Ελένη Μπάλιου - herinna

Ελένη Μπάλιου - herinna

Sunday, October 28, 2012

. ΤΟ ΠΩΛΗΤΗΡΙΟ





 Δεν το έβαλα πάνω στην πόρτα ούτε πάνω στον τοίχο του σπιτιού. Για να αποφύγω τις σαχλές ερωτήσεις των περαστικών. Το έβαλα στις εφημερίδες, στο ίντερνετ, και στις κολόνες της γειτονιάς. Πουλάω το σπίτι μου. Μάλιστα.
Κι αφού το έβαλα το ξέχασα, γιατί τι να περιμένεις τώρα στις μέρες μας, και καταπιάστηκα να το βάφω το σπίτι και να σκαλίζω το κηπάκι του. Κι όσοι ξέρουν μου λένε, μα καλά, τι το βάφεις και τι φροντίζεις τα λουλούδια σου αφού θα φύγεις, είτε έτσι είτε αλλιώς θα φύγεις.
Κι εγώ απαντώ πως επειδή περιμένω και ελπίζω να φύγω δεν θα αφήσω τη ζωή μου να ρημάξει και σοβαρό κομμάτι της κατέχει το σπίτι μου. Το δωμάτιο του παιδιού μου παραμένει στολισμένο όπως το άφησε πριν φύγει για το εξωτερικό. Όλα φροντίζω να είναι στη θέση τους.
Και έτσι μέσα στο όμορφο φρεσκοβαμμένο σπιτάκι μου ήρθαν οι ενδιαφερόμενοι να το αγοράσουν. Στην αρχή πέρασαν μόνο μερικοί μεσίτες. Μέτρησαν πάνω μέτρησαν κάτω, έγραψαν στα κιτάπια τους και κοίταξαν τα σχέδια και τα συμβόλαια κι ότι άλλο ήθελαν να κοιτάξουν. Και φύγανε.
Ύστερα εμφανίστηκαν οι διάφοροι γνωστοί. Δώσε μου δύο τοις εκατό ή πέντε τοις εκατό και θα σου βρω αμέσως αγοραστή εγώ, μέχρι το Νοέμβρη θα έχεις φύγει για την Αμερική. Και φύγανε κι αυτοί.
Ύστερα εμφανίστηκε άλλος μεσίτης και είπε ότι ο νόμος άλλαξε και τα οικόπεδα για να είναι οικοδομίσημα πρέπει να έχουν πάνω από εννιάμισι μέτρα φάτσα, οπότε το δικό μου με τα εφτάμισι δεν χτίζει και δεν πρόκειται να πουληθεί πάνω από 60 χιλιάδες. Κι αφού μου είπε τα καλά νέα έφυγε κι αυτός.
Συνέχισα να φτιάχνω και να στολίζω το κονάκι και να ψάχνω για δουλειά πλεον στην Ελλάδα ή και τη Γερμανία σε κανα εστιατόριο όταν με θυμήθηκαν ξανά οι μεσίτες και μου έφεραν μια γυναίκα με την κόρη της να το δουν.
Η γυναίκα με παραμέρισε στην πόρτα και πέρασε μέσα πρώτη. Περιφέρθηκε στα δωμάτια με ύφος στρατηγού και με ρώτησε τι κρύβεται πίσω από την τελευταία πόρτα στην ευθεία του σπιτιού. Η αυλή της απαντώ. Και της ανοίγω το τζάμι της πόρτας. Βάζει αυτή το κεφάλι της εκεί να κοιτάξει αλλά δεν έβλεπε καλά τα δυο μέτρα φάρδος και τα 6 μέτρα μήκος της αυλής. –Άνοιξε την πόρτα κυρά μου να βγούμε έξω, τι φοβάσαι μη σου φάμε την αυλή; Κι άνοιξα την πόρτα. Από την αυλή όρμησε στο σπίτι η σκύλα μου, που από ώρα χτυπούσε τη μπετούγια της πόρτας να μπει μέσα. Έκανε μια χαρά γεμάτη πήδους και χτύπησε τα πόδια της γυναίκας που στεκόταν μπροστά. –Στο διάολο βρωμόσκυλο! Πήγε να με σκοτώσει το ψοφίμι, δεν ήξερες να μου πεις ότι υπήρχε αυτό απέξω; -Μα στεκόταν στη μέση της αυλής όταν κοιτάξατε. –Εννοώ δεν ήξερες να μου πεις ότι δεν ανοίγεις την πόρτα για να μην ορμήσει μέσα αυτός;
Η μεσίτρια που ήταν μαζί της δαγκώθηκε κι εγώ της έριξα ένα βλέμμα. –Πόσο το πουλάς είπαμε; -Δεν σας είπε η μεσίτρια; -Ναι αλλά τώρα μιλάω μαζί σου. –Δεν νομίζω. –Σου στοιχίζει να μου πεις την τιμή; -130 χιλιάδες. –Πόσο φάρδος έχει εδώ πίσω; -Πέντε μέτρα. –Μήκος; -Δεν ξέρω, μπροστά είναι εφτάμισι, το οικόπεδο όλο 105τ.μ
-Και ζητάς 130 γι’ αυτό; Τρελή θα είσαι. Εγώ πουλάω 165 τετραγωνικά εκατό χιλιάδες και θα πέσω κι άλλο τώρα. Α πα πα και σιγά το αχούρι. Πάμε να φύγουμε. Λέει στη μεσίτρια.-Απα πα λέει και η έφηβη δίπλα της.  –Η έξοδος ευθεία ντουγρού. Της απαντώ. Βγαίνοντας από το δωμάτιο της Βάσιας, κοίταξε την τοιχογραφία πάνω από το κρεβάτι της. Αυτό εδώ τι είναι; Μουρμούρισε. Το έχεις και άβαφτο. –Έχει κι άλλη βρώμα απέναντι, της λέω. Της έδειξα την άλλη τοιχογραφία δίπλα στο γραφείο της Βάσιας. –Τη βλέπω. Και ζητάς και 130 τριάντα χιλιάδες. Τι πουλάς, τις ζωγραφιές εδώ μέσα τόσο; -Σ’ αυτό δεν φτάσαμε ακόμα. 130 κάνει μόνο το οικόπεδο με το σπίτι. Οι ζωγραφιές χρεώνονται ξεχωριστά. –Θέλεις να πεις ότι η τελική του τιμή μπορεί να είναι και μεγαλύτερη; -Βεβαίως. 600 χιλιάδες το πουλάω με τις ζωγραφιές, αν δεν τις θέλετε μπορώ να τις πάρω. –Μπα; Πως θα τις πάρεις; -Θα ξηλώσω τον τοίχο φυσικά. –Πάμε να φύγουμε γρήγορα, λέει αυτή στη μεσίτρια. – Που με έφερες στην τρελή; Η μεσίτρια σήκωσε τους ώμους και με κοιταξε με χαμόγελο συμπάθειας. Απα πα και απαπα, αυτή, βγαίνει στην μπροστινή αυλή. –Αυτή είναι ωραία αυλή λέει, όχι η άλλη πίσω. –Ναι περιμένω την πισίνα της λέω. –Θα βάλεις πισίνα εδώ; -Όχι μωρέ, πλάκα κάνω. Μία λιμνούλα για τις πάπιες θα βάλω. –Έχεις πάπιες; -Υπάρχουν κάτι αδέσποτες που περνάνε απέξω και καμιά φορά μπαίνουν και μέσα. –Πάπιες; -Πάπιες. Που είναι, εδώ στο δρομο; Δεν τις βλέπω. –Μισό λεπτό  θα στις δείξω. Μπαίνω μέσα και φέρνω τον καθρέφτη. –Κοίτα μέσα εδώ της λέω. –Κοιτάζει. Δεν βλέπω τίποτα. –Είναι γιατί ξέχασες να βγάλεις τη μεταμφίεση. Βγάλε τα μαλλιά, τα σκουλαρίκια, τη μπλούζα, τι βλέπεις;
-Α να χαθείς θεόμουρλη, αγενέστατη που θέλεις και εκατόν τριάντα χιλιάδες.
-Να χαθώ. Αλλά πρώτα, χάσου εσύ. Ανοίγω την αυλόπορτα.
-Σιγά μην πέσει πάνω μου το σαραβαλό σου, λέει.
-Δεν θα προλάβει.
-Γιατί;
-Πάμε πάμε κυρία Αραμπατζίδου, της λέει ανήσυχη η μεσίτρια και την σπρώχνει έξω από την αυλή.
-Γιατί δεν θα προλάβει; Με ρωτά και η χαριτωμένη της έφηβος.
Κλείνω τη πόρτα και μπαίνω μέσα. Διπλώνω τα πλυμμένα ρούχα, βάζω το φαγητό στο φούρνο, κάνω μπάνιο τη σκύλα μου και κάθομαι στο κομπιούτερ μου. Διορθώνω την αγγελία μου στο ίντερνετ. «Πωλείται οικία 105 τ.μ με τοιχογραφίες αξίας εκακοσίων χιλιάδων ευρώ».
Ύστερα πάω στις αγγελίες με την αγορά εργασίας. Ζητούνται οι πάντες, εκτός από μένα.

Monday, September 24, 2012

Εγώ δεν θα πάρω τίποτα, ευχαριστώ.

Έχουμε και λέμε.΄Εξι το πρωί πίνω τον καφέ μου και μπαίνω να δω τα απρόσωπα email μου. Ο ωροσκόπος καθημερινά χτυπιέται, διαβασέ με, διαβασέ με, χέσε μας ρε φίλε, κάνω μια έτσι και το διαγράφω. Παρακάτω πρόσκληση να βάλω την υπογραφή μου κατά του ρατσισμού, κατά της κακοποίησης και της βίας στα παιδιά, κατά της κακοποίησης των ζωντανών, κατά του ναζισμού, υπέρ της Ελλάδας, σε γνωρίζω από την όψη; αμ δεν σε γνωρίζω, κατά της παιδικής πορνογραφίας, κατά του λιθοβολισμού γυναίκας στο Ιραν, κατά της εκτέλεσης άλλης γυναίκας στο ταραραν, κατά των μνημονίων και της Τρόικας, υπερ του ενός κατά του άλλου. Τελειωμός δεν υπάρχει. Το τελειώνω εγώ. Νισάφι. Πας να κάνεις μία απλή κίνηση για να δείξεις ότι ανταποκρίνεσαι και σου ζητάει άλλες δέκα. Και περιμένει και η πόρτα το καινούργιο χρώμα που την άφησα στη μέση. Και η Κλειώ να την πάρω για κατούρημα. Και τα παιδιά μου στην Αμερική να μπω στο σκάιπ. Και το ντουλάπι μου, να ψάξω να βρω από που ξετρύπωσε εκείνο το κατσαριδάκι. Πολύ ανησυχητικό. Και το ATM να πάω να σηκώσω πενήντα ευρώ για να βγάλω τις επόμενες δύο μέρες. Σιγά μη τις βγάλω. Και το μήνυμα της ξαδέλφης στο κινητό. Τι να της απαντήσω τώρα..."-Γιατί δεν μου μιλάς επειδή είμαι φτωχή και δεν έχω στον ήλιο μοίρα;" Και το μέσα μου, η συνείδησή μου να μου πει τι θα κάνω, αν και ξέρω καλά τι θα κάνω, και μετά κάθομαι και σκέπτομαι γιατί το καθυστερώ το θέμα, είναι ολοφάνερο, η γυναίκα βρίσκεται σε δύσκολη θέση.  Μήπως γιατί το ψυγείο μου είναι επίτηδες άδειο, καθώς τρενάρω την επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ για να με φτάσει το πενηντάρικο για τις δυο μέρες; Κι αν περάσεις μία μέρα λιγότερη με τα λίγα που σου έχουν απομείνει τι θα γίνει θα σωθείς; Σάμπως και να θέλεις θα μπορέσεις να τη βοηθήσεις αν στο ξαναζητήσει; οπότε τι ανησυχείς; Ανησυχούν αυτοί που έχουν και δεν θέλουν να τα χάσουν σε ελεημοσύνες στους φτωχούς συγγενείς. Ξεκόβονται από το σόι, ψάχνουν αιτίες και λόγους να καταδικάσουν τα άτομα, υπογραμμίζουν το άξιον της τύχης τους, την κατώτερη πνευματική τους στάθμη, το πεινασμένο βλέμμα τους, ή τη χρήση της συγγένειας για ίδιον όφελος γενικά. Χέστους. Δεν θα σε φάει μια ταλαιπωρημένη ξαδέλφη επειδή έμαθε το τηλεφωνό σου. Δεν θα γίνεις κι εσύ σαν την άλλη την ακοτονόμαστη που δεν θέλει να ξανακούσει για σένα από τότε που εξασφάλισε το σπίτι της θείας που για να το πάρει έπρεπε να συνηγορίσεις κι εσύ γι'αυτό. Έτσι είναι. Ακόμα και η απαξία έχει τις βαθμίδες της. Δεν καταδέχεσαι εσύ τους πολύ αναξιοπαθούντες συγγενείς, δεν σε καταδέχεται εσένα η πλεονεξία και η απάτη του κοινωνικού ίματζ, είναι αλληλένδετα αυτά τα πράγματα. Αν και ποτέ δεν έφτασες να δοκιμάσεις τον εαυτό σου στις πιο κάτω βαθμίδες από σένα. Οικονομικά, κοινωνικά (υπάρχει στ' αλήθεια πιο κάτω άνθρωπος κοινωνικά από σένα; Η απάντηση είναι πως η ερώτηση είναι γελοία. Κανένας άνθρωπος που δεν έκλεψε, δεν εξαπάτησε, δεν έκανε έγκλημα άλλο εκτος από το να είναι φτωχός, δεν είναι πιο κάτω κοινωνικά από σένα. Δεν έχει μικρότερη από τη δική σου αξία). Τώρα όμως η πρόκληση σου χτυπάει την πόρτα. Σε βρήκανε κυρά μου. Ψάξανε το τηλεφωνό σου και σε βρήκανε. Και στο μεταξύ έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια από τότε που  έχεις δώσει την απάντηση στον εαυτό σου, τι θα κάνεις σε περίπτωση που σε βρουν. Η απάντηση ήταν ότι θα πας πιο μακριά. Γιατί δεν περίμενες μια κατα μέτωπον έκκληση για βοήθεια. Δεν ήθελες τα ανακατώματα, "είπε η Σούλα, πως είπε η Μαρία, ότι της είπε η Σταυρούλα στο τηλέφωνο ότι είπες εσύ πως οι τρεις αδελφές είναι για τα μπάζα". Αυτά τα ανακώματα πάντα μου έκαναν κάτι στο στομάχι. Κι έπειτα ήταν και τα ενδιαφέρονται άλλα. Ο τρόπος σκέψης, ο τρόπος ζωής, οι ρουτίνες άλλες, οι επιλογές άλλες. Αν και το μεγάλο άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες δεσπόζει πάνω από τη βιβλιοθήκη σου. Ένα τσούρμο πιτσιρίκια πάνω στην καρότσα ενος τρίκυκλου και στο τιμόνι ο θείος, που μας πηγαίνει όλα στο Καλαμάκι για μπάνιο. Κι άλλοτε δεσπόζουν οι φωνές και τα γέλια, όταν βγάζαμε τον πάγο από το παλιό ψυγείο, τη μεγάλη κολώνα του πάγου, για να ξετρυπώσουμε το φαγητό που η θεία είχε κλειδωμένο μέσα. Το σχοινάκι, το κουτσό, το κυνηγητό, το ομαδικό γιούργια των παιδιών στον ανώμαλο που πήγε να σε απαγάγει, πέντε χρονών κοριτσάκι. Ο μικρούλης ξάδελφος που δεν γέρασε ποτέ μαζί μας, ένας γιος ολόφτυστος που τον θυμίζει, και η αγάπη για τις μέρες που μας άφησαν με το κατακάθι της νοσταλγίας στην ψυχή.
Να πάρει ο διάολος, εδώ είμαι μωρή, ποιος σου είπε ότι δεν θέλω να σε ξέρω; Οι άνθρωποι απεχθάνονται τους δυστυχείς στο φόβο μη τους κολλήσουν δυστυχία, δεν έχω τέτοιους φόβους εγώ, έχω πάθει ανοσία.
Να τελειώσω γρήγορα γρήγορα το βάψιμο της ρημαδοπόρτας για να ετοιμάσω τα πράγματα για την ξαδέλφη. Κοίτα να δεις και σκεπτόσουν σε ποια οργάνωση, σύλλογο, φορέα, φιλανθρωπικό ίδρυμα, ομάδα υποστήριξης και αλληλεγγύης να απευθυνθείς για να δώσεις τα καλά σου ρούχα που δεν θα πάρεις μαζί σου στην Αμερική. Σε τίποτα και σε κανένα. Να λες κι ευχαριστώ που ξέρεις που θα καταλήξει η αγαπημένη καρπαντίνα, το βελούδινο σακάκι σου, οι πλουμιστές φούστες σου και τα όμορφα μπλουζάκια. Σε μια ξαδέλφη που δεν τα είχε ποτέ. Ούτε αυτά ούτε παρόμοια τέτοια. Ενώ θα μπορούσες αν γνώριζες που βρίσκεται και που βολοδέρνει να την τροφοδοτούσες συχνά με πράγματα που κάθονταν και τα καμάρωνες τόσα χρόνια στη ντουλάπα σου. Να χαθείς μικροαστή.
Να χαθεί η μικροαστή. Έτσι κι αλλιώς λεφτού δεν πρόκειται να γίνει ποτέ. Ίσα για τη ρετσινιά; Ενώ η άλλη, η δική μου απαξία, δικαίως με έγραψε στα απ' αυτά της.
Να δίνεις τόσα χρόνια τα ρούχα σου εκεί που υποψιάζεσαι ότι θα κοιτάξουν με περιφρόνηση πίσω από την πλάτη σου, θα ξεδιαλέξουν μέσα από είκοσι κιλά 50 γραμμάρια και θα πετάξουν τα άλλα στα σκουπίδια, και η άλλη να κλαίει από τη χαρά της γιατί της έδωσες σακάκι να φορέσει και να είναι αίμα σου. Στο διάολο κολοζωή. Και στο διάολο οι κολοβαθμίσεις. Να πηγαίνεις να υπογράφεις εδώ κι εκεί για τον κοινωνικό ρατσισμό, να βρίζεις τους ρατσιστές, να φτύνεις τους ανάλγητους, και να μην ξέρεις τον τάραχο του σογιού σου. Όχι γιατί ζούσες στη Χονολουλού, αλλά γιατί φρόντισες να μη το γνωρίζεις. Σκατά στα μούτρα σου κι εσένα.
Και να πηγαίνεις να συναντάς όχι το αντίγραφο της Μελίνας στη Στέλλα όπως το φοβόσουν, αλλά μια ταλαίπωρη ύπαρξη, φουσκωμένη από τις κορτιζόνες και πρησμένη από το κλάμα, με τρομαγμένο βλέμμα στο πλησίασμα του σερβιτόρου. "-Εγώ δεν θα πάρω τίποτα, ευχαριστώ". Και να μιλάς για την αξιοπρέπεια αυτού που κάθεται μέσα στο σπίτι του και την έχει εξασφαλισμένη, αφού δεν αναγκάστηκε να βγει στους δρόμους ακόμα για να βρει ένα κομμάτι ψωμί, ένα ρούχο να βάλει επάνω του. Ε άι στο διάολο ζωντόβολο ξανά.
"Με συγκίνησες ρε ξαδέλφη" Μου είπε με τις παράτονες λέξεις της η κωφάλαλη ψυχούλα. Και με τι μούτρα να της πω ότι ξέρεις, με καθρεφτάκια για τους ινδιάνους εξαγοράζω την αποχή μου από τα προβληματά σου τόσα χρόνια, μη τα λες λοιπόν αυτά γιατί με κάνεις να αισθάνομαι ακόμα πιο ηλίθια. "Μόνο που έχασα κι εγώ τη δουλειά μου τώρα, δεν είμαι σε θέση να σε βοηθήσω ουσιαστικά". Το είπα αυτό ναι. Για να πάρω την ακόμα πιο αποστομωτική απάντηση. "-Δεν πειράζει ξαδελφούλα. Μου έδωσες τόση μεγάλη χαρά που σε είδα. Που υπάρχει κάποιος μέσα στο σόι να με αγαπάει ακόμα". Τι θέλουν γαμώ το κερατό μου οι άνθρωποι; κάποιον να τους αγαπάει ακόμα. Γιατί είναι τόσο δύσκολο, να βγάλουμε τα σκατά από το κεφάλι μας, κι απλώς ν' ανοίξουμε την καρδιά μας, στους άλλους που το έχουν τόση ανάγκη; σε μας που το έχουμε επίσης ανάγκη; Σάμπως αυτό δεν είναι το ζητούμενο;; Σάμπως και η αγάπη οφείλει να υπάρχει ποσοστιαία, αναλόγως βαθμίδας; Ε ξαδέλφη; Εσένα το λέω που βρίσκεσαι στην κορφή της ιεραρχίας. Που παίρνεις το ονομά μου και το κάνεις δικό σου, όταν είναι να επικαλεστείς τα αισθήματα των ανθρώπων για να σε ψηφίσουν. Που παίρνεις τα βιβλία μου και τα κάνεις δικά σου, όταν είναι να καμαρώσεις για την παραγωγή σου, αλλά από την άλλη σε υποτιμάει να είσαι εσύ εκείνη, ολόκληρη επιστήμονας που έχεις γράψει αυτά τα βιβλία. Γουελ εμένα δεν με υποτιμάει καθόλου. Άστα εκεί πέρα στη συγγραφέα τους λοιπόν και φτιάξε κάτι άλλο για να παραπλανήσεις τους ανθρώπους. Κι αν δεν είμαι όπως λες συγγραφέας αλλά προσπαθώ ντε και καλά να γίνω, υπάρχει και κάτι άλλο που προσπαθώ ακόμα περισσότερο. Να μη σου μοιάσω, να μην καταλήξω σαν εσένα, να μην αρχίσω να βλέπω φαντάσματα αναξιοπαθούντων μπροστά στην πόρτα μου. Να μην φτάσω να παίρνω μαζί μου μπράβους, επειδή έπρεπε να ζητήσω το κλειδί της εκλιπούσης θείας, από την άλλη εν ζωή θεία. Να κυκλοφορώ με το πρόσωπο καλυμμένο. Να πηγαίνω στο χωριό και να κρύβομαι, μη με δουν αυτοί που κάποτε τόσο με αγάπησαν, αλλά τώρα στα μάτια μου είναι απλώς τα κοράκια, να με υποτιμάει κάθε συσχέτιση μαζί τους ακόμα και το όνομα, να με ρίχνει από το ηλίθιο βάθρο μου κάθε κουβέντα μαζί τους, και την ίδια στιγμή να πίνω καφεδάκι με τους νεκροθάφτες του παρελθόντος μου. Δεν θα σου μοιάσω ρε ξαδέλφη. Το ψεύτικο μοντέλο σου κατάρρευσε και πέφτοντας, αφύπνισε το δικό μου. Δεν θα γίνουμε ίδιες και όμοιες εδώ πέρα για να δικαιολογήσω τη στάση σου και τη  στάση μου. Ελάτε ρε ξαδέλφια εδώ πέρα και παιδιά των ξαδελφιών μου και εγγόνια και δισέγγονα και πάρτε τα όλα. Έτσι κι αλλιώς οι σκόροι θα τα φάνε, ένα παιδί μ' ενδιέφερε να μεγαλώσω και το μεγάλωσα, η ζωή συνεχίζεται και ξαναρχίζει. Όλα πάντα αρχίζουν από την αρχή. Ακόμα και η εκτίμηση μπορεί να ξαναγεννηθεί για τα ίδια πρόσωπα, αν δώσει κανείς λίγο χώρο στην καρδιά του για να μπει μια ακτίνα κατανόησης. Ακόμα κι αν αυτος ο χώρος, μείνει για πάντα κενός, σαν την καρέκλα που άφηνε η μάνα μου άδεια κάποιες φορές το Πάσχα, περιμένοντας πως θα τους κάνω την έκπληξη να καταφθάσω την τελευταία στιγμή από την Αθήνα. Με τον ίδιο πόνο που η μάνα μου μάζευε τα πιάτα από το τραπέζι και έβαζε τις καρέκλες στη θέση της, θα βγάλω την καρέκλα σου έξω από την πόρτα. "-Πάει αυτή, την κατάπιε η ζήλεια και η απληστία. Την κατάπιε η συγγενοφοβία. Και η κωφάλαλη ξαδέλφη, δεν έχει καρέκλα να κάτσει ρε πούστη μου.
"Εγώ δεν θα πάρω τίποτα ευχαριστώ. Μια αγκαλιά μόνο, από έναν άνθρωπο που μ' αγαπάει."

Monday, March 12, 2012

Μια φορά και...μια Ελλάδα.

Ήταν ένα από τα πρώτα εργοστάσια μαζικής παραγωγής σαλονιών στην Αθήνα. Οι τεχνίτες εκεί πέρα ήταν άνθρωποι που ήξεραν τη δουλειά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο στάδιο, αλλά δεν απέκτησαν ποτέ τα οικονομικά μέσα για  να ανοίξουν δική τους επιχείρηση. Οι εργάτες, ήταν κι αυτοί μαθητευόμενοι τεχνίτες. Όχι όλοι. Αυτοί που δούλευαν στο τμήμα της ταπετσαρίας, ήταν οι πιο τυχεροί. Οι άλλοι που προετοίμαζαν τα σκελετά, έκαναν την πιο χαμαλήδικη και ανθυγιεινή δουλειά. Αυτοί οι δεύτεροι ήταν από άλλες χώρες. Κυρίως Πακιστανοί που ζούσαν και δούλευαν παράνομα στη χώρα. Αυτοί θα ήταν γύρω στα σαράντα άτομα. Οι Έλληνες καμιά εικοσαριά.
Οι Πακιστανοί τραγουδούσαν τραγούδια της πατρίδας τους και δούλευαν ασταμάτητα από τις επτά το πρωί, μέχρι τις έξι το βράδυ. Στο διάλειμμα που άρχιζε για όλους όταν χτυπούσε η κουδούνα, έπιναν καφέ που είχαν φερμένο από το σπίτι τους και κάπνιζαν. Οι Έλληνες έφερναν φαγητό. Το φαγητό δεν έφτανε για όλους. Έτσι μια μέρα η  Ασπασία που τους έβλεπε και τους λυπόταν, πρότεινε στις συναδέλφους της από το τμήμα της ταπετσαρίας όπου βρίσκονταν οι γαζώτριες, οι κοπτούδες και οι βοηθοί ταπετσιέρη, να μαζέψουν μερικά χρήματα για να πάρουν πρωινό στους ξένους. Ήταν δεκατέσσερα άτομα.. Η Νότα, η Βάσω, η Ρένα η Λένα, η Σουλτάνα, η Ασπασία, οι δυο μικρές που άλειφαν με κόλλα τις κλάπες και η γαζώτρια η Αργυρώ, ο μοναδικός άντρας αναμεσά τους ήταν ο Θάνος ο ταπετσιέρης και η βοηθός του η μικρή Κατερίνα. Ήταν ακόμα  οι τρεις σχεδιάστριες με τις δυο βοηθούς μαθητευόμενες. Μάζεψαν τα χρήματα, τα έδωσαν στο Θάνο και αυτός πήρε άδεια από το γραφείο και πήγε και παράγγειλε τα σάντουιτς. Στο διάλειμμα ήρθε ένας φούρναρης και τα άφησε στο ισόγειο όπου ήταν το ξυλουργείο και ο Θάνος φώναξε στους εργάτες,
 -Ορμάτε! είναι για σας.
Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν όλοι ακίνητοι, δεν τολμούσε κανείς να πλησιάσει τα σάντουιτς, και ακριβώς τότε έκανε την εμφανισή του ο Μπάτσης, ο εργοστασιάρχης. Κοίταξε το πανέρι με τα ψωμιά, κοίταξε και τον Θάνο ερωτηματικά. Εκείνος του εξήγησε περί τίνος επρόκειτο, και ο Μπάτσης, του είπε. "Κακή αρχή κάνατε εδώ πέρα αδελφέ. Αύριο που δεν θα έχετε χρήματα να το κάνετε αυτό, αυτοί θα απαιτήσουν φαγητό. Θα κάνουν φασαρία και ποιος λες θα πληρώσει τη νύφη τότε; Ποιον τελος πάντων ρωτήσατε για να αναλάβετε μια τέτοια πρωτοβουλία; Φώναξε το φούρναρη να τα πάρει πίσω, ή φάτε τα εσείς".
Τότε κατέβηκαν όλες οι γυναίκες κάτω ως διαμαρτυρία και δεν πήγαιναν να δουλέψουν. Το ίδιο έκαναν και ολοι οι υπόλοιποι Έλληνες, ενώ οι ξένοι δεν ήξεραν τι στάση να κρατήσουν. Κάθονταν μαζεμένοι παράμερα και συγκινημένοι, αλλά και τρομαγμένοι, γιατί φοβόντουσαν πως αυτό θα γίνει αφορμή για να χάσουν τη δουλειά τους.
Και φώναξε ένας Έλληνας. "Που ζούμε ρε που να πάρει ο διάολος; στο Μεσαίωνα; Να τρώνε οι μισοί και να κοιτάζουν οι άλλοι; τι είμαστε; θηρία της ζούγκλας; Ντροπή κύριε Μπάτση! Από την τσέπη σου τα πήραμε;
-Ντροπή!" Φώναξαν και οι άλλοι εργάτες. 
Αναγκάστηκε λοιπόν ο Μπάτσης να υποχωρήσει και αφού τους είπε, "Εντάξει λοιπόν, εμένα 
μ' ενδιαφέρει η παραγωγή. Να ξέρετε όμως, αν αρχίσουν να μου κοστίζουν πρόβλημα τούτοι εδώ εξαιτίας σας, θα πάρουν πόδι και μαζί τους όποιος είχε αυτή τη φαεινή ιδέα".
Και μπαίνει μέσα στο γραφείο του και μπαμ κοπανάει την πόρτα.
Αντί όμως να κοστίσουν πρόβλημα εξαιτίας αυτής της πρωτοβουλίας οι ξένοι εργάτες, έκαναν κάτι άλλο. Όταν πέρασαν αρκετοί μήνες και είχαν βολευτεί κάπως στα σπίτια τους και είχαν ένα μικρό κουμάντο στις τσέπες τους, έστησαν ένα πάρτυ για το προσωπικό στην ταράτσα ενός σπιτιού. 
Τους κάλεσαν όλους και τους φίλεψαν με τα φαγητά της πατρίδας τους, τους γνώρισαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τους αγκάλιαζαν σαν αδέλφια. Και ήταν από τότε μια ευτυχισμένη κοινότητα, που παρέσυραν σε αυτή και τον εργοστασιάρχη Μπάτση, που έβλεπε χαρούμενος να αυξάνει η παραγωγή του, με γέλια, χωρατά, τραγούδια και καλή διάθεση, αντί για την κατήφεια και την τρομάρα που υπήρχε πριν σε όλους. 
Καμιά δεκαριά χρόνια θα βάστηξε αυτή η ευτυχισμένη περίοδος. Οι μισθοί το 1975 ήταν πολύ χαμηλά ακόμα και για τους Έλληνες, μα οι ανάγκες ήταν κι αυτές λιγότερες. Το φαγητό, η ΔΕΗ το νερό, και κανένα σινεμά το Σάββατο μετά τη δουλειά ή στην Κυριακάτικη αργία. Τα πάρτι στις ταράτσες των σπιτιών έδιναν κι έπαιρναν, το κέρασμα ήταν βερμούτ και ξηροί καρποί, κάποιες γιαγιάδες έφερναν την έκπληξη, κανένα μεζέ τηγανισμένο, κανένα κεφτέ, ή τυροπιτάκια και το κέφι άναβε για τα καλά. Οι Έλληνες εργάτες του Μπάτση είχαν μάθει τους Πακιστανικούς χορούς, όπως όπως αλλά τέλος πάντων, και οι Πακιστανοί το χασάπικο και τον ζεμπέκικο. Ήταν ναι μια ευτυχισμένη περίοδος αυτή για όλους.
Μια μέρα, ο Θάνος ο ταπετσιέρης, ρώτησε τον Μαχμούτ τον σκελετοποιό στο διάλειμμα. "Για πες ρε Μαχμουτ, πως έγινε και βρεθήκατε όλοι εδώ πέρα; Σαράντα άτομα στου Μπάτση; που σας βρήκε; ποιος σας έφερε εδώ;
-Μπάτσης, ήρθε σε μας εκεί που βγήκαμε από πλοίο. Κοίταξε γύρω γύρω, είπε, εσύ κι εσύ κι εσύ κι εσύ, και πήρε.
-Πότε; ποια χρονιά το έκανε αυτό; πέρσι;
Όχιιι, εμείς εδώ ήρθαμε εβδομήντα δύο. Μπάτσης πήρε Τζίμυ από μας, εργοδηγό. Τζίμυ ήξερε που μένω εγώ, εσύ, ήρθε, θέλω δέκα, είκοσι, πέντε. Μπάτσης είχε πάρει μόνο δέκα. Μετά Τζίμυ δικός μας, έφερε άλλους τριάντα.
-Και πως ζούσατε; τι κάνατε μέχρι να έρθετε εδώ; δουλεύατε; τρώγατε;
-Δουλέψει οικοδομή. Λίγες μέρες εδώ, εκεί, μετά πάλι, μετά όχι. Όλοι έτσι. Πολύ δουλειά λίγα λεφτά και κρυφά.
-Κι εδώ είστε καλύτερα;
-Εδώ πολύ δουλειά, αλλά όχι Μπετό. Ναι πιο καλά εδώ.  Ακόμα κρυφά, αλλά κάθε μέρα δουλειά. Και από πίσω πόρτα δρόμο, όταν έρθει ΙΚΑ. 

Όταν έπεσε η Χούντα, ο Θάνος είπε στις γυναίκες πως η χουντικοί είχαν φέρει μέσα τους Πακιστανούς για φθηνά εργατικά χέρια. Και είπε η Ασπασία η αναλφάβητη.
"Φαίνεται σκόπευαν να το γενικεύσουν αλλά δεν πρόλαβαν, γιατί έπεσαν. Τους λίγους τους φέρνουμε βόλτα. Αν πλακώσουν να έρχονται από παντού όμως εδώ, θ' αρχίσουμε να τρώμε ο ένας τον άλλο. Και να πως θα γίνει. Μόλις δουνε τα σκούρα οι τωρινοί δημοκράτες αργηγοί μας, θα γεμίσουν τη χώρα αλλοδαπούς για να τρωγόμαστε μαζί τους και να στήνουν τις χούντες τους αυτοί".
Και γέλασαν όλοι με την αφέλεια της Ασπασίας και της θύμισαν πως ο λαός έχει ξυπνήσει τώρα και ούτε οι χούντες ούτε οι βασιλιάδες περνάνε εδώ. Και την ελευθερία τους αυτή την έχουν πληρώσει με το αίμα τους οι άνθρωποι. Και έβγαλε πάλι γλώσσα η Ασπασία.
-Μερικοί Θάνο. Μόνο μερικοί, που δεν θα τους μάθαινες ποτέ αν δεν έπεφτε ο Παπαδόπουλος. Οι άλλοι καλά κοιμόμασταν".
Κι αυτή τη φορά δεν είχε τίποτε να της πει ο Θάνος, ούτε και κανένας άλλος.
Ήταν Σεπτέμβρης του 1976. Και το Σεπτέμβρη του 1984 έκλεισε το εργοστάσιο, αφού προηγουμένως είχαν φύγει όλοι οι Πακιστανοί από μέσα και είχαν μείνει μόνο μερικοί Έλληνες. Το εργοστάσιο συγχωνεύτηκε σε μια μεγαλύτερη εταιρεία, τύπου ΙΚΕΑ και μπήκαν μέσα μηχανές παραγωγής και προκατασκευασμένα μέρη σαλονιού που με ένα πιστόλι τα έδενες μεταξύ τους και πήγαν καλιά τους και οι ταπετσιέρηδες. Η Νότα, η Βάσω, η Ρένα η Λένα, η Σουλτάνα, η Ασπασία, οι δυο μικρές που άλειφαν με κόλλα τις κλάπες και η γαζώτρια η Αργυρώ, ο μοναδικός άντρας αναμεσά τους ο Θάνος ταπετσιέρης και η βοηθός του η μικρή Κατερίνα, και οι τρεις σχεδιάστριες με τις δυο βοηθούς μαθητευόμενες, απολύθηκαν και χάθηκαν μεταξύ τους. 
Η Ασπασία η Νότα και η Βάσω βγήκαν στη σύνταξη. Οι σχεδιάστριες έπιασαν δουλειά σε εταιρείες και οι βοηθοί, πήγαν σερβιτόρες και κομμώτριες. Ξεχάστηκαν και τα τραγούδια των Πακιστανών και τα φαγητά τους και οι χοροί τους. Ξεχάστηκαν και τα πάρτυ στις ταράτσες. Τα κορίτσια παντρεύτηκαν. Η Κατερίνα παντρεύτηκε το Θάνο και άνοιξαν δικό τους εργαστήριο. Δούλεψαν σαν σκυλιά οι δυο τους, τα χέρια της Κατερίνας ήταν γεμάτα κάλλους και χαραματιές από το σπάγκο που τραβούσε για να σφίξει τα κουμπιά στα βαριά καθίσματα. Αγαπούσαν να δουλεύουν το κλασικό σαλόνι. "Όχι αυτά που τα κολλάς με σάλιο". Είχε μανία με την τέχνη της η Κατερίνα. Η Νότα ήταν σχολαστική κόπτρια. Οι τρεις κοπέλες σχεδιάστριες, ξενυχτούσαν στο γραφείο της επιχείρησης για να βγάλουν τα καινούργια σχέδια. Τώρα στη δουλειά  αυτή, είχε απομείνει μόνο το ζευγάρι. Άγνωστο και που πήγαν οι είκοσι Έλληνες από το τμήμα των μαραγκών. Άγνωστο και πως κατέληξε ο Μάρκος, που έβηχε συνέχεια  από τον πολυεστέρα. 
Ξέρω μόνο πως εγώ, για πολλά χρόνια ονειρευόμουν να ανοίξω ένα δικό μου εργαστήριο καθώς είχα μάθει τη δουλειά καλά. Όταν θα είχα αρκετά λεφτά να αγοράσω το κομπρεσέρ του αέρα και πιστολάκια, υφάσματα και τα πρώτα σκελετά. Στο μεταξύ έκανα άλλες δουλειές. Γιατί στα μικρά εργαστήρια που ακόμα υπήρχαν, χωρούσαν μόνο δύο άτομα. Σε μερικά μόλις ένα. Τσακ τσακ τσακ πέρναγα πάνω από τα υπόγεια κι άκουγα τα πιστολάκια να δουλεύουν. Και πετάριζε η καρδιά μου, να πιάσω πάλι ένα πιστολάκι στα χέρια μου και να το κάνω να τραγουδήσει. Ύστερα και τα υπόγεια σιώπησαν. Προσωρινά μέχρι να μαζέψω  τα χρήματα, έγινα ξενοδοχοϋπάλληλος. Ένας πολύ γνωστός συγγραφέας κάποτε μου είπε, πως ο δυναμισμός μου μόνο μέσα από τα γράμματα θα βρει εκτόνωση. "Δεν αρκεί να γράφεις. Πρέπει να πας να δώσεις τη μάχη σου" Είπε, και γύρισα στο σχολείο. Νυχτερινό γιατί ήμουν κομμάτι μεγάλη. Κι από τότε, κείμενο στο κείμενο, χρόνο στο χρόνο, δουλειά στη δουλειά, έγινε το τσακ τσακ τσακ ένας μακρινός απόηχος μιας άλλης ζωής. Τόσο άλλης, που όταν τις προάλλες έφυγαν όλες οι φάσες κάτω από το κάθισμα του καναπέ μου, έψαχνα για ταπετσέρη να μου τον φτιάξει. Δεν βρήκα πουθενά. Γύρισα τον καναπέ ανάποδα. Πήρα ένα σουβλί κι άρχισα να ξηλώνω. Ο πακιστάνικος αμανές βγήκε από το στόμα μου αυθόρμητα. Και τα τσακ τσακ τσακ, έγιναν οι χτύποι των δεικτών που  γύρισαν ανάποδα.
Είμαι ξανά δεκαπέντε χρονών. Βγαίνω από την αυλόπορτα του σχολείου και πάω να περιμένω τη μαμά στο εργοστάσιο να σχολάσει. Εκεί στην αυλόπορτα με περέμεναν κάτι φοιτητές. Μου έχωσαν στα χέρια προκηρύξεις. Διαβάζω συνεπαρμένη. "Λαε, πεινάς, γιατί τους προσκυνάς;". Κρύβω την προκήρυξη στη σάκα μου. Η μαμά έχει μείνει τελευταία στο εργοστάσιο, μαζί με τη Νότα, να κόψουν τα υφάσματα. "Κυρία Νότα, να δοκιμάσω να καρφώσω με το πιστολάκι;" Ρωτώ την προϊσταμένη. "Κάρφωσε, αλλά πρόσεχε μην καρφωθείς". Μου απαντά εκείνη. Παίρνω το πιστολάκι στα χέρια μου. Σχηματίζω επάνω στο τελάρο με τα δίχαλα, γράμματα. "ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ".
"Και στό' πα, πρόσεχε μην καρφωθείς!" Φωνάζει η Νότα. Αρπάζει το σουβλί κι αρχίζει να ξηλώνει, βιαστική, έντρομη. Κι εκεί, επιτόπου, με έβαλε να φτιάξω τον πρώτο μου καναπέ.
Μια φορά και...μια Ελλάδα, ήταν ένα εργοστάσιο με θαυμαστά, πολύχρωμα υφάσματα, με θαυμαστούς πολύχρωμους ανθρώπους, με θαυμαστούς Έλληνες.