρα της δουλειάς μου εκεί, με ενημερώνει μια γνωστή μου ότι ζητάνε καμαριέρα σε ξενοδοχείο της περιοχής μου και με προτρέπει να πάω να το κοιτάξω. Και πάω και σταματώ το μηχανάκι μπροστά σε αυτό το ανισόπεδο προς το βουνό κτίριο. (Συνήθιζα να γράφω το κτίριο έτσι, με γιώτα, ύστερα κάποιος που είχε κόλλημα με την οθρογραφία επέμενε πως γράφεται η ήτα, και άρχισα να το γράφω με ήτα. Και πριν από λίγες μέρες διαβάζω κατά τύχη ότι τελικά δεν γράφεται ήτα, είναι η λάθος εκδοχή αυτή, γράφεται με γιώτα. Και ξαναγύρισα στο γιώτα)

Που είχα μείνει; Στο ψηλό ανισόπεδο προς το βουνό κτίριο. Μπαίνω μέσα, βλέπω έναν τύπο στη ρεσεψιόν, λέω, ήμουν στο τάδε μέρος και μου είπαν ότι ψάχνετε για καμαριέρα εδώ. Ναι μου λέει αυτός, έχετε δουλέψει ξανά; Μάλιστα αρκετά χρόνια. Ωραία δώστε μου ένα τηλεφωνό σας και θα το δώσω στην κυρία Υψηλάντη να σας τηλεφωνήσει. Η κυρία Υψηλάντη δεν είναι πραγματικά Υψηλάντη αν και ψηλά ιστάμενη στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, αλλά τέλος πάντων. Το μικρό της κυρίας Υψηλάντη ποιο είναι; τον ρωτάω. Ανδρομάχη μου απαντά. Μάλιστα. Σιγουρεύτηκα ότι έπεσα πάνω στην παλιά μου θαυμάστρια.
Δίνω το τηλέφωνο και φεύγω. Μου τηλεφωνεί η Ανδρομάχη την άλλη μέρα. Ελένη εσύ είσαι βρε; Ναι εγώ βρε Ανδρομάχη, μου είπαν ότι ζητάς καμαριέρα.
-Και πως θα δουλέψεις καμαριέρα, το έχεις ξανακάνει; Εγώ σε ξέρω για συγγραφέα.
-Έχεις χάσει πολλές συνέχειες. Πριν από συγγραφέας ήμουν καμαριέρα και δεν σταμάτησα στην ουσία να είμαι, εκτός για μερικά χρόνια που είχα πάρει απόσπαση;
-Απόσπαση; χαχαχα τι είδους απόσπαση; Πήγες να δουλέψεις για κανένα υπουργό;
-Όχι για ένα τρελό καλλιτέχνη τάχαμου, αλλά τώρα είμαι πίσω στο επάγγελμα.
-Και πως εγώ δεν έχω ακούσει για σένα τίποτα; Και που δούλεψες; για ποιον; και γιατί δεν είσαι εκεί και φέτος; Και πως με βρήκες; και τι θέλεις.
-Ζητάς ή όχι καμαριέρα;
-Ζητάω, αλλά η δουλειά αυτή είναι σκληρή να ξέρεις, θα τα βγάλεις πέρα;

Όταν κάποιος σου κάνει μια τέτοια ερώτηση, με πρώτη την αμφισβήτηση στον τόνο και το χρώμα της φωνής του, δεν έχεις παρά να του πεις, μια δοκιμή θα σας πείσει.

Και μου έδωσε το ραντεβού και πήγα και με είδε και άρχισα. Ο μισθός καλός, καλύτερος από όσο περίμενα. Και τα ένσημα όλα κανονικά.

Τρίτη μέρα στη δουλειά και δεν έχω δεκάρα και το μηχανάκι μου ανάβει γλομπάκια για βενζίνη κι ετοιμάζεται να με αφήσει. Τσιγάρα ακόμα έχω να καπνίσω, μου τα είχε στείλει η Μαριτσού από την Αθήνα.
Πιάνω την Ανδρομάχη μόλις τη βλέπω το πρωί και της ζητάω μια μικρή προκαταβολή για να βάλω βενζίνη να μπορώ να έρχομαι στη δουλειά.
-Από τώρα προκαταβολή; δεν έχεις ούτε τρεις μέρες. Μου λέει με το δίκιο της.
-Κάτι λίγα θέλω ως διευκόλυνση, για να βάλω βενζίνη της ξαναλέω.
-Καλά δεν είπες ότι ήσουν στο Πόρτο Πάρος πριν από εδώ; Τι τον έκανες ολόκληρο μισθό που πήρες από κει; Και καλά, ούτε πέντε ευρώ δεν έχεις; Είναι δυνατόν να μην έχεις πέντε ευρώ να βάλεις βενζίνη;
-Τα έστειλα στο παιδί μου Ανδρομάχη, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Μπορείς να μου τα δώσεις; καλώς. Δεν μπορείς, δεν πειράζει.
-Καλά, θα μιλήσω στο λογιστή να σου δώσει. Μου λέει και φεύγει με φανερή την περιφρόνηση στο προσωπό της.
Τέτοια περιφρόνηση που δεν έχω πέντε ευρώ η ψωμόλυσσα, που πήρα ανάποδες. Και με φωνάζει την άλλη μέρα ο λογιστής στο γραφείο να με ρωτήσει πόσα θέλω.
-Τίποτα δεν θέλω. Δεν ήξερα ότι είναι τόσο δύσκολο να πάρω μια προκαταβολή, αν το ήξερα δεν θα τα ζήταγα.
-Δύσκολο είναι αλλά αφού την ενέκρινε η Ανδρομάχη θα τα πάρεις. Ελα πες μου τώρα πόσα θέλεις.
-Δεν θα τα πάρω, ευχαριστώ πολύ. Μου έδωσε η μάνα μου και δεν τα χρειάζομαι πια.
-Γιατί όμως δεν τα παίρνεις;
-Γιατί διαπίστωσα ότι θα μου κοστίσει περισσοτερο να τα πάρω από το να μην.

Και δεν είπε άλλη κουβέντα αυτός. Κι έκτοτε η τέως μικρή Ανδρομάχη δεν μου μιλάει. Περνάει από μπροστά μου όταν έρχεται, κοιτάζει αλλού, εγώ της λέω “Καλημέρα Ανδρομάχη”, αυτή κάτι μουγκρίζει εκεί πέρα και προσπερνάει.

Στο μεταξύ οι μέρες περνούν, πέρασα τη δοκιμασία με τις πολλές αναχωρήσεις, με τις πιο πολλές, τη ρεσεψιόν τους καμπινέδες, τους άλλους κοινόχρηστους χώρους και ότι άλλο χρειάστηκε. Οι πληροφορίες που φτάνουν στ' αυτιά της για μένα θα πρέπει να είναι μάλλον καλές, εκτός κι αν κάποιος θέλει να με θάψει, οπότε θα είναι κακές.

Έχω δυο συναδέλφους, την Άλφα Ελληνίδα και τη βήτα, Από την Αλβανία. Η Άλφα είναι μόλις από πέρσι εκεί, ενώ η βήτα, δώδεκα χρόνια, τα μάτια και τα αυτιά της Ανδρομάχης. Εξουσιαστική και απότομη, της είπα προχτές να μη μου την πέφτει γιατί θα της πέσω κι εγώ κι όταν εγώ το κάνω τα πράγματα αγριεύουν πολύ. Έκανε πίσω. Η Ανδρομάχη μούγκριζε χειρότερα σήμερα. Είναι Ιούλιος, κάνω τη δουλειά μου αρκετά καλά και ευσυνείδητα, στραβοί δεν είναι και με ανέχονται. Αλλά μάλλον τα κατάφερα να μη με πηγαίνει κανείς εκεί μέσα, επειδή τους γυρίζω την πλάτη στις εντολές και φεύγω.
Ακούω μόνο στον υπεύθυνο για τη δουλειά, τις επιδόσεις και τη συμπεριφορά μου και σε μια φαντασμένη που έχει καβαλήσει το καλάμι Μαρπησσαία στη θέση  της τηλεφωνικής ενημέρωσης πελατών και booking και στον έλεγχο των δωματίων. Φτάνουν δύο λέω εγώ. Δεν θα γίνουν τρεις και τέσσερις και πέντε Έλληνες ή Αλβανοί.

Αυτοί δεν το νομίζουν. Ήρθα τελευταία αρα είμαι η τελευταία στην ιεραρχία πρέπει να υπακούω σε όλους. Τους έκανα γνωστό ότι δεν σκοπεύω. Χωρίς κουβέντα φεύγω και με ψάχνουν. Έκλεισα και τον ηλεκτρονικό μπάτσο που μου έβαλαν στην τσέπη. Ένα μπιπ που δεν σταματάει όλη τη μέρα να μιλάει, λες και είμαι ταξιτζής. Άι γαμίδια.
Με πήρε η καβαλημένη Μαρπησσαία από τη ρεσεψιόν και μου έκανε παρατήρηση γιατί έκλεισα το μπιπ και δεν μπορούν να με βρουν. Το άνοιξα πάλι. Ακόμα λέει κι αν νομίζει ότι καλώ άλλον, αν δεν άκουσες καθαρά, καλύτερα να με πάρεις να με ενοχλήσεις και να σου πω μια και δυο φορές οτι δεν ήταν για σένα.
Άρχισα να της τηλεφωνώ κάθε είκοσι λεπτά. Με κάλεσες μήπως; Όχι Ελένη, δεν ήταν για σένα. Οκ.
Ξανά. Με κάλεσες μήπως; Όχι κυρία Ελένη, δεν ήταν για σας.
Ξαφνικά και δεν ξέρω πως, εγώ τους μιλώ στον ενικό και αυτοί στον πληθυντικό. Ωραίο ε;
Δεν ευελπιστώ να με πάρουν ξανά του χρόνου στο ίδιο ξενοδοχείο αλλά για την ώρα είμαι εκεί και δουλεύω σκυλίσια και το βλέπουν αλλά δε με γουστάρουν,  ούτε με σφαίρες δεν με πάνε.

Ξανά εγώ. Με κάλεσες  Αναστασία;
Όχι κυρία Ελένη μείνετε ήσυχη, όταν σας καλέσω θα ακούσετε Ελένη.
Μα Ελένη ακούω εδώ και τρεις μέρες συνέχεια.
Τι πλάκα που έχετε κυρία Ελένη, σας έγινε έμμονη ιδέα.
Όχι κορίτσι μου, σε σας έχει γίνει και προσπαθώ να το παρακολουθήσω.
Έχετε δίκιο κυρία Ελένη, καινούργια συστήματα αυτά για την Πάρο, σε άλλες δουλειές υπάρχουν από χρόνια όμως.
Δεν έπεσα πάνω τους ευτυχώς μέχρι τώρα.
Για όλα υπάρχει μια αρχή.
Έχεις δίκιο. Για όλα υπάρχει μια αρχή. Και στα ογδόντα του μπορεί να μάθει κανείς άχρηστα πράγματα.
Χαχαχαχα κυρία Ελένη πως τα λέτε....
Πως τα λέω η άτιμη ναι. Άντε γεια.

Αναρωτιέμαι εκείνο το άγριο ΕΛΕΝΗ! Από τη ρεσεψιόν και από κάθε κατεύθυνση, πως έγινε ξαφνικά κυρία Ελένη. Δεν έχω καταλάβει αλήθεια. Μόνο υποψιάζομαι πως άρχισαν να υποψιάζονται ότι τα πράγματα εδώ δεν θα είναι εύκολα για κανένα. Και καλύτερα έτσι. Καλύτερα.

Η Ανδρομάχη μουγκρίζει. Η Άλφα τρέχει. Όλη τη μέρα τρέχει και μου λέει όλη τη μέρα, μην ξεχάσεις αυτό, εκείνο και το άλλο. Εγώ δουλεύω χωρίς να τρέχω. Με κανονικούς ρυθμούς, είμαστε και σε κάποια ηλικία. Ωστόσο τα δωμάτια βγαίνουν σφαίρα και η άλφα ξύνει το κεφάλι της. Μα εγώ τρέχω, εσύ τα βγάζεις λέει. Δεν θέλει κόπο, τρόπο θέλει της λέω αλλά με γράφει. Και συνεχίζει να τρέχει.
Διότι όταν σε βλέπουν να τρέχεις θεωρούν ότι δουλεύεις ενώ όταν περπατάς σαν άνθρωπος, θεωρούν ότι χαζεύεις. Εγώ περπατώ σαν άνθρωπος. Όχι σαν να πηγαίνω βόλτα το σκύλο μου, αλλά σα να προλαβαίνω δεν προλαβαίνω το λεωφορείο στη στάση.

Βαρέθηκα. Τα ίδια και τα ίδια. Ραγιάδες του κερατά είμαστε οι Έλληνες. Βλέπω το τρομαγμένο ύφος της Άλφα. Μη μη μη αυτό και μη μη εκείνο. Δεν θα τους αρέσει. Πρέπει να τα κάνουμε όλα τέλεια. Να διπλοτσεκάρουμε τα πάντα. Κι εσύ κοπέλα στο πλυντήριο να σιδερώνεις καλύτερα τα σεντόνια. Τηλεφωνάει στη ρεσεψιόν. -Μου δώσατε το τάδε δωμάτιο και δεν γράφετε να γίνει αλλαγή στα σεντόνια. Μα χρειάζονται αλλαγή, είναι βρώμικα, δεν έχουν αλλαχτεί από προχτές. Α εντάξει, δεν το ήξερα, εντάξει τότε.
-Τι σου είπαν;
-Θα φύγουν το βράδυ.
-Κι αφού δεν σου το δώσανε από πάνω για αλλαγή εσένα τι σε κόφτει;
-Το ξενοδοχείο είναι το προσωπικό Ελένη. Εμείς πρέπει να ενδιαφερόμαστε γι' αυτό πρώτοι απ' όλους.
-Συμφωνώ. Να κάνεις καλά τη δουλειά σου και να εκτελείς στην εντέλεια αυτά που σου αναθέτουν.
-Μας έχουν πει κι ότι παρατηρούμε να το αναφέρουμε.
Οπλίσατε, πυρ!
Τι είπες Ελένη;
-Τους ζυγούς λύσατε είπα. Πάμε για δουλειά.

Άλλη μια μέρα δοκιμασίας πέρασε. Ανέβηκα στο μηχανάκι μου το λατρεμένο, επιτέλους ελευθερία.
Σήμερα μας επισκέφτηκαν πολλοί γλάροι.  Τα κύματα ήταν μεγάλα και τα σέρφιν δεν σταμάτησαν όλο το πρωί να τρέχουν να πέφτουν να σηκώνονται και να ξανατρέχουν.  Η παραλία των πελατών είναι γεμάτη παιδάκια των πελατών. Του χωριού μου η παραλία να λέμε. Απαγορεύεται το προσωπικό να κολυμπήσει στην παραλία αυτή να πάει παραπέρα. Δεν ζηλεύω μια γεμάτη ξαπλώστρες και ομπρέλες παραλία. Οργίζομαι για το δέντρο που κατέλαβαν οι ξαπλώστρε και για την ταμπέλα, “Όχι για το προσωπικό”
 Άντε γαμηθείτε καθίκια.
Λίγο πιο πέρα σταματώ το μηχανάκι. Το απέραντο γαλάζιο με κυκλώνει και στο βάθος του ορίζοντα ένα καράβι έρχεται από τα νησιά. Φοράω το ρολόι του πατέρα μου και κοιτάζω την ώρα. Τέσσερις ακριβώς. Σήμερα σχόλασα νωρίς. Δηλαδή στην ώρα μου.  Σκέφτομαι να πάω σε κείνο τον έρημο βράχο και να στήσω μια ταμπέλα εκεί. “Όχι για πελάτ ξενοδοχείων.  Μόνο για σκηνίτες και ντόπιους” Η ταμπέλα από μόνη της όμως θα κάνει το βράχο περιζήτητο. Ακόμα κι αυτοί που αντιπαθούν τους βράχους θα θέλουν να ρίξουν τη βουτιά τους από κει. Άσε που κρύβει και μια μικρή αμμουδιά προς τη μεριά της θάλασσας. Καταλήγω κάτω από κείνη τη μικρή σπηλιά. Τηλεφωνώ στη μάνα. “Θ' αργήσω λίγο μην ανησυχήσεις” Βάζω κάτω την κουρελού μου και ξαπλώνω. Οι γλάροι εγκατέλειψαν τους πελάτες. Ένας πελεκάνος ήρθε και κάθισε απενταντί μου στα δυο μέτρα. Δεν ήξερα ότι έχουμε και μεις πελεκάνους. Ένας μονάχος του.
Κλείνω τα μάτια μου και σκέπτομαι το χθεσινό βράδυ.
Από το πουθενά μου ξεπετάχτηκαν οι πληροφορίες για τον πατέρα μου. Είπα χθες, μια μέρα θα γράψω γι' αυτή την ιστορία. Για το λόγο αυτό δεν θα την αναφέρω εδώ. Θ' αναφέρω όμως ένα μέρος της συζήτησης με τον μπάρμπα Βαγγέλη. Κολλητό φίλο του πατέρα μου για μια ολόκληρη ζωή. Έμεινε εδώ και τέσσερα χρόνια χωρίς τον κολλητό του, σκέτη θλίψη. Τον είδα στο σπίτι της φίλης μου που ήρθε για επίσκεψη.
Κουβέντα στην κουβέντα φτάσαμε και στη κατοχή. -Διάβασα ένα βιβλίο πρόσφατα ρε μπάρμπα του λέω για τον Λεωνίδα τον Κουμαριανό. Αυτόν που έμενε πιο κάτω από το σπίτι μας. Στην κατοχή είχε φύγει στην Αίγυπτο, και του είχαν δώσει ένα καϊκι για να κάνει σαμποτάζ στους Γερμάνους με ενέδρες και τορπιλισμούς και ερχόταν και στην Ελλάδα λέει. Πήγαινε στα ελληνικά νησιά με αποστολές και κάνανε ζημιές στους κατακτητές. Και είχαμε αναμεσά μας τόσα χρόνια έναν ήρωα που εμείς οι νεότεροι δεν είχαμε ιδέα. Και όταν λέει του έστειλε η Αγγλία το μετάλλειο, αυτός το γύρισε πίσω. Δεν το δέχτηκε. Και είπε ότι αρνείται να δεχτεί μετάλλειο από αυτούς που πούλησαν την πατρίδα του και την Κύπρο. Είναι αλήθεια αυτά; τα ξέρεις;
Κουνάει το κεφάλι του ο μπάρμα Βαγγέλης. -Αυτός ήρωας; Τον κάνανε ήρωα ναι. Αυτός που έγραψε το βιβλίο, αγγλόφιλος και μπουραντάς. Και ποιον εκάνανε ήρωα δα; Τα καίκια του πως τα έφτιαξε  τόσα πολλά ο Κουμαριανός ξέρεις; Πήρε να μεταφέρει έναν Άγγλο με ένα μπαούλο λίρες, με αποστολή αυτός να πάει τις λίρες στους Άγγλους που ήταν στην Αίγυπτο για να προμηθευτούν με αυτές υλικό για τον πόλεμο. Κι αυτοί εκεί στο καϊκι πνίξανε τον άνθρωπο, τσεπώσανε τις λίρες και ούτε τον είδε ούτε τον άκουσε κανείς. Με το που τέλειωσε ο πόλεμο βρέθηκε με ένα σωρό καϊκια ο Κουμαριανός. Τι να σου κάνω, δεν ζει ο πατέρας σου να στα πει καλύτερα. Εκείνος ήξερε και τα έλεγε συναρπαστικά. Αλλά η αλήθεια είναι αυτή. Κάνανε ήρωες τους πουλημένοι, τα τομάρια, και κρατήσανε στην σκιά και την περιφρόνηση τα πραγματικά παλικάρια που θυσιάστηκαν τότενες για την πατρίδα.

Περνάει ένα καϊκι. Δεν θα είναι των κουμαριανών. Δεν έχει αγγλική σημαία πάνω, χεχε.
Ποιος ξέρει πόσοοι από αυτούς τους καπεταναίους  που οι γιοι τους κορδώνονται σήμερα με τις επιχειρήσεις τους, τις τουριστικές τους μονάδες, πόσο κόσμο είχανε φάει για να αποκτήσουν τα καράβια τους. Πόσες φορές πρόδωσαν την πατρίδα τους και σε ποιους.

Πείνασα. Ώρα για επιστροφή. Θα σβήσει και το λαπτοπ χωρίς ρεύμα. Το παίρνω μαζί μου κάθε μέρα κρυμμένο μέσα σε ένα σάκο. Να μη δώσω αφορμή για σχόλια ότι κυκλοφορώ με αυτό στη δουλειά.

Είναι τόσο μεγάλη η πείνα μου που ξεχνάω ότι πεινάω. Θα ήθελα να μάθω περισσότερα από το θείο το Βαγγέλη. Να είχα ένα μαγνητόφωνο...αυτές είναι μαρτυρίες που δεν υπάρχουν πουθενά γραμμένες. Μόνο οι παλιοί που θυμούνται και αναπολούν. Ας τον έχει ο θεός καλά.
Ας έχει και μένα. Ν' αντέξω να βγάλω το ψωμί μου για άλλη μια σαιζόν με αξιοπρέπεια. Οι γλάροι λένε κρα. Ο πελεκάνος κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω. Ο ορίζοντας λαμπυρίζει, μου κλείνει το μάτι. Η Θάλασσα λέει το τραγούδι της μόνο για μένα. Ο βράχος με κρύβει. Όλα είναι έτσι όπως πρέπει να είναι. Όπως οφείλουν να είναι παντού, στη μικρή αυτή κόχη της ανασυγκρότησης.
Χα χα. Ίσως κάποια μέρα έρθουν εδώ οι επισκέπτες, αναζητώντας τη θέση που κάθισα κάποτε.
Αν δεν είχα ένα τέτοιο ψώνιο βαθιά μέσα μου, δεν θα συνέχιζα ακόμα να κυνηγώ τους ανεμόμυλους σε αυτή την ηλικία. Έτσι δεν είναι;



Saturday, May 3, 2014

Η ωραία κοιμωμένη


Οι λέξεις
Ο στόχος
ο τοίχος
το κέντρο
το βέλος
οι λέξεις
οι έξεις
οι βλέψεις
και η ποίηση
ανθάκι  διακοσμητικό
στο κεφάλι του δράκου.