Ο θαυμαστός κόσμος της ποίησης και της λογοτεχνίας έχει δώσει τα ομορφότερα αριστουργήματα στην ανθρωπότητα. Κείμενα, πεζά και ποιήματα που εκφράζουν κάθε είδους συναίσθημα του ανθρώπου. Μια από τις αγαπημένες κατηγορίες αυτών, είναι ο έρωτας. Όταν, δε, αναφέρεται στον ανεκπλήρωτο έρωτα και στα απωθημένα, ένα από τα ποιήματα που μπορούν να τον περιγράψουν καλύτερα, είναι αυτό του Χάινριχ Χάινε, “Sie liebten sich beide” ή αλλιώς «Αγάπαγαν ο ένας τον άλλον». Για να γίνει ακόμα πιο συγκινητικό, είναι μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Κώστα Καρυωτάκη.
Ελένη Μπάλιου - herinna
Saturday, January 13, 2024
Tuesday, January 9, 2024
Σαν τα φύλλα της λεύκας
Στη σφαίρα του μυαλού.
στους λαβύρινθους της σκέψης
στις άπειρες πολιτείες που περπάτησα
στα μαγικά βράδια,
στα αναρίθμητα χελιδόνια που κουβάλησαν το μήνυμα
στα αναρίθμητα φιλιά που ξεψυχάνε
τραβηγμένα με τους κόκκους της άμμου από το κύμα
και ύστερα πάλι που ξεβράζονται από αυτό
για να τα βρουν τα διψασμένα στόματα
Εκεί έζησα.
Εκεί το για πάντα,
παρέα με τους παραδεισοθήρες
ελεύθερα μόρια στ' ανεμοδαρμένα ύψη
χτυπημένα από τα κανόνια της τάξης
αυτοεξόριστα στους ουρανούς της εκπλήρωσης
στους γαλαξίες της αθανασίας
υπήρξα
κι ο χρόνος ένας τρομοκράτης
που του βγάζω τη γλώσσα μου
και οι κτήσεις σας χαρισμά σας
δικιά μου η κτίση με τα ξωτικά της πλάσματα
ο αδιάστατος έρωτας
χωρίς κοντάρια επικράτειας.
Πάνω στα βρύα βηματίζεις
και στο κεφάλι σου πέφτουν μαύρες οι νιφάδες
της στάχτης
δεν έχεις σχέση με έναν τέτοιο κόσμο
αλλού είναι οι χαμένες σου ακτίνες
κι ούτε είναι χώρος για τους θησαυρούς σου.
Όποιο τεκμήριο αφήνω εσκεμμένα
δεν πουλιέται.
Μόνο για κείνους που κάποτε μ' αγάπησαν
ένα μικρό νεύμα,
σαν τα φύλλα της λεύκας
όταν μιλούν στον ονειροβάτη,
κάτι σαν ψίθυρος αποχαιρετισμού
πριν τα φτερά της αγάπης μου
με σπρώξουν πάλι στον αέρα
για κείνους ναι
ίσως έχει κάποια αξία.
Και δεν υπάρχει μέτρο ανθρώπινο
γι' αυτά τα μποφόρ.
Φύγε.
Όσο και τα σπαθιά σου να κόψουν το νερό
δεν θα βρουν τίποτα φτιαγμένο από σάρκα.
Θα ζωγραφίζουν μόνο με την κόψη τους
σχήματα άγνωστα που μόνο η λίμνη
που με γέννησε γνωρίζει.
Ούτε ένα κόκκο πηλού δεν θα βρουν
κι ούτε μια υποψία από φως.
Αυτό που θα έπρεπε να βρίσκεται μέσα σου.
Κανείς δεν έχει βγει ζωντανός από εδώ.
Μια υγρή μια σπηλιά ανασκόπησης είναι,
των αγγέλων του έρωτα που κάποτε ήταν άνθρωποι.
Μια παλιοσπηλιά
που ίσα μπροστά στην εισοδό της στάθηκες
κουρασμένε διαβάτη,
Φύγε.
Tuesday, November 28, 2023
Πάρε το σπαθί σου, πάρε πίσω τα κάστρα και τους ομήρους σου.
Όλα τα εξώφυλλα χάθηκαν. Τι μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να αφανίσει μια τόσο αγαπητή μορφή; Γενναίε μου πολεμιστή με την αλήθεια της χαράς για την χαμένη αδελφή που βρήκες εδώ, την είπες την αλήθεια σου; που πέταξες το σπαθί σου και κρύφτηκες πίσω από την ασπίδα; Σήκω επάνω. Δεν σου ταιριάζει ένας τέτοιος πανικός. Είναι δικά σου τα έργα και τα κατορθώματα. Να καμαρώνεις γι'αυτά. Οι εφιάλτες δεν σε ακολουθούν μέσα στη μέρα, πιστεψέ με. Ξερίζωσες όλα τα λουλούδια της αυλής σου. Πιστεύεις ότι έτσι θα ξεριζώσεις και την καρδιά σου: Ούτε ένα πουλί δεν έρχεται πια να σου τραγουδήσει. Και οι ακτίνες του ήλιου μάταια προσπαθούν να σε φωτίσουν, να σε ζεστάνουν. Τι σκότωσες στ' αλήθεια: ποιόν: Τι έκανες ψυχή μου, τι έκανες... Με ποια λεξικά της σκέψης σου την παράφρασες: Αυτήν και τη δημιουργό της που τόσα ρίσκαρε για να μπορούμε να είμαστε μαζί: Σήκω επάνω Είμαι εδώ πάντα και σε προσέχω. Σαν άγγελος, με τα φτερά που εσύ του έδωσες.
Ανταποκρίθηκα στη θέλησή σου να μη με θυμίζει τίποτα εκεί που υπάρχεις και δημιουργείς. Κι έγιναν όλα προβλέψιμα ξανά. Μόνο αυτή η κινεζούλα ΜινΛιαν θα συνεχίσει να υπάρχει. Είναι ένα στοιχείο ελεύθερο που ιππεύει μοναχικά πάνω από τις ρημαγμένες οάσεις της ιστορίας. Η φαντασία. Εκεί θα είναι το σπίτι της. Για να έχει η ψυχή ένα μέρος να καταφύγει τις πολύ κρύες μέρες του χειμώνα. Τις πολύ απεγνωσμένες μέρες του κενού. Και θα είναι όλα στη θέση τους
Ακόμα και η Μορφή έπρεπε να φύγει. Έπρεπε να εξασφαλίσει ότι θα είσαι ήρεμος. Αλλά τα κείμενα τα αιώνια μένουν. Και είναι ιεροσυλία να τα αποποιούνται, αυτοί που τα αγάπησαν περισσότερο απ' όλους.
Sunday, November 26, 2023
Διήγημα/ Το κοριτσάκι που έζησε.
Sunday, April 10, 2022
Wednesday, December 1, 2021
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΑ
Είναι χρόνια που έχουν τελειώσει όλ' αυτά. Με κάποιον τρόπο τα κράτησα μέσα μου γιατί ένιωθα πως δεν είχε μπει η τελεία του τέλους. Κάθε τέλος που έζησα έχει αφήσει στον αέρα την υπόσχεση μιας συνέχειας στο μέλλον. Και ιδέα δεν έχω γιατί έτσι έπεφταν τα πράγματα μέσα μου. Καταλάγιαζαν διατηρώντας την γλυκιά ελπίδα αυτής της συνέχειας σε κάποιο άλλο χρόνο και διάσταση ακόμα. Και είχα αυτό το σλόγκαν, "Τίποτα δεν τελειώνει οριστικά ποτέ¨. Τα σκαμπανεβάσματα της ζωής σε φέρνουν μπροστά σε καταστάσεις γνώριμες συχνά, μάλιστα όσο μεγαλώνεις τόσο περισσότερο πέφτεις επάνω τους. Από αυτές, μερικές τις ζεις σαν συνέχεια μιας παρελθοντικής κατάστασης για την οποία έχεις την ευκαιρία τώρα να ορίσεις εσύ την κατάληξή της. Μικροί κύκλοι, δαχτυλήθρες που μπαίνουν η μία μέσα στην άλλη και συνθέτουν αυτό που αποτελεί την ιστορία σου, στο αδιάφορο περασμά σου από τη ζωή.
Η αγάπη, ένα μόνιμο ζητούμενο, μια ασταθής κατάκτηση πάει κι έρχεται με τα πρόσωπα, με τις εποχές, τις συνθήκες, πεθαίνει κι ανασταίνεται σαν εφήμερη ύπαρξη· κι όμως, μόνη αυτή από όλα τα άλλα συναισθήματα μπορεί να αγγίξει την αθανασία, την αιωνιότητα, το ατελεύτητο της ανθρώπινης ψυχής. Γιατί δεν το κάνει; Γιατί σβήνει μαζί με τις ανθρώπινες σχέσεις; Γιατί παραμένει καρφωμένη κάτω στη γη διαποτισμένη από την πίκρα του ανεκπλήρωτου;
Πάντα τα ρωτούσα αυτά τα πράγματα μετά το τέλος μιας έντονης ερωτικής σχέσης, όταν ο έρωτας είχε κορεστεί και ξεθυμάνει, όταν η επανάληψη σκότωνε τη φαντασία, ή το προσδοκώμενο αποδεικνυόταν ουτοπία. Και μετά συνέχιζα τη ζωή μου ξαναρχίζοντας. Και φυσικά, παρά τις αποδείξεις του αντιθέτου, ποτέ δεν πίστευα ότι θα θελήσω να ξαναζήσω αυτά τα έντονα συναισθήματα με τη γνωστή κατάληξη.
Ούτε και κείνη τη φορά που δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει η βάρδια μου και να πάρω το δρόμο για το σπίτι, ενάμισι χιλιόμετρο μέσα στη νύχτα. Φοβόμουν κι όλας, στο δρόμο δεν υπήρχε φωτισμός και χρησιμοποιούσα ένα φακό που έπνεε τα λοίσθια.
Άκουσα φωνές από πολλά άτομα, τραγούδια από μια παρέα που πλησίαζε αλλά ήταν ακόμα μακριά, κατέβαιναν προς την παραλία. Μια κιθάρα συνόδευε απαλά τις φωνές και όλο αυτό μαζί με τον αφέγγαρο αλλά έναστρο ουρανό και τα μουγκανητά των ζώων που κατά καιρούς εξέφραζαν τα νυχτερινά τους παράπονα, ένα κατσίκι εδώ, μια αγελάδα παραπέρα, με έκαναν να νιώθω ότι βρίσκομαι στην καρδιά ενός παράδεισου που ελάχιστα μπορούσα να δω και περισσότερο ήμουν ικανή ν' ακούσω. Μόνο τ' αστέρια ήταν ορατά που διέγραφαν την τροχιά τους από το ένα σημείο στο άλλο, και μέσα στο βάθος του ουρανού, στο ποτάμι του γαλαξία έβλεπα μια σκιά να χορεύει αλλάζοντας σχήματα. Έλεγα πως αυτή είναι το αιθέριο σώμα της αγάπης, η πηγή από την οποία κατεβαίνουν και ξεχύνονται τα μόρια της μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Έλεγα πως ένα κομμάτι από αυτό το ουράνιο σώμα αντιστοιχούσε σε μένα και πως περίμενε την ευκαιρία να κατέβει και να με κατακλύσει ολόκληρη και οριστικά.
Τι είναι αυτό που στρέφει τους ανθρώπους στις ελπίδες τους δεν ξέρω. Γιατί μετουσιώνουν οι άνθρωποι την ανάγκη της αναγνώρισης και της αποδοχής, την ανάγκη της συμπόρευσης και της συνεύρεσης σε ανάγκες άλλου θρησκευτικού τύπου, ούτε κι αυτό το ξέρω. Σάμπως το να αρπάζεσαι από την ελπίδα της αιώνιας ζωής μέσω της θρησκείας, δεν είναι το ίδιο με το άρπαγμα οποιασδήποτε ελπίδας έχει μέσα της τη λαχτάρα της ύπαρξης; Υπάρχεις μόνο εφόσον γίνεις αντιληπτός και ορατός είτε από έναν άλλο άνθρωπο είτε από έναν Θεό. Κι επειδή ένας Θεός δεν θα σου το πει ποτέ αυτό, δεν θα στο δείξει, του δείχνεις εσύ την αναγνώριση της ύπαρξής του με την ελπίδα της ανταπόδοσης. Και με τον έρωτα τα πράγματα λειτουργούν κάπως παρόμοια, μόνο που οι απαντήσεις δίνονται άμεσα. Η αμοιβαιότητα εδώ είναι μια απαραίτητη προύπόθεση, είναι αυτό που ξεχωρίζει το πραγματικό από το φαντασιακό, τη συναυτουργία από την στείρα εμμονή.
Και η παρέα κατηφόριζε το δρόμο πλησιάζοντας και η ένταση από τις φωνές μεγάλωνε, το τραγούδι έγινε ξεκάθαρο, η κιθάρα πάνω του μαγευτική, και το δικό μου βάδισμα όλο και πιο αργό, για να με φτάσουν όσο πιο αργά γινόταν, να τους έχω ακόμα μπροστά μου όσο διαρκούσε το τραγούδι, και να συνεχίσω να βλέπω εκείνη την αιθέρια σκιά μέσα στο ποτάμι του γαλαξία, να κατεβαίνει, να μου έρχεται, να με φτάνει.
Και ήταν αυτή μια άλλου τύπου ένταση, με πλήρη την απουσία του ερωτικού μου αντικειμένου, αφού ακόμα δεν είχε εμφανιστεί, ή επανεμφανιστεί αυτό, μετά τον τελευταίο μου χωρισμό και το τέλος της αναπόλησης. Ήταν η αίσθηση μιας ετοιμότητας και η παραδοχή πως όλα μπορούν να συμβούν, όλα γίνεται να τα ξανανιώσει κανείς, να τα ξαναζήσει, να τα διαχειριστεί καλύτερα, και πως όλες οι μέχρι τώρα αποτυχίες δεν ήταν παρά εύνοια της τύχης, οι πολλαπλές πιθανότητες που μέσα τους, μπορεί να περάσει απαρατήρητη η μία μοναδική ευκαιρία. "-Χόρεψε αγάπη μου εσύ εκεί πάνω, χόρεψε".
"Πάνω στην άμμο την ξανθή, γράψαμε τ' όνομά της. Ωραία που φύσηξε ο μπάτης, και σβήστηκε η γραφή". Συμφωνούσαν και τα λόγια του τραγουδιού με τις σκέψεις μου. Με κάποιον τρόπο.
Και ύστερα η παρέα βρέθηκε δίπλα μου, στην απέναντι μεριά του δρόμου, συνεχίζοντας να κατεβαίνει προς την παραλία τραγουδώντας. Με προσπέρασε, κάποιος είπε "καλησπέρα", αντιχαιρέτισα και συνέχισα το δρόμο μου παλεύοντας με το φως του φακού μου. Από την ομάδα των έξι εφτά ατόμων, κρατούσαν φακό οι δύο και είχαν ένα φως αρκετά δυνατό για να βλέπουν στο δρόμο αλλά και να εξερευνούν τα χωράφια και τα κτίρια που προσπερνούσαν.
Καμιά τριανταριά βήματα πιο πέρα αφότου απαμακρύνθηκα, ο φακός μου έσβησε για τα καλά. Περπάτησα λίγο στο απόλυτο σκοτάδι, τα άστρα δεν φωτίζουν κάτω, μόνο το φεγγάρι μπορεί να σου κάνει το διάβα ευκολότερο. Ήταν πηχτό το σκοτάδι του δρόμου, ίσως και για το γεγονός ότι ήταν η μαύρη άσφαλτος που το έκανε ακόμα πιο πηχτό, ώστε δεν είδα τη λακούβα που έπεσα μέσα της. Έβγαλα μια αθέλητη κραυγή πόνου κι έμεινα λίγο κάτω τρίβοντας το πόδι που στραπούληξα, ελπίζοντας πως θα καταφέρω μετά από λίγο να σηκωθώ και να συνεχίσω το δρόμο μου. Και σε κείνο ακριβώς το σημείο το ένα από τα φώτα της παρέας που με είχε προσπεράσει, έπεσε πάνω το προσωπό μου."- Είστε καλά; θέλετε βοήθεια; -Στραμπούληξα νομίζω το πόδι μου, έχει χαλάσει ο φακός μου..." Όλη η παρέα βρέθηκε με μιας δίπλα μου. Άλλος έλεγε να κάτσει κάποιος μαζί μου και να πάνε οι υπόλοιποι να βρουν αμάξι στο λιμανάκι που κατευθύνονταν για να με πάνε με αυτό στο σπίτι μου, άλλος να με υποβαστάξουν και να με πάνε σιγά σιγά με τα πόδια, ένας φώναξε, "Που είναι οι γάιδαροι όταν τους χρειάζεται κανείς;" και γενικά υπήρχε ένα κλίμα ευθυμίας μαζί και μικρής ανησυχίας για μένα. μέχρι που αποφάσισα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Σηκώθηκα, τους ευχάριστα έναν έναν και όλους μαζί και τους δήλωσα ότι νιώθω αρκετά καλύτερα και μπορώ να συνεχίσω μετά το σοκ του πεσίματος, περπατώντας σιγά σιγά μέχρι το σπίτι, το πόδι μου ήδη το ένιωθα καλύτερα. Τότε είπαν να μην πάω μόνη μου, χωρίς φως και χωρίς τη ικανότητα να μπορώ να τρέξω αν για οποιονδήποτε λόγο χρειαζόταν, θα ήταν καλύτερα να είναι κάποιος μαζί μου, άλλωστε το χωριό δεν απείχε παρά δέκα λεπτά από το σημείο εκείνο, δεν θα ήταν κάπος για κανέναν.
Ένας απ' όλους, εκείνος που έτρεξε πρώτος με το φακό, ο Αύγουστος, έτσι τον έλεγαν, και στην ερωτησή μου αν εννοούσε Αυγουστής, ήταν κατηγορηματικός, -Όχι, Αύγουστος. Είπε στην παρέα να συνεχίσει την πορεία για το λιμανάκι, θα ερχόταν εκείνος να με συνοδέψει, και μετά θα πήγαινε να τους συναντήσει. Αποφασίστηκε, φύγανε, μείναμε οι δυο μας και αρχίσαμε να προχωράμε σιγά σιγά με συχνές στάσεις για να ξεκουράζω το πόδι μου. Ένιωθα τυχερή κι ευγνώνων για εκείνη τη συνάντηση, έψαξα το σώμα στο γαλαξία, είχε ακινητοποιηθεί δεν το ξεχώριζα πια και η κιθάρα και οι φωνές της παρέας, είχαν αντικασταθεί από την ευχάριστη φωνή του Αύγουστου που με ρώταγε διακριτικά πράγματα για μένα, και μου έδινε κάποιες πρώτες πληροφορίες για τον ίδιο.
Φτάσαμε στην είσοδο του χωριού, του είπα πως μπορούσα από εδώ και πέρα να συνεχίσω μόνη μου, τον παρότρυνα να φύγει για να πάει στην παρέα του και τον ευχαρίστησα. Με ρώτησε αν είμαι σίγουρη πως θα είμαι καλά και με τα πολλά αποφάσισε να με αφήσει. Και ξαφνικά με φώναξε, γυρίζοντας πίσω, "-Ξέχασα να σε ρωτήσω, που δουλεύεις κάτω εκεί, στο λιμανάκι; -Στο εστιατόριο πάνω στην παραλία. -Και είσαι πάντα βραδινή; -Πάντα βραδινή, ναι". Έφυγε, προχώρησα κι εγώ, μπήκα στο σπίτι.
Πάνω στην πλατεία του χωριού εκείνο το βράδυ είχαν το γλέντι ενός γάμου, και δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα. Κάθε τόσο άλλαζα την κομπρέσα με τον πάγο πάνω στον αστράγαλο, και γύριζα τις σελίδες ενός βιβλίου που προσπαθούσα να τελειώσω εδώ και ένα μήνα, αφότου ξεκίνησα τη δουλειά στο εστιατόριο. Ένα άλλο βιβλίο κι αυτό μέχρι τη μέση διαβασμένο ήταν η βιρτζίνια Γουλφ που θαύμαζα, αλλά με κούραζε η απουσία σημείων στίξης στη γραφή της, δεν ήμουν συνηθισμένη σε ασυνήθιστες γραφές. Πήγα στο σαλόνι και πήρα την τοπική εφημερίδα που έφερνε στο σπίτι ο πατέρας μου, κλείστηκα στο δωματιό μου κι άρχισα να την ξεφυλλίζω νυσταγμένα μέχρι που μια είδηση με ξύπνησε για τα καλά. "Ο διεθνούς φήμης ζωγράφος "Αύγουστος" με την παρέα του, μας τιμούν αυτές τις μέρες με την παρουσία τους στο νησί, φιλοξενούμενοι του συντοπίτη μας καλλιτέχνη εικαστικού Ν.Τ". Ο συντοπίτης μας καλλιτέχνης εικαστικός Ν.Τ ήταν θείος μου και είχε το σπίτι του μέσα στο χωριό, ήταν ξεκάθαρο και όχι σύμπτωση το όνομα, ο ανθρώπος που με συνόδεψε μέχρι σχεδόν έξω από το σπίτι ήταν ο "διεθνούς φήμης ζωγράφος". Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη αρχικά αλλά σε μια δεύτερη σκέψη δεν την βρήκα καθόλου ευχάριστη. Τους συνειρμούς δεν τους θυμάμαι. Θυμάμαι όμως την αποφασή μου να μείνω μακριά από το σπίτι του θείου μου, για το διάστημα που είχε αυτούς τους φιλοξενούμενους.
Με τον αστράγαλο σε επίδεσμο την άλλη μέρα στη δουλειά προσπαθούσα να αγνοήσω τις ενοχλήσεις του πόνου, μικρού στην αρχή που όμως όσο πέρναγε η ώρα και το πόδι κουραζόταν, ο πόνος μεγάλωνε. Μάζευα τα τραπέζια, έστρωνα καινούργια τραπεζομάντηλα, μετέφερα τους γεμάτους δίσκους στην κουζίνα, έπαιρνα παραγγελίες, έφερνα τις σαλάτες και τα κουβερ. Όταν ήθελα να ξεφύγω από όλα αυτά, όταν ο φόρτος εργασίας δεν απαιτούσε και τη δική μου παρουσία εκεί, έπαιρνα μια πηρούνα με ένα μακρύ κοντάρι και κυνηγούσα τις τσιγαρόγοπες στην άμμο. Είναι απίστευτο το που μπορεί να βρει κανείς καταφυγή και ηρεμία σε ένα περιβάλλον τρελό, γεμάτο φωνές, εντολές και διαμαρτυρίες συχνά. Κι εκεί πάνω στην άμμο, κοντοστεκόμουν για να χαζέψω το φεγγάρι πάνω από το νερό όταν είχε φεγγάρι ή να αναζητήσω τη σκιά στο γαλαξία, όταν είχε αστέρια.
Χωρίς αυτές τις μικρές δραπετεύσεις, ανάσες τις έλεγα εγώ, δεν έβγαινε το οχτάωρο στην τρεχάλα και οι εργοδότες μου μάλλον το ήξεραν αυτό, γιατί δεν διαμαρτυρήθηκαν ποτέ. Ίσως πάλι, καθώς είχα δεχτεί να δουλέψω χωρίς ένσημα, αφού η σαιζόν ήταν μικρή και έπρεπε να συγκεντρώσω χρήματα, και καθώς το ωράριο ήταν πέρα από κάθε νόμο τραβηγμένο, να θεωρούσαν πως με κάποιο τρόπο μου τις όφειλαν αυτές τις ανάσες, ή να φοβόντουσαν πως θα τους παρατήσω στα μισά της σαιζόν. Ανάσες λοιπόν με την πηρούνα στο χέρι, καρφωμένη μέσα στη άμμο να τη χρησιμοποιώ σαν υποστήριγμα για την ανακούφιση του ποδιού μου, με το βλέμμα χαμένο κάπου στο ανέμελο μέλλον μου, που έπρεπε να περάσει από τα σαράντα κύματα, τα φεγγάρια και τις αστροφεγγιές του νησιού μου. Απέβαλα τους θορύβους του μαγαζιού εκείνες τις στιγμές, άκουγα μόνο το φλοίσβο της θάλασας και τους γρύλλους, και μέσα στο κεφάλι μου έπαιζαν οι στίχοι κάποιου τραγουδιού ή μια σκέτη μελωδία.
Επιστρέφοντας στο μαγαζί από την άμμο, είδα μια μεγάλη παρέα καθισμένη γύρω από τρία κολλημένα τραπέζια κι έτρεξα ανήσυχη να τους εξυπηρετήσω. Η ματιά μου δεν έπεσε αμέσως στο θείο μου ή στον Αύγουστο, γι' αυτό κι έβγαλα μια μικρή κραυγή έκπληξης όταν τους αντίκρυσα. Γέλασαν εύθυμα και μου είπαν ότι αποφάσισαν να έρθουν να φάνε εκεί, για να διαπιστώσουν αν είμαι καλά, απόφαση του Αύγουστου όταν ο θείος μου τους πληροφόρησε πως το κορίτσι που βοήθησαν το προηγούμενο βράδυ, ήταν η ανιψιά του. Παρατήρησαν πως κατέβαλα προσπάθεια για να περπατώ ίσια, και προσφέρθηκαν να με βοηθήσουν. Αυτοί έστρωσαν το τραπέζι και τοποθέτησαν ποτήρια και σερβίτσια πάνω του, τις μπύρες και τα αναψυκτικά που πήραν μόνοι τους από το ψυγείο, εγώ τους έφερα μόνο τα ορεκτικά. Ύστερα απαίτησαν από τον μαγαζάτορα να μου επιτρέψει να καθίσω μαζί τους, και καθώς φαινόταν πως αυτοί θα ήταν και οι τελευταίοι πελάτες της βραδιάς, εκείνος μου το επέτρεψε. Ήταν μια όμορφη, αναπάντεχη αλλαγή της ρουτίνας μου αυτή, κάτι που με γέμισε χαρά και με έφερε στο κέφι. Ήπια και τραγούδησα μαζί τους, η κιθάρα που κουβαλούσαν πάντα μαζί τους πέρασε στα χέρια μου. Τα τραγούδια που έπαιζα δεν ήταν εύθυμα, έπαιζα μόνο πολιτικά, αλλά είχα συγκαταλέξει στο ρεπερτοριό μου και το "αστέρι του βοριά" που διάλεξα να πω για την περίσταση. "Το αστέρι του βοριά, μια νύχτα με αστροφεγγιά..." σχολίασε ο θείος μου όταν σταμάτησα να τραγουδώ. "-Τραγούδησε το αστέρι μας, του Λογαρά" συμπλήρωσε ο Αύγουστος και γέλασαν συναινετικά όλοι και μουγγάθηκα εγώ. Άρπαξα το ποτήρι μου με την μπύρα και το σήκωσα στην παρέα, βίβα, το κατάπια μονορούφι και είδα όλα τ' αστέρια του ουρανού πάνω στο τραπέζι. Αλλά η μπύρα κύλησε γλυκά μέσα μου, πέρασε από τους φρουρούς της απαγόρευσης επιθετικά, αγνόησε τις κοκκινίλες του δερματός μου, τον γρήγορο ρυθμό της καρδιάς μου και γέμισε το κεφάλι μου με τη φράση εκείνη, ήμουν ένα αστέρι που χόρευε μέσα στο γαλαξία, ένα ευτυχισμένο αστέρι που γνώριζε την τροχιά και την πτώση του.
Η παρέα σηκώθηκε να φύγει όταν κουράστηκε, εγώ δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω, έπρεπε να μείνω και να βοηθήσω στο κλείσιμο του μαγαζιού. Φίλησα το θείο μου, τους καληνύχτισα και μπήκα στην κουζίνα. Όταν τέλειωσα το μάζεμα εκεί και βγήκα για τις καρέκλες, είδα τον Αύγουστο να βοηθά το μαγαζάτορα, τις είχαν μαζέψει όλες, δεν είχε μείνει για μένα δουλειά. "-Τι παριστάνει ο διεθνούς φήμης εδώ τώρα...." αναρωτήθηκα εύθυμα, ενώ την ίδια στιγμή μια ανησυχία με κατέλαβε, ένα άγχος, καθώς κατάλαβα τις προθέσεις του και δεν ένιωθα έτοιμη γι' αυτές. Οι καλλιτέχνες δεν χάνουν χρόνο με τα τυπικά, όταν δουν κάτι που τους αρέσει θα το θελήσουν, κι όταν κάτι δεν τους αρέσει θα στο πετάξουν τα μούτρα. Έτσι τα σκεπτόμουν τα πράγματα κι όσο πιο πολύ γύριζε αυτή η σκέψη στο μυαλό μου τόσο πιο πολύ αγχωνόμουν. Όμως ξαφνικά μου αποκαλύφθηκε το πρόσωπο ενός εύθυμου μικρού παιδιού, που ήταν έτοιμο να κάνει τα πάντα για να ευχαριστήσει έναν ενήλικα κι αυτό, πέραν της συγκίνησης που μου προκάλεσε, με έκανε και να γελάσω πολύ. "Ελένη θα σε πήγαινα εγώ στο σπίτι σου απόψε με το αμάξι επειδή βλέπω ότι πονάς, αλλά ο κύριος από εδώ μου είπε ότι έχει έρθει με το αμάξι του, μένει στο χωριό και θα σε πάει εκείνος", μου είπε ο εργοδότης μου κι αμέσως μετά μας καληνύχτισε και μπήκε στο μαγαζί. Είπα ένα ηλίθιο "ευχαριστώ" αμήχανη κι ο Αύγουστος γέλασε. "-Την τύχη να ευχαριστείς" μου απάντησε, "και...το αστέρι του βοριά σου". Δεν είχα κάτι να πω. Μείναμε σιωπηλοί μέχρι που το αμάξι έφτασε στην είσοδο του χωριού. Ούτε ερωτήσεις πια, ούτε λόγια για να σπάσει η αμηχανία. Κι όταν σταμάτησε,
"-Πως και δεν είπες κουβέντα στη διαδρομή;" τον ρώτησα. "-Εσύ απ' ότι μου έδειξες χθες, μιλάς πολύ.
-Έχεις δίκιο. Πάλεψα πολύ για να κερδίσω αυτή τη σιωπή. Εσύ γιατί δεν μίλησες;
-Δεν είχα κάτι να πω.
-Πες το λίγο καλύτερα αυτό.
-Πως δηλαδή;
-Κοίταξε, έκανα αυτό που ανέλαβα σαν χρέος να κάνω, σε έφερα στο σπίτι. Αν θέλεις όμως να μιλήσουμε, αυτό δεν είναι το μέρος για να το κάνουμε. Θέλεις να φύγουμε; να πάμε κάπου αλλού;
-Ναι!"
Έβαλε πάλι μπροστά το αμάξι και φύγαμε. Τα μπαρ εκείνη την ώρα ήταν γεμάτα από κόσμο και φασαρία, δεν τον θέλαμε τον κόσμο. Δεν θέλαμε ούτε πιούμε ούτε να διασκεδάσουμε με την παρουσία άλλων. Θέλαμε να είμαστε μόνοι, οι δυο μας και να μιλήσουμε. Πήγαμε σε μια έρημη παραλία, το νησί ήταν γεμάτο από αυτές τη νύχτα. "-Ρώτα με τώρα" μου λέει.
"-Γιατί εμένα;" του απαντώ.
"Δεν υπάρχει γιατί. Γιατί εσένα. Αν επιμένεις όμως θα σε ρωτήσω το ίδιο. Γιατί εμένα; -Γιατί εσένα".
Όταν είσαι μέσα σε κάτι δεν μπορείς να το δεις. Είχα χάσει το γαλαξία. Η παύση της σκέψης σε εμποδίζει να δεις το πριν και το μετά, υπάρχει μόνο το αιώνιο "εδώ και τώρα". Μακάριοι όσοι γνώρισαν μέσα του τον παράδεισο. Ευλογημένοι για πάντα.
"-Ξημέρωσε κοριτσάκι ξύπνα, θ' ανησυχήσουν οι γονείς σου".
Άνοιξα τα μάτια μου. Οι πρώτες ανταύγιες του ήλιου φώτιζαν αχνά το λόφο στα δεξιά μας, δεν είχαν περάσει ακόμα οι ακτίνες από πάνω του. Θαλασσινή μυρωδιά το σώμα του κρυστάλλινοι ήχοι νερού η φωνή του, κούρνιασα περισσότερο στην αγκαλιά του. "Δεν θέλω σου λέω..."
Ήταν όλα γέλιο. Κάθε φράση, κάθε γκριμάτσα, κάθε κίνηση ή αναστεναγμός. Ήταν όλα χαρά, ακόμα και η καληνύχτα. Ακόμα δεν υπήρχε χώρος για σκέψεις. Θα βυθιζόμουν σε έναν ύπνο γεμάτο από όνειρα με ότι έζησα και ότι δεν έζησα μαζί του, θα ολοκληρωνα μέσα του τη πλήρωση της αιώνιας συνεύρεσης κι αν ήμουν τυχερή μπορεί και να μην ξυπνούσα.
Ξύπνησα όμως. Μου φάνηκε πως μέσα από τη φωτογραφία της η Βιρτζίνια Γουλφ μου έβγαλε τη γλώσσα της. "-Σιγά μην τα ξέρεις εσύ καλύτερα" μουρμούρισα και γύρισα το βιβλίο ανάποδα. Θα έπινα τον καφέ μου ήρεμα στην τζαμαρία μου, όπως έκανα κάθε πρωί. Τώρα βέβαια ήταν πια μεσημέρι, σε λίγο θα έπρεπε να ετοιμαστώ για τη δουλειά, αλλά δεν βιαζόμουν. Κάτω στο δρόμο οι γυναίκες έβαφαν τις πλάκες με άσπρο ασβέστη, η μεγάλη γιορτή της Παναγίας πλησίαζε. Ο τεράστιος ευκάλυπτος στο μπροστινό χωράφι ξεμαλλιαζόταν με τον άνεμο. Ένας βοριάς δυνατός που γλύκαινε τη ζέστη του καλοκαιριού, δεν μπορούσε να εμποδίσει τον ήλιο να χτυπήσει τα μάτια μου, που κράταγα επίμονα ανοιχτά για να μη χάσω την εικόνα. Κι αυτή η ζωογόνα ζέστη του ξύπνησε σιγά σιγά τα κοιμισμένα μέλη μου που άρχισαν να θυμούνται. "Τι όμορφη, όμορφη που είσαι ζωή!" ψιθύρισα, λίγο πριν με φτάσουν τα λόγια των γυναικών που άσπριζαν το σοκάκι, σχολιάζοντας τα νέα της μέρας.
"Μα κι αυτός; ξενυχτισμένος λένε οδηγούσε, ποιος ξέρει, από κανένα μπαρ θα γύριζε. Ορίστε τ' αποτελέσματα. Κρίμα το παλικάρι, ήρθε να κάνει τις διακοπές του στο νησί μας κι έγινε ο τάφος του. Τι κατάρα είναι κι αυτή που μας βρήκε... Και το σπίτι κλειστό, έχουν φύγει όλοι, ακόμα και ο Ν.Τ
-Ε θα πήγε να κανονίσει τη μεταφορά της σωρού, αφού σε κείνον έμενε..."
" Τι άτιμα τα παιχνίδια σου ζωή..." ψιθύρισε κάτι μέσα μου και μέσα από το θανατό μου.
Τώρα είμαι εδώ, χρόνια πολλά μετά, ζωντανή, κι έχω το βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ στα χέρια μου, που μόλις ξαναδιάβασα και απόλαυσα. Ήξερε ναι κάτι περισσότερο από μένα, τότε. Όχι τώρα. Αλλά και πάλι, ποτέ δεν ξέρεις.
Παρ' όλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω πως κάθε τέλος που έζησα, έχει αφήσει στον αέρα την υπόσχεση μιας συνέχειας στο μέλλον, αυτής της ζωής. Και θα το πιστεύω. Για πάντα.
Friday, April 2, 2021
Ποτέ μην κλάψεις
Το να μπορεί κανείς να κλάψει είναι ευλογία. Και δεν είναι χαρακτηριστικό των δυνατών ανθρώπων η ανημπόρια του κλάματος, αλλά των πετρωμένων κατόπιν εντολής στον εγκέφαλο ψυχών, που δεν θέλουν να θυμηθούν.
Όταν πετάω κάτι τέτοια καλύτερα είναι να μη ρωτάει κανείς ποιος το λέει, γιατί βαριέμαι να εξηγώ. Κι όχι βέβαια δεν τα λέω όλα εγώ, άσχετα αν λόγω βαρεμάρας το παραδέχομαι. Κι άλλωστε είναι κάτι που ξέρω και προσωπικά ότι ισχύει.
Από μικρή άκουγα τον πατέρα μου στο σπίτι να λέει στον αδελφό μου "-Τι κλαις ρε; ολόκληρος άντρας; γυναικούλα είσαι;" Κι εγώ που δεν ήθελα με τίποτα στον κόσμο να είμαι μια γυναικούλα, έπιασα το νόημα. Όταν κλαίω θα είμαι μια αξιοθρήνητη γυναικούλα ενώ όταν δεν κλαίω, θα είμαι μια δυνατή γυναίκα που δεν θα περιφρονήσει κανείς.
Ο κύβος ερρίφθη και δεν ξέρω κάτα πόσο ο αδελφός μου στάθηκε σε αυτά τα λόγια του πατέρα μας για να μην κλάψει ποτέ, γιατί στο μεταξύ χώρισαν και οι δρόμοι μας, εγώ όμως το έκανα.
Αυτό που μπορεί να συνταράξει τον ψυχικό κόσμο ενός νέου ανθρώπου πέρα από κάποιες ειδικές καταστάσεις που τις λες και εξαίρεση, είναι ένας δυνατός έρωτας. Η ένταση στην ανακάλυψη του εαυτού μας μέσω του άλλου, η απροσδόκητη αποδοχή, η ισοπεδωτική απόρριψη, ο ανεκπληρωτος πόθος, η απουσία, η έλλειψη, η απώλεια. Όλα αποτελούν λόγο για να κλάψει γοερά μια ερωτευμένη ψυχή, όχι όμως για μένα, σε κείνη την άλλη μου ζωή μιλώντας για νέους.
Και βέβαια ερωτεύτηκα, με αποδοχή, με απόρριψη, με άγνοια, με γνώση, με σύνεση, με αιδώ, με παθητικότητα, αλλά και με τρέλα, χωρίς ντροπή, χωρίς όρια, έξω από τους νόμους της κοινωνικής ηθικής και έξω από κάθε λογική.
Αλλά αυτά όλα τα ήξερα μόνη μου. Κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει το βάθος και το πλάτος του συναισθηματικού μου κόσμου, αφού αντιμετώπιζα με το ίδιο ύφος το μαζί και το χώρια, το' σ' αγαπώ και το σε γουστάρω, το "τελειώσαμε" και το "μείνε μαζί μου αγαπημένη" ενώ δεν θυμάμαι να επιδίωξα ποτέ την παράταση μιας κατάστασης ουσιαστικά και τυπικά τελειωμένης.
Έτσι ανάλαφρη με το μόνιμο βάρος ενός χαμένου, περπατούσα στο δρόμο εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό του 93. Θα είχα ίσως βγει από μια μακροχρόνια σχέση που δεν μου άφησε και πολλά, αφού πράγματι δεν ένιωθα κάποια ιδιαίτερη στενοχώρια, πέραν κάποιων συνηθειών που έπρεπε ν' αλλάξω, πέραν κάποιων καινούργιων ασχολιών που έπρεπε ν΄αποκτήσω. Είχα αποφασίσει να επιδοθώ στη ζωγραφική. Έπαιρνα το μπλοκ μου, μολύβι και γόμα και ξαμολιόμουν στα πάρκα και στις πλατείες ψάχνοντας το θέμα μου. Ζούσα μόνη μου, δουλειά δεν είχα, αυτά που έτρωγα ήταν κατασκευάσματα δικής μου επινόησης, τα πρωινά περπατούσα μερικά χιλιόμετρα ρωτώντας τις επιχειρήσεις αν χρειάζονται υπάλληλο, ώστε μέχρι το απόγευμα, μετά από καμιά δεκαριά "Όχι" που έπαιρνα, θεωρούσα πως ήταν η στιγμή της μικρής μου αποζημίωσης.
Ο καφές έτοιμος κλεισμένος στο σέικερ, ένα σακίδιο με κάτι για να μασουλάω, ένα μπουκάλι νερό και happy time.
Η αναζήτηση με έβγαλε στο άλσος του Παγκρατίου. Με τράβηξε το σημείο από όπου μπορούσα να βλέπω απέναντι το σχολείο που αποφοίτησα. Σκόπευα να το προβάλλω ανάμεσα από τα δέντρα και τα φυλλώματα του πάρκου, όπως προβάλλει το φεγγάρι ανάμεσα από τα κτίρια, ήταν ένα νυχτερινό σχολείο και του άρμοζε κάθε τιμή για τις κουρασμένες ψυχές που φιλοξένησε και ενθάρρυνε μέσα του.
Θα είχα τραβήξει το πολύ δυο γραμμές καθισμένη στο παγκάκι απέναντι, όταν άκουσα μια κοριτσίστικη σπαραξικάρδια κραυγή. "-Μη αγάπη μου! Σκέψου τα όνειρά μας, τι θα πω στους γονείς μου; μη μ' αφήνεις γι' αυτήν, δεν την αγαπάς!"
Το χέρι μου κοκάλωσε επάνω στο μπλοκ. Όσο και να ήθελα να αγνοήσω εκείνη την κραυγή δεν μπορούσα. Όσο κι αν πίεσα τον εαυτό μου για να μη γυρίσω το κεφάλι μου, να μην ψάξω το ζευγάρι στο παγκάκι πίσω από τους θάμνους, δεν φαινόντουσαν έτσι κι αλλιώς.
Έβγαλα από το σακιδιό μου μια στεγνή, χωρίς ζάχαρη και μέλι τηγανίτα και τη δάγκωσα με μανία. Μια δεύτερη την κατάπια ολόκληρη. Ο καφές δίπλα μου ζητούσε να τον πιω πριν της ώρας του, τα δυο τελευταία μου τσιγάρα να τα καπνίσω επιτόπου με άγνωστη την αγωνία της συνέχειας, τα έκανα όλα.
"Άφησε με επιτέλους! ξεκόλλα!" Ήταν η μόνη αντρική φωνή που άκουσα, και ύστερα τίποτα, δεν υπήρχε πια διάλογος. Σκέφτηκα πως θα χώρισε το ζευγάρι, θα έφυγε ο καθένας προς άλλη κατεύθυνση, ένα δυσάρεστο από τα τόσα συμβάντα στις σκοτεινιές της πόλης, είχε αρχίσει να βραδιάζει, σε λίγο δεν θα έβλεπα τίποτα για να σχεδιάσω, μάζεψα το μπλοκ, έμεινα με τον καφέ στα χέρια και κάπνιζα σαν υπνωτισμένη.
Εμένα ποτέ δεν τόλμησε να μου πει άντρας "άφησέ με, ξεκόλλα επιτέλους" σκέφτηκα. Ποτέ δεν θα έδινα την ευκαιρία για να ακούσω κάτι τέτοιο. Οι άνθρωποι έρχονταν κι έφευγαν από τη ζωή μου σαν επισκέπτες, είτε έμεναν ένα βράδυ είτε χρόνια, δεν είχε διαφορά, μερικές φορές αναρωτιόμουν γιατί κάθισα τόσον καιρό με κάποιον, αφού δεν ένιωθα και κανένα σπουδαίο έρωτα, κι έδινα μετά την απάντηση μόνη μου. "Ξεκουράζομαι.." Κι όταν πάλι είχα πολύ καιρό να βρεθώ μέσα σε σχέση, τουλάχιστον για έξι ή οκτώ μήνες και ρωτούσα τον εαυτό μου, "τι ακριβώς είπαμε κάνεις τώρα αγαπητή μου;" πάλι την ίδια απάντηση μου έδινα. "¨Ξεκουράζομαι"
Με βάση ένα τέτοιο ιστορικό, θα μου ήταν λογικά αδύνατο να συμμεριστώ το σπαραγμό του κοριτσιού που τώρα άκουγα πίσω από τα φυλλώματα, προφανώς καθισμένη ακόμα στο παγκάκι που ο νεαρός εγκατέλειψε. Κοφτοί, μικροί λυγμοί, σαν ενός μωρού που πνίγεται στην κούνια, ή ενός μωρού γατιού που καταπλακώνουν τ' αδέλφια του.
Δεν μπορούσα πια να καθίσω ήσυχη στη θέση μου. Είχα αναστατωθεί, είχα ταραχτεί, είχα εξοργιστεί και πονούσα βαθιά σε μια περιοχή του είναι μου που δεν αναγνώριζα. Σίγουρη γι' αυτά που επρόκειτο να ξεστομίσω, σηκώθηκα και περπάτησα γρήγορα προς το μέρος του κρυμμένου κοριτσιού. Βρέθηκα μπροστά σ' ενα σκυμμένο μέσα στα χέρια του αδύνατο ίσως όσο κι εγώ κορίτσι. Οι ώμοι της τραντάζονταν σιωπηλά, καθώς μετέτρεπε τις κραυγές της ψυχής της σε μικρούς πνιγμένους λαρυγγισμούς. "-Δεν αξίζει το κλάμα σου. Μην κλαις γι' αυτόν. Σου φέρθηκε άκαρδα, απάνθρωπα, σε ταπείνωσε, δεν αξίζει το κλάμα σου.Θα πληρωθεί κάποτε με το ίδιο νόμισμα.
-Μα δεν θέλω να πληρωθεί με το ιδιο νόμισμα. Τον αγαπάω. Δεν είναι αυτός ο Νίκος μου. Κάποια τον ξεμυάλισε και άλλαξε, δεν μου έχει μέχρι τώρα φερθεί άσχημα ποτέ".
Άρχισα να νευριάζω μαζί της. Μου ήταν αδιανόητο ότι μπορούσε να σκέπτεται έτσι την ίδια στιγμή που σπάραζε από την απάνθρωπη συμπεριφορά του. Όμως εκείνη συνέχισε να μιλάει, σαν να βρήκε τον εξομολόγο της, πέρασε από το κλάμα στην αναπόληση. Με τα μάτια της δακρυμένα με κοίταξε.
-Σ' ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Έχεις δίκιο να σκέπτεσαι έτσι γιατί δεν τον ξέρεις, δεν μας ξέρεις, άκουσες κάτι άσχημο εντάξει, είμαστε αλλιώς όμως μέχρι πριν μια εβδομάδα. Ο Νίκος ήταν τρελός για μένα. Δούλευε σερβιτόρος διπλή βάρδια για να μαζέψει χρήματα να ανοίξουμε το σπίτι μας. Κι εγώ δουλεύω σε σούπερ μάρκετ. Βγάλαμε μαζί το σχολείο και θέλαμε να σπουδάσουμε πριν πάμε να μείνουμε μαζί. Εκεί δώσαμε όλο το βάρος. Μέχρι και τα χρώματα στο παιδικό δωμάτιο είχαμε σκεφτεί. Αγαπάμε πολύ τα παιδιά. Κάναμε υπομονή, δεν είναι εύκολες οι σπουδές όταν πρέπει και να δουλεύεις για να ζήσεις. Ο Νίκος έκανε πίσω από τις δικές του και με στήριζε με τις δικές μου. Είχα σταματήσει τη δουλειά για να μπορώ να παρακολουθώ τα μαθήματα και να διαβάζω.
Παρά το γεγονός ότι εκείνος έκανε τόσα για μένα, η μάνα μου τον πίεζε για να επισπεύσει το γάμο μαζί μου, δεν είχε καμιά κατανόηση για κανέναν από τους δυο μας. Μια μέρα πριν από κανένα μήνα, δεν άντεξε εκεινος τα φαρμακερά της σχόλια και την πέταξε έξω από το σπίτι του, δεν μένουμε ακόμα μαζί, κοιμόμουν μαζί του μερικά βράδια και γύριζα μετά στο σπίτι μου. Η μάνα μου είχε έρθει εκείνη τη μέρα για να μας δημιουργήσει πρόβλημα.
Όταν η μάνα μου βγήκε από το σπίτι του εγώ βρέθηκα στη μέση, δεν ήξερα τι να κάνω. Μου είπε, "Ορίστε, αν συμμερίζεσαι τις βλακείες της, πήγαινε να την βρεις. -Δεν τη συμμερίζομαι Νίκο μου, αλλά μάνα μου είναι, δεν μπορείς να την πετάς έτσι έξω απο το σπίτι σου, Έπρεπε να έχεις υπομονή και να της εξηγήσεις".
Θύμωσε μαζί μου πολύ, μου είπε να φύγω κι εγώ. Θύμωσα κι εγώ σε κείνη τη φάση, έφυγα. Ο Νίκος βγήκε εκείνο το βράδυ, με φίλους του πήγαν στο σπίτι μιας κοπέλας που είχε τα γενεθλιά της. Δεν ξέρω τι έγινε, το ίδιο αυτό βράδυ μου τηλεφώνησε ότι θέλει το χρόνο του για να σκεφτεί πως θα συνεχίσουμε μεταξύ μας. Πάλι θύμωσα, δεν του έδωσα την ευκαρία να μου πει περισσότερα. Του έκλεισα μάλιστα και το τηλέφωνο. Μετά αυτός και η κοπέλα αυτή, κυκλοφορούσαν μαζί, τους έβλεπαν οι κοινοί μας φίλοι και μου το έλεγαν. Του τηλεφωνούσα και μου το έκλεινε. Του έστειλα ένα email. "Και τα όνειρά μας Νίκο; Η αγάπη μας; Αυτό που δεν αφήναμε κανέναν να μπει αναμεσά μας; Και που αν η μάνα μου επέμενε να σε ενοχλεί με τις σαχλές βιασύνες της θα τη βάζαμε μαζί στη θέση της; Είναι λόγος αυτός τώρα να με αφήνεις στα κρύα του λουτρού; Να ξεχνάς τις προσπαθειές μας, τους αγώνες μας, το πόσο πολύ θέλουμε να πάει μπροστά αυτή η σχέση, ακόμα και τις ίδιες σου τις θυσίες; Γιατί αγάπη μου; Γιατί πικράθηκες τόσο πολύ μαζί μου; Μάνα μου είναι, έπρεπε σε κείνη τη φάση κάποιος να την παρηγορήσει, δεν πάει να πει και πως θέλω ότι θέλει; Θα το είχα βάρος στη συνειδησή μου αν την άφηνα να φύγει έτσι, πεταμένη σαν αδέσποτο του δρόμου. Έλα αγάπη μου να το ξεπεράσουμε αυτό και να συνεχίχουμε το δρόμο μας μαζί, αγαπιόμαστε από μικρά παιδιά, δεν γίνεται να τα γκρεμίσεις όλα από πείσμα και μόνο.
-Κορίτσι μου τι πείσμα του έγραψες; Αυτός κυκλοφορεί ήδη με μια άλλη απ΄ ότι μου είπες και δεν σκέπτεται τα ίδια με σένα.
-Κυκλοφορεί ναι, αλλά εμένα αγαπάει. Θέλει να με πληγώσει. Το ξέρω πως περίμενε άλλη στάση από μένα. Θα τον κερδίσω όμως κι ας πληρώσω την τιμωρία του. Τον αγαπώ, δεν θέλω να ζήσω με άλλον άνθρωπο, καταλαβαίνεις;"
Είπα ναι, χωρίς να ξέρω τι στο διάολο κατάλαβα. Τι να καταλάβω, τι με έμελλε να καταλάβω, γιατί ανακατεύτηκα σε μια ξένη υπόθεση, γιατί δεν την άφηνα εκεί μέσα στο κλάμα της να θρηνεί για τα χαμένα της όνειρα;
Άγγιξα απαλά τον ώμο της.
"-Σου εύχομαι να τα βρεις με το Νίκο σου και να είναι έτσι όπως τα λες, όπως τα έχεις ζήσει και ονειρευτεί μαζί του, όπως συνεχίζεις να τα ονειρεύεσαι. Να ξεπεράσετε τα προβλήματα και να προχωρήσετε, ελπίζω κι εκείνος να κάνει πίσω από τον τόσο του εγωισμό.
-Θα κάνει, είμαι σίγουρη..."
Μου απάντησε το κορίτσι σκουπίζοντας τα μάτια του. Μέσα μου ανάμικτα τα συναισθήματα, πέρναγα από την οργή στην κατανόηση, σε κάποια αδιόρατη περιφρόνηση, κρυφό σαρκασμό, και σε κάτί που έμοιαζε με θαυμασμό. Μα πιο πολύ απ' όλα μ' έπιασε μια βιάση να φύγω από το σημείο εκείνο άμεσα, να χαθώ από τα μάτια του κοριτσιού κι από τα μάτια των ανθρώπων. Κάτι λίγο την άγγιξα στον ώμο της, χωρίς κουβέντα απομακρύνθηκα αμέσως μετά, περπάτησα προς τη μεριά του σχολείου απέναντι, είχα μια ώθηση να βρω τρόπο για να μπω στον αυλογυρό του. Κι εκεί καθισμένη στα σκαλιά που καθόμουν πάντα να περιμένω την ιστορία να γραφτεί από την αρχή.
Δεν ξέρω τι άλλο, απλώς προχωρούσα. Καμιά δεκαριά βήματα θα είχα κάνει, στην άκρη του δρόμου πριν περάσω απέναντι, με άγγιξε ένα χέρι. Γύρισα, ήταν το κορίτσι.
"-Εσύ γιατί κλαις; δεν θα μου πεις;
-Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ. Ας πούμε δεν μοιράστηκα ποτέ όνειρα με κανέναν, νόμιζα πως αυτά τα κάνει κανείς μόνος του.
-Πως είναι δυνατόν να κάνει κανείς μόνος του όνειρα;
-Σαν μόνος φυσικά. Γεια σου τυχερό κορίτσι. Κράτα γερά το ονειρό σου, μην αφήσεις να στο πάρει κανείς".
Πέρασα απέναντι κι εκεί όταν έφτασα, το κορίτσι στεκόταν ακόμα και με κοίταζε, με αποχαιρετούσε κουνώντας το χέρι της. Συμπόνια για τους ανίκανους να μοιραστούν, τους ανίκανους να κλάψουν.
Αυτή τη φορά πήγα και στρώθηκα απέναντι από το πολεμικό μουσείο. Μια ωραία πρασινάδα μου επέτρεψε να απλώσω τα πραγματά μου πάνω της. Λίγο πιο πέρα μια ψόφια γατούλα είχε αρχίσει να γίνεται ένα με τη γη. "Δεν τολμάς ν' αγγίξεις το θάνατο στα σταδιά του". Ποιος το είπε αυτό; Ιδέα δεν έχω.
"Θα ζωγραφίσω το πολεμικό μουσείο" Είπα. Τα φώτα της διασταύρωσης έπεφταν πάνω του χιαστά και μπροστά του υπήρχε ένα παλιό κανόνι, έτσι που το όλο κτίριο μου θύμιζε κάστρο σε πολιορκία.
Το μολύβι δεν έγραφε στο χαρτί. Το ακούμπησα επάνω του, κι άρχισε να κολυμπάει σαν κανό που έτρεχε προς τον καταρράχτη.
"- Τι κλαις ρε; ολόκληρη γυναίκα; θα τσιμπάς και με τα Άρλεκιν τώρα;"
-Ναι ρε! Με αυτά! Εσύ τι πρόβλημα έχεις;"
Φώναξα κοιτάζοντας κατάματα έναν άνθρωπο ηλικιωμένο που πέρναγε. Αυτός σταυροκοπήθηκε τρομαγμένος και, απομακρύνθηκε τρέχοντας.
