herinna

herinna

Monday, January 12, 2026

ΠΡΩΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ


1972
Ο νέος ήταν όμορφος, καλοντυμένος για την εποχή, και είχε ένα μειλίχιο χαμόγελο που δεν μου πέρασε από το νου ότι μπορεί να ήταν ηλίθιο, γιατί κάπως με τράβηξε. Η πρόταση ήρθε με το στανιό, μέσα στο σπίτι της ξαδέλφης του που ήταν φίλη μου. Είχαν προηγηθεί κάποια βλέμματα θαυμασμού, κάποιες χαζές φιλοφρονήσεις, αλλά αυτό που με έκανε να τσιμπήσω ήταν το αυθόρμητο γέλιο του, σε κάθε μπούρδα που αμόλαγα για να κρύψω την αμηχανία μου.
Ξέχασα να τον ρωτήσω τι δουλειά κάνει, τι μ' ενδιέφερε άλλωστε; Εγώ τι κάνουν σε ένα ραντεβού ήθελα να μάθω.
Οι συμμαθητριές μου είχαν ήδη την εμπειρία αυτή, και στα διαλείμματα ψου ψου, σχολίαζαν κρυφά, "με έπιασε από τη μέση, μου έκανε αφιέρωση ένα τραγούδι στο ράδιο, με φίλησε χιχιχι, τι ωραία φιλάει...." Μόνο μία είχα ακούσει να περιγράφει σεξουαλική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια του ραντεβού της. Ήμουν η μία από τις τρεις στις οποίες περιέγραψε τις λεπτομέρειες. Την κοιτούσα άναυδη, σοκαρισμένη, και με κάποιο φόβο, μη με περάσουν και για καθυστερημένη, ρώτησα. "Αυτά πότε έγιναν; στο πρώτο σου ραντεβού μαζί του; -Μα φυσικά, τι πήγαμε εκεί να μαδήσουμε μαργαρίτες; -Ωραίες είναι μωρέ και οι μαργαρίτες, της απάντησα δειλά και ξεράθηκαν στο γέλιο οι τρεις. Όμως εγώ δεν το είπα για να γελάσουν, μιλούσα σοβαρά.
Μετά από αυτό σιγουρεύτηκα ότι δεν θέλω πρώτο ραντεβού με κανέναν. Το άφησα στην άκρη, το ξέχασα, μέχρι που αυτή η φίλη μου η Πίτσα, μου το ξεφούρνισε. -Ρε ξέρεις, ο ξαδελφούλης μου, έρχεται και ξανάρχεται εδώ, για σένα. Θέλει να σου μιλήσει, έλα, να του πω να έρθει μια μέρα που θα είσαι κι εσύ, δεν θα σε αφήσω μόνη σου μαζί του, να ακούσεις τι θέλει να σου πει μόνο.
Πήγα και ο ξαδελφούλης είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Κοίταζα τη φίλη μου ερωτηματικά, -έλα μίλα παιδί μου, του έλεγε αυτή. Κι αυτός τότε άρχισε να ψελλίζει, πως θα ήθελε να με γνωρίσει, να πάμε κάπου να πιούμε έναν καφέ ή να φάμε. -Να φάμε, να φάμε προτιμώ, του απάντησα με τη μία. Θεώρησα το εστιατόριο πιο ασφαλές μέρος από μια καφετέρεια, αφού οι φίλες μου, όλα εκεί μέσα τα έκαναν με το πρώτο, το δεύτερο, και πάει λέγοντας ραντεβού τους.
Το εστιατόριο ήταν μακριά, πολύ μακριά από το σπίτι, από τη γειτονιά, από κάθε περίπτωση για ανεπιθύτες συναντήσεις.
Δεν έπρεπε να φανεί στους δικούς μου ότι ετοιμάζομαι για ραντεβού, αλλά για μια συνηθισμένη μέρα προπόνησης στον Πανιώνιο. Έτσι φόρεσα την αθλητική φόρμα μου, πήρα και το σακίδιο στον ώμο, με μια μίνι φούστα μέσα, μια τσατσάρα, ένα μολύβι για τα μάτια κι ένα μικρό καθρεφτάκι.
Το μπάνιο το είχα κάνει από το προηγούμενο βράδυ. Τα νύχια των χεριών μου τα είχα κόψει επίσης από το προηγούμενο βράδυ και είχα ξυρίσει τα πόδια μου μέχρι τα γόνατα γιατί ήλπιζα πως κάπου θα έβρισκα ένα μέρος για να αλλάξω τη φόρμα με τη μίνι φούστα μου, και μην τρομάξει τότε ο άνθρωπος με τις αξύριστες γάμπες μου.
Μασχάλες δεν χρειάστηκε να ξυρίσω, σιγά, μέσα στο χειμώνα μη φόραγα κοντομάνικο. Για τη συνέχεια μετά το φαγητό δεν μου πέρναγε ο νους, αφού και ο χρόνος μου ήταν περιορισμένος, και η σεξουαλική επιθυμία δεν μου είχε χτυπήσει ακόμα την πόρτα.
Το εστιατόριο ήταν ένα ιταλικό μακαρονάδικο στην παραλιακή, διάσημο την εποχή εκείνη για την καταπληκτική σάλτσα του. Το διάλεξα γιατί είχα πολύ καιρό να τη φάω, δεν πήγαινες σε τέτοια μέρη μόνη σου, χωρίς συνοδεία, το διάλεξα επίσης και γιατί κοντά ήταν το ανοιχτό γυμναστήριο του Αγίου Κοσμά, έτσι αν μ' έπιανε κανένα μάτι, θα έλεγα πως η προπόνηση εκείνη τη μέρα ήταν στον Άγιο Κοσμά.
Έφτασα μισή ώρα νωρίτερα, με πρόγραμμα να προλάβω να παω στην τουαλέτα και να αλλάξω τη φόρμα με τη φούστα, αλλά ο λαδοποντικός ήταν εκεί ήδη και με περίμενε. Εγκατέλειψα το σχέδιο. Κάθισα απέναντί του και αμέσως πρόσεξα πως το είχε παρακάνει με την επισημότητα. Εκτός από τα μαλλιά του, γυάλιζε και το κουστούμι του, και μόλις συναντήθηκαν οι ματιές μας, είδα πως και το μάτι του! Φορούσε γραβάτα, δεν είχα προλάβει να του πω ότι τις απεχθάνομαι. Μου είπε ότι είμαι πολύ όμορφη, και σκέφτηκα, ότι με δουλεύει. Μου είπε να λύσω τα μαλλιά μου και του είπα, μετά το φαγητό, γιατί θα πέσουν μέσα στο πιάτο και θα γίνουν ένα με τα μακαρόνια. -Δεν πειράζει θα στα κρατάω εγώ επάνω, είπε. Το βρήκα πολύ σαχλό. Κι ακριβώς εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτός γελούσε με τις δικές μου μπούρδες όπως πάντα, αλλά εγώ ούτε μια φορά δεν είχα γελάσει με τις δικές του.
Ήρθε το φαγητό, η λαχταριστή μακαρονάδα και άλλαξε η διαθεσή μου. Γεμάτη όρεξη έπιασα το πηρούνι και το κουτάλι με το άλλο χέρι, ενώ αυτός δεν έπιασε τίποτα. Με το φαγητό μπροστά του καθόταν και με κοιτούσε χαμογελώντας "μειλίχια". -Δεν θα φας εσύ; Τον ρώτησα λίγο νευρικά. -Για την ώρα τρώω εσένα με τα μάτια μου, απάντησε. -Ναι αλλά πρέπει να φας και το φαγητό σου, θα κρυώσει και δεν θα είναι ωραίο μετά. -Μην ανησυχείς το τρώω και κρύο. "-Είναι και η χιλόπιτα εκτός από την εκδίκηση, ένα πιάτο που τρώγεται κρύο άραγε;" Αναρωτήθηκα. -Τι σκέφτεσαι; -Α, τίποτα, τα μακαρόνια, μυρίζουν πολύ όμορφα. -Όχι περισσότερο από σένα. "-Κακή αρχή κάναμε", ξανασκέφτηκα. Και σκύβω και πιάνω την πρώτη πιρουνιά και καθώς την στρίβω στο κουτάλι μου, λέει. -Τι όμορφες οι κινήσεις σου, τι ωραία κσι εκλεπτυσμένα έχεις μάθει να τρως! -Καθόλου εκλεπτυσμένα. Βάζω μεγάλες μπουκιές στο στόμα, αλλά με αυτό το φαγητό δεν βολεύομαι. Τότε άπλωσε το χέρι του και μ' ένα λιγωμένο βλέμμα, κράτησε το δικό μου, αυτό που κράταγε το πιρούνι. Τον κοίταξα κάπως έκπληκτη, και είπε, -είσαι υπέροχο κορίτσι, μ' εντυπωσιάζουν όλα επάνω σου! -Σ' ευχαριστώ, αλλά πιστεύω ότι έχεις μόνο μια πρώτη εντύπωση. Δεν ξέρεις τίποτα για μένα και δεν ξέρω τίποτα σχεδόν για σένα. Πες μου κάτι για σένα ενώ θα τρώμε, κι αποτράβηξα διακριτικά το χέρι μου. -Τι ακριβώς θέλεις να μάθεις; -Ποιος είσαι, τι σου αρέσει, τι μισείς, τι μουσικές ακούς, ποια είναι τα ονειρά σου, ποια εποχή του χρόνου αγαπάς, από που κατάγεσαι, τι ψηφίζεις, τι δουλειά κάνεις; ξέρω κι εγώ; ότι θέλεις.
-Εντάξει. Αλλά μετά θα μου πεις κι εσύ για σένα οκ;
-Σύμφωνοι του απάντησα, λες και είχα κάνει πράγματα στη ζωή μου, λες και ήξερα τίποτα για τον κόσμο, αλλά τέλος πάντων, ίσως του έλεγα για τις επιδόσεις μου στον αθλητισμό.
-Λοιπόν εγώ είμαι Υδροχόος και σαν τέτοιος, είμαι προοδευτικός, μου αρέσουν οι καινοτομίες. Η δουλειά μου, δεν ξέρω πως θα το πάρεις, δουλεύω, (σιωπή).
-Δουλεύεις;
-Δουλεύω...σε ένα νεκροτομείο.
-Και τι κάνεις εκεί; φυλάς τους πεθαμένους;
-Όχι, πλένω τις σωρούς και τις ετοιμάζω για να τις πάρουν οι συγγενείς. Αλλά όπως σου είπα μου αρέσουν οι καινοτομίες.
-Α ναι, μου το είπες. Άσε με να μαντέψω, τους βάζεις μέσα σε πλυντήριο και μετά σε στεγνωτήριο;
-Όχι Ελένη, καινοτομίες σε άλλα πράγματα, άσχετα με τη δουλειά μου. Είπε ενοχλημένος.
-Παράδειγμα; ρώτησα, ενώ ταυτοχρόνως σκεπτόμουν, γιατί άρχισε από τα ζώδια; ρώτησα εγώ τέτοιο πράγμα;
-Παράδειγμα....να δημιουργήσω κάτι που θα μείνει το όνομά μου σ' αυτό.
-Μηχανολογικού τύπου ευρεσιτεχνία ας πούμε;
-Κοντά έπεσες....
Η μουσική ήταν κάτι παλιά ελαφριά λαϊκά, δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα αλλά δεν ήταν του γούστου μου. Αυτό με την δουλειά του μου είχε κόψει λίγο την όρεξη, αλλά αποφάσισα να μη το δείξω και συνέχισα να γυρίζω τα μακαρόνια στο πιρούνι μου.
Πριν του απευθύνω άλλη ερώτηση κι ενώ ετοιμαζόταν να μου ξαναπιάσει το απασχολημένο χέρι, μπήκε η λαϊκούρα, "Άσε με, άσε με, άσε με, να σ' αγαπάω" και ο τύπος ξέχασε το χέρι μου κι έπιασε το κεφάλι του. -Τι έχεις; πονοκέφαλο; τον ρώτησα. -Όχι, αυτή η τραγουδάρα, με βρίσκει κατευθείαν στην καρδιά! πω πω τι τραγούδι και τι στιγμή να το ακούσω...
-Ναι... και νεκρούς ανασταίνει. Απάντησα, και αμέσως έκλεισα το στόμα μου με το χέρι. -συγνώμη...
Η αλήθεια είναι ότι έβλεπα τον εαυτό μου να μη μπορεί να αποφύγει τη σύγκρουση, όχι γιατί την επιθυμούσα και ήθελα να την προκαλέσω, αλλά γιατί σκεπτόμουν πως θα θυμόμουν για πάντα, πως το πρώτο μου ραντεβού ήταν με έναν "νεκροπλύντη" και ταραζόμουν.
-Μα έχεις δίκιο, και νεκρούς ανασταίνει! απάντησε ανενόχλητος ο αχαμπάριαστος.
Δίπλα μας είχε έρθει μια παρέα ροκάδων και μάλιστα ο ένας από αυτούς μου φάνηκε κάπως γνωστός σαν φυσιογνωμία. Πέσανε με τα μούτρα στα μακαρόνια, μιλώντας αδιάκοπα μεταξύ τους, γελούσαν δυνατά, πειράζονταν μεταξύ τους, ξέχασα τον συνοδό μου και διασκέδαζα χαζεύοντας αυτούς. Ένας ρεύτηκε δυνατά κι ένας άλλος τον μιμήθηκε, έκαναν κόντρες στο ρέψιμο κι εγώ δεν μπορούσα να συγκρατήσω το γέλιο μου. -Τι γελοίοι τύποι! Αλητάμπουρες με αλαγοουρές. Μην τους κοιτάζεις, σου κάνουν επίδειξη. Είπε το παραλίγο ραντεβού μου και μου έπιασε πάλι το χέρι που κρατούσα το πιρούνι. -Μήπως σε πειράζει και που τρώω; Τον ρώτησα. -Όχι, πως σου πέρασε από το μυαλό; γι' αυτό δεν ήρθαμε; -φαίνεται να μην το πιστεύεις όμως. Δεν έχεις αγγίξει τίποτα.
-Ω, φάε, φάε, μη δίνεις σημασία σε μένα, δεν πεινάω πολύ!
-Να πάρω τότε το χεράκι μου να συνεχίσω...
Αποτράβηξε το δικό του λίγο πριν αρχίσω να βγάζω αφρούς και πάνω στην κρίση του καρφώσω τον καρπό με το πιρούνι.
Οι ροκάδες κάτι άκουσαν από δίπλα και άρχισαν να μουρμουρίζουν μεταξύ τους κοιτάζοντας στο τραπέζι μας. Ύστερα ο ένας έπιασε να τραγουδάει δυνατά σκεπάζοντας τη φωνή από τα μεγάφωνα "Αν θες τραγούδια όμορφα ν' ακούσεις, ήλιε μου, την καρδιά μου ν' ανοίξεις, αν θες λουλούδι γύρω σου ν' ανθίσει,το θυμό άστον όλο να σβήσει..." Θυμός, καλά λένε, σκέφτηκα. Δεν πρέπει να θυμώνω. Ψυχραιμία.
-Τους γελοίους, ήρθαν για να μας τη χαλάσουν. Πάμε να φύγουμε, είπε εκνευρισμένος Ο...
-Να πάμε που;
-Οπουδήποτε, μια βόλτα στην παραλία, δεν μπορώ να τους ανεχτώ άλλο εδώ.
-Μα τραγουδάει ωραία, δεν το πρόσεξες; άλλωστε δεν φάγαμε ακόμα.
-Μου κόπηκε η όρεξη, έλα πάμε σε παρακαλώ.
-Εγώ λέω να μείνω.
-Τι πράγμα;
-Λέω, πως δεν τελείωσα το φαγητό μου, γιατί από την αρχή μ' εμποδίζεις να φάω. Αλλά εσύ μπορείς να φύγεις χωρίς παρεξήγηση.
Έμεινε για λίγο εμβρόντητος, κατέβασε το κεφάλι του, και μετά με σχεδόν σπασμένη φωνή με ρώτησε.
-Κι αυτά που ήθελες να μου πεις; δεν θέλεις να μου τα πεις πια;
-Σου τα είπα, αλλά λίγο πιο συμπυκνωμένα, θα σου τα έλεγα πιο αναλυτικά, αλλά με πρόλαβες.
-Τι εννοείς;
Ότι δεν ταιριάζουμε, είμαστε από άλλο ανέκδοτο ο καθένας.
-Μα τα ετερόνυμα έλκονται, έτσι δεν λένε;
-Το λένε, αλλά δεν ισχύει με μένα.
-Όπως θέλεις, θα βγεις μαζί μου έξω για να μη σε αφήσω εδώ μόνη σου; Είπε με το υπεράνω ύφος του, ρίχνοντας επιθετικές ματιές στους ροκάδες.
-Όχι δεν πειράζει, είμαι καλά. Θα τελειώσω το φαγητό μου και θα φύγω με την ησυχία μου.
Αυτός κάλεσε τον σερβιτόρο για να πληρώσει. -Ας πληρώσει ο καθένας τα δικά του, του είπα. Και ο ιππότης το δέχτηκε με τη μία.
Και μετά φόρεσε το ακριβό του σακάκι και βγήκε.
Συνέχισα να τρώω τα μακαρόνια μου αρκετά ξαλαφρωμένη αλλά και γεμάτη ενοχές και νεύρα με τον εαυτό μου. Τι περίμενα δηλαδή; Είχα αφήσει το κουτάλι στην άκρη, και μ' ένα ζωόδικο τρόπο είχα βουτήξει στο πιάτο με τα μούτρα, παίρνοντας μεγάλες μπουκιές που επιτέλους μπορούσα να απολαύσω, ήταν σαν παροξυσμός, δεν έτρωγα ποτέ έτσι, δεν ξέρω τι ήταν. .
-Τέτοια πείνα! Μου είπε ο ένας από την παρέα γελώντας.
-Μα δεν με άφηνε να φάω! του απάντησα απολογούμενη.
Η παρέα ξέσπασε σε γέλια. -Που τον κονόμησες; με ρώτησαν.
-Ε αυτός μου έτυχε και δεν έχω ξαναβγεί, ήθελα να δω πως είναι...
-Είδες; -είδα!
-Τη βάψαμε μάγκες ομαδικώς, είπε ο πρώτος. Να ποιοί χαλάνε την πιάτσα...
-Ποια πιάτσα; των ταξί; ρώτησα εγώ.
Αυτοί γέλασαν ακόμα πιο πολύ μέχρι που ο ένας ήρθε και μου ανακάτεψε τα μαλλιά.
-Των ταξί ναι. Εμείς φεύγουμε, πάμε για πρόβα τώρα, θέλεις να έρθεις να μας ακούσεις; με ρώτησαν.
-Μουσική παίζετε;
Ότι και να έλεγα γελούσαν. -Μουσική παίζουμε ναι. Λοιπόν τι λες; θα έρθεις;
-Άσε το κοριτσάκι ρε! του είπε ο άλλος της παρέας. Μάτια μου μην του δίνεις σημασία σε πειράζει.
-Α, δεν με θέλετε να έρθω δηλαδή, έτσι το είπε...
-Αν σου το λέγαμε στ' αλήθεια θα ερχόσουν; με ρώτησε ξανά αυτός που είπε στον πρώτο να με αφήσει...
Μπλόκαρα. Ακινητοποιήθηκα. Το ναι και το όχι έπαιζαν μέσα μου πινγκ πονγκ. -Καλύτερα όχι, είπα στο τέλος. -Θ' αργήσω στο σπίτι. Έχω ήδη αργήσει. Και φώναξα τον σερβιτότο για να πληρώσω. Είχα πέντε δραχμές λιγότερες από το ποσόν που έπρεπε να πληρώσω. Το είπα με ντροπή στο σερβιτόρο. Αυτός με κοίταξε περιφρονητικά και πήρε τα ψιλά που του έδωσα.
-Δώσε τα λεφτά πίσω στο κοροτσάκι, κερνάμε εμείς! είπε ο ένας από τους αλήτες, τους μαλλιάδες, με τους άξεστους τρόπους στο τραπέζι.
-Μα όχι.... -Μα ναι! άντε, σήκω να πας στο σπίτι μην αργήσεις. Και να προσέχεις. Και για το ραντεβού, περίμενε κανένα χρόνο, και μετά δες...
Τους ευχαρίστησα, σηκώθηκα και βγήκα έξω. Ύστερα έκανα μεταβολή και ξαναμπήκα.
Με λένε Ελένη ξέχασα να σας πω. Εσας πως σας λένε; - Κώστας, Κώστας, και Σταύρος. Λείπει ένας. -Γεια σας λοιπόν Κώστα, Κώστα, Σταύρο και χαιρετίσματα στον ένα. Χάρηκα που σας γνώρισα, σας ευχαριστώ πολύ.
-Γεια σου και σένα Ελένη... να προσέχεις είπαμε ε;
-Θα προσέχω!
Στο λεωφορείο μέσα σκεπτόμουν ότι έγινα που έγινα ρεζίλι στην παρέα αυτή, είπα που είπα ένα σωρό βλακείες, φαντάσου να τους έλεγα και τι δουλειά έκανε το παραλίγο πρώτο μου ραντεβού, που είχαν δει να αποχωρεί. Αξέχαστη θα τους είχα μείνει, όπως αυτοί έμειναν σε μένα, ειδικά από τότε που άκουσα το τραγούδι τους στο ραδιόφωνο.
ΥΓ. Όσο για το τραγούδι της Λίτσας Διαμάντη "Άσε με κλπ" δεν έχει σημασία. Μπορεί να ήταν κάποιο καψούρικο της εποχής του Πάριου ή του Μυτιληναίου. Ενδεικτικά έβαλα αυτό στην ιστορία.

Saturday, January 10, 2026

Χαραμάδες φωτός

 



Και σου έλεγα χθες να ρίχνεις το φως του ήλιου με τον καθρέφτη σου στη σκοτεινή μεριά του κόσμου, και αν είσαι μέσα σε αυτήν να ψάχνεις για τα φωτεινά σημάδια στους μαύρους τοίχους. Αλλά δεν σου είπα για κείνες τις χαραμάδες του φωτός απ' όπου μπορεί να περάσει το φως, και πως κάθε κραυγή, κάθε καταγγελία, κάθε ποίημα, κάθε ατομικό "όχι" στον τρόμο που θέλει να υποδουλώσει τον κόσμο, είναι μια χαραμάδα. Κι όταν αυτές γίνοται πολλές, πάρα πολλές, ξέρεις τι θα συμβεί. Θα τρίξει το οικοδόμημα του τρόμου, θα σπάσουν τα θεμελιά του, θα καταρρεύσει.


Tuesday, October 28, 2025

ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ- ΕΛΕΝΗ ΜΠΑΛΙΟΥ/ ΤΊΤΛΟΣ: ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΑΛΒΑΣ

Ελληνικός χαλβάς 

Της Ελένης Μπάλιου








Πρόσωπα Ασπασία 43 
Θοδωρής 50 
Ινδός Σερβιτόρος 30
Πρόεδρος (Διαμαντόπουλος) 65 
Αριστέα σύζυγος προέδρου 45




 ΣΚΗΝΗ 1η 



 Ζευγάρι σε γάμο με δύο παιδιά. Αυτός περιφερειακός διευθυντής μιας αλυσίδας τροφίμων που άνοιξε με δέκα καταστήματα και φιλοδοξεί ν’ αυγατίσει. Αυτή υπάλληλος στην ίδια εταιρεία και υφιστάμενός του. Βγαίνουν σε δείπνο με τον πρόεδρο και ιδρυτή της εταιρείας. Το ραντεβού είναι για τις εννιά. Το ζευγάρι πηγαίνει νωρίτερα στο ινδικό εστιατόριο. Ένας Ινδός σερβιτόρος με τουρμπάνι, τους οδηγεί σε τραπέζι και στέκεται διακριτικά όρθιος σε δυο μέτρα απόσταση. 

 Ασπασία: -Όλα τά’ χε η Μαριορή το ινδικό μας έλειπε. Τι στράβωσε δηλαδή στην ελληνική κουζίνα; 

 Θοδωρής: -Τίποτα στραβό με την ελληνική κουζίνα, την δοκιμάζεις όμως από τότε που γεννήθηκες. Δεν την βαρέθηκες; Να δοκιμάσεις και κάτι άλλο; 

 Ασπασία: -Και τι είμαι εγώ; Ινδικό χοιρίδιο; Να κάνουν οι Ινδοί πειράματα με το στομάχι μου; 

Σερβιτόρος: -Εδώ φαί καλό, όχι ποντίκια. 

 Θοδωρής: -Γι’ αυτό θα παραμείνεις υπαλληλίσκος στον αιώνα τον άπαντα. Δεν έχεις φαντασία, ούτε και καμιά επιθυμία να εξελιχθείς. Σε άκουσε και ο σερβιτόρος ντροπή... 

 Ασπασία: -Αυτό πάλι πως μας προέκυψε; Για κουζίνα μιλούσαμε. Πολύ κοντά μας δεν στέκεται ο σερβιτόρος; 

 Θοδωρής: -Πες μου τι τρως να σου πω ποιος είσαι. Και ο σερβιτόρος είναι εκεί που πρέπει να είναι. 

 Ασπασία: -Α κοίτα. Αν θέλεις να βρεις αφορμή για να μου βγάλεις κουσούρια είναι άλλο. Με την ίδια λογική θα μπορούσα κι εγώ να σου πω, ότι είσαι ο μόνος στο σπίτι που τρως τον λαπά όχι για τις θεραπευτικές του ιδιότητες αλλά γιατί σου αρέσει. Σ’ έχει βρίσει εξαιτίας αυτού κανείς να σε πει λαπά; Ή που δεν τολμάω να φτιάξω χαλβά γιατί πέφτεις με τα μούτρα και δεν αφήνεις κομμάτι σε κανέναν. Σ' έχει πει κανείς χαλβά; 

 Θοδωρής: Το ρύζι ανακαλύφθηκε στην Κίνα που είχε αναπτύξει λαμπρό πολιτισμό και τεχνολογία. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Πολλά χρόνια καλή μου. Και θα έπρεπε να το έχεις πάρει είδηση. Ο χαλβάς, όλη η Ελλάδα τρώει χαλβά, λες να είμαστε όλοι οι Έλληνες χαλβάδες; 

 Σερβιτόρος χαμηλόφωνα: Κίνα ρύζι, Ινδία χαλβά the best! 

 Ασπασία: -Για όλους δεν ξέρω... Εσύ είπες την παροιμία, αλλά για την άλλη, "πες μου με ποιον πλαγιάζεις να σου πω ποιος είσαι», έχεις καμιάν ιστορική αναφορά; Γιατί κατά βάση αυτή γνωρίζει ο κόσμος. Τα άλλα είναι δικές σου πολιτισμένες μπηχτές που εξαιρώντας το χαλβά και το λαπά, ρίχνεις από τότε που κόλλησες με αυτόν τον Σάι Μπάμπα. 

 Θοδωρής: -Άσε τον Σάι Μπάμπα απέξω. Δεν τρώει ούτε λαπά ούτε χαλβά. 
 Ασπασία: -Μπα; Παρακολουθείς και το διαιτολογιό του; Και τι τρώει μωρό μου ο φωτισμένος αυτός άνθρωπος; Ή δεν είναι άνθρωπος; Μπας είναι πνεύμα; 

 Θοδωρής: -Αν ήξερες πόσο στ’ αλήθεια φωτισμένος είναι και πόσα καλά έχει κάνει, δεν θα ειρωνευόσουν…Ο Σάι Μπάμπα βρε, ο Σάι Μπάμπα....αλλά τι να σου πω που είσαι κολλημένη με τις ξεπερασμένες ιδέες σου και βλέπεις την απατεωνιά παντού. Τέλος πάντων, που είναι ο κατάλογος; 

 Ο Θοδωρής στριφογυρίζει νευρικά στην καρέκλα του, ο σερβιτόρος με χαμόγελο πλησιάζει και του δίνει έναν κατάλογο. 

 Ασπασία: -Θα έχει τίποτα αναγνωρίσιμο μέσα ή θα φάμε ακρίδες ογκρατέν; Ο Σάι Μπάμπα! Παπαδαριό κι αυτός. Εσύ από τον ένα παπά φεύγεις στον άλλο πέφτεις. Δεν είναι πολύς ο καιρός που μου έλεγες, ο Χριστόδουλος βρε, ο Χριστόδουλος! 

 Σερβιτόρος: -Ογκρατέν σπεσιάλ! 

Θοδωρής: (με ξεφύσημα δυσφορίας) -Δεν σε τιμάει σαν αριστερή να μη σέβεσαι τον πολιτισμό των άλλων λαών. Άκου ακρίδες ογκρατέν! Κατηγορείς και τους ρατσιστές! Και τι νομίζεις εσύ; ο σοσιαλισμός θα σώσει τον κόσμο.; που πριν χρόνια φώναζες, ο Ανδρέας βρε! ο Ανδρέας! και μετά το φιάσκο, το γύρισες στο τρία κλικ αριστερά;

Ασπασία: -Τουλάχιστον δεν παραμυθιάζομαι με ανύπαρκτους σωτήρες. Ο λαός μόνος του μπορεί να παλέψει για τη ζωή και τα δικαιωματά του, Να προσέχεις μη λαλήσεις πάντως, σαν τον Τομ Κρουζ και άλλους... Και αν δηλαδή κάποιοι τουρίστες σιχαίνονται το κοκορέτσι είναι ρατσιστές; Και τέλος πάντων, για πες τώρα, που ξέρεις εσύ τις γεύσεις στα φαγητά του μενού; 

 Θοδωρής: -Γιατί δεν είμαι κολλημένος με την ελληνική κουζίνα. Τα δοκιμάζω όλα. Κι άσε τις εξυπνάδες έχει και ψύχρα. 

 Ασπασία:- Θα φταίει η ανοιχτή πόρτα πίσω σου. Ποτέ μην αφήνεις την πλάτη σου εκτεθειμένη. Πότε δοκίμασες την ινδική κουζίνα; Έχεις ξανάρθει εδώ; Άρα ήταν και δική σου η ιδέα να έρθουμε; 

 Θοδωρής: -Μην ανησυχείς έχουν γνώση οι φύλακες, για την πλάτη μου μιλώντας... Ναι, δική μου ιδέα ήταν. Είχα έρθει με έναν υποψήφιο πελάτη σε επαγγελματικό δείπνο. Αυτός με έφερε εδώ. 

Ασπασία: -Κι εγώ γιατί δεν ξέρω τίποτα; 

 Θοδωρής: -Γιατί να ξέρεις; Ξαφνικό ενδιαφέρον; 
 Ασπασία: -Πάντα ενδιαφέρομαι. Εσύ τα κρατάς όλα μυστικά. 

 Πέφτει σιωπή αναμεσά τους. Κοιτάζουν ο ένας δεξιά, ο άλλος αριστερά, παρατηρώντας το χώρο. Δυναμώνει και ο ήχος από μια ινδική μουσική που ήδη έπαιζε χαμηλά. Το ζευγάρι μοιάζει να έχει κάνει ανακωχή και να παίρνει είδηση που βρίσκεται. Χαμογελούν στο άκουσμα της μουσικής και η Ασπασία παριστάνει κάποια χορευτική φιγούρα με το κεφάλι και τα χέρια της. 



 ΣΚΗΝΗ 2η 



 Ο σερβιτόρος κάνει ένα βήμα μπροστά χαμογελώντας. Με μια ελαφριά υπόκλιση απευθύνεται στο Θοδωρή.

 Σερβιτόρος: -Χαίρομαι που σας βλέπω πάλι κύριε... είδατε κατάλογο; 

 Ασπασία: -Κατάλαβα... πάλι μαδήθηκες για την επίδειξη.... 

Θοδωρής: -Κι εγώ χαίρομαι φίλε μου, για την ώρα δυο ποτήρια κρασί. Περιμένουμε παρέα. 

Σερβιτόρος: -Κρασί που αρέσει εσάς ή στο κυρία καλύτερα;

Θοδωρής: -Το καλό θ’ αρέσει και στους δυο μας. Άρα φέρε μας ένα καλό, ξέρεις εσύ. 

Σερβιτόρος: -Ξέρω. strong wine. 

Ασπασία: -Δηλαδή μόνο το δυνατό κρασί είναι καλό κατά τη γνώμη του; και που ξέρει ότι εγώ το γουστάρω; 

 Θοδωρής: -Η δουλειά του είναι. Αν κάποιος δεν έχει ξανάρθει εδώ, τους προτείνει πράγματα που θεωρεί ότι είναι από τα καλύτερά τους. 
Ασπασία στο σερβιτόρο: -Φέρε μας το κρασί και βλέπουμε.

Σερβιτόρος: -Μενού διαβάσατε; 

 Ασπασία: -Μα σου είπαμε, περιμένουμε παρέα... 

Σερβιτόρος: -Μενού φέρω μετά, πρέπει να δώσω κι αλλού. Ω! παρέα.. πολλά πιάτα, ένα τραπέζι λίγο. Δύο μαζί καλύτερα;

Ασπασία: -Όχι καλά είμαστε εδώ. Φέρε το κρασί να τελειώνουμε...

Σερβιτόρος θιγμένος: -Μάλιστα, ό-πως επιτυμείτε. εγώ είπα για καλύτερα, που τρώτε πολύ... (Απομακρύνεται) 

 Ασπασία: -Επιτέλους ξεκουμπίστηκε. Ποιος τρώει πολύ; Εσύ;

 Θοδωρής: -Εσύ μην αφήσεις καρφίτσα να πέσει κάτω. Δεν τον είδες, δεν μιλάει καλά ελληνικά... 

 Ασπασία: -Δεν μου αρέσει να τον έχουμε πάνω από το κεφάλι μας και να διακόπτει. 

 Θοδωρής: -Σαν απολίτιστη χωριάτισσα κάνεις. Θα στέκεται διακριτικά σε απόσταση για να παίρνει τα άδεια πιάτα και να μας εξυπηρετεί. Όπως κάνουν σε κάθε καλό εστιατόριο. 

 Ασπασία: -Σιγά μην το κάνουν παντού. 

 Θοδωρής: -Ναι ξέχασα. Στα χασαπιά που πηγαίνεις εσύ δεν το κάνουν. Βέβαια ότι πληρώνεις παίρνεις. 

 Ασπασία: -Ε μη μας βγάζεις και άχρηστα όλα τα ελληνικά εστιατόρια τώρα επειδή ανακάλυψες το ινδικό! Και για να ξαναγυρίσω στην κουβέντα μας, σου έλεγα πως εγώ πάντα ενδιαφέρομαι για το τι γίνεται στην εργασία σου. Σε ρωτώ συχνά, αλλά εσύ προστατεύεις τα μυστικά της εταιρείας. Συνέχεια πίσω από τον Διαμαντόπουλο τρέχεις. 

 Θοδωρής: -Είναι καλύτερα έτσι. Αφού ανήκεις κι εσύ στο προσωπικό, όσο λιγότερα ξέρεις τόσο το καλύτερο για σένα. Αυτό το "πίσω" που είπες, είναι άσχημο καρφί. Δεν είμαι πίσω του, δίπλα του είμαι και δίνω προσοχή σε ότι μου λέει. 

 Ασπασία: -Τι δεν πρέπει να μάθω; τις βρωμοδουλειές του; Πρόσεχε γιατί όταν το κολλητάρι σου δεν θα σε χρειάζεται πια, θα πας στα αζήτητα. 

 Θοδωρής: -Έχεις μεγάλη φαντασία αλλά μόνο σε ότι αφορά την καχυποψία σου. Άκου βρωμοδουλειές! Κορίτσι μου εσύ αν μάθεις κάτι που πρέπει να γνωρίζουν μόνο στα κεντρικά, θα τρέξεις να το κοινοποιήσεις στο προσωπικό όλων των καταστημάτων μόνο και μόνο για να το παίξεις μαμά φαμίλια. Αλλά δεν είναι για να τα μαθαίνει όλα το προσωπικό. Αν δεν βάλεις μυαλό, εσένα βλέπω στα αζήτητα. 

 Ασπασία: -Θα μου παραδώσεις αυτοπροσώπως και την απόλυσή μου; Αυτά συζητάτε μεταξύ σας; 

 Θοδωρής: -Έλα μη γίνεσαι σαχλή! Δεν πέφτει μόνο αυτό το θέμα στο τραπέζι των συζητήσεων. 

 Ασπασία: -Για ηλίθιους μας περνάτε όλους; Λες να μην έχουμε καταλάβει τι συμβαίνει; Τι άλλο θέμα πέφτει; Το ξέπλυμα των χρημάτων; 

 Θοδωρής: -Πάλι σάχλες λες. Άστα αυτά τώρα. Έχουμε μόλις δέκα λεπτά να πούμε τα δικά μας πριν έρθουν οι άλλοι.

 Ασπασία: -Και γιατί να στριμώξουμε τα δικά μας μέσα σε δέκα λεπτά; Σπίτι δεν έχουμε να τα πούμε εκεί; 

 Θοδωρής: -Πρέπει να σου εξηγήσω τι ξέρει ο Διαμαντόπουλος για μας. 

 Ασπασία: -Τι να ξέρει ρε Θοδωρή ο Διαμαντόπουλος για μας; Ότι είμαστε ένα παντρεμένο ζευγάρι όπως όλα τα ζευγάρια του Θεού. Αυτό δεν ξέρει; 

 Θοδωρής: Δεν ξέρει μόνο αυτό. Με ρώτησε γιατί δεν σε έχουμε προωθήσει ακόμα σε καμιά καλύτερη θέση. Κι αναγκάστηκα να του πω ένα ψέμα. 

 Ασπασία: -Τι ψέμα του είπες; 

Έρχεται ο σερβιτόρος κρατώντας το δίσκο με το κρασί. Ακουμπά στο τραπέζι το μπουκάλι με τα δυο ποτήρια, ανοίγει το μπουκάλι τελετουργικά, σερβίρει τα δυο ποτήρια και περιμένει από πάνω τους, με επίσημο ύφος. Η Ασπασία κάθεται στα καρφιά. 

 Ασπασία ψιθυριστά: -Γιατί δεν φεύγει; μας σέρβιρε...κάθεται σαν μπάστακας...Κι αυτοί στο διπλανό τραπέζι τους πρόσεξες; Μας κοιτάζουν συνέχεια. 

 Θοδωρής: -Αμάν ρε Ασπασία! Τη δουλειά του κάνει, περιμένει να δοκιμάσουμε να του πούμε αν μας αρέσει... και πάψε να φαντασιώνεσαι πράγματα. 

 Ασπασία: -Όχι ειλικρινά, κοίτα με τρόπο να δεις ότι έχουν στημένο το αυτί τους και παρακολουθούν όλα όσα λέμε. 

 Σερβιτόρος χαμηλόφωνα: -bichcoin spies. 

 Θοδωρής στον σερβιτόρο: -Ωραίο φίλε μου, σ' ευχαριστούμε. Στην Ασπασία: -Ναι όπου νά' ναι θα σε απαγάγουν κιόλας. Έχεις μεγάλη φαντασία τελικά, κρίμα που αφορά μόνο την καχυποψία σου.

 Ασπασία: -Ενώ εσύ, θα την προτιμούσες στο σεξ ας πούμε...

 Θοδωρής: -Δεν θα μου κακόπεφτε...Και που ξέρεις, μπορεί και να ήμασταν αλλιώς τότε!

Ασπασία τραγουδώντας: -Ο Αλδεβαράαν! Να τι και ποιος φταίει λοιπόν. Τέλος πάντων... τι ψέμα είπες στον Διαμαντόπουλο για μένα; πες γρήγορα, θέλω να πάω στην τουαλέτα… 

 Ο Σερβιτόρος στη θέση του, κοιτάζει έκπληκτος την Ασπασία, ύστερα σα να προσπαθεί να θυμηθεί κάτι, και άηχα με το στόμα ψάχνει τη λέξη. 
-Αλδεβρ... Αλβραν! 

Θοδωρής: Ότι δεν είσαι για τέτοιες ευθύνες και άλλωστε είσαι ευχαριστημένη από τη θέση σου μέσα στο κατάστημα. Ότι δεν ξέρεις καν υπολογιστή. 


Η Ασπασία για κάποια δευτερόλεπτα παγώνει. Ύστερα σηκώνεται, σηκώνει και το ποτήρι της στον αέρα σαν για να κάνει πρόποση και τραγουδά με κέφι. "This is a mans word" Ύστερα κοπανάει το ποτήρι στο τραπέζι κι απομακρύνεται προς την τουαλέτα συνεχίζοντας να τραγουδάει. 


Ο Σερβιτόρος έχει απομείνει ακίνητος με το φρύδι ανασηκωμένο. Τα φώτα χαμηλώνουν. 

Wednesday, October 15, 2025

Κριτικές λογοτεχνών "Ευτύχης Καμένος" Reviews by writer Ioanna Petsa and poet Babis Zafiratos for the theatrical monologue "Euftychis Kamenos"

Joanna Petsa, 

Χθες, Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025, το All Day Bar Café Theater, 41 Street Café στον Υμηττό, γέμισε από φως, λόγο και συναίσθημα, καθώς παρουσιάστηκε το έργο της συγγραφέως Ελένης Μπάλιου με τίτλο «Ευτύχης Καμένος».
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Σπύρος Κατηφόρης, ο οποίος με ένταση και αμεσότητα έδωσε σάρκα και οστά σε έναν χαρακτήρα βαθιά ανθρώπινο, που κουβαλά όλα όσα βιώνει η τρίτη ηλικία στη σύγχρονη Ελλάδα.
Το έργο άγγιξε μια θεματική που αφορά άμεσα την κοινωνία μας: τα προβλήματα των ηλικιωμένων σε σχέση με τη συνταξιοδότηση. Μέσα από τον ήρωα ξεδιπλώθηκαν οι δυσκολίες και τα εμπόδια που συναντούν οι άνθρωποι στο δρόμο για να απολαύσουν τους κόπους μιας ζωής∙ η αδυσώπητη γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις, τα ατελείωτα «χαρτιά» και οι διαδικασίες που εξαντλούν την υπομονή τους. Η συγγραφέας, με ευαισθησία αλλά και κριτική ματιά, έδειξε πώς το σύστημα πολλές φορές καταλήγει να φθείρει και να κουράζει αντί να στηρίζει, γεννώντας αγανακτήσεις και απογοητεύσεις.
Την εκδήλωση παρακολούθησε πλήθος κόσμου: φίλοι της συγγραφέως, άνθρωποι της τέχνης και των γραμμάτων, θαμώνες του 41 Street Café, αλλά και φίλοι προσωπικοί. Όλοι μαζί δημιούργησαν μια ζεστή και φιλική ατμόσφαιρα, που κορυφώθηκε με το θερμό χειροκρότημα στο τέλος.
Η βραδιά δεν ήταν απλώς μια θεατρική παρουσίαση, αλλά μια υπενθύμιση: ότι η τέχνη μπορεί να μιλήσει για τα πιο καυτά κοινωνικά ζητήματα, να δώσει φωνή στους ανθρώπους που συχνά μένουν στο περιθώριο και να αναδείξει τη δύναμη της αλήθειας μέσα από τον λόγο και την ερμηνεία.

JOANNA PETSA

Yesterday, Friday, October 3, 2025, the All Day Bar Café Theater, 41 Street Café in Hymettus, was filled with light, speech and emotion, as the work of the writer Eleni Baliou entitled “Eftychis Kamenos” was presented. In the leading role, Spyros Katiforis, who with intensity and immediacy gave flesh and blood to a deeply human character, who carries everything that the elderly experience in modern Greece. The work touched on a topic that directly concerns our society: the problems of the elderly in relation to retirement. Through the hero, the difficulties and obstacles that people encounter on the way to enjoying the labors of a lifetime unfolded; the relentless bureaucracy, the delays, the endless “paperwork” and the procedures that exhaust their patience. The author, with sensitivity but also a critical eye, showed how the system often ends up wearing down and tiring instead of supporting, generating resentment and disappointment. The event was attended by a large crowd: friends of the author, people of art and letters, patrons of 41 Street Café, as well as personal friends. Together, they created a warm and friendly atmosphere, which culminated in warm applause at the end. The evening was not just a theatrical presentation, but a reminder: that art can speak about the hottest social issues, give a voice to people who are often left on the sidelines, and highlight the power of truth through speech and interpretation.


ΜΠΑΜΠΗΣ ΖΑΦΕΙΡΑΤΟΣ ΣΤΟ BLOG: ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ



Χτες (3/10/2025) είχαμε τη χαρά να ακούσουμε και να δούμε τον θεατρικό μονόλογο «Ευτύχης Καμένος» της αγαπημένης φίλης, εξαιρετικής ποιήτριας και πεζογράφου, Ελένης Μπάλιου Eleni Marina.

Η αφήγηση παρ-ακολουθεί έναν κατακαημένο Έλληνα, στην προσπάθειά του να βγάλει τη σύνταξή του. Και μέσα στον λαβύρινθο της γραφειοκρατίας αναθυμάται πολλά χρόνια πριν, όταν συνόδευε τη μάνα του με την πίκρα της, για τον ίδιο λόγο.

Τι κι αν κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι από τότε. Η γραφειοκρατία παραμένει κράτος εν κράτει, ο λαβύρινθος έχει απλώς αλλάξει λίγο στην αρχιτεκτονική των διαδρόμων του και το τέρας που ελλοχεύει στο βάθος έχει πλέον ξενικό όνομα: Λέγε με GOV και GPT.

Τώρα, μετά την αναμέτρησή του με το τέρας, ο δυστυχής Ευτύχης, νταλκαδιασμένος, τραγουδώντας «Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα», αποχωρεί από τη σκηνή μιας χώρας που εδώ και αιώνες «το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάει»…

Ο Σπύρος Κατηφόρης, στον ρόλο του Ευτύχη, δίνει πνοή στον ανεπιτήδευτο, χιουμοριστικό, άμεσο λόγο της Ελένης, για να μας συνεπάρει με την αναμφισβήτητη υποκριτική του ικανότητα και να μας πάρει μαζί του στον τραγελαφικά συναισθηματικό κόσμο του «ήρωα».

Ποιος νοιάζεται, αν ο όποιος Καμένος θα πάρει ή δεν θα πάρει σύνταξη; Αν πάρει ποτέ —αν του επιστρέψουνε ποτέ— τα δικά του χρήματα, στο τέλος, με χίλιους τρόπους, θα του τα πάρουνε πίσω…

Η Ελένη Μπάλιου μπορεί σίγουρα να διακριθεί και στη θεατρική σκηνή. Πολλά διηγήματά της, άλλωστε, έχουν εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να της ανοίξουν έναν καινούργιο δρόμο...

Της το εύχομαι ολόψυχα. Και σε άλλα με υγεία Ελένη!


Η γραφή της Μπάλιου (Eleni Marina) λειτουργεί σαν τη χιονοστιβάδα. Όταν αρχίσει να κυλάει, ακόμα κι αν ξεκινήσει σα μια τόση δα νιφάδα, φτάνει στον αναγνώστη πολλαπλασιασμένη, ισχυρή, καίρια και πάνω απ’ όλα αφτιασίδωτη κι αληθινή. Όταν λέω "αφτιασίδωτη", δεν εννοώ ανεπεξέργαστη, αλλά ανόθευτη στις αλήθειες που σπέρνει καθώς κατρακυλά στην ψυχή μας. Τώρα, μετά από μυθιστορήματα, διηγήματα και ποιήματα, επιχειρεί – μετά από πρό(σ)κληση τον μονόλογο «Ευτύχης Καμένος». Θα είμαι δυστυχώς ωσεί παρών. Όσοι μπορείτε, να πάτε, κι’ όσοι δεν μπορείτε, να μπορέσετε. Αν και…Καμένος ο Ευτύχης, το βέβαιο είναι πως θα σας δροσίσει.


Balios' (Eleni Marina) writing works like an avalanche. When it starts to flow, even if it starts as a single snowflake, it reaches the reader multiplied, powerful, vital and above all, unadulterated and true. When I say "unadulterated", I do not mean unprocessed, but unadulterated in the truths it sows as it tumbles into our soul. Now, after novels, short stories and poems, she attempts - after a provocation - the monologue "Euftychis Kamenos". Unfortunately, I will be present. Those who can, go, and those who cannot, may they come. Although...Euftychis Kamenos, it is certain that it will refresh you.


BABIS ZAFEIRATOS ON THE BLOG: BOTTLE IN THE WIND



Yesterday (3/10/2025) we had the pleasure of listening to and seeing the theatrical monologue “Euftichis Kamenos” by our dear friend, excellent poet and prose writer, Eleni Baliou Eleni Marina.


The narrative follows a burnt-out Greek, in his attempt to get his pension. And within the labyrinth of bureaucracy, he remembers many years ago, when he accompanied his mother with her bitterness, for the same reason.


No matter how much water has flowed down the drain since then. The bureaucracy remains a state within a state, the labyrinth has simply changed a little in the architecture of its corridors and the monster lurking in the background now has a foreign name: Call me GOV and GPT.


Now, after his confrontation with the monster, the unfortunate Eftichis, dazed, singing “The false words are the great ones”, leaves the stage of a country that for centuries “always carries the same lie”…


Spyros Katiforis, in the role of Eftichis, breathes life into the unpretentious, humorous, direct speech of Eleni, to captivate us with his undeniable acting ability and take us with him into the hilariously emotional world of the “hero”.


Who cares if any Kamenos will get a pension or not? If he ever gets — if they ever get back — his own money, in the end, in a thousand ways, they will take it back from him…


Eleni Baliou can certainly distinguish herself on the theatrical stage as well. Many of her short stories, after all, have those elements that can open a new path for her...


I wish her all the best. And in other things, with health, Eleni!



Μπ. Ζ., 4/10/2025










https://herinna2.blogspot.com/p/blog-page.html