Ελένη Μπάλιου Κλεμμ

Ελένη Μπάλιου Κλεμμ
herinna

Monday, March 12, 2012

Μια φορά και...μια Ελλάδα.

Ήταν ένα από τα πρώτα εργοστάσια μαζικής παραγωγής σαλονιών στην Αθήνα. Οι τεχνίτες εκεί πέρα ήταν άνθρωποι που ήξεραν τη δουλειά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο στάδιο, αλλά δεν απέκτησαν ποτέ τα οικονομικά μέσα για  να ανοίξουν δική τους επιχείρηση. Οι εργάτες, ήταν κι αυτοί μαθητευόμενοι τεχνίτες. Όχι όλοι. Αυτοί που δούλευαν στο τμήμα της ταπετσαρίας, ήταν οι πιο τυχεροί. Οι άλλοι που προετοίμαζαν τα σκελετά, έκαναν την πιο χαμαλήδικη και ανθυγιεινή δουλειά. Αυτοί οι δεύτεροι ήταν από άλλες χώρες. Κυρίως Πακιστανοί που ζούσαν και δούλευαν παράνομα στη χώρα. Αυτοί θα ήταν γύρω στα σαράντα άτομα. Οι Έλληνες καμιά εικοσαριά.
Οι Πακιστανοί τραγουδούσαν τραγούδια της πατρίδας τους και δούλευαν ασταμάτητα από τις επτά το πρωί, μέχρι τις έξι το βράδυ. Στο διάλειμμα που άρχιζε για όλους όταν χτυπούσε η κουδούνα, έπιναν καφέ που είχαν φερμένο από το σπίτι τους και κάπνιζαν. Οι Έλληνες έφερναν φαγητό. Το φαγητό δεν έφτανε για όλους. Έτσι μια μέρα η  Ασπασία που τους έβλεπε και τους λυπόταν, πρότεινε στις συναδέλφους της από το τμήμα της ταπετσαρίας όπου βρίσκονταν οι γαζώτριες, οι κοπτούδες και οι βοηθοί ταπετσιέρη, να μαζέψουν μερικά χρήματα για να πάρουν πρωινό στους ξένους. Ήταν δεκατέσσερα άτομα.. Η Νότα, η Βάσω, η Ρένα η Λένα, η Σουλτάνα, η Ασπασία, οι δυο μικρές που άλειφαν με κόλλα τις κλάπες και η γαζώτρια η Αργυρώ, ο μοναδικός άντρας αναμεσά τους ήταν ο Θάνος ο ταπετσιέρης και η βοηθός του η μικρή Κατερίνα. Ήταν ακόμα  οι τρεις σχεδιάστριες με τις δυο βοηθούς μαθητευόμενες. Μάζεψαν τα χρήματα, τα έδωσαν στο Θάνο και αυτός πήρε άδεια από το γραφείο και πήγε και παράγγειλε τα σάντουιτς. Στο διάλειμμα ήρθε ένας φούρναρης και τα άφησε στο ισόγειο όπου ήταν το ξυλουργείο και ο Θάνος φώναξε στους εργάτες,
 -Ορμάτε! είναι για σας.
Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν όλοι ακίνητοι, δεν τολμούσε κανείς να πλησιάσει τα σάντουιτς, και ακριβώς τότε έκανε την εμφανισή του ο Μπάτσης, ο εργοστασιάρχης. Κοίταξε το πανέρι με τα ψωμιά, κοίταξε και τον Θάνο ερωτηματικά. Εκείνος του εξήγησε περί τίνος επρόκειτο, και ο Μπάτσης, του είπε. "Κακή αρχή κάνατε εδώ πέρα αδελφέ. Αύριο που δεν θα έχετε χρήματα να το κάνετε αυτό, αυτοί θα απαιτήσουν φαγητό. Θα κάνουν φασαρία και ποιος λες θα πληρώσει τη νύφη τότε; Ποιον τελος πάντων ρωτήσατε για να αναλάβετε μια τέτοια πρωτοβουλία; Φώναξε το φούρναρη να τα πάρει πίσω, ή φάτε τα εσείς".
Τότε κατέβηκαν όλες οι γυναίκες κάτω ως διαμαρτυρία και δεν πήγαιναν να δουλέψουν. Το ίδιο έκαναν και ολοι οι υπόλοιποι Έλληνες, ενώ οι ξένοι δεν ήξεραν τι στάση να κρατήσουν. Κάθονταν μαζεμένοι παράμερα και συγκινημένοι, αλλά και τρομαγμένοι, γιατί φοβόντουσαν πως αυτό θα γίνει αφορμή για να χάσουν τη δουλειά τους.
Και φώναξε ένας Έλληνας. "Που ζούμε ρε που να πάρει ο διάολος; στο Μεσαίωνα; Να τρώνε οι μισοί και να κοιτάζουν οι άλλοι; τι είμαστε; θηρία της ζούγκλας; Ντροπή κύριε Μπάτση! Από την τσέπη σου τα πήραμε;
-Ντροπή!" Φώναξαν και οι άλλοι εργάτες. 
Αναγκάστηκε λοιπόν ο Μπάτσης να υποχωρήσει και αφού τους είπε, "Εντάξει λοιπόν, εμένα 
μ' ενδιαφέρει η παραγωγή. Να ξέρετε όμως, αν αρχίσουν να μου κοστίζουν πρόβλημα τούτοι εδώ εξαιτίας σας, θα πάρουν πόδι και μαζί τους όποιος είχε αυτή τη φαεινή ιδέα".
Και μπαίνει μέσα στο γραφείο του και μπαμ κοπανάει την πόρτα.
Αντί όμως να κοστίσουν πρόβλημα εξαιτίας αυτής της πρωτοβουλίας οι ξένοι εργάτες, έκαναν κάτι άλλο. Όταν πέρασαν αρκετοί μήνες και είχαν βολευτεί κάπως στα σπίτια τους και είχαν ένα μικρό κουμάντο στις τσέπες τους, έστησαν ένα πάρτυ για το προσωπικό στην ταράτσα ενός σπιτιού. 
Τους κάλεσαν όλους και τους φίλεψαν με τα φαγητά της πατρίδας τους, τους γνώρισαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τους αγκάλιαζαν σαν αδέλφια. Και ήταν από τότε μια ευτυχισμένη κοινότητα, που παρέσυραν σε αυτή και τον εργοστασιάρχη Μπάτση, που έβλεπε χαρούμενος να αυξάνει η παραγωγή του, με γέλια, χωρατά, τραγούδια και καλή διάθεση, αντί για την κατήφεια και την τρομάρα που υπήρχε πριν σε όλους. 
Καμιά δεκαριά χρόνια θα βάστηξε αυτή η ευτυχισμένη περίοδος. Οι μισθοί το 1975 ήταν πολύ χαμηλά ακόμα και για τους Έλληνες, μα οι ανάγκες ήταν κι αυτές λιγότερες. Το φαγητό, η ΔΕΗ το νερό, και κανένα σινεμά το Σάββατο μετά τη δουλειά ή στην Κυριακάτικη αργία. Τα πάρτι στις ταράτσες των σπιτιών έδιναν κι έπαιρναν, το κέρασμα ήταν βερμούτ και ξηροί καρποί, κάποιες γιαγιάδες έφερναν την έκπληξη, κανένα μεζέ τηγανισμένο, κανένα κεφτέ, ή τυροπιτάκια και το κέφι άναβε για τα καλά. Οι Έλληνες εργάτες του Μπάτση είχαν μάθει τους Πακιστανικούς χορούς, όπως όπως αλλά τέλος πάντων, και οι Πακιστανοί το χασάπικο και τον ζεμπέκικο. Ήταν ναι μια ευτυχισμένη περίοδος αυτή για όλους.
Μια μέρα, ο Θάνος ο ταπετσιέρης, ρώτησε τον Μαχμούτ τον σκελετοποιό στο διάλειμμα. "Για πες ρε Μαχμουτ, πως έγινε και βρεθήκατε όλοι εδώ πέρα; Σαράντα άτομα στου Μπάτση; που σας βρήκε; ποιος σας έφερε εδώ;
-Μπάτσης, ήρθε σε μας εκεί που βγήκαμε από πλοίο. Κοίταξε γύρω γύρω, είπε, εσύ κι εσύ κι εσύ κι εσύ, και πήρε.
-Πότε; ποια χρονιά το έκανε αυτό; πέρσι;
Όχιιι, εμείς εδώ ήρθαμε εβδομήντα δύο. Μπάτσης πήρε Τζίμυ από μας, εργοδηγό. Τζίμυ ήξερε που μένω εγώ, εσύ, ήρθε, θέλω δέκα, είκοσι, πέντε. Μπάτσης είχε πάρει μόνο δέκα. Μετά Τζίμυ δικός μας, έφερε άλλους τριάντα.
-Και πως ζούσατε; τι κάνατε μέχρι να έρθετε εδώ; δουλεύατε; τρώγατε;
-Δουλέψει οικοδομή. Λίγες μέρες εδώ, εκεί, μετά πάλι, μετά όχι. Όλοι έτσι. Πολύ δουλειά λίγα λεφτά και κρυφά.
-Κι εδώ είστε καλύτερα;
-Εδώ πολύ δουλειά, αλλά όχι Μπετό. Ναι πιο καλά εδώ.  Ακόμα κρυφά, αλλά κάθε μέρα δουλειά. Και από πίσω πόρτα δρόμο, όταν έρθει ΙΚΑ. 

Όταν έπεσε η Χούντα, ο Θάνος είπε στις γυναίκες πως η χουντικοί είχαν φέρει μέσα τους Πακιστανούς για φθηνά εργατικά χέρια. Και είπε η Ασπασία η αναλφάβητη.
"Φαίνεται σκόπευαν να το γενικεύσουν αλλά δεν πρόλαβαν, γιατί έπεσαν. Τους λίγους τους φέρνουμε βόλτα. Αν πλακώσουν να έρχονται από παντού όμως εδώ, θ' αρχίσουμε να τρώμε ο ένας τον άλλο. Και να πως θα γίνει. Μόλις δουνε τα σκούρα οι τωρινοί δημοκράτες αργηγοί μας, θα γεμίσουν τη χώρα αλλοδαπούς για να τρωγόμαστε μαζί τους και να στήνουν τις χούντες τους αυτοί".
Και γέλασαν όλοι με την αφέλεια της Ασπασίας και της θύμισαν πως ο λαός έχει ξυπνήσει τώρα και ούτε οι χούντες ούτε οι βασιλιάδες περνάνε εδώ. Και την ελευθερία τους αυτή την έχουν πληρώσει με το αίμα τους οι άνθρωποι. Και έβγαλε πάλι γλώσσα η Ασπασία.
-Μερικοί Θάνο. Μόνο μερικοί, που δεν θα τους μάθαινες ποτέ αν δεν έπεφτε ο Παπαδόπουλος. Οι άλλοι καλά κοιμόμασταν".
Κι αυτή τη φορά δεν είχε τίποτε να της πει ο Θάνος, ούτε και κανένας άλλος.
Ήταν Σεπτέμβρης του 1976. Και το Σεπτέμβρη του 1984 έκλεισε το εργοστάσιο, αφού προηγουμένως είχαν φύγει όλοι οι Πακιστανοί από μέσα και είχαν μείνει μόνο μερικοί Έλληνες. Το εργοστάσιο συγχωνεύτηκε σε μια μεγαλύτερη εταιρεία, τύπου ΙΚΕΑ και μπήκαν μέσα μηχανές παραγωγής και προκατασκευασμένα μέρη σαλονιού που με ένα πιστόλι τα έδενες μεταξύ τους και πήγαν καλιά τους και οι ταπετσιέρηδες. Η Νότα, η Βάσω, η Ρένα η Λένα, η Σουλτάνα, η Ασπασία, οι δυο μικρές που άλειφαν με κόλλα τις κλάπες και η γαζώτρια η Αργυρώ, ο μοναδικός άντρας αναμεσά τους ο Θάνος ταπετσιέρης και η βοηθός του η μικρή Κατερίνα, και οι τρεις σχεδιάστριες με τις δυο βοηθούς μαθητευόμενες, απολύθηκαν και χάθηκαν μεταξύ τους. 
Η Ασπασία η Νότα και η Βάσω βγήκαν στη σύνταξη. Οι σχεδιάστριες έπιασαν δουλειά σε εταιρείες και οι βοηθοί, πήγαν σερβιτόρες και κομμώτριες. Ξεχάστηκαν και τα τραγούδια των Πακιστανών και τα φαγητά τους και οι χοροί τους. Ξεχάστηκαν και τα πάρτυ στις ταράτσες. Τα κορίτσια παντρεύτηκαν. Η Κατερίνα παντρεύτηκε το Θάνο και άνοιξαν δικό τους εργαστήριο. Δούλεψαν σαν σκυλιά οι δυο τους, τα χέρια της Κατερίνας ήταν γεμάτα κάλλους και χαραματιές από το σπάγκο που τραβούσε για να σφίξει τα κουμπιά στα βαριά καθίσματα. Αγαπούσαν να δουλεύουν το κλασικό σαλόνι. "Όχι αυτά που τα κολλάς με σάλιο". Είχε μανία με την τέχνη της η Κατερίνα. Η Νότα ήταν σχολαστική κόπτρια. Οι τρεις κοπέλες σχεδιάστριες, ξενυχτούσαν στο γραφείο της επιχείρησης για να βγάλουν τα καινούργια σχέδια. Τώρα στη δουλειά  αυτή, είχε απομείνει μόνο το ζευγάρι. Άγνωστο και που πήγαν οι είκοσι Έλληνες από το τμήμα των μαραγκών. Άγνωστο και πως κατέληξε ο Μάρκος, που έβηχε συνέχεια  από τον πολυεστέρα. 
Ξέρω μόνο πως εγώ, για πολλά χρόνια ονειρευόμουν να ανοίξω ένα δικό μου εργαστήριο καθώς είχα μάθει τη δουλειά καλά. Όταν θα είχα αρκετά λεφτά να αγοράσω το κομπρεσέρ του αέρα και πιστολάκια, υφάσματα και τα πρώτα σκελετά. Στο μεταξύ έκανα άλλες δουλειές. Γιατί στα μικρά εργαστήρια που ακόμα υπήρχαν, χωρούσαν μόνο δύο άτομα. Σε μερικά μόλις ένα. Τσακ τσακ τσακ πέρναγα πάνω από τα υπόγεια κι άκουγα τα πιστολάκια να δουλεύουν. Και πετάριζε η καρδιά μου, να πιάσω πάλι ένα πιστολάκι στα χέρια μου και να το κάνω να τραγουδήσει. Ύστερα και τα υπόγεια σιώπησαν. Προσωρινά μέχρι να μαζέψω  τα χρήματα, έγινα ξενοδοχοϋπάλληλος. Ένας πολύ γνωστός συγγραφέας κάποτε μου είπε, πως ο δυναμισμός μου μόνο μέσα από τα γράμματα θα βρει εκτόνωση. "Δεν αρκεί να γράφεις. Πρέπει να πας να δώσεις τη μάχη σου" Είπε, και γύρισα στο σχολείο. Νυχτερινό γιατί ήμουν κομμάτι μεγάλη. Κι από τότε, κείμενο στο κείμενο, χρόνο στο χρόνο, δουλειά στη δουλειά, έγινε το τσακ τσακ τσακ ένας μακρινός απόηχος μιας άλλης ζωής. Τόσο άλλης, που όταν τις προάλλες έφυγαν όλες οι φάσες κάτω από το κάθισμα του καναπέ μου, έψαχνα για ταπετσέρη να μου τον φτιάξει. Δεν βρήκα πουθενά. Γύρισα τον καναπέ ανάποδα. Πήρα ένα σουβλί κι άρχισα να ξηλώνω. Ο πακιστάνικος αμανές βγήκε από το στόμα μου αυθόρμητα. Και τα τσακ τσακ τσακ, έγιναν οι χτύποι των δεικτών που  γύρισαν ανάποδα.
Είμαι ξανά δεκαπέντε χρονών. Βγαίνω από την αυλόπορτα του σχολείου και πάω να περιμένω τη μαμά στο εργοστάσιο να σχολάσει. Εκεί στην αυλόπορτα με περέμεναν κάτι φοιτητές. Μου έχωσαν στα χέρια προκηρύξεις. Διαβάζω συνεπαρμένη. "Λαε, πεινάς, γιατί τους προσκυνάς;". Κρύβω την προκήρυξη στη σάκα μου. Η μαμά έχει μείνει τελευταία στο εργοστάσιο, μαζί με τη Νότα, να κόψουν τα υφάσματα. "Κυρία Νότα, να δοκιμάσω να καρφώσω με το πιστολάκι;" Ρωτώ την προϊσταμένη. "Κάρφωσε, αλλά πρόσεχε μην καρφωθείς". Μου απαντά εκείνη. Παίρνω το πιστολάκι στα χέρια μου. Σχηματίζω επάνω στο τελάρο με τα δίχαλα, γράμματα. "ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ".
"Και στό' πα, πρόσεχε μην καρφωθείς!" Φωνάζει η Νότα. Αρπάζει το σουβλί κι αρχίζει να ξηλώνει, βιαστική, έντρομη. Κι εκεί, επιτόπου, με έβαλε να φτιάξω τον πρώτο μου καναπέ.
Μια φορά και...μια Ελλάδα, ήταν ένα εργοστάσιο με θαυμαστά, πολύχρωμα υφάσματα, με θαυμαστούς πολύχρωμους ανθρώπους, με θαυμαστούς Έλληνες. 









No comments:

Post a Comment

Εδώ σχολιάζουμε;