Ελένη Μπάλιου - herinna

Ελένη Μπάλιου - herinna

Friday, April 2, 2021

Ποτέ μην κλάψεις

 Το να μπορεί κανείς να κλάψει είναι ευλογία. Και δεν είναι χαρακτηριστικό των δυνατών ανθρώπων η ανημπόρια του κλάματος, αλλά των πετρωμένων κατόπιν εντολής στον εγκέφαλο ψυχών, που δεν θέλουν να θυμηθούν. 

Όταν πετάω κάτι τέτοια καλύτερα είναι να μη ρωτάει κανείς ποιος το λέει, γιατί βαριέμαι να εξηγώ. Κι όχι βέβαια δεν τα λέω όλα εγώ, άσχετα αν λόγω βαρεμάρας το παραδέχομαι. Κι άλλωστε είναι κάτι που ξέρω και προσωπικά ότι ισχύει. 

Από μικρή άκουγα τον πατέρα μου στο σπίτι να λέει στον αδελφό μου "-Τι κλαις ρε; ολόκληρος άντρας; γυναικούλα είσαι;" Κι εγώ που δεν ήθελα με τίποτα στον κόσμο να είμαι μια γυναικούλα, έπιασα το νόημα. Όταν κλαίω θα είμαι μια αξιοθρήνητη γυναικούλα ενώ όταν δεν κλαίω, θα είμαι μια δυνατή γυναίκα που δεν θα περιφρονήσει κανείς. 

Ο κύβος ερρίφθη και δεν ξέρω κάτα πόσο ο αδελφός μου στάθηκε σε αυτά τα λόγια του πατέρα μας για να μην κλάψει ποτέ, γιατί στο μεταξύ χώρισαν και οι δρόμοι μας, εγώ όμως το έκανα. 

Αυτό που μπορεί να συνταράξει τον ψυχικό κόσμο ενός νέου ανθρώπου πέρα από κάποιες ειδικές καταστάσεις που τις λες και εξαίρεση, είναι ένας δυνατός έρωτας. Η ένταση στην ανακάλυψη του εαυτού μας μέσω του άλλου, η απροσδόκητη αποδοχή, η ισοπεδωτική απόρριψη, ο ανεκπληρωτος πόθος, η απουσία, η έλλειψη, η απώλεια. Όλα αποτελούν λόγο για να κλάψει γοερά μια ερωτευμένη ψυχή, όχι όμως για μένα, σε κείνη την άλλη μου ζωή μιλώντας για νέους.

Και βέβαια ερωτεύτηκα, με αποδοχή, με απόρριψη, με άγνοια, με γνώση, με σύνεση, με αιδώ, με παθητικότητα, αλλά και με τρέλα, χωρίς ντροπή, χωρίς όρια, έξω από τους νόμους της κοινωνικής ηθικής και έξω από κάθε λογική. 

Αλλά αυτά όλα τα ήξερα μόνη μου. Κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει το βάθος και το πλάτος του συναισθηματικού μου κόσμου, αφού αντιμετώπιζα με το ίδιο ύφος το μαζί και το χώρια, το' σ' αγαπώ και το σε γουστάρω, το "τελειώσαμε" και το "μείνε μαζί μου αγαπημένη" ενώ δεν θυμάμαι να επιδίωξα ποτέ την παράταση μιας κατάστασης ουσιαστικά και τυπικά τελειωμένης. 

Έτσι ανάλαφρη με το μόνιμο βάρος ενός χαμένου, περπατούσα στο δρόμο εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό του 93. Θα είχα ίσως βγει από μια μακροχρόνια σχέση που δεν μου άφησε και πολλά, αφού πράγματι δεν ένιωθα κάποια ιδιαίτερη στενοχώρια, πέραν κάποιων συνηθειών που έπρεπε ν' αλλάξω, πέραν κάποιων καινούργιων ασχολιών που έπρεπε ν΄αποκτήσω. Είχα αποφασίσει να επιδοθώ στη ζωγραφική. Έπαιρνα το μπλοκ μου, μολύβι και γόμα και ξαμολιόμουν στα πάρκα και στις πλατείες ψάχνοντας το θέμα μου. Ζούσα μόνη μου, δουλειά δεν είχα, αυτά που έτρωγα ήταν κατασκευάσματα δικής μου επινόησης, τα πρωινά περπατούσα μερικά χιλιόμετρα ρωτώντας τις επιχειρήσεις αν χρειάζονται υπάλληλο, ώστε μέχρι το απόγευμα, μετά από καμιά δεκαριά "Όχι" που έπαιρνα, θεωρούσα πως ήταν η στιγμή της μικρής μου αποζημίωσης. 

Ο καφές έτοιμος κλεισμένος στο σέικερ, ένα σακίδιο με κάτι για να μασουλάω, ένα μπουκάλι νερό και happy time. 

Η αναζήτηση με έβγαλε στο άλσος του Παγκρατίου. Με τράβηξε το σημείο από όπου μπορούσα να βλέπω απέναντι το σχολείο που αποφοίτησα. Σκόπευα να το προβάλλω ανάμεσα από τα δέντρα και τα φυλλώματα του πάρκου, όπως προβάλλει το φεγγάρι ανάμεσα από τα κτίρια, ήταν ένα νυχτερινό σχολείο και του άρμοζε κάθε τιμή για τις κουρασμένες ψυχές που φιλοξένησε και ενθάρρυνε μέσα του. 


Θα είχα τραβήξει το πολύ δυο γραμμές καθισμένη στο παγκάκι απέναντι, όταν άκουσα μια κοριτσίστικη σπαραξικάρδια κραυγή. "-Μη αγάπη μου! Σκέψου τα όνειρά μας, τι θα πω στους γονείς μου; μη μ' αφήνεις γι' αυτήν, δεν την αγαπάς!"

Το χέρι μου κοκάλωσε επάνω στο μπλοκ. Όσο και να ήθελα να αγνοήσω εκείνη την κραυγή δεν μπορούσα. Όσο κι αν πίεσα τον εαυτό μου για να μη γυρίσω το κεφάλι μου, να μην ψάξω το ζευγάρι στο παγκάκι πίσω από τους θάμνους, δεν φαινόντουσαν έτσι κι αλλιώς. 

Έβγαλα από το σακιδιό μου μια στεγνή, χωρίς ζάχαρη και μέλι τηγανίτα και τη δάγκωσα με μανία. Μια δεύτερη την κατάπια ολόκληρη. Ο καφές δίπλα μου ζητούσε να τον πιω πριν της ώρας του, τα δυο τελευταία μου τσιγάρα να τα καπνίσω επιτόπου με άγνωστη την αγωνία της συνέχειας, τα έκανα όλα. 

"Άφησε με επιτέλους! ξεκόλλα!" Ήταν η μόνη αντρική φωνή που άκουσα, και ύστερα τίποτα, δεν υπήρχε πια διάλογος. Σκέφτηκα πως θα χώρισε το ζευγάρι, θα έφυγε ο καθένας προς άλλη κατεύθυνση, ένα δυσάρεστο από τα τόσα συμβάντα στις σκοτεινιές της πόλης, είχε αρχίσει να βραδιάζει, σε λίγο δεν θα έβλεπα τίποτα για να σχεδιάσω, μάζεψα το μπλοκ, έμεινα με τον καφέ στα χέρια και κάπνιζα σαν υπνωτισμένη. 

Εμένα ποτέ δεν τόλμησε να μου πει άντρας "άφησέ με, ξεκόλλα επιτέλους" σκέφτηκα. Ποτέ δεν θα έδινα την ευκαιρία για να ακούσω κάτι τέτοιο. Οι άνθρωποι έρχονταν κι έφευγαν από τη ζωή μου σαν επισκέπτες, είτε έμεναν ένα βράδυ είτε χρόνια, δεν είχε διαφορά, μερικές φορές αναρωτιόμουν γιατί κάθισα τόσον καιρό με κάποιον, αφού δεν ένιωθα και κανένα σπουδαίο έρωτα, κι έδινα μετά την απάντηση μόνη μου. "Ξεκουράζομαι.." Κι όταν πάλι είχα πολύ καιρό να βρεθώ μέσα σε σχέση, τουλάχιστον για έξι ή οκτώ μήνες και ρωτούσα τον εαυτό μου, "τι ακριβώς είπαμε κάνεις τώρα αγαπητή μου;" πάλι την ίδια απάντηση μου έδινα. "¨Ξεκουράζομαι"

Με βάση ένα τέτοιο ιστορικό, θα μου ήταν λογικά αδύνατο να συμμεριστώ το σπαραγμό του κοριτσιού που τώρα άκουγα πίσω από τα φυλλώματα, προφανώς καθισμένη ακόμα στο παγκάκι που ο νεαρός εγκατέλειψε. Κοφτοί, μικροί λυγμοί, σαν ενός μωρού που πνίγεται στην κούνια, ή ενός μωρού γατιού που καταπλακώνουν τ' αδέλφια του. 

Δεν μπορούσα πια να καθίσω ήσυχη στη θέση μου. Είχα αναστατωθεί, είχα ταραχτεί, είχα εξοργιστεί και πονούσα βαθιά σε μια περιοχή του είναι μου που δεν αναγνώριζα. Σίγουρη γι' αυτά που επρόκειτο να ξεστομίσω, σηκώθηκα και περπάτησα γρήγορα προς το μέρος του κρυμμένου κοριτσιού. Βρέθηκα μπροστά σ' ενα σκυμμένο μέσα στα χέρια του αδύνατο ίσως όσο κι εγώ κορίτσι. Οι ώμοι της τραντάζονταν σιωπηλά, καθώς μετέτρεπε τις κραυγές της ψυχής της σε μικρούς πνιγμένους λαρυγγισμούς. "-Δεν αξίζει το κλάμα σου. Μην κλαις γι' αυτόν. Σου φέρθηκε άκαρδα, απάνθρωπα, σε ταπείνωσε, δεν αξίζει το κλάμα σου.Θα πληρωθεί κάποτε με το ίδιο νόμισμα.

-Μα δεν θέλω να πληρωθεί με το ιδιο νόμισμα. Τον αγαπάω. Δεν είναι αυτός ο Νίκος μου. Κάποια τον ξεμυάλισε και άλλαξε, δεν μου έχει μέχρι τώρα φερθεί άσχημα ποτέ".

Άρχισα να νευριάζω μαζί της. Μου ήταν αδιανόητο ότι μπορούσε να σκέπτεται έτσι την ίδια στιγμή που σπάραζε από την απάνθρωπη συμπεριφορά του. Όμως εκείνη συνέχισε να μιλάει, σαν να βρήκε τον εξομολόγο της, πέρασε από το κλάμα στην αναπόληση. Με τα μάτια της δακρυμένα με κοίταξε. 

-Σ' ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Έχεις δίκιο να σκέπτεσαι έτσι γιατί δεν τον ξέρεις, δεν μας ξέρεις, άκουσες κάτι άσχημο εντάξει, είμαστε αλλιώς όμως μέχρι πριν μια εβδομάδα. Ο Νίκος ήταν τρελός για μένα. Δούλευε σερβιτόρος διπλή βάρδια για να μαζέψει χρήματα να ανοίξουμε το σπίτι μας. Κι εγώ δουλεύω σε σούπερ μάρκετ. Βγάλαμε μαζί το σχολείο και θέλαμε να σπουδάσουμε πριν πάμε να μείνουμε μαζί. Εκεί δώσαμε όλο το βάρος. Μέχρι και τα χρώματα στο παιδικό δωμάτιο είχαμε σκεφτεί. Αγαπάμε πολύ τα παιδιά. Κάναμε υπομονή, δεν είναι εύκολες οι σπουδές όταν πρέπει και να δουλεύεις για να ζήσεις. Ο Νίκος έκανε πίσω από τις δικές του και με στήριζε με τις δικές μου. Είχα σταματήσει τη δουλειά για να μπορώ να παρακολουθώ τα μαθήματα και να διαβάζω. 

Παρά το γεγονός ότι εκείνος έκανε τόσα για μένα, η μάνα μου τον πίεζε για να επισπεύσει το γάμο μαζί μου, δεν είχε καμιά κατανόηση για κανέναν από τους δυο μας. Μια μέρα πριν από κανένα μήνα, δεν άντεξε εκεινος τα φαρμακερά της σχόλια και την πέταξε έξω από το σπίτι του, δεν μένουμε ακόμα μαζί, κοιμόμουν μαζί του μερικά βράδια και γύριζα μετά στο σπίτι μου. Η μάνα μου είχε έρθει εκείνη τη μέρα για να μας δημιουργήσει πρόβλημα. 

Όταν η μάνα μου βγήκε από το σπίτι του εγώ βρέθηκα στη μέση, δεν ήξερα τι να κάνω. Μου είπε, "Ορίστε, αν συμμερίζεσαι τις βλακείες της, πήγαινε να την βρεις. -Δεν τη συμμερίζομαι Νίκο μου, αλλά μάνα μου είναι, δεν μπορείς να την πετάς έτσι έξω απο το σπίτι σου, Έπρεπε να έχεις υπομονή και να της εξηγήσεις". 

Θύμωσε μαζί μου πολύ, μου είπε να φύγω κι εγώ. Θύμωσα κι εγώ σε κείνη τη φάση, έφυγα. Ο Νίκος βγήκε εκείνο το βράδυ, με φίλους του πήγαν στο σπίτι μιας κοπέλας που είχε τα γενεθλιά της. Δεν ξέρω τι έγινε, το ίδιο αυτό βράδυ μου τηλεφώνησε ότι θέλει το χρόνο του για να σκεφτεί πως θα συνεχίσουμε μεταξύ μας. Πάλι θύμωσα, δεν του έδωσα την ευκαρία να μου πει περισσότερα. Του έκλεισα μάλιστα και το τηλέφωνο. Μετά αυτός και η κοπέλα αυτή, κυκλοφορούσαν μαζί, τους έβλεπαν οι κοινοί μας φίλοι και μου το έλεγαν. Του τηλεφωνούσα και μου το έκλεινε. Του έστειλα ένα email.  "Και τα όνειρά μας Νίκο; Η αγάπη μας; Αυτό που δεν αφήναμε κανέναν να μπει αναμεσά μας; Και που αν η μάνα μου επέμενε να σε ενοχλεί με τις σαχλές βιασύνες της θα τη βάζαμε μαζί στη θέση της; Είναι λόγος αυτός τώρα να με αφήνεις στα κρύα του λουτρού; Να ξεχνάς τις προσπαθειές μας, τους αγώνες μας, το πόσο πολύ θέλουμε να πάει μπροστά αυτή η σχέση, ακόμα και τις ίδιες σου τις θυσίες; Γιατί αγάπη μου; Γιατί πικράθηκες τόσο πολύ μαζί μου; Μάνα μου είναι, έπρεπε σε κείνη τη φάση κάποιος να την παρηγορήσει, δεν πάει να πει και πως θέλω ότι θέλει; Θα το είχα βάρος στη συνειδησή μου αν την άφηνα να φύγει έτσι, πεταμένη  σαν αδέσποτο του δρόμου. Έλα αγάπη μου να το ξεπεράσουμε αυτό και να συνεχίχουμε το δρόμο μας μαζί, αγαπιόμαστε από μικρά παιδιά, δεν γίνεται να τα γκρεμίσεις όλα από πείσμα και μόνο.

-Κορίτσι μου τι πείσμα του έγραψες; Αυτός κυκλοφορεί ήδη με μια άλλη απ΄ ότι μου είπες και δεν σκέπτεται τα ίδια με σένα.

-Κυκλοφορεί ναι, αλλά εμένα αγαπάει. Θέλει να με πληγώσει. Το ξέρω πως περίμενε άλλη στάση από μένα. Θα τον κερδίσω όμως κι ας πληρώσω την τιμωρία του. Τον αγαπώ, δεν θέλω να ζήσω με άλλον άνθρωπο, καταλαβαίνεις;"

Είπα ναι, χωρίς να ξέρω τι στο διάολο κατάλαβα. Τι να καταλάβω, τι με έμελλε να καταλάβω, γιατί ανακατεύτηκα σε μια ξένη υπόθεση, γιατί δεν την άφηνα εκεί μέσα στο κλάμα της να θρηνεί για τα χαμένα της όνειρα;

Άγγιξα απαλά τον ώμο της. 

"-Σου εύχομαι να τα βρεις με το Νίκο σου και να είναι έτσι όπως τα λες, όπως τα έχεις ζήσει και ονειρευτεί μαζί του, όπως συνεχίζεις να τα ονειρεύεσαι. Να ξεπεράσετε τα προβλήματα και να προχωρήσετε, ελπίζω κι εκείνος να κάνει πίσω από τον τόσο του εγωισμό.

-Θα κάνει, είμαι σίγουρη..."

Μου απάντησε το κορίτσι σκουπίζοντας τα μάτια του. Μέσα μου ανάμικτα τα συναισθήματα, πέρναγα από την οργή στην κατανόηση, σε κάποια αδιόρατη περιφρόνηση, κρυφό σαρκασμό, και σε κάτί που έμοιαζε με θαυμασμό. Μα πιο πολύ απ' όλα μ' έπιασε μια βιάση να φύγω από το σημείο εκείνο άμεσα, να χαθώ από τα μάτια του κοριτσιού κι από τα μάτια των ανθρώπων. Κάτι λίγο την άγγιξα στον ώμο της, χωρίς κουβέντα απομακρύνθηκα αμέσως μετά, περπάτησα προς τη μεριά του σχολείου απέναντι, είχα μια ώθηση να βρω τρόπο για να μπω στον αυλογυρό του. Κι εκεί καθισμένη στα σκαλιά που καθόμουν πάντα να περιμένω την ιστορία να γραφτεί από την αρχή. 

Δεν ξέρω τι άλλο, απλώς προχωρούσα. Καμιά δεκαριά βήματα θα είχα κάνει, στην άκρη του δρόμου πριν περάσω απέναντι, με άγγιξε ένα χέρι. Γύρισα, ήταν το κορίτσι.

"-Εσύ γιατί κλαις; δεν θα μου πεις;

-Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ. Ας πούμε δεν μοιράστηκα ποτέ όνειρα με κανέναν, νόμιζα πως αυτά τα κάνει κανείς μόνος του.

-Πως είναι δυνατόν να κάνει κανείς μόνος του όνειρα;

-Σαν μόνος φυσικά. Γεια σου τυχερό κορίτσι. Κράτα γερά το ονειρό σου, μην αφήσεις να στο πάρει κανείς".

Πέρασα απέναντι κι εκεί όταν έφτασα, το κορίτσι στεκόταν ακόμα και με κοίταζε, με αποχαιρετούσε κουνώντας το χέρι της.  Συμπόνια για τους ανίκανους να μοιραστούν, τους ανίκανους να κλάψουν.


Αυτή τη φορά πήγα και στρώθηκα απέναντι από το πολεμικό μουσείο. Μια ωραία πρασινάδα μου επέτρεψε να απλώσω τα πραγματά μου πάνω της. Λίγο πιο πέρα  μια ψόφια γατούλα είχε αρχίσει να γίνεται ένα με τη γη. "Δεν τολμάς ν' αγγίξεις το θάνατο στα σταδιά του". Ποιος το είπε αυτό; Ιδέα δεν έχω.

"Θα ζωγραφίσω το πολεμικό μουσείο" Είπα. Τα φώτα της διασταύρωσης έπεφταν πάνω του χιαστά  και μπροστά του  υπήρχε ένα παλιό κανόνι, έτσι που το όλο κτίριο μου θύμιζε κάστρο σε πολιορκία. 

Το μολύβι δεν έγραφε  στο χαρτί. Το ακούμπησα επάνω του, κι άρχισε να κολυμπάει σαν κανό που έτρεχε προς τον καταρράχτη. 

"- Τι κλαις ρε; ολόκληρη γυναίκα; θα τσιμπάς και με τα Άρλεκιν τώρα;" 

-Ναι ρε! Με αυτά! Εσύ τι πρόβλημα έχεις;" 

Φώναξα κοιτάζοντας κατάματα έναν άνθρωπο ηλικιωμένο που πέρναγε. Αυτός σταυροκοπήθηκε τρομαγμένος και, απομακρύνθηκε τρέχοντας.   












Thursday, March 4, 2021

ΤΟ ΛΑΘΟΣ / Από τον καναπέ στο δρόμο



Η δεύτερη και η Τρίτη εκδοχή παραμένουν ανέκφραστες. Τι θα γινόταν αν;
Αν θα προλάβει κανείς να τις ξεστομίσει δεν το ξέρω. Αλλά ίσως δεν έχει και καμιά αξία. Αφου η πρώτη εκδοχή έριξε μια γυναίκα από ένα παράθυρο πάνω στο καπό ενος διερχομένου αυτοκινήτου. Ο γιατρός από το παράθυρο του, πέταξε ένα μοναδικό λουλούδι που βρισκόταν στο γραφείο του. Το πέταξε πίσω της, πάνω της. Ύστερα κλείδωσε την πόρτα του γραφείου και πήγε ν' αλλάξει επάγγελμα, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά προς τα πίσω.
Ένας σωρός από σπασμένα μέλη φασκιώθηκε προσπαθώντας ν' αποτελέσει ξανά τη συνέχεια της ανίκητης σκέψης.
"-Ζω! Και τώρα θα πληρώσω το τίμημα της ανικανότητάς μου να κάνω το επιχείρημα σωστά".
Ο Ανδρέας Χ, ήταν μακριά. Δεν μπορούσε ν' ακούσει αυτές τις σκέψεις. Ποτέ οι πωλητές του κοπανιστού αέρα δεν άκουσαν σκέψη άλλη από τη δική τους.
Η πρώτη εκδοχή του ταίριαζε γάντι. "-Είσαι, επίδοξος αντίζηλος αφανών εραστών" 
"-Ισως έπρεπε ν' αρχίσω από τη δεύτερη εκδοχή". Σκεπτόταν η γυναίκα.
"Ίσως κι αυτός δεν μπόρεσε ν' απαλλαγεί από την εικόνα που του φόρτωσα. Να βρίσκεται εκεί το λάθος;"
Ο ψυχίατρος Ανδρέας Χ που μόλις είχε αλλάξει επάγγελμα, αγνοούσε την υπαρξή της. Όταν οι σκέψεις τον κούρασαν, πέταξε το φάκελο με τα σχέδια στον καναπέ, τα παπούτσια του στον τοίχο, και το γούνινο καπέλο του στην φανταστική καπελιέρα. Έκλεισε τα παραθυρόφυλλα, τα φώτα, δεν ήταν εκεί για κανέναν. Γυμνός άνοιξε το καυτό νερό του μπάνιου και το άφησε να τρέχει. Η μπανιέρα ξεχείλισε, ο ατμός ξεχύθηκε από το δωμάτιο στο υπόλοιπο σπίτι, έμοιαζαν όλα να αιωρούνται σ' ένα υγρό σύννεφο που ανακατεύτηκε με τον ιδρώτα της κάθαρσης. Τίποτα. Ούτε αυτή κατάφερε να τον λυτρώσει.
-Αέρα! Αέρα έστω και κοπανιστό! Φώναξε απελπισμένος αλλά δεν είχε το κουράγιο να πιάσει τα πόμολα. Τα υλικά που έφτιαξαν αυτό το τοπίο, δεν ήταν δικά του. Λαγουμιασμένος στα κατάβαθα ενός άλλου "είναι", είχε καταβληθεί από την έσχατη των αμαρτιών, ολόκληρος είχε μεταφερθεί στην υπαρξή της. Ήταν μέσα της. Έκλεβε τον αέρα που της έδινε η φιάλη, κι έφτανε ίσα με αυτόν υγρός, μαζί με την ιδρωμένη της σκέψη. "Ζω! Αλλά δεν με υπακούει το σώμα μου. Δεν έχω κανένα έλεγχο πάνω του. Παρόλα αυτά μπορώ και σκέπτομαι. Αχ, αν ή σκέψη είχε τη δύναμη να μας ανασυνθέσει! Αν μπορούσα με αυτή τη σκέψη να τον πείσω πως δεν θα με σταματούσε ούτε η δεύτερη, ούτε η Τρίτη εκδοχή, ούτε καν αυτός. Τον διάλεξα για να ολοκληρώσω την πράξη μου. Τον χρησιμοποίησα. Δεν πήγα εκεί για τις συμβουλές του".
Ο ατμός εξαφάνισε το πρόσωπο του γιατρού από τον καθέφτη. Σέρνοντας έφτασε στη μικρή πόρτα δίπλα από την ντουλάπα και την άνοιξε. Κουτρουβαλιάστηκε στη σκάλα του υπόγειου και σταμάτησε ακίνητος στον πάτο της εμβρυικής του ύπαρξης.
Η σκέψη του ακόμα λειτουργούσε. Δεν κατάφερε ούτε αυτός να βραχυκυκλώσει τα καλώδια της απόγνωσης.
"-Πότε έγινε το λάθος; Πως ξεκίνησε; Είναι αλήθεια πως δεν είχα καταλάβει τι θα κάνει; Αν ναι, κορόιδευα τον εαυτό μου μια ζωή. Ποτέ δεν υπήρξα τίποτε. Αν όχι όμως, την ωθούσα επί δυο ώρες σ' αυτή την απόφαση. Δεν μπόρεσα να της συγχωρέσω αυτή την έπαρση. Να πιστεύει ότι εκμηδενίζοντας τον εαυτό της θ' αγγίξει το θείο; Να πιστεύει ότι απελευθερώθηκε και ότι πλήρωσε το τίμημα για την επιτυχία που κατά τα άλλα κέρδισε με το σπαθί της; Ποιο σπαθί της; Αυτό της εκμηδένισης; Αυτό της απόλυτης παράδοσης στον μάνατζερ του ταλέντου της; Αυτό της ηλίθιας επαναστασής της; Ήθελα να τη δω να πέφτει. Να τη δω να πηδάει από το παράθυρο παίρνοντας μαζί της κάθε υποψία της δικής μου ματαιοδοξίας και κυριαρχικότητας. Ήταν άρρωστη. Τρελή. Θα ήταν μια πράξη αναμενόμενη, χωρίς άλλα σκαλίσματα. Αλλά που έγινε το λάθος; Γιατί δεν είμαι ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα; Μπας δεν έχει πεθάνει; Μπας δεν ήταν αυτό που ακριβώς ήθελα; Τι ήθελα; Να ορμήξω πάνω της μουγκρίζοντας να την κατασπαράξω; Να τη φάω ολόκληρη να την χωνέψω μέσα μου, να πάψει να με βασανίζει ο σαρκαστικός της λόγος, το χαστούκι του βλεμματός της, το μαρτύριο του προκλητικού στήθους της; Γιατί δεν το έκανα; Γιατί δεν έγινα καλύτερα ο αποκτηνωμένος αντίζηλος του εραστή που εξαιτίας του έφτασε σε μένα; Θα ζούσε τώρα. Κι εγώ θα ζούσα!"
Ο γιατρός ζούσε αλλά φυσικά δεν το ήξερε. Εκείνη ήξερε πως ζουν και οι δυο γιατί ένοιωθε την εκπνοή του να βγαίνει από το στόμα της λυγμός.
"Πωλητής κοπανιστού αέρα!" Σάρκασε πάλι το μυαλό της και τα μάτια της βλεφάρισαν. "Φτωχέ μου γιατρέ! Μόνο μέσα μου μπορείς να υπάρχεις πια. Δεν έχεις περισσεύματα! Μα που έγινε το λάθος; Που;
Και πως γνωρίζω εγώ τι γίνεται χωρίς εσύ ακόμα να το έχεις αντιληφθεί; Να σου στείλω ένα μήνυμα αλλά πως; Η σκέψη μου ανακατεύεται με το οξυγόνο της φιάλης, ο ιδρώτας μου με τους ατμούς του μπάνιου σου και η απελπισία, το μπουντρούμι που σε φυλάκισε. Πρέπει να σε λυτρώσω. Να εξασκήσω τη σκέψη μου να δυναμώσει, ίσως μπορώ να το κάνω. Δεν είχα σκοπό να σου διδάξω κανένα μάθημα. Δεν ήμουν ικανή. Αλλά είμαι σίγουρη πως το πήρες.
Κι εγώ; Εγώ να συνεχίσω χωρίς βοηθούς. Και ή να καταφέρω το επιχείρημα μόνη μου, ή να χαϊδέψω ξανά το πλάνο "απόλυτο". Στο πρόσωπο ενός άλλου μάνατζερ, χα! Στο πρόσωπο ενός άλλου θαυμαστή λατρεμένου".
Η γυναίκα βλεφάρισε ξανά τα μάτια της. Η νοσοκόμα την κοίταξε προσεχτικά. Ύστερα είδε τις ρώγες των δαχτύλων της να ροδίζουν. Η νοσοκόμα βγήκε τρέχοντας από το θάλαμο. Σε λίγο μαζεύτηκαν γύρω της οι γιατροί.
"-Με ακούς; Μη μιλάς, ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα" Της είπε ο ένας γιατρός. Εκείνη προσπάθησε να χαμογελάσει. Τα χείλη της πονούσαν. Τα χείλη της ίσως δεν υπήρχαν. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. Δεν έβλεπε τίποτα. Άκουσε μόνο το γιατρό να λέει, "-Αυτό ήταν. Είναι μαζί μας. Θα έχει πολλά να μας διηγηθεί".
Ύστερα τα φώτα έκλεισαν κι εκείνη αναρωτήθηκε ξανά.
"Πως θα βρω το λάθος; Πρέπει να γυρίσω πίσω με τη λύση. Αλλιώς θα ξαναφτάσω εδώ".
Ο ψυχίατρος Ανδρέας Χ, είδε τον εαυτό του ξαπλωμένο στο πάτωμα ενός κατασκότεινου υπόγειου. Κοίταξε προς τη μεριά της σκάλας και είδε μια αμυδρή δέσμη φωτός να χτυπάει τον τοίχο δίπλα της.
"Απο κάπου έρχεται αυτό το φως" σκέφτηκε με λαχτάρα κι άρχισε με τα τέσσερα να ανεβαίνει την σκάλα λαχανιασμένος. Κατάφερε να φτάσει μέχρι το δωμάτιο. Το χρώμα των επίπλων είχε ζωντανέψει τα πάντα έσταζαν ακόμα νερό. Δεν αναγνώριζε για δικό του τίποτα στο χώρο. Η βρύση του μπάνιου είχε σταματήσει από μόνη της να τρέχει. Δεν θυμάται καν πως είχε φτάσει μέχρι αυτήν. Το μόνο που ξέρει είναι πως τα υλικά αυτού του τοπίου δεν είναι δικά του. Είχε πέσει σε λάθος λαγούμι.
Σηκώθηκε, ντύθηκε, φόρεσε τα παπούτσια του, τη γραβάτα, έπιασε το γουνίνο καπέλο του από κάτω και προχώρησε μέχρι την πόρτα. Κοίταξε γύρω του.
"Παράξενο! Δωμάτιο όμορφο, μα ξένο. Τόσο ξένο! Πως έγινε αυτό το λάθος;"
Άγγιξε το πόμολο και κείνο γύρισε. Μόλις έκλεισε πίσω του την πόρτα, τα πνευμόνια του γέμισαν από καθαρό, παρήγορο, ανανεωτικό αέρα.
"Ευχαριστώ!" αναστέναξε, αποφεύγοντας να σκεφτεί τίποτε άλλο.
Η γυναίκα στο κρεβάτι χαμογέλασε ψιθυρίζοντας.
"-Εσύ ήσουν το λάθος. Εγώ ήμουν το λάθος. Η συχνότητα της σκέψης μας ήταν το λάθος. Παρακαλώ..."
Ύστερα μίλησε ψευδά, μεγαλοφώνως.
"-Λίγο νερό σας παρακαλώ...διψάω"
Και πανηγύρισε το σύμπαν.

Sunday, January 24, 2021

 Κενό αέρος


Είναι λέει ο κόσμος σε αποσυναρμολόγηση. Τα δελτία ειδήσεων δεν έχουν ειδήσεις. Δυο θέματα παίζουν ολημερίς καθημερινά και μετά κάτι κάρτες με νούμερα, που δείχνουν πόσα θα πάρουν από την κυβέρνηση αυτοί που δικαιούνται να πάρουν. Σου δίνουν την εντύπωση ότι μοιράζουν λεφτά, ή ότι αναφέρονται σε ανύπαρκτες κατηγορίες πολιτών. Επιλέγω να πιστέψω το δεύτερο. Στα μεγάλα ερωτήματα δεν απαντά κανείς και οι δημοσιογράφοι είναι άσχημοι, πρώτη φορά συνειδητοποιώ πόσο άσχημοι είναι αυτοί οι άνθρωποι. Άσχημες όμορφες και άσχημοι καλλωπισμένοι. Από το στόμα τους βγαίνουν σαν εμετός οι λέξεις, πράσινες, σιχαμένες, με μια μυρωδιά αποφοράς. Δεν βλέπω ειδήσεις, δεν τους ακούω και δεν απασχολώ το μυαλό μου με στατιστικές που με τοποθετούν στους μελλοθάνατους. Λες και δεν το ξέραμε από πριν πως τυχαία βρισκόμαστε εδώ πάνω ακόμα. Λες και πρέπει ξαφνικά να εξασφαλίσουμε την μακροζωία μας, μια μακροζωία που δεν μας την είχε εγγυηθεί κανείς πριν το αντίθετο μάλιστα, τραλαθήκαμε όλοι και την ίδια στιγμή στα μέτρα της δικής του αντίληψης ο καθένας, προστατεύεται. Γελάω. Οι πιο φανατικοί με τα μέτρα προστασίας κάνουν τις μεγαλύτερες χοντράδες, τα πιο κραυγαλέα λάθη κι όλοι μαζί χορεύουν το χορό του Ζαλλόγου τραβώντας τη διελκυστίνδα αντίθετα, στις δυο άκρες του γκρεμού. 

Κι εγώ εδώ με τις μόνιμες αγωνίες μου. Τι κάνει το παιδί μου, τι έφαγε σήμερα; χθες; Μετακόμισε, ηρέμησε; πότε θ' ανοίξουν τα σύνορα να μπορέσει να ταξιδέψει, να έρθει να το δω; Πότε θα μπει να του μιλήσω; Μητρικές αγωνίες καθημερινής τρέλας τίποτα ξεχωριστό τίποτα νέο. 

Κάποιες μέρες είναι πιο ήσυχες από άλλες. Παγερά ήσυχες, σου δίνουν την εντύπωση ότι ο κόσμος σταμάτησε ήδη ν' αναπνεέι. Εκείνες τις στιγμές αναρωτιέμαι τι κυκλοφοράει άραγε έξω εκεί, ζόμπι; 

Κάποιες μέρες είναι τόσο αφόρητα ήσυχες που έχεις την εντύπωση πως ότι γράφεται εδώ μέσα, είναι σαν το μπουκάλι του ναυαγού στη θάλασσα. Κι αρπάζεσαι από τη ελπίδα αυτού του μπουκαλιού το αποχαιρετάς καθώς το αφήνεις από τα χέρια σου, το βλέπεις να παίρνει την πορεία προς  τ' ανοιχτά κι ανακουφίζεσαι λες και το έδεσες ότι θα καταλήξει στα χέρια του σωτήρα σου, και σου δίνει αυτό την ψευδαίσθηση της εκπλήρωσης ενός καθήκοντος, σε απαλλάσσει από την εχοχή πως δεν έκανες τίποτα για να σωθείς, βλέπεις την πλημμύρα να σκεπάζει τα πάντα γύρω του κι εσύ αρπαγμένος από τα κλαδιά ενός ετοιμόρροπου δέντρου προσπαθείς να δεις που έφτασε το μπουκάλι σου. Κι αποφασίζεις εκείνη την ίδια στιγμή ότι δεν το βλέπεις γιατί συνεχίζει το ταξίδι του μακραίνοντας την ελπίδα σου για σωτηρία, αποφασίζεις να μην ρίξεις το βλέμμα σου στην ακτή, ελπίζεις να κρατήσει το δέντρο, να κοπάσει η θύελλα για να μπορέσεις να βρεις ένα άλλο υποτυπώδες ξανά καταφύγιο, που θα σου παρατείνει την ελπίδα γιατί θα  τα έχεις μέχρι εκεί καταφέρει να ζήσεις. 

Κάποιες μέρες είναι έτσι, χωρίς γλώσσα, λέξεις, φράσεις, χωρίς λόγο επάνω σε τίποτε, σκέψεις που κάνουν οι άνθρωποι σε μια συνηθισμένη ζωή, ασχολίες και αγωνίες για τρέχοντα και μελλούμενα που εκφράζουν με υποθετικά σχέδια και πλάνα. Είναι μέρες αυτές που μοιάζουν με κενό αέρος. 

Και σκέπτομαι τώρα πως όταν είσαι ολομόναχος παραμιλάς, για να μη ξεχάσεις τη φωνή σου, να μη χάσεις το μυαλό σου, μιλάς στον εαυτό μου και χρησιμοποιείς ότι έμαθες κι ότι σκαρφίστηκες για να αρθρώσεις λόγο, κενό αέρος, δηλαδή αν αφαιρέσεις τον αέρα μέσα από το μπουκάλι θα έχεις κενό αέρος, θα έχεις ένα χαρτί σε κενό αέρος, θα ταξιδεύει στα τοιχώματα του μπουκαλιού το χαρτί, και το μπουκάλι στη θάλασσα και η θάλασσα που εξατμίζεται ίσως το φορτώσει στις σταγόνες της, ίσως πετάξει το μπουκάλι σου, σίγουρα αν είναι πλαστικό θα μπορέσει να πετάξει, αφού δεν θα το βρουν οι άνθρωποι να το βρουν τουλάχιστοι οι αγγέλοι, και στο μεταξύ κάποιος βάζει τηλεόραση ν' ακούσει τις ειδήσεις και χάνεται το έδαφος κάτω απ' τα πόδια σου και το δέντρο και τα κλαδιά, είσαι κάπου μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, έχεις απαλλαγεί ακόμα και από το βάρος του σώματός σου, μπορείς να διαλέξεις να φύγεις προς τα πάνω ή να προσγειωθείς ομαλά στα πόδια σου κάτω. 

Μετράς τις δυνάμεις σου, γιατί κάποιος έμεινε κάτω εκεί μ' ένα τηλεχειριστήριο στα χέρια και πρέπει να πας να του το πάρεις, να τον κάνεις να σ' ακολουθήσει, που; στο ταξίδι το μονόλογου; της μουσικής; της εικόνας; της παραίσθησης; οπουδήποτε αρκεί να του πάρεις το διααλομένο πράγμα από τα χέρια, μέσω του οποίου οι άσχημοι εκείνοι άνθρωποι του ελέγχουν τη ζωή, και κατεβαίνεις απαλά πατώντας στα ακροδάχτυλά σου, και του το παίρνεις. Πατάς το κουμπί να σβήσει κι ακούγονται τα ουρλιαχτά της Μέγαιρας που πεθαίνει από το χέρι του Περσέα. Είμαι ο Περσέας. 

Ζω σε μέρες σιωπηλές, παγωμένες και παίρνω δυνάμεις για το μπουκάλι μου, το μήνυμα, το σπαθί, την αιώρηση, την προσγείωση, την διασωσιστική μου τάση, τον πόλεμο. Δεν ξέρω αν υπάρχει κανείς έξω εκεί που ακόμα χρησιμοποιεί λέξεις, μουσικές, μπουκάλια, μηνύματα, δεν ξέρω αν τα πρόσωπα του ίντερνετ είναι πρόσωπα ή παγίδες, θέλω να πιστεύω πως είναι πρόσωπα, πρέπει να πιστέψω σε κείνο το μπουκάλι και σε κείνο το άρπαγμα, είναι στη φύση μου ν' αρνούμαι το αναπόφευκτο, πρέπει να πιστέψω στη φύση μου. 

Το μπουκάλι μου δεν περιέχει χαρτί. Περιέχει την άναρθρη κραυγή μου μέσα του. Πως θα καταλάβουν τι τους λέω; θα καταλάβουν; 


Monday, January 18, 2021

Το καταφύγιο με το άρωμα

 Είναι χαζό να σκέπτεται κανείς πως μπορεί να βρει καταφύγιο σε μια ιστοσελίδα, αφού δεν είναι ένας χώρος που σε απομονώνει, αλλά που σε εκθέτει, με την κάθε λέξη, φράση, σκέψη που εκφράζεις, αν δεν ακολουθεί τους τύπους της συγγραφικής δεοντολογίας, ή τουλάχιστον τους άλλους της προσεγμένης και ευπρεπούς έκφρασης. Όμως εγώ είμαι άνθρωπος της έκθεσης, αφού το παρελθόν μου γιατρεύεται μέσα από αυτήν, ενώ το παρόν μου δεν έχει έρθει ο καιρός να κρίνω αν θα χρειαστεί γιατριά. Καλά είμαι πάντως. 

Το μέρος αυτό εδώ είναι καταφύγιο γιατί λειτουργεί σαν τόπος εγκλήματος. Εδώ ξεκίνησαν όλα. Εδώ μαζεύτηκε το υλικό για το "Τι τραβούν κι αυτοί οι πλούσιοι" και ένα μέρος από το βιβλίο που κυκλοφόρησε με τα ποιήματα. Είναι επίσης ο καθαρά δικός μου χώρος, κι όχι το κάπου, που θα μπει κανείς να διαβάσει ένα αφιέρωμα ή να ακούσει μια ιστορία από το βίντεο. Εδώ δεν υπάρχει εικόνα, μουσική, ήχος και χρώμα φωνής. Υπάρχουν μόνο λέξεις. Ριγμένες η μία δίπλα στην άλλη με έναν ειρμό που καλπάζει επιχειρώντας να μπερδέψει τη σειρά τους, αλλά δεν με υποτάσσει. 

Οι λέξεις θα μπουν στη σειρά τους. Τα γεγονότα και οι σκέψεις τα ίδια. Η ακολουθία θα αποτελεί λογική συνέχεια, ακόμα κι αν φαίνεται πως δεν συμβαίνει αυτό. Είμαι ήρεμη. Είμαι μέσα στο οχυρωμένο μου βασίλειο. Μπορεί να είναι και η σπηλιά του Νταβέλη αλλά ποιος νοιάζεται. Όταν τελειώσω με αυτό που ήρθα να κάνω, θα βγω στο μπαλκόνι να χαιρετίσω τα φανταστικά πλήθη, ή θα δωσω το λινκ στους μετρημένους αναγνώστες μου για να έρθουν ξανά, να με καμαρώσουν γυμνή.

Μια καραμέλα στο στόμα μου διαλύεται σε κρύσταλλα καθώς τη σπάω με τα δόντια. Και ύστερα μασάω τα κρύσταλλα που βγάζουν πιο ψιλούς συριστικούς ήχους σαν να θρυμματίζεις ένα γυαλί με μια σιδερένια μπάλα. Και ύστερα ούτε και οι ψιλοί ήχοι υπάρχουν. Στο στόμα μένει μια γεύση ούζου και μέντας, στον ουρανίσκο επάνω είναι κολλημένη η γεύση της μέντας και του γλυκάνισου. Κάτι μου κάνει αυτό και για να βρω την απάντηση βάζω άλλη μια καραμέλα στο στόμα.

Ψάχνω τη μυρωδιά. Κάτι που να μοιάζει με τη μυρωδιά που φαντάστηκα. Είμαι άνθρωπος που την αίσθηση της όσφρησης μου τη διεγείρει η φαντασία. Μπορεί να μη δώσω καθόλου σημασία στις πραγματικές μυρωδιές που με βρίσκουν στο περπάτημα, ή μέσα στο σπίτι από το δρόμο ή την κουζίνα μου. Δεν ζηλεύω ας πούμε και δεν λαχταρώ ένα μεζέ που σπάει τη μύτη των ανθρώπων, Το άρωμα ενός άντρα επίσης, όποιο κι αν ήταν δεν με διέγειρε ποτέ. Η φυσική μυρωδιά των ανθρώπων, διαφέρει από άτομο σε άτομο. Δεν μπορείς να πεις, οι άντρες μυρίζουν έτσι και οι γυναίκες έτσι. Θα ήταν μια πολύ επιφανειακή προσέγγιση. 

 Εδώ μέσα, σ' αυτό εδώ το χώρο, σε αυτήν εδώ τη σελίδα που γράφω, μυρίζει. Μυρίζει κάτι σαν βασιλικός, γλυκάνισσο, μέντα, με μια ιδέα από ούζο που δένει υπέροχα με όλα αυτά. 

Μυρίζει ξεχασμένα αισθήματα και κοιμισμένα χτυποκάρδια που απλώνουν νωχελικά τα χέρια τους πριν ανοίξουν τα μάτια. 

Μυρίζει ανεκπλήρωτους πόθους και κρυφές επιθυμίες.

Μυρίζει νότες, ήχους με χρώματα που έρχονται από μακριά, αφού πρώτα τσαλαβούτησαν στις μέντες και τους βασιλικούς, μάσησαν τα σπόρια του γλυκάνισου και ήπιαν αγιασμό από ούζο με συνοδεία.

Και τι συνοδεύει αυτό το ούζο, τι αλήθεια...Ένα πιατάκι μεζέδες στο τραπέζι που λαμποκομπάει στον ήλιο; Ένα γέλιο που γάργαρο ταξιδεύει στο χρόνο; Τη ζαλάδα μιας ευτυχίας που δεν χρειάστηκε τη βοηθειά του για να υπάρξει; 

Όλα είναι αιθέρια, βασανιστικά γλυκά, ανελέητα φανταστικά, υπέροχα καμουφλαρισμένα. Γι' αυτό αποκαλώ το μέρος αυτό εδώ, "το καταφύγιο των αρωμάτων"

Αγαπημένο καταφύγιο, με συγχωρείς που έκανα τόσον καιρό να επιστρέψω σε ένα. Ξέρω πως ξέρεις, ότι θα γυρίσω και δεν ανησυχείς. Μπορεί να πιστεύεις ότι σε θυμάμαι όταν τα πράγματα δυσκολεύουν οπουδήποτε αλλου. Δύσκολα είναι έτσι κι αλλιώς, απλώς οι χίμαιρες δεν είναι επικηρυγμένες εδώ.

Μη με ρωτήσεις που ήμουν και τι έκανα. Τα ίδια που κάνω πάντα έκανα και στα ίδια μέρη τριγυρνώ που πάντα τριγυρνούσα. Όμως εκεί που έψαχνα κάτι στο ίντερνετ προχτές, πέρασε φευγαλέα μια μυρωδιά μέντας από μπροστά μου. Και λίγο αργότερα ένα άλλο πέρασμα βασιλικού με έβγαλε από τη συγκέντρωσή μου. Έγραφα κάτι θυμάμαι και έψαχνα πληροφορίες για το θέμα μου στο wikipedia. Σταμάτησα να γράφω και πάτησα το link που με έστελνε σε μια μουσική κατάσταση. Και ύστερα πάτησα και άλλο και άλλο link και μπήκα σε άλλες καταστάσεις, μουσικές όλες. Τίποτα το ιδιαίτερο, αυτό είναι κάτι που το κάνεις κάθε μέρα θα μου πεις. 

Έλα να σου πω τι δεν κάνω κάθε μέρα. Δεν έχω την ικανότητα κάθε μέρα να γράψω ένα κείμενο που να ξέρω ότι θα διαβάσει με ευχαρίστηση ο φανταστικός μου αναγνώστης. Τα κείμενα διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά δεν μπορώ να πω ποιο είναι εκείνο που θα συγκινήσει περισσότερο. 

Μπροστά μου έχω πέντε βιβλία που τα διαβάζω ταυτοχρόνως, δεν ξέρω ακόμα ποιο είναι εκείνο που θα με συνεπάρει και θα αφήσω τα άλλα στην άκρη. 

Αν τα κείμενα που γράφω τα γράφω με την ίδια ένταση πάντα, θα ζω μόνιμα μέσα σ' αυτήν, σαν να περιμένω να συμβεί από στιγμή σε στιγμή το μεγάλο γεγονός καλό ή κακό που θα γυρίσει τη ζωή μου ανάποδα. Αν τα βιβλία που διαβάζω τα διαβάζω με την ίδια δίψα όλα, θα ζω την ένταση όλων των υπθέσεων μαζί και θα διαλυθώ, κι αν οι μουσικές που ακούω μου φέρνουν συνέχεια τις μυρωδιές που ξυπνάνε την όσφρηση, θα γίνω ένα πρεζόνι ανικανοποίητο από ήχους και μυρωδιές. 

Και που θα μπορέσω να αναζητήσω την πηγή όλων αυτών; Πως θα δω το πρόσωπο που εξαπέστειλε το γέλιο από κείνο το ηλιόλουστο τραπέζι με το ούζο, που θ' απλωθούν τα χέρια μου να χαϊδέψουν τις φωνές, με ποιο σταμάτημα του νου θα αποκρούσω τις εικόνες που δημιουργούν οι ανεκπλήρωτοι πόθοι; με ποιο ανάστημα...

Δεν γίνεται σου λέω, πρέπει να κατεβάσω τους ρυθμούς. Να μιλάω λιγότερο, να συμμετέχω λιγότερο, να φαίνομαι λιγότερο, να...ταξιδεύω λιγότερο. 

Γι' αυτό ήρθα εδώ πέρα απόψε. Να βρω τις φίλες μου τις χίμαιρες που έχουν καταφύγει εδώ, μέσα σε αυτόν τον οργανισμό που δημιούργησαν τα όνειρα και οι ματαιώσεις, μέσα σε αυτό το δωμάτιο που το χθες αγκαλιάζεται με το σήμερα και το αύριο χωρίς αγωνία, χωρίς ερωτηματικά, χωρίς προσδοκίες.

Μόνο οι λέξεις να παίρνουν τη θέση τους σωστά, μόνο τα άηχα γράμματα του πληκτρολόγιου να τρέχουν και να χορεύουν, μόνο η ησυχία του δωματίου ν' ακούγεται, κρακ, τακ, το ξεμούδιασμα των αντικειμένων, χρατς, χρατς, το σπάσιμο της καραμέλας, το θρυμμάτισμα των γυαλιών. 

Και που ξέρεις. Ίσως μια μέρα η μουσική, η εικόνα, οι ιστορίες ,το λέγειν, ο βασιλικός, η μέντα, το γλυκάνισο, το ούζο, οι μνήμες και η φαντασίες, ίσως, μια μέρα γίνουν συμπαγή πάνω στον κορμό ενός δέντρου, ενός ζωντανού οργανισμού που θα είμαι σε θέση να αγγίξω, να μυρίσω, να γευτώ. 

Είναι κι αυτό. Όλα τα "ίσως" χωράνε εδώ μέσα. Γι' αυτό σ' αγαπώ τόσο αγαπημένο μου δωμάτιο. Ένα δωμάτιο για μένα είσαι. Σαν το βιβλίο της Βιργινίας Γουλφ. 



Wednesday, December 23, 2020

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

 

Πίσω από την πόρτα...


(Μνήμες από το Μπραχάμι του 1966)

 

Υπήρξε εποχή που Χριστούγεννα χωρίς Παπαδιαμάντη δεν τα ένιωθα. Ήταν που φρόντιζα τότε να κατεβάσω κάποια από τις ιστορίες του από το ράφι, ένα βιβλίο με φθαρμένο εξώφυλλο, που είχε ιστορίες Χριστουγεννιάτικες τόσο δικές του όσο και άλλων συγγραφέων.  Εμένα μ’ ενδιέφερε περισσότερο αυτή στο νησί με τις οικογένειες των φτωχών ψαράδων και τις μανάδες που ζήμωναν το ψωμί και υπόσχονταν τα δώρα όχι από τον Άγιο Βασίλη, αλλά από την Κουρούνα που θα έφερνε το κρέας. Και ήμουν πιτσιρίκι δεν θυμάμαι πια τόσο, πάντως ήξερα να διαβάζω και να χάνομαι στις ιστορίες ακόμα και με τη δύσκολη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, ίσως λοιπόν προς το τέλος του δημοτικού. Κι έλεγα στη μάνα μου, -ξέρεις ο Άγιος Βασίλης φέρνει τα παιχνίδια, αλλά η κουρούνα φέρνει το κρέας μαμά. Από αυτήν πρέπει να το ζητήσουμε φέτος.

 Και η φουκαριάρα η μάνα μου κούναγε το κεφάλι της κι έλεγε. -Από τους κακοπληρωτές του πατέρα σου πρέπει να το ζητήσουμε κορούλα μου, χρονιάρες μέρες τον άφησαν απλήρωτο και μην περιμένετε πολλά.

 -Γι’ αυτό σου λέω, πρέπει να βγούμε έξω να βρούμε μια κουρούνα και να της πούμε να μας φέρει αυτή το κρέας φέτος. Κι όταν θα πάμε στα κάλαντα θα μαζέψουμε λεφτά για να πάρουμε τα δώρα μας εμείς και δεν θα έχεις να σκας και γι’ αυτά.

Ξανακούναγε το κεφάλι της η μάνα μου και δεν απαντούσε μόνο ξεφύσαγε. Μα ήταν απλό. Κάθε χρόνο έβγαινε μόνο ο αδελφός μου για τα κάλαντα, εμένα δεν μου τα έμαθε κανείς και δεν έβγαινα για αρκετά χρόνια. Τη χρονιά αυτή, ήμουν αποφασισμένη να τα μάθω εγκαίρως και να βγω να τα πω. Ο αδελφός μου δεν είχε την υπομονή να μου τα μάθει, τα άλλα παιδιά στη γειτονιά έλεγε το καθένα τα δικά του, τα άκουγα μα δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα λόγια, και έπειτα ήταν μερικές λέξεις που δεν καταλάβαινα, άρα δεν ήμουν σίγουρη και ότι τις ακούω σωστά. «Καλήν ημέρα άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας Χριστού τη θεία γέννηση». Τι στο καλό ήθελε να πει αυτό; Θα έβαζα μπροστά κάποια μεγαλύτερα παιδιά λοιπόν να λένε αυτά, να χτυπάω εγώ το τριγωνάκι να μουρμουράω κάτι εκεί πέρα και στο τέλος θα μοιραζόμασταν τα χρήματα, μια χαρά τα είχα σκεφτεί.

Αλλά οι παρέες των μεγαλύτερων παιδιών δεν ήθελαν ένα τόσο άσχετο κορίτσι μαζί τους, άλλωστε ήταν όλοι αγόρια, έμπαιναν παντού, είχαν θράσος, έβγαζαν τόσα χρήματα γιατί να μοιραστούν και με την άσχετη; Μάλιστα ένας εξ’ αυτών ο Δημήτρης, που ήταν και ο μεγαλύτερος με πρόγκιξε. -Άντε πήγαινε στο σπίτι σου που θέλεις και κάλαντα ενώ δεν σταυρώνεις λέξη, τζάμπα ξυλιάζεις εδώ έξω.

Είχε χιόνι. Έφτιαξα έναν κακοφορμισμένο χιονάνθρωπο, του έβαλα ένα ξύλο για μύτη και του φόρεσα το σκούφο μου. Μετά έπιασα  να του λέω τα κάλαντα με το τριγωνάκι μου. Αυτά που δεν ήξερα. Ότι μου ερχόταν στο μυαλό δηλαδή. «Καλήν ημέρα άρχοντα. Κι αν εί, κι αν είναι ο σκοπός σου ζεστό σπιτάκι με τσιτσί, ξύπνα, ξύπνα από τ’ όνειρό σου».

 

Άκουσα δυνατά γέλια πίσω μου και γυρίζοντας, είδα μια οικογένεια, οι δυο γονείς και το κορίτσι τους με τρίγωνο στα χέρια επίσης, που με κοιτούσαν και γελούσαν. Τότε το κορίτσι  ήρθε κοντά κι άρχισε να λέει τα κανονικά κάλαντα στον χιονανθρωπό μου, επαναλαμβάντοντας τις φράσεις, ώστε τη δεύτερη φορά να το λέω κι εγώ. Και είπαμε τα κάλαντα στον χιονάνθρωπο με την ξύλινη μύτη και τα πέτρινα μάτια, και του άρεσε τόσο πολύ, που από τη χαρά του έσκυψε να μας ευχαριστήσει κι έσπασε. Έτσι τους είπα. Και πάλι γέλασαν οι γονείς του κοριτσιού και με ρώτησαν πως με λένε και που στο καλό είναι το σπίτι μου, ποιανού παιδί είμαι; Και απάντησα, του Αντώνη και της Μαρίας τάδε, το γένος τάδε, και μένω σ’ αυτό το σπίτι εκεί πέρα. Κοίταξαν οι γονείς προς τη μεριά που τους έδειχνα, δεν έβλεπαν το σπίτι. -Που εκεί πέρα; -Ολόκληρο σπίτι δεν το βλέπετε; μπροστά σας είναι. Αυτό με το χιόνι στην οροφή. Έχουμε και μέσα χιόνι αν θέλετε να ξέρετε και κάνει κάτι ωραίους σταλακτίτες, χριστουγεννιάτικο, πολύ μ’ αρέσει. -Μιλάς για την παράγκα αυτήν εκεί πέρα; Μένουν άνθρωποι μέσα εκεί; -Και τι θέλατε να μένουν; γάιδαροι;

Ξαναγέλασαν οι γονείς του κοριτσιού. -Πως και δεν ήξερες τα κάλαντα; Δεν στα έμαθε η μαμά σου; -Δεν τα ξέρει η μαμά, μισά τα ξέρει. Και στο σχολείο όταν τα έκαναν, δεν είχα πάει, είχα πυρετό κι έχασα το μάθημα, αλλά δεν με ένοιαξε καθόλου.

Οι άνθρωποι δεν σταματούσαν να γελούν και πιο πολύ το κοριτσάκι αλλά όταν σταμάτησα να μιλώ σταμάτησαν κι αυτοί να γελούν και με κοίταζαν, με κοίταζαν, σιωπηλοί και κοιτάζονταν και μεταξύ τους, τι σκατά βλέπουν. αναρωτιόμουν εγώ, και τότε ο πατέρας του κοριτσιού μου είπε. –Τι προτιμάς, να σου δώσω πενήντα δραχμές και να πας στο σπίτι, ή να πας να πεις τα κάλαντα στα σπίτια τώρα που τα ξέρεις; -Θα πάω να πω τα κάλαντα για να μη μου κολλάνε πως είμαι άσχετη να τους δείξω εγώ, αλλά αν μου έδινες και τις πενήντα δραχμές θα τους έδειχνα πιο πολύ. Οι άνθρωποι κρατήθηκαν μεταξύ τους για να μην πέσουν και τελικά έβγαλε ο πατέρας και μου έδωσε τις πενήντα δραχμές. -Πάρ’τα για ένα καλό σεφτέ, μου είπε.

Φύγανε και το κοριτσάκι γύριζε κάθε τόσο και μου έγνεφε αντίο με το χέρι του, -Να τα θυμάσαι! μου φώναξε κι εγώ τη διαβεβαίωσα πως ναι, πλέον τα θυμόμουν καλά. Πάω, χτυπάω την πρώτη πόρτα, βγαίνει ένας άγριος με τα μαλλιά όρθια, -Να τα πούμε; ρωτάω. - όλοι μαζί; Με δουλεύει αυτός. –Εμείς που βλέπετε.

 -Καλά πείτε τα. Όμως με κοίταζε αυστηρά και εξεταστικά αυτός σαν να μου την είχε στημένη μην κάνω κανένα λάθος και πατήσει σ’ αυτό, για να μη μου δώσει το μπουρπουάρ. Τα είπα με κάποιο τρέμουλο. -Έκανες ένα λάθος όμως, λέει. Αυτό ήταν, σκέφτηκα, τζάμπα ο κόπος. Αλλά έβγαλε και μου έδωσε μια δραχμή. Αυτή ήταν μια κερδισμένη δραχμή και με φόρο. Στο επόμενο σπίτι προσπάθησα πολύ να μη κάνω ξανά λάθος και μου βάλουν κι αυτοί φόρο, αγχώθηκα όμως και ξέχασα τα λόγια τελείως. Τότε κι εγώ άρχισα να τραγουδώ πάλι τα δικά μου κάλαντα. «-Πίσω από την πόρτα ήτανε μια κότα κι έκανε ένα αυγό, πήγα να το πιάσω και μου τσίμπησε το λαιμό». Μεγάλο ρίσκο. Μπορούσαν να με πετάξουν έξω σαν απατεώνα οι άρχοντες, αλλά μου έδωσαν δέκα ολόκληρες δραχμές σκασμένοι στα γέλια. Τέλος πάντων εκείνη τη μέρα μάζεψα κάπου 200 δραχμές, ποσό εκπληκτικό για δικά μου δεδομένα, και όταν τα χέρια μου δεν μπορούσαν πια να κρατήσουν το τριγωνάκι από το κρύο και η μύτη μου έτρεχε ακατάπαυστα, αποφάσισα να γυρίσω στο σπίτι.

Έδωσα χαρούμενη τα χρήματα στη μαμά για να μου πάρει μια κούκλα ελπίζοντας πως θα φτάνουν, αλλά η μαμά μου παρουσίασε αμέσως μια κατάξανθη καλλονή που ήταν για μένα. Όταν λίγο μετά βγήκε το κρέας στο τραπέζι, ρώτησα τη μάνα μου. -Πήγες και μίλησες στην κουρούνα ή ήρθε ο Άγιος Βασίλης; πως βρέθηκε το κρέας; -Ήρθε από μόνη της και μου το έφερε, μου απάντησε εκείνη. -Αλήθεια; πως; και τι σου είπε; -Ότι σε βρήκε στο δρόμο έξω και την έκανες και γέλασε πολύ. -Δεν είδα καμιά κουρούνα ρε μαμά, κάτι ανθρώπους είδα με το παιδί τους.

-Πράγματι, ανθρώπους είδες αγαπούλα μου. Οι κουρούνες δεν γελάνε. Ήρθαν και σε έψαχναν, αλλά δεν είχες γυρίσει ακόμα και μου ζήτησαν να δουν τους σταλακτίτες. Τι βλακείες κάθισες και τους έλεγες;

-Γιατί ψέματα έλεγα; δεν έχουμε; Τους άρεσαν οι σταλακτίτες μας;

-Τους άρεσαν και για να σε ευχαριστήσουν, άφησαν εδώ την κούκλα και μια τσάντα με κρέατα.

Το ίδιο βράδυ ο πατέρας ήρθε φορτωμένος τσάντες με φρούτα, κρέατα, γλυκά και χρήματα που έδωσε στη μαμά. Μας είπε ότι πήγε και βρήκε εκείνους τους ανθρώπους τους κακοπληρωτές οργισμένος τόσο που όταν τον είδαν τρόμαξαν και του έδωσαν τα λεφτά του. Κι εγώ από εκείνη τη στιγμή και μετά σκεπτόμουν συνέχεια πως κάποιον ξεγελάσαμε. Κάποιος έπρεπε να πάρει τα κρέατα και την κούκλα που μας έφερε πίσω, δεν άξιζε δα η θέα από τους σταλακτίτες τόσα πράγματα! Στο κάτω κάτω, ήταν βρώμικοι σταλακτίτες, καθώς έφερναν μέσα το γκρίζο της χαρτονένιας οροφής, δεν μπορούσες καν να τους σπάσεις και να τους γλείψεις σαν γλειφιτζούρι, άσε που άμα έσπαγαν κι έπεφταν κάτω μπορεί να μας άνοιγαν καμιά τρύπα στο κεφάλι. -Μαμά, πρέπει να πάμε πίσω το κρέας τώρα σ’ εκείνους τους ανθρώπους και την κούκλα μου, δεν πρέπει;  Έχασε το χρώμα της η μάνα μου, σταμάτησε να τρώει ο πατέρας, -Τι έκανες πάλι βρε σκατόπαιδο; Μας έκανες ρεζίλι; με ρώτησε αγριεμένος.

-Όχι καλέ μπαμπά! Εγώ είπα μόνο ότι έχουμε σταλακτίτες στο σπίτι μας. Τίποτε άλλο, στ’ ορκίζομαι.

Και έκανα τα χέρια μου σταυρό γύρω από τα μαγουλά μου. Τότε άρχισε να γελάει κι εκείνος πολύ.  Και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί γέλαγαν με κάθε τι που έλεγα λες και ήμουν κλόουν, ενώ μιλούσα πάρα πολύ σοβαρά.

 

Wednesday, December 9, 2020

 Αναπάντεχη λύτρωση

 

Κάθε φράση που γράφει κανείς και δημοσιεύει σε πραγματικούς αναγνώστες έχει σαν πρωταρχικό του στόχο τον φανταστικό του αναγνώστη. Ελένης αξίωμα που δεν ξέρω κατά πόσο αφορά την πλειοψηφία των συγγραφέων, θα έπρεπε κατά την ταπεινή ή καβαλημένη γνώμη μου.

Δεν θυμάμαι από ποια ηλικία και μετά έγραφα έχοντας απεναντί μου τον άνθρωπο αυτό. Να σας πω κι ότι δεν ερχόταν πάντα. Ήταν στιγμές που εκλιπαρούσα την παρουσία του και κώφευε, ή δεν ήταν εκεί ή δεν υπήρχε καν, ή μου έλεγε με τον τρόπο του πως δεν έχω κάτι ουσιαστικό να του πω. Υπήρξαν φορές που του υποσχέθηκα ιστορίες συγκλονιστικές και τον ξεγέλασα. Άλλες που έχοντας αποφασίσει να γράψω εν απουσία του, δεν πήρα είδηση πως καθόταν δίπλα μου και παρακολουθούσε την κάθε μου λέξη, χωρίς να αναπνέει.

Σε κάθε περίπτωση η σκέψη μου ήταν πάντα στραμμένη σε αυτόν κι επειδή δεν ήταν πάντα διαθέσιμος, διάλεγα τη μορφή μιας προσωπικότητας που εκτιμούσα ιδιαίτερα, έναν δυνατό και συναισθηματικό κατά προτίμηση συγγραφέα, όχι υποχρεωτικά λυρικό, ή που να εκδηλώνεται φανερά ή που η θεματολογία του να εφάπτεται της δικής μου θεματολογίας, ή που από την πρώτη ανάγνωση μπορούσα να θεωρήσω αδελφό πνεύμα. Ακριβώς ποιο ήταν το κριτήριο δεν μπορώ να πω πια. Ένας συνδυασμός από πράγματα που μου έλεγαν πως η γραφή αυτή δεν πάει να σε ξεγελάσει.

Μέχρι την αποφράδα εκείνη ημέρα που το κόλπο δεν έπιανε πια. Μαζί με τον φανταστικό μου αναγνώστη είχε χαθεί και κάθε πραγματική μορφή που άνετα μπορούσε να πάρει τη θέση του. Αρκεί να χάσεις την πίστη σου σε ένα μόνο πρόσωπο, για να νιώσεις ψεύτικα τα μέχρι τούδε σημεία αναφοράς σου.

 

Τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Ο μόνος ιδανικός αναγνώστης ήταν ο εαυτός μου και παρά το γεγονός ότι μου άρεσαν τα σχόλια του, δεν μπορούσα να του έχω καμιά εμπιστοσύνη. Η πείρα, η αυτοπεποίθηση, η γενικότερη αποδοχή από τον περιορισμένο έστω κύκλο των αναγνωστών μου, δεν βοήθησαν στο κομμάτι αυτό.

Έλειπε εκείνος που καρφωμένος στη γωνία της οροφής μου θα μου έκλεινε το μάτι με το πέρας της κάθε ιστορίας. Θα μου έλεγε, «κουλ, ρίχτο έξω». Και λέω «εκείνος» κι όχι εκείνη, γιατί ήταν πάντα εκείνος.  Ποιο το νόημα να φανταστώ τη δυνατή προσωπικότητα μιας «εκείνης» όταν δεν προσφέρεται για έρωτα;

Ποιος ο λόγος να έχω έναν φανταστικό αναγνώστη αν δεν μπορώ να νιώθω το δέος της ερωτευμένης  που κατακτά το μυαλό με το μυαλό και την ψυχή με την ψυχή;

Θα μου πεις, δεν θαύμασες την Ντόρις Λέσσινγκ, τη Σιμόν ντε Μποβουάρ, την Ιζαμπέλ Αλιέντε, Την Τζέιν Όστεν, τη Σάρλοτ Μπροντε, τη Βιρτζίνια Γουλφ;

ή την Άλκη Ζέη, Την Μέλπω Αξιώτη, την Πινελόπη Δέλτα ακόμα; Ναι οπωσδήποτε και πολύ. Αλλά δεν μου προκάλεσαν το πάθος που μου προκάλεσε ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τομ Ρόμπινς, ο Παπαδιαμάντης, ο Καζαντζάκης, ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Τσίρκας, ο Κώστας Ταχτσής. Τι να κάνουμε τώρα. Δεν μπορώ να μιλήσω για πρότυπα συγγραφείς που σημάδεψαν τα νεανικά μου χρόνια και δούλεψαν υπόγεια μέσα μου όταν έπιασα να γράφω, δεν θυμάμαι ακριβώς πόσοι και ποιοι ήταν, πολλοί, και σε καμία περίπτωση γυναίκα, πέραν της Πολυδούρης κι αυτή ποιήτρια, ξανά, τι να κάνουμε τώρα.

Αντίθετα από όλους αυτούς τους εν ζωή που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο δεν με ενθουσιάζει σχεδόν κανείς, ενώ με έκπληξη θα πω, ότι έχω ενθουσιαστεί από τη δουλειά ορισμένων γυναικών. Ακόμα κι αυτές όμως τις τοποθετώ δίπλα από τις διαχρονικές μου συμπάθειες να μου προκαλούν ανάλογα με κείνες συναισθήματα. Μέχρι εκεί.

Άρα που το πάω;

Στον ιδανικό μου αναγνώστη φυσικά. Αυτόν τον μεγάλο απόντα που με άφησε όρθια, πάνω σε μια σανίδα στον ωκεανό να φτάσω, που ρε μαλάκα; Μ’ αυτό το κουρασμένο σώμα, τη θύμηση που εξασθενεί, τη δύναμη της πεθυμιάς μία ξεφούσκωτη καπότα που δεν γουστάρεις να παίξεις μαζί της, τα σπλάχνα γεμάτα τσιγαροκαπνό, τα μάτια ξεπλυμένα και το στομάχι κόμπο; Ε; δεν κατάλαβα τι περίμενες ότι θα συμβεί όταν άρπαξες το φαντασμαγορικό σου ταχύπλοο και την κοπάνησες.

Τα κύματα μουντζούρες σε λευκές κόλλες, οι λέξεις κοράκια της μήτρας που  καταπίνουν τη μάνα τους και η φαντασία μια πατάτα νερόβραστη χωρίς λαδόξυδο και ρίγανη, χωρίς αλάτι, χωρίς γεύση, χωρίς άρωμα.

Που πάω και γιατί πάω; Τι με κρατάει όρθια πάνω σε αυτό το σαπιόξυλο και πάω;

Γιατί μιλάω αφού δεν βγαίνουν λέξεις, γιατί κραυγάζω αφού δεν βγαίνει φωνή;

Πως διάολο ξανοίχτηκα τόσο στα κύματα και δεν γουστάρω και το μαύρο νερό;

τα ερπετά και τα μαλάκια και τα ψάρια με τα γουρλωμένα μάτια και τα παράξενα χρώματα που αλλάζουν στην αναμονή της λείας; Εγώ θέλω το χώμα της γης, να γίνω ένα μαζί του να μ’ απορροφήσει, να βγάλω κλαδάκια και φύλλα αναρριχώμενα, να συνεχίσω να παραμυθιάζομαι σε άλλη βέρσιον. Όχι να περιμένω να με καταπιούν οι καρχαρίες και οι φάλαινες.

Και κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι στεριά, να βηματίζω, να πηδώ, να βλέπω φίλους κι αγαπημένους, ποδήλατο να κάνω και με το μηχανάκι μου να φτάνω στο βουνό, και από τη σκηνή μου απέξω να μαγειρεύω ακούγοντας τα πουλιά και τα θροϊσματα, κι όταν κρυώνω να φορώ το παλτό μου, να ανάβω φωτιά και να ζεσταίνομαι, να κοιμάμαι, να διαβάζω, να κάνω έρωτα. Γιατί όταν κλείνω τα μάτια μου, έρχονται αυτά που μου έλειψαν κι αυτά που φοβάμαι ότι δεν θα ξαναζήσω ποτέ, σαν εικόνες που σου καρφώνονται στο μυαλό ενώ πρέπει να συγκεντρωθείς για να επιβιώσεις πάνω στην κολοσανίδα στη μέση του ωκεανού, τι χάσιμο, τι χάος, τι χαμός.

Και μέσα σε όλο αυτό το κακό, δεν φαντάστηκα τι θα γινόταν αν ανακάλυπτα πως ζω έναν εφιάλτη. Αν ανακάλυπτα ανοίγοντας τα μάτια μου πως είμαι στο δωματιό μου, πάνω από το κομπιούτερ μου, με μια σόμπα δίπλα μου, τον καπνό να αιωρείται γύρω μου κι αυτόν που εδώ και χρόνια παραμένει αθέατος, κολλημένο ιπτάμενο, στη γωνία του ταβανιού μου με τα μάτια του χυμένα μέσα στο κείμενο. Αυτόν, τον ιδανικό μου αναγνώστη που νόμιζα πως ποτέ δεν θα ξανασυναντήσω.

Κι έτσι χωρίς τη φαντασία όλων αυτών, άνοιξα τα μάτια μου μέσα στο δωμάτιο, με όλα αυτά.

Friday, January 17, 2020

Η Στροφή Της Φιλομήλας (βγήκε στο σεργιάνι)

Bookstars :: Η Στροφή της Φιλομήλας - Μπάλιου Ελένη Herinna

Απόσπασμα από το διήγημα "Το μπαλκόνι και το πεζοδρόμιο"


Το σπίτι που ποτέ δεν παρέλαβε ο Ανδρέας σαν προίκα, γιατί ανήκε στην άλλη αδελφή, πουλήθηκε σε μια οικογένεια αγνώστων λοιπών στοιχείων. Η Λίζα έχει μια φωτογραφία στο προφίλ της. Είναι μια γυναίκα που μοιάζει με την Μάρλεν Ντίτριχ. Το προφίλ του Ανδρέα, με τη φωτογραφία ενός σκιέρ που κάνει στροφή στον αέρα, είναι ανενεργό εδώ και χρόνια.

Κάθε βράδυ ο Τσε, είναι με τις ώρες στο μπαλκόνι και γαβγίζει τους περαστικούς. Περιμένει την αφεντικίνα του να γυρίσει από την επανάσταση. Κι όταν ξεπροβάλει τη μουσούδα του ανάμεσα από τις κουβέρτες για να κοιτάξει κάτω, βλέπει έναν άγριο τύπο απέναντι να του φωνάζει. «Σκάσε  βρομόσκυλο!».

Απόσπασμα από το διήγημα "Μείον δύο"

Δίπλα μου πήδηξε ο άνθρωπος που γέλαγε αθόρυβα, με τα νερά να τρέχουν από πάνω του στο πάτωμα του ασανσέρ. Στο μάγουλό του είχε μια μακριά γρατσουνιά. Στον ένατο, μπήκαν δυο γυναίκες με ακριβά ρούχα και κοίταξαν τον άντρα ενοχλημένες. Ύστερα πρόσεξα πως μόνο η μία το έκανε αυτό. Η άλλη έπαιρνε βαθιές ανάσες μέχρι που μίλησε λιγωμένα. «-Ζέστη ε;» Ο βρεγμένος συμφώνησε. Η φίλη της την αγριοκοίταξε. Αυτή κοίταξε εμένα. «-Ζέστη», συμφώνησα. Μου χαμογέλασε.
Στον έβδομο μπήκαν άλλοι δυο. Το μπολ με το φαγητό της ψιψίνας κόλλησε πάνω μου. Το καπάκι του ανασηκώθηκε ελαφρά. Το πίεσα πάλι για να κλείσει. Τα δάχτυλά μου γέμισαν λάδι. Κάποιος σιγοσφύριζε ένα σκοπό. Έψαχνα το τραγούδι. Στον πέμπτο μπήκανε τρεις. Βήμα βήμα βρέθηκα με την πλάτη κολλημένη στην πίσω γωνία. Κρατούσα σφιχτά το μπολ με τα δυο μου χέρια. Στον τρίτο και τέταρτο δεν μπήκε κανείς, αλλά βγήκε ο βρεγμένος. Η δεύτερη κυρία κατέλαβε τη θέση του κι ανάσανε βαθιά. Στο ισόγειο βγήκαν όλοι. Πάτησα το κουμπί να συνεχίσω για το μείον δύο. Πριν κλείσει η πόρτα μου φάνηκε πως άκουσα ένα αμυδρό νιαούρισμα στη σκάλα προς το πρώτο υπόγειο. Βγήκα από το ασανσέρ και κατευθύνθηκα προς τα εκεί.

Απόσπασμα από το διήγημα "Μη βράσετε το πουλί"

-Θεία Μαρουσώ, όταν θέλει ο άνθρωπος να δουλέψει, ξυπνάει κι ας μην κοιμήθηκε δέκα μέρες. Δεν τη θέλει τη δουλειά ο προκομμένος σου! Τον έκαμες άχρηστο με τα χαρτζιλίκια και την πολλή φροντίδα!
-Τι λες εκεί πέρα στη μάνα μου, Άννα συφοριασμένη; Δεν βλέπεις τα χάλια σου που βρέθηκες μ’ ένα μπάσταρδο και δεν πρόλαβες να τελειώσεις ούτε το γυμνάσιο! Μου ήθελες και σπουδές! Σπούδασε τώρα τα πιτσούνια στη σάλτσα και μη σε μέλει τι κάμουν οι άλλοι».
Ακούστηκε η φωνή του κανακάρη Γιώργου και η Άννα, αργά ακούμπησε το δίσκο στο τραπέζι μπροστά της. Οι πελάτες στην άλλη άκρη της αυλής που περίμεναν την παραγγελιά, τα είδαν όλα. Ο κανακάρης της Μαρουσώς δεν πρόλαβε να δει τίποτα. Το πιάτο έσπασε στο κεφάλι του, το πιτσούνι έκανε πλατς-παφ πέφτοντας στο πάτωμα και η κόκκινη σάλτσα του έβαψε το πρόσωπο. «-Αφού δεν έχεις τσίπα να κοκκινίσεις, κάτσε να σου βάλω εγώ λίγο χρώμα». Του φώναξε η Άννα και ύστερα πλησιάζοντας τον με τα δόντια της σφιγμένα, του σφύριξε.
«-Αν ξαναμιλήσεις άσχημα για το παιδί μου, θα σου κρεμάσω τ’ άντερα με τούτο δα το μαυράδι». Και του έβαλε κάτω από το λαιμό ένα κουζινομάχαιρο, να το κοιτάς και να σου κόβονται τα ήπατα.
Η Κυρά-Μαρουσώ, άρπαξε τον κανακάρη της απ’ το μπράτσο και τον έσυρε έξω. «-Φύγε πανάθεμά σε, πήγαινε! Ρεζίλι μ’ ήκαμες αχαΐρευτε, θα χάσω και τη δουλειά μ’ διαόλοι μεσ’ τσι κοιλιά σ’ νε, καλά σι ’καμε!»