herinna

herinna

Sunday, December 11, 2016

Νύχτα Χριστουγεννιάτικη

Εδώ η κατάσταση μπορεί να σε τρελάνει αν ακούς και συνδιαλέγεσαι μόνο με τα κοράκια και τις γάτες, τις προάλλες έπιασα τον εαυτό μου να κάνει Κρα, ενώ μια άλλη μέρα προσπαθούσα να πείσω έναν μετεμψυχωμένο και εξαιτίας αυτού ψυχοπαθή γκρίζο γάτο, ότι το φαγητό είναι μπροστά στη μύτη του, να σκύψει να φάει και να σταματήσει να με απειλεί. Όπως το διαβάζετε, να με απειλεί. Χχχ και χχχ είτε πας με την κατσαρόλα στο χέρι για να του βάλεις, είτε απλώς βγαίνεις από την πόρτα, χχχχ  αυτός. Έπιασα λοιπόν τον εαυτό μου να του λέει. Νιάου; Νια νια νια μιαμ μιαμ. Καλά. Φταίει όμως που είναι ψυχοπαθής οι άλλες γάτες με καταλαβαίνουν και μου απαντούν. Το μόνο ζώο με το οποίο  δεν έχω καταφέρει να επικοινωνήσω ακόμα επειδή καθένα από το είδος του μιλάει μιαν άλλη γλώσσα, είναι το «Άνω θρώσκω».
Σιγά και μη θρώσκεις άνω  ηλίθιε! 
Έτσι λοιπόν για μην τρελαθούμε ο συνάδελφος διπλανή πόρτα κι εγώ, συναντιόμαστε κάθε βράδυ στο σπίτι μου για να δούμε ταινία. Όχι  του στιλ «πάμε για καφέ κι άμα δεν σ’ αρέσει ντύνεσαι και φεύγεις» ταινία κανονικά εντάξει;

Χθες βράδυ λοιπόν ενώ εγώ κοιμόμουν γλυκά τάχαμου βλέποντας κι αυτός μου έλεγε τρεις και μία «χάνεις», είπε ξαφνικά τη φράση που με έκανε να ανοίξω το μάτι γαρίδα.
«Χριστούγεννα έξω Ελένη!
-Ε; Τι λες;
-βγες να δεις.
-Ρε δεν με παρατάς; Νυχτιάτικα;
-Βγες, έλα πάμε».  Και βγαίνει πρώτος έξω.
Τι στα κέρατα θέλει τώρα;  Βάζω τις παντόφλες, το καταβρώμικο σακάκι μου (τι θα κάνω μ’ αυτό;) και τον ακολουθώ. Πέραν του ότι δεν έχω ξαναδεί φεγγάρι με τόσα πολλά και έντονα φωτεινά άστρα τριγύρω, δεν έχω ξαναδεί ούτε τόσα πολλά πρόβατα μέσα στο χωράφι μας, θα πρέπει να ήταν καμιά πενηνταριά, μανάδες, έφηβοι, μωρά, ξαναμμένοι κριοί όλα εκεί. Κι ένα μικρούλι νεογέννητο σκαρφαλωμένο στο βράχο φώναζε καλώντας βοήθεια, και η μαμά του από κάτω το παρότρυνε να κατέβει, μια συνομιλία που κράτησε ώρα, «-φοβάμαι, έλα να με πάρεις. –Βάλε τα ποδαράκια σου σε κείνη τη χαμηλή πετρούλα και κατέβα σιγά σιγά. –Όχι θά γκρεμιστώ έλα να με πάρεις! –Δεν θα πάθεις τίποτα, κατέβα, ολόκληρο παλικάρι! Εδώ κατεβαίνει η χαζή η Ελένη από κει!»
Πείστηκε το αρνάκι και κατέβηκε.

Και να μην κουνάει φύλλο τριγύρω. Βουκολικό τοπίο ζωγραφισμένο από  χέρι  πνιγμένου από αγάπη και ρομαντισμό εξόριστου ζωγράφου.  Να λες όπου  να’ ναι θα σκάσουν οι μάγοι με τα δώρα. Και γυρνάς το σώμα σου 360 μοίρες αναζητώντας τη φάτνη.
Εδώ σε αυτό το ξεχασμένο μέρος της Ελλάδας από την Ελλάδα, κατάλαβα πόσο ασήμαντα είναι τα πάθη μας, τα πάχη μας, τα κάλλη μας, οι στόχοι μας, τα κέρδη που ζυγίζεις στη φούχτα, τα πεζά μας όνειρα, οι πεζές μας καταξιώσεις,  το κύρος μας, το βέτο μας, το ύφος μας, η θέση μας, η μόστρα μας, η μούρη μας, κι όλα όσα επινοήσαμε για να πατήσουμε πάνω στο κεφάλι του συνανθρώπου μας.
Ο Αίολος κοιμόταν. Έτσι κι αλλιώς ο σάκος του έχει  αδειάσει για την ώρα. Μόνο το κουδουνάκι στο λαιμό των ζώων ακουγόταν και ένας ρυθμικός χτύπος που έπαλε πάνω στη γη, δεν ήξερα αν ήταν η καρδιά μου ή του συναδέλφου ή των προβάτων, ή αυτή η ίδια η καρδιά της γης.
Δεν θα υπάρξουν άλλα κείμενα για κατασκόπους. Αφομοιώθηκαν όλοι από τη φύση, μαζί με τα μυστικά και τα ντοκουμέντα, μη λες κουβέντα, γιατί μ’ αυτά και με κείνα χάνεις την πιο μεγάλη αμοιβή που θα μπορούσες να πάρεις μαζί σου φεύγοντας. Ας κρατήσουν τα λάβαρα της νίκης αυτοί που μόνο αυτά μπορούν να χαρούν, -χαιρετίσματα στην εξουσία-.
Άσχετα αν καμιά φορά, συχνά, τα κρατάνε επειδή τους τα χαρίζουμε. Αντιλαβού ιδανικέ μου αναγνώστη;

Για σένα είναι όλα αυτά. Για κείνο το κομμάτι μέσα σου που λαχταράει να πιεί ένα κρασί μαζί μου κι ας μην πίνω, να γυρίσει πίσω το χρόνο και να με θυμηθεί στον τόρνο, τη φρέζα, τις ταπετσαρίες, τα χλωμά φώτα ενός σχολείου, στο δρόμο, τις συνελεύσεις, το ματωμένο φρύδι, το χαμένο παπούτσι,  θυμήσου ρε μαλάκα ιδανικέ αναγνώστη, και μη λες κουβέντα. Ότι και να πεις έτσι κι  αλλιώς δεν θα το δω. Δεν θα το ακούσω. Δεν θα βγεις ποτέ γυμνός βορά στα νύχια τόσων κοράκων. Το κάνω εγώ για σένα. Εσύ μόνο διαβασέ με για να σου ξεκινήσει όμορφα, ανθρώπινα, γλυκά η μέρα, με ένα χαμόγελο   αποδοχής μου το χρωστάς, ντυμένος μέχρι το λαιμό τους τίτλους σου, τα αλεξίσφαιρά σου, να πας παρακάτω. Που παρακάτω έρημε…άστο. Απλώς θυμήσου!

Το αστέρι της Δήλου αστράφτει στο χέρι  του Έλληνα Θεού. Δείχνει το δρόμο προς τη Φάτνη. Εκεί που θα γεννηθεί ξανά η ελπίδα για τη συναίσθηση της κοινής μας μοίρας. Ως εκ τούτου,  της δικής μου και της δικής σου, μαλάκα ιδανικέ αναγνώστη...

φιλώ σας.

Saturday, December 10, 2016

Γιατί οι γάτες τρώνε λάχανα;

Δεν μπορεί να είναι άλλο από μια διεφθαρμένη παρεξήγηση του τσιτάτου εκείνου του έτσι κι αλλιώς αυτοπαρεξημένου Κοέλιο. Αχ, είπε η δυνατή επιθυμία. Συνωμοτείστε δυνάμεις του σύμπαντος και ηλεκτρομαγνητικά κύματα και υποχθόνιες δυνάμεις και γήινες, να χάσει τις λέξεις! Να της καεί το πληκτρολόγιο, να πέσει κεραυνός να τα κάνει στάχτη και μπούρμπερη όλα να μη μείνει λέξη για λέξη, να μη μπορεί ξανά να σχηματίσει ούτε ένα "ΝΙ".
 Και η δυνατή επιθυμία ακούστηκε μερικώς. Και  γράφει ότι θέλει το πληκτρολόγιο, αλλά δεν ακούστηκε ολικώς, γιατί μια άλλη δυνατή επιθ υμία, ιση και αντίθετη, μπήκε μπροστά. "Αν τα γράμματα χορεύουν τριγύρω βγάζοντας τη γλώσσα τους στη δημιουργό της πρότασης, θα χορέψει κι αυτή πίσω τους κυνηγώντας τα σαν τον Πήτερ Παν τη σκιά του και θα τα πιάσει. Και δεν πάνε να συνωμοτήσουν όσο θέλουν οι δυνάμεις, ο θνητός εναι  Θεός".
Ίσως εδώ κι εκεί να καταφέρνουν να ξεφεύγουν ακόμα μερικά γράμματα αλλά είναι μηδαμινή η ζημιά σε σχέση με τα εδώ κείμενα, ενώ σε σχέση με το  παίδεμα και το  διάολο τον κρυμμένο στο λαποπ μου, φοβάμαι ζημιά μγάλη.
Ευκαιρία για μικρά συνοπτικά κείμενα. Ξέρεις τι είναι τώρα ένας εισαγγελέας να πρέπει να διαβάζει ολόκληρο κουραστικό κατεβατό με ......κάτσε να δεις πως το είπε εκείνος ο σκεπτικός αναγνώστης μου, α ναι. "Μεεε μερικές λογοτεχνικές ή λογοτεχνίζουσες; φράσεις", για να φτάσει οτο ζουμί, στο πραγματικό γεγονός δηλαδή πάνω στο οποίο θα στηρίξει την κατηγορία;
Αμ το άλλο; Άντε κι επιτέλους έφτασε στο γεγονός. Ποιο είναι; Ο βαρκάρης του Αχέροντα; Η Κυρά της Δήλου; Η φωτιά των Απάτσι απέναντι; Η κακή χρήση  απο μέρους μου του μηχανήματος με το μελάνι που χτυπάει την ώρα προσέλευσης του προσωπικού; Η αποκάλυψη της ύπαρξης ενός τόσο πρωτοποριακού πιλοτικού εθνικού οργάνου; Ο Βαγγέλης ο γάιδαρος ή οι Τρωικοί κριοί με τη συνοδεία τους; Αρσενικά είναι, χαρέμι χρειάζονται, δεν τους μίλησε και κανείς για την αντισύλληψη, πάρε και μισή ντουζίνα νεογέννητα, δώρο χριστουγεννιάτικο, μας έφεξε. Να μην την πω τη χαρά μου η γυναίκα; Να μην ευχαριστήσω τους Κριούς που μας ρήμαξαν τα βασιλικά; Έτσι είναι όλα στη ζωή. Δίνεις-παίρνεις.

Αλήθεα τι; Μήπως η κατηγορία θα αφορά όχι ως προς εκείνους και εκείνα που είδα και φωτογράφισα, αλλά για εκείνα που αφήνουν άδεια τη θέση τους μέσα στη φωτογραφία; Ένα κενό λευκό που αποτυπώνει μια κραυγαλέα απουσία; Ένα επικίνδυνο κενό που με καθιστά σαμποτέρ του τοπίου; Επειδή αφήνω τον καθένα να φανταστεί τι θα έπρεπε να υπάρχει στη θέση αυτού του κενού;
Είτε μπλε, είτε πράσινο, είτε ροζ ζώο, δέντρο, πουλί άνθρωπος; Το κόκκινο δεν το συζητάμε,  είναι έτσι κι αλλιώς στα αζήτητα. Το ίδιο και ο συνδυασμός μαύρο με κόκκινο.
Αλήθεια τι!  Το επαναλαμβανόμενο "Νι"; Ή η αφαίρεση; μπορεί ένας καλλιτέχνης του λόγου, (λέμε τώρα) να καταδικαστεί για αμοντάριστη φωτογραφία, αφού δεν συμπλήρωσε αυτός τα κενά του τοπίου, ή  για τη χρήση της ποιητικής άδειας, ή για τη ποιητική αφαίρεση; Υπάρχει τέτοιο δεδικασμένο;

Α πολύ στο σοβαρό το γυρίσαμε. Δε λέει. Εγώ λέω τώρα να κάνω το διήμερο ρεπό μου και να σκεφτώ άλλα. Πχ, Τι τίτλο θα έχει το επόμενο βιβλίο μου. Που να πάω να ζήσω μετά από αυτό;
Μετά  την ακατονόμαστη "Α ρε Νταλάρα!" είναι η Γαύδος και μετά από κει τι; Η Αφρική είπαμε;
.
Άλλο θέμα που θα με απασχολήσει το διήμερο. απέναντι στον εργοδότη, την εργασιακή καταξίωση και τις αναγνωρισμένες υπηρεσίες του σε έναν μηχανισμό που καταργεί τους νόμους χρησιμοποιώντας τους; Πως το έλεγε η Αρεντ αυτό να δεις...
" Η γενεσιουργός αιτία του ριζικού κακού" και πως εξηγεί τον "απολυταρχικό χαρακτήρα της προσωπικότητας";
 "Μερικά από αυτά τα στοιχεία είχε και ο Άιχμαν (σ.δική μου, Άιχμαν, γερμανός χαμηλόβαθμος που εκτέλεσε Εβραίους στο Άουσβιτς) παρόλο που δεν είχε απόλυτο μίσος απέναντι στους Εβραίους ή στις άλλες ομάδες που βρίσκονταν υπό διωγμό. Γεγονός που φανερώνει ότι οι άνθρωποι σε πολλές περιπτώσεις αφήνονται σε έναν ανώτερο, είτε ταξικά είτε πνευματικά από τους ίδιους, για να τους καθοδηγήσει, να πράξει για τους ίδιους, επιδεικνύοντας μια τυφλή πίστη ή τυφλή απάθεια. Μια κυριολεκτική ανεκτικότητα σε στερεότυπα σχετικά με τη φύση του άλλου και με την εξύψωση του Εγώ".
Ενδιαφέρον.
Αλλά ούτε αυτό θα με απασχολήσει το πολύτιμο διημερό μου. Θα καταπιαστώ με κάτι πολύ πιο απλό. "Γιατί τα κουνέλια χάθηκαν; γιατι οι γάτες τρώνε λάχανα;"

Friday, December 9, 2016

τι θε'τε τώρα;

Αγαπημένοι μου, γιατί δε θέλετε να καταλάβετε το γιατί κατέβηκαν τα κείμεμα; Δεν σας εξήγησα; Πριν από αυτό δεν σου λεγα Γιώργο μου Πήττα, σώστα κάπου θα τα φάει η μαρμάγκα, με τόσους θιγμένους επιχειρηματίες, θιγμένες εταιρίες, δημοσιογράφοι, γκόμενοι, ακαδημαίκοί του κώλου, λιμοκοντόροι, συγγραφείς ακόμα, σώστε τα σας έλεγα γιτί εγώ γράφω και φεύγω. Δεν σώζω.

 θΑ έρθει μέρα σας έλεγα που θα μπουκάρουν οι μπάτσοι με τον εισαγγελέα να τα κατάσχουν όλα, και μένα μαζί. Αααμπα! μου λέγατε. Είναι ακινδυνα! Άλλωστε, έχουμε δημοκρατία...
 Καλού κακού έφυγα και από τα αφεντικά με τη στάμπα στο κούτελο, και ήρθα στα άλλα χωρίς τη στάμπα τρομάρα μου.Όχι για να μην πείτε δεν προσπάθησα! Αλλά κι εδώ κινδυνεύει η Ελλάς!

 -Φουκαρά Μπουκόφσκι, τι έχεις τραβήξει κι εσύ!- (Κωδικός για μυημένους..επίσης)

 Και αφού δεν τα σώσατε τα κείμενα τότε στις επικίνδυνες μέρες, με τα αφεντικά τα διάφορα και τους θιγμένους τους διάφορους βλέπεις ότι έρχεται στιγμή που σου εντοπίζω κατάσκοπο στο νησί με στολή προβάτου; σώστο το γαμήδι! Ποιος σου φταίει τώρα; εγώ;
Σας είχα υποσχεθεί το σημερινό ποστ να είναι για φασίστες και φοβικούς. Αλλά δεν με αφήσατε. Τι γίνανε τα κείμενα και τι γίνανε τα κείμενα!
 Για να σας καθησυχάσω, τα έχουν σώσει καμιά δεκαριά αρχαιολόγοι, διότι εκείνο το πρόβατο με τα μαύρα πόδια το ύποπτο και εκείνος ο όνιος γκαρ με το παραπλανητικό όνομα Βαγγέλης, που έχει κάτι αυτάρες Να! και τα ακούει όλα φυσικά και ο Δούρειος Κριός που έστειλαν μέσα οι Τουρκαλάδες ως αντίποινα για τον δικό μας Δούρειο Ίππο, δεν κατάφεραν να ξεγελάσουν τους ειδικούς που κατάλαβαν πως ήταν καλυμμένοι κατάσκοποι όλα, και τώρα η μητέρα πατρίδα θα προστατευτεί. Απλώς με παρακάλεσαν, μέχρι να ξετρυπώσουν την γάτα με το ένα μάτι και το γάντζο, και τον πελεκάνο (τάχαμου της Μυκόνου κι αυτος) που γυροφέρνει τις νύχτες για να μας πηδήξει τα παγόνια, να μη δώσω άλλα στοιχεία για να μη πονηρευτούν. Μετά θα ξανάρθουν τα κείμενα, ω ναι. Θα ξανάρθουν. Υπομονή Γιώργο μου, τα κείμενα θα είναι ακόμα επίκαιρα για το ραδιόφωνο της Κύπρου όταν επιστέψουν.
Μαύρε γάτε, δεν σε ρώτησα ποτέ. Μπας σου λείπει ένα μάτι ή φοράς γάντζο; Φιλώ σας. Αύριο θα πω, αυτά που ήταν για σήμερα...

Thursday, December 8, 2016

φμγμτμν

Αγαπητοί αναγνώστες μου.  Έπεσε λογοκρισία.
Από εδώ και πέρα μου επιτρέπεται να σας μιλώ μόνο για λουλουδάκια, αστράκια, θάλασσα και καρδούλες. Απαγορεύονται τα ζώα και οι άνθρωποι, κλκδσξφκ η τα καμουφλαρισμένα σε ανθρώπους ζώα κελσκδφξσφ ή οι καμουφλαρισμένοι σε ζώα  άνθρωποι βλέπε Βαγγέλης ο  όνος μπιπ. Καθώς και η συλλαβή «ΝΙ!»
Την τελευταία φορά που είδα το φίλο μου μπιπ,  δεν λέμε περιοχές απαγορεύονται κι αυτές, κφσδξφ,  μου αποκάλυψε  το  σατα...κό σχέδιο του κερασφόρου Δούρειου κριού που αποβλέπει στην κατάληψη του νησιού από τους αρχ….μπιιιιπ! λους.
ΑΧ! Έδυσε ο ήλιος και πάλι σήμερα. Μπας έχει γίν.. από καιρό; Μια γλυκιά νάρκη κυριεύει τα μέλη μου. Να με έχει περάσει  ο ξεμωραμένος  Δίας για νεαρή πουλάδα και πάει να με ξελογιάσει;  Α τον καημένο! Ο μανιακός βοριάς προσπαθεί να ξουρίσει τους κόρακες, που αδηφάγοι ορμούν στην κοπριά των λαχάνων. Τι ωραία, τι γλυκιά που είναι η φύση  η άγρια, όταν οι φαλλοί στέκονται εκεί  αγέρωχοι στον άνεμο χωρίς βαζελίν.. και οι φελλοί στροβιλίζονται ψηλά ουλαρία ουλαλα με τα σκουπίδια!
Αυτά για σήμερα. Αύριο θα σας μιλήσω για  φασίστες  και  μεθαύριο για φοβικούς στο δρόμο που χάραξαν οι πρώτοι.  Αναμείνατε στην οθόνη…όλα μια ιδέα είναι.
Προσεχώς:
«Αμάρτησα για το νερό μου»
Ένα δραματικό σενάριο της ΔΕΛΕΝ ΦΙΛΜΣ, εμπνευσμένο από τα πηγάδια, τις λίμνες και τις θάλασσες των Θεών.
Είμαι οκ; Είμαι οκ.
65 μοίρες βόρειοανατολικά ΜΚ

κωδικός 65ΜΒΑΜΚ-ΤΣΟΥ-ΡΕ
(για προχωρημένους)

το βουνό Κανένα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βουνό.
το βουνό ήταν χαρούμενο και ζωντανό.
Το βουνό ήτανε .......
Το βουνό ανήκε σε μια χώρα ταπεινή
το βουνό ήτανε πράσινο και καφέ
το βουνό ήταν...........
Το βουνό δεν είχε άνθρωπο να ζει
δεν είχε ούτε σπίτια ούτε ζώα
δικά του, όπως εκείνα τα βουνά
που έχουν τα ζώα τους και τα σπίτα.
Είχε μονάχα ζώα εισβολείς
κι ανθρώπους που ήτανε περαστικοί
και κάτι άγνωστα πουλιά
περαστικά κι αυτά.
Το βουνό δεν υπήρχε στους χάρτες
υπήρχε όμως σαν βουνό.
Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένα παράξενο βουνό
που ειδαν μονάχα οι περαστικοί
κι όσοι κρυφά μέναν στις σπηλιές
που φύλαγαν τα μυστικά της γης.
Δεν έχει όνομα, σημάδια γραμμένα
δεν έχει υπόσταση ως βουνό
κανένα.
Η πρώτη πραγματικά χειμωνιάτικη μέρα στο νησί. Δεν ξέρω πόσο είναι η θερμοκρασία αλλά τα πόδια μου έχουν παγώσει. Ο αέρας πάλι λύσσαξε, κρουαζιερόπλοιο δεν έρχεται. Δεν ξέρω αν λόγω του καιρού ή λόγω που δεν μάζεψε κόσμο.
Σήμερα έχει γενέθλια το παιδί μου. Έφτιαξα ένα κέικ με σοκολάτα και το έφερα στη δουλειά να κεράσω. Φοβόμουν πως δεν θα τους αρέσει γιατί δεν είναι το κέικ τούρτα γενεθλίων αλλά νομίζω τους άρεσε.
Εμένα πάλι δεν μου άρεσε αυτό που μας είπε ο ΟΑΕΔ στο τηλέφωνο. Τηλεφώνησε ο συνάδελφος και ρώτησε για τα ωράρια. Εμείς που έχουμε έρθει για τόσο λίγα χρήματα το μήνα, στη θέση ημερήσιος φύλακας, είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε και το βραδινό ωράριο 2-10; Η απάντηση ήταν ναι.
Σε άλλη ερώτηση για την κάλυψη σε νερό, αφού το νησί δεν διαθέτει πόσιμο νερό δεν είναι προκλητικό να πληρώνουμε εμείς το νερό μας και να μη μας το χορηγεί η υπηρεσία; δηλαδή με αυτά τα λεφτά τι θα πρωτοπληρώσουμε; Όχι δεν το χορηγεί η υπηρεσία μας βεβαιώνει ο ΟΑΕΔ είστε υποχρωμένοι να το αγοράζετε. Πάρα πολυ ωραία. πεφτουμε στα 380 το μηνα. Δε θες κι εκατό το μήνα για φαγητό, χαρτιά τουαλέτας, σαμπουάν κλπ; θες και λίγα λέω.

Sunday, April 24, 2016

Τα μανεκέν παρελαύνουν!

Οι συμμαθήτριες που άφησα.


Σιχτίρ, κάνω δυο δουλειές και ξεφυσάω σαν κλαταρισμένο λάστιχο. Τρέχω να βρω τα χάπια της πίεσης και κάθε που τρώω λίγο τυρί νομίζω πως θα μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι. Δεν ήμουν πάντα έτσι να ξέρεις. Κανείς δεν ήταν πάντα έτσι να μου πεις. Αλλά να, σκέπτομαι πως τελικά παθαίνεις αυτό που πιο πολύ απ' όλα φοβάσαι. Εγώ από μικρή όταν άκουγα ότι ένας άνθρωπος είχε πίεση, σκεπτόμουν πως είναι ότι πιο χειρότερο μπορεί να έχει ένας άνθρωπος από ασθένεια. Ανατρίχιαζα, κοιταζόμουν, αδύνατη είμαι, δεν θα το πάθω, παρηγοριόμουν. Αμ δε!
Στο σχολείο το δημοτικό, ήμουν παλιόμουτρο. Κορίτσι είναι αυτό για μπελάς; ΚαΑνένα παιδί δεν με ανεχόταν, αγόρι, κορίτσι. Σπάνια γέλαγα, σπάνια έπαιζα με τα άλλα παιδιά. Αλλά όσο για το ξύλο, πρώτη. Αυτό το ήξερα καλά, τι να σου λέω τώρα.
Μόνη εξαίρεση από όλα τα παιδιά της γειτονιάς, η Ελευθερία. Αυτήν δεν την τρόμαζε η αγριόφατσά μου. Κατέφευγα στο σπίτι της όταν το πράγμα παραγινόταν με τις προκλήσεις της γειτονιάς. Εκείνος εκεί ο Γιωργάκης, κάθε φορά που ήθελε να δει πόσο μεγάλωσε και άντρεψε, με προκαλούσε να πλακωθούμε. Κάθε φορά τις έτρωγε και όταν μεγάλωσε επιτέλους και μπορούσε να με νικήσει,  κατάλαβε πως ήμουν απλώς ένα κορίτσι. Άλλωστε και να ήθελε, είχα φύγει από τη γειτονιά, δεν ήταν εύκολο να με βρει κανείς.
Κανείς.  Πριν από αυτή την περίοδο του «κανείς» είχα περάσει στο γυμνάσιο και κάθε μέρα πέρναγα να πάρω την Ελευθερία από το σπίτι της , για το σχολείο. Στο δρόμο σταματούσαμε στης Ελένης, πάντα αργούσε η Ελένη, έπρεπε να μπούμε μέσα και να την περιμένουμε. Μαζί μας ερχόταν και η ξαδέλφη της από το διπλανό σπίτι, η Μαρία και στο τέλος της κατηφοριάς, μας περίμενε η Κατερίνα. Να’ μαστε πέντε χαρούμενες, χοροπηδηχτές, να φτιάχνουμε και το βήμα μας συχνά για να πηγαίνουμε ίδια, να τις ακούω να μιλάνε και να μαθαίνω πως κάνουν τα κορίτσια, τι αγαπάνε τα κορίτσια, με τι χαίρονται τα κορίτσια. Να πιθηκίζω για να είμαι μέσα στο πνεύμα της παρέας και στην ουσία να μην με αγγίζει τίποτα απ’ όλα αυτά, παρά ταύτα να νιώθω ευγνωμοσύνη που ήμουν εκεί, ανάμεσα στις τέσσερις,  μέλος κι εγώ μιας μικρής συντροφιάς, ενός «εμείς» που δεν είχα μέχρι το γυμνάσιο ανακαλύψει.
Ήταν τώρα οι αστραπές του ουρανού που εγώ έτρεμα, κι έτρεxα στο φλας και τα μπουμπουνητά να κρυφτώ στο κρεβάτι της μάνας μου. Αυτές τις αστραπές που τσαφ, με λαμπάδιαζαν μέσα μου, κανείς δεν έπαιρνε χαμπάρι, ούτε κι εγώ. Γι’ αυτό τη θαύμαζα την Ελένη που τις κοίταζε κατάματα. Κι άπλωνε το δάχτυλό της να τις μας τις δείξει. Κι εγώ της φώναζα, «Μη να χαρείς, μην προκαλείς τον ουρανό!»
Και γέλασε η Ελένη και θύμωσα εγώ που τόσο αψήφιστα έπαιρνε τον κίνδυνο.
«-Θα μας πάρεις στο λαιμό σου, δεν ξέρεις ότι το ανθρώπινο σώμα είναι μαγνήτης του κεραυνού; Βλαμμένο;
-ω! Σταμάτα πια φοβιτσιάρα, πως κάνεις έτσι. Μόνο στ’ αγόρια ξέρεις να κάνεις το μάγκα;»
Και η Ελευθερία, να μπαίνει μπροστά κάθε φορά που ένα αστείο τους, έπεφτε πάνω στον τοίχο του μονόχνωτου αγριόπαιδου, να με υπερασπίζεται να μας θυμίζει πως είμαστε φίλες και πρέπει να ανεχόμαστε η μία την ιδιαιτερότητα της άλλης. Ποτέ δεν πήρε  θέση υπέρ της μιας ή της άλλης, παρά απαιτούσε συμφιλίωση εδώ και τώρα.