herinna

herinna

Monday, January 18, 2021

Το καταφύγιο με το άρωμα

 Είναι χαζό να σκέπτεται κανείς πως μπορεί να βρει καταφύγιο σε μια ιστοσελίδα, αφού δεν είναι ένας χώρος που σε απομονώνει, αλλά που σε εκθέτει, με την κάθε λέξη, φράση, σκέψη που εκφράζεις, αν δεν ακολουθεί τους τύπους της συγγραφικής δεοντολογίας, ή τουλάχιστον τους άλλους της προσεγμένης και ευπρεπούς έκφρασης. Όμως εγώ είμαι άνθρωπος της έκθεσης, αφού το παρελθόν μου γιατρεύεται μέσα από αυτήν, ενώ το παρόν μου δεν έχει έρθει ο καιρός να κρίνω αν θα χρειαστεί γιατριά. Καλά είμαι πάντως. 

Το μέρος αυτό εδώ είναι καταφύγιο γιατί λειτουργεί σαν τόπος εγκλήματος. Εδώ ξεκίνησαν όλα. Εδώ μαζεύτηκε το υλικό για το "Τι τραβούν κι αυτοί οι πλούσιοι" και ένα μέρος από το βιβλίο που κυκλοφόρησε με τα ποιήματα. Είναι επίσης ο καθαρά δικός μου χώρος, κι όχι το κάπου, που θα μπει κανείς να διαβάσει ένα αφιέρωμα ή να ακούσει μια ιστορία από το βίντεο. Εδώ δεν υπάρχει εικόνα, μουσική, ήχος και χρώμα φωνής. Υπάρχουν μόνο λέξεις. Ριγμένες η μία δίπλα στην άλλη με έναν ειρμό που καλπάζει επιχειρώντας να μπερδέψει τη σειρά τους, αλλά δεν με υποτάσσει. 

Οι λέξεις θα μπουν στη σειρά τους. Τα γεγονότα και οι σκέψεις τα ίδια. Η ακολουθία θα αποτελεί λογική συνέχεια, ακόμα κι αν φαίνεται πως δεν συμβαίνει αυτό. Είμαι ήρεμη. Είμαι μέσα στο οχυρωμένο μου βασίλειο. Μπορεί να είναι και η σπηλιά του Νταβέλη αλλά ποιος νοιάζεται. Όταν τελειώσω με αυτό που ήρθα να κάνω, θα βγω στο μπαλκόνι να χαιρετίσω τα φανταστικά πλήθη, ή θα δωσω το λινκ στους μετρημένους αναγνώστες μου για να έρθουν ξανά, να με καμαρώσουν γυμνή.

Μια καραμέλα στο στόμα μου διαλύεται σε κρύσταλλα καθώς τη σπάω με τα δόντια. Και ύστερα μασάω τα κρύσταλλα που βγάζουν πιο ψιλούς συριστικούς ήχους σαν να θρυμματίζεις ένα γυαλί με μια σιδερένια μπάλα. Και ύστερα ούτε και οι ψιλοί ήχοι υπάρχουν. Στο στόμα μένει μια γεύση ούζου και μέντας, στον ουρανίσκο επάνω είναι κολλημένη η γεύση της μέντας και του γλυκάνισου. Κάτι μου κάνει αυτό και για να βρω την απάντηση βάζω άλλη μια καραμέλα στο στόμα.

Ψάχνω τη μυρωδιά. Κάτι που να μοιάζει με τη μυρωδιά που φαντάστηκα. Είμαι άνθρωπος που την αίσθηση της όσφρησης μου τη διεγείρει η φαντασία. Μπορεί να μη δώσω καθόλου σημασία στις πραγματικές μυρωδιές που με βρίσκουν στο περπάτημα, ή μέσα στο σπίτι από το δρόμο ή την κουζίνα μου. Δεν ζηλεύω ας πούμε και δεν λαχταρώ ένα μεζέ που σπάει τη μύτη των ανθρώπων, Το άρωμα ενός άντρα επίσης, όποιο κι αν ήταν δεν με διέγειρε ποτέ. Η φυσική μυρωδιά των ανθρώπων, διαφέρει από άτομο σε άτομο. Δεν μπορείς να πεις, οι άντρες μυρίζουν έτσι και οι γυναίκες έτσι. Θα ήταν μια πολύ επιφανειακή προσέγγιση. 

 Εδώ μέσα, σ' αυτό εδώ το χώρο, σε αυτήν εδώ τη σελίδα που γράφω, μυρίζει. Μυρίζει κάτι σαν βασιλικός, γλυκάνισσο, μέντα, με μια ιδέα από ούζο που δένει υπέροχα με όλα αυτά. 

Μυρίζει ξεχασμένα αισθήματα και κοιμισμένα χτυποκάρδια που απλώνουν νωχελικά τα χέρια τους πριν ανοίξουν τα μάτια. 

Μυρίζει ανεκπλήρωτους πόθους και κρυφές επιθυμίες.

Μυρίζει νότες, ήχους με χρώματα που έρχονται από μακριά, αφού πρώτα τσαλαβούτησαν στις μέντες και τους βασιλικούς, μάσησαν τα σπόρια του γλυκάνισου και ήπιαν αγιασμό από ούζο με συνοδεία.

Και τι συνοδεύει αυτό το ούζο, τι αλήθεια...Ένα πιατάκι μεζέδες στο τραπέζι που λαμποκομπάει στον ήλιο; Ένα γέλιο που γάργαρο ταξιδεύει στο χρόνο; Τη ζαλάδα μιας ευτυχίας που δεν χρειάστηκε τη βοηθειά του για να υπάρξει; 

Όλα είναι αιθέρια, βασανιστικά γλυκά, ανελέητα φανταστικά, υπέροχα καμουφλαρισμένα. Γι' αυτό αποκαλώ το μέρος αυτό εδώ, "το καταφύγιο των αρωμάτων"

Αγαπημένο καταφύγιο, με συγχωρείς που έκανα τόσον καιρό να επιστρέψω σε ένα. Ξέρω πως ξέρεις, ότι θα γυρίσω και δεν ανησυχείς. Μπορεί να πιστεύεις ότι σε θυμάμαι όταν τα πράγματα δυσκολεύουν οπουδήποτε αλλου. Δύσκολα είναι έτσι κι αλλιώς, απλώς οι χίμαιρες δεν είναι επικηρυγμένες εδώ.

Μη με ρωτήσεις που ήμουν και τι έκανα. Τα ίδια που κάνω πάντα έκανα και στα ίδια μέρη τριγυρνώ που πάντα τριγυρνούσα. Όμως εκεί που έψαχνα κάτι στο ίντερνετ προχτές, πέρασε φευγαλέα μια μυρωδιά μέντας από μπροστά μου. Και λίγο αργότερα ένα άλλο πέρασμα βασιλικού με έβγαλε από τη συγκέντρωσή μου. Έγραφα κάτι θυμάμαι και έψαχνα πληροφορίες για το θέμα μου στο wikipedia. Σταμάτησα να γράφω και πάτησα το link που με έστελνε σε μια μουσική κατάσταση. Και ύστερα πάτησα και άλλο και άλλο link και μπήκα σε άλλες καταστάσεις, μουσικές όλες. Τίποτα το ιδιαίτερο, αυτό είναι κάτι που το κάνεις κάθε μέρα θα μου πεις. 

Έλα να σου πω τι δεν κάνω κάθε μέρα. Δεν έχω την ικανότητα κάθε μέρα να γράψω ένα κείμενο που να ξέρω ότι θα διαβάσει με ευχαρίστηση ο φανταστικός μου αναγνώστης. Τα κείμενα διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά δεν μπορώ να πω ποιο είναι εκείνο που θα συγκινήσει περισσότερο. 

Μπροστά μου έχω πέντε βιβλία που τα διαβάζω ταυτοχρόνως, δεν ξέρω ακόμα ποιο είναι εκείνο που θα με συνεπάρει και θα αφήσω τα άλλα στην άκρη. 

Αν τα κείμενα που γράφω τα γράφω με την ίδια ένταση πάντα, θα ζω μόνιμα μέσα σ' αυτήν, σαν να περιμένω να συμβεί από στιγμή σε στιγμή το μεγάλο γεγονός καλό ή κακό που θα γυρίσει τη ζωή μου ανάποδα. Αν τα βιβλία που διαβάζω τα διαβάζω με την ίδια δίψα όλα, θα ζω την ένταση όλων των υπθέσεων μαζί και θα διαλυθώ, κι αν οι μουσικές που ακούω μου φέρνουν συνέχεια τις μυρωδιές που ξυπνάνε την όσφρηση, θα γίνω ένα πρεζόνι ανικανοποίητο από ήχους και μυρωδιές. 

Και που θα μπορέσω να αναζητήσω την πηγή όλων αυτών; Πως θα δω το πρόσωπο που εξαπέστειλε το γέλιο από κείνο το ηλιόλουστο τραπέζι με το ούζο, που θ' απλωθούν τα χέρια μου να χαϊδέψουν τις φωνές, με ποιο σταμάτημα του νου θα αποκρούσω τις εικόνες που δημιουργούν οι ανεκπλήρωτοι πόθοι; με ποιο ανάστημα...

Δεν γίνεται σου λέω, πρέπει να κατεβάσω τους ρυθμούς. Να μιλάω λιγότερο, να συμμετέχω λιγότερο, να φαίνομαι λιγότερο, να...ταξιδεύω λιγότερο. 

Γι' αυτό ήρθα εδώ πέρα απόψε. Να βρω τις φίλες μου τις χίμαιρες που έχουν καταφύγει εδώ, μέσα σε αυτόν τον οργανισμό που δημιούργησαν τα όνειρα και οι ματαιώσεις, μέσα σε αυτό το δωμάτιο που το χθες αγκαλιάζεται με το σήμερα και το αύριο χωρίς αγωνία, χωρίς ερωτηματικά, χωρίς προσδοκίες.

Μόνο οι λέξεις να παίρνουν τη θέση τους σωστά, μόνο τα άηχα γράμματα του πληκτρολόγιου να τρέχουν και να χορεύουν, μόνο η ησυχία του δωματίου ν' ακούγεται, κρακ, τακ, το ξεμούδιασμα των αντικειμένων, χρατς, χρατς, το σπάσιμο της καραμέλας, το θρυμμάτισμα των γυαλιών. 

Και που ξέρεις. Ίσως μια μέρα η μουσική, η εικόνα, οι ιστορίες ,το λέγειν, ο βασιλικός, η μέντα, το γλυκάνισο, το ούζο, οι μνήμες και η φαντασίες, ίσως, μια μέρα γίνουν συμπαγή πάνω στον κορμό ενός δέντρου, ενός ζωντανού οργανισμού που θα είμαι σε θέση να αγγίξω, να μυρίσω, να γευτώ. 

Είναι κι αυτό. Όλα τα "ίσως" χωράνε εδώ μέσα. Γι' αυτό σ' αγαπώ τόσο αγαπημένο μου δωμάτιο. Ένα δωμάτιο για μένα είσαι. Σαν το βιβλίο της Βιργινίας Γουλφ. 



Wednesday, December 23, 2020

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

 

Πίσω από την πόρτα...


(Μνήμες από το Μπραχάμι του 1966)

 

Υπήρξε εποχή που Χριστούγεννα χωρίς Παπαδιαμάντη δεν τα ένιωθα. Ήταν που φρόντιζα τότε να κατεβάσω κάποια από τις ιστορίες του από το ράφι, ένα βιβλίο με φθαρμένο εξώφυλλο, που είχε ιστορίες Χριστουγεννιάτικες τόσο δικές του όσο και άλλων συγγραφέων.  Εμένα μ’ ενδιέφερε περισσότερο αυτή στο νησί με τις οικογένειες των φτωχών ψαράδων και τις μανάδες που ζήμωναν το ψωμί και υπόσχονταν τα δώρα όχι από τον Άγιο Βασίλη, αλλά από την Κουρούνα που θα έφερνε το κρέας. Και ήμουν πιτσιρίκι δεν θυμάμαι πια τόσο, πάντως ήξερα να διαβάζω και να χάνομαι στις ιστορίες ακόμα και με τη δύσκολη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, ίσως λοιπόν προς το τέλος του δημοτικού. Κι έλεγα στη μάνα μου, -ξέρεις ο Άγιος Βασίλης φέρνει τα παιχνίδια, αλλά η κουρούνα φέρνει το κρέας μαμά. Από αυτήν πρέπει να το ζητήσουμε φέτος.

 Και η φουκαριάρα η μάνα μου κούναγε το κεφάλι της κι έλεγε. -Από τους κακοπληρωτές του πατέρα σου πρέπει να το ζητήσουμε κορούλα μου, χρονιάρες μέρες τον άφησαν απλήρωτο και μην περιμένετε πολλά.

 -Γι’ αυτό σου λέω, πρέπει να βγούμε έξω να βρούμε μια κουρούνα και να της πούμε να μας φέρει αυτή το κρέας φέτος. Κι όταν θα πάμε στα κάλαντα θα μαζέψουμε λεφτά για να πάρουμε τα δώρα μας εμείς και δεν θα έχεις να σκας και γι’ αυτά.

Ξανακούναγε το κεφάλι της η μάνα μου και δεν απαντούσε μόνο ξεφύσαγε. Μα ήταν απλό. Κάθε χρόνο έβγαινε μόνο ο αδελφός μου για τα κάλαντα, εμένα δεν μου τα έμαθε κανείς και δεν έβγαινα για αρκετά χρόνια. Τη χρονιά αυτή, ήμουν αποφασισμένη να τα μάθω εγκαίρως και να βγω να τα πω. Ο αδελφός μου δεν είχε την υπομονή να μου τα μάθει, τα άλλα παιδιά στη γειτονιά έλεγε το καθένα τα δικά του, τα άκουγα μα δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα λόγια, και έπειτα ήταν μερικές λέξεις που δεν καταλάβαινα, άρα δεν ήμουν σίγουρη και ότι τις ακούω σωστά. «Καλήν ημέρα άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας Χριστού τη θεία γέννηση». Τι στο καλό ήθελε να πει αυτό; Θα έβαζα μπροστά κάποια μεγαλύτερα παιδιά λοιπόν να λένε αυτά, να χτυπάω εγώ το τριγωνάκι να μουρμουράω κάτι εκεί πέρα και στο τέλος θα μοιραζόμασταν τα χρήματα, μια χαρά τα είχα σκεφτεί.

Αλλά οι παρέες των μεγαλύτερων παιδιών δεν ήθελαν ένα τόσο άσχετο κορίτσι μαζί τους, άλλωστε ήταν όλοι αγόρια, έμπαιναν παντού, είχαν θράσος, έβγαζαν τόσα χρήματα γιατί να μοιραστούν και με την άσχετη; Μάλιστα ένας εξ’ αυτών ο Δημήτρης, που ήταν και ο μεγαλύτερος με πρόγκιξε. -Άντε πήγαινε στο σπίτι σου που θέλεις και κάλαντα ενώ δεν σταυρώνεις λέξη, τζάμπα ξυλιάζεις εδώ έξω.

Είχε χιόνι. Έφτιαξα έναν κακοφορμισμένο χιονάνθρωπο, του έβαλα ένα ξύλο για μύτη και του φόρεσα το σκούφο μου. Μετά έπιασα  να του λέω τα κάλαντα με το τριγωνάκι μου. Αυτά που δεν ήξερα. Ότι μου ερχόταν στο μυαλό δηλαδή. «Καλήν ημέρα άρχοντα. Κι αν εί, κι αν είναι ο σκοπός σου ζεστό σπιτάκι με τσιτσί, ξύπνα, ξύπνα από τ’ όνειρό σου».

 

Άκουσα δυνατά γέλια πίσω μου και γυρίζοντας, είδα μια οικογένεια, οι δυο γονείς και το κορίτσι τους με τρίγωνο στα χέρια επίσης, που με κοιτούσαν και γελούσαν. Τότε το κορίτσι  ήρθε κοντά κι άρχισε να λέει τα κανονικά κάλαντα στον χιονανθρωπό μου, επαναλαμβάντοντας τις φράσεις, ώστε τη δεύτερη φορά να το λέω κι εγώ. Και είπαμε τα κάλαντα στον χιονάνθρωπο με την ξύλινη μύτη και τα πέτρινα μάτια, και του άρεσε τόσο πολύ, που από τη χαρά του έσκυψε να μας ευχαριστήσει κι έσπασε. Έτσι τους είπα. Και πάλι γέλασαν οι γονείς του κοριτσιού και με ρώτησαν πως με λένε και που στο καλό είναι το σπίτι μου, ποιανού παιδί είμαι; Και απάντησα, του Αντώνη και της Μαρίας τάδε, το γένος τάδε, και μένω σ’ αυτό το σπίτι εκεί πέρα. Κοίταξαν οι γονείς προς τη μεριά που τους έδειχνα, δεν έβλεπαν το σπίτι. -Που εκεί πέρα; -Ολόκληρο σπίτι δεν το βλέπετε; μπροστά σας είναι. Αυτό με το χιόνι στην οροφή. Έχουμε και μέσα χιόνι αν θέλετε να ξέρετε και κάνει κάτι ωραίους σταλακτίτες, χριστουγεννιάτικο, πολύ μ’ αρέσει. -Μιλάς για την παράγκα αυτήν εκεί πέρα; Μένουν άνθρωποι μέσα εκεί; -Και τι θέλατε να μένουν; γάιδαροι;

Ξαναγέλασαν οι γονείς του κοριτσιού. -Πως και δεν ήξερες τα κάλαντα; Δεν στα έμαθε η μαμά σου; -Δεν τα ξέρει η μαμά, μισά τα ξέρει. Και στο σχολείο όταν τα έκαναν, δεν είχα πάει, είχα πυρετό κι έχασα το μάθημα, αλλά δεν με ένοιαξε καθόλου.

Οι άνθρωποι δεν σταματούσαν να γελούν και πιο πολύ το κοριτσάκι αλλά όταν σταμάτησα να μιλώ σταμάτησαν κι αυτοί να γελούν και με κοίταζαν, με κοίταζαν, σιωπηλοί και κοιτάζονταν και μεταξύ τους, τι σκατά βλέπουν. αναρωτιόμουν εγώ, και τότε ο πατέρας του κοριτσιού μου είπε. –Τι προτιμάς, να σου δώσω πενήντα δραχμές και να πας στο σπίτι, ή να πας να πεις τα κάλαντα στα σπίτια τώρα που τα ξέρεις; -Θα πάω να πω τα κάλαντα για να μη μου κολλάνε πως είμαι άσχετη να τους δείξω εγώ, αλλά αν μου έδινες και τις πενήντα δραχμές θα τους έδειχνα πιο πολύ. Οι άνθρωποι κρατήθηκαν μεταξύ τους για να μην πέσουν και τελικά έβγαλε ο πατέρας και μου έδωσε τις πενήντα δραχμές. -Πάρ’τα για ένα καλό σεφτέ, μου είπε.

Φύγανε και το κοριτσάκι γύριζε κάθε τόσο και μου έγνεφε αντίο με το χέρι του, -Να τα θυμάσαι! μου φώναξε κι εγώ τη διαβεβαίωσα πως ναι, πλέον τα θυμόμουν καλά. Πάω, χτυπάω την πρώτη πόρτα, βγαίνει ένας άγριος με τα μαλλιά όρθια, -Να τα πούμε; ρωτάω. - όλοι μαζί; Με δουλεύει αυτός. –Εμείς που βλέπετε.

 -Καλά πείτε τα. Όμως με κοίταζε αυστηρά και εξεταστικά αυτός σαν να μου την είχε στημένη μην κάνω κανένα λάθος και πατήσει σ’ αυτό, για να μη μου δώσει το μπουρπουάρ. Τα είπα με κάποιο τρέμουλο. -Έκανες ένα λάθος όμως, λέει. Αυτό ήταν, σκέφτηκα, τζάμπα ο κόπος. Αλλά έβγαλε και μου έδωσε μια δραχμή. Αυτή ήταν μια κερδισμένη δραχμή και με φόρο. Στο επόμενο σπίτι προσπάθησα πολύ να μη κάνω ξανά λάθος και μου βάλουν κι αυτοί φόρο, αγχώθηκα όμως και ξέχασα τα λόγια τελείως. Τότε κι εγώ άρχισα να τραγουδώ πάλι τα δικά μου κάλαντα. «-Πίσω από την πόρτα ήτανε μια κότα κι έκανε ένα αυγό, πήγα να το πιάσω και μου τσίμπησε το λαιμό». Μεγάλο ρίσκο. Μπορούσαν να με πετάξουν έξω σαν απατεώνα οι άρχοντες, αλλά μου έδωσαν δέκα ολόκληρες δραχμές σκασμένοι στα γέλια. Τέλος πάντων εκείνη τη μέρα μάζεψα κάπου 200 δραχμές, ποσό εκπληκτικό για δικά μου δεδομένα, και όταν τα χέρια μου δεν μπορούσαν πια να κρατήσουν το τριγωνάκι από το κρύο και η μύτη μου έτρεχε ακατάπαυστα, αποφάσισα να γυρίσω στο σπίτι.

Έδωσα χαρούμενη τα χρήματα στη μαμά για να μου πάρει μια κούκλα ελπίζοντας πως θα φτάνουν, αλλά η μαμά μου παρουσίασε αμέσως μια κατάξανθη καλλονή που ήταν για μένα. Όταν λίγο μετά βγήκε το κρέας στο τραπέζι, ρώτησα τη μάνα μου. -Πήγες και μίλησες στην κουρούνα ή ήρθε ο Άγιος Βασίλης; πως βρέθηκε το κρέας; -Ήρθε από μόνη της και μου το έφερε, μου απάντησε εκείνη. -Αλήθεια; πως; και τι σου είπε; -Ότι σε βρήκε στο δρόμο έξω και την έκανες και γέλασε πολύ. -Δεν είδα καμιά κουρούνα ρε μαμά, κάτι ανθρώπους είδα με το παιδί τους.

-Πράγματι, ανθρώπους είδες αγαπούλα μου. Οι κουρούνες δεν γελάνε. Ήρθαν και σε έψαχναν, αλλά δεν είχες γυρίσει ακόμα και μου ζήτησαν να δουν τους σταλακτίτες. Τι βλακείες κάθισες και τους έλεγες;

-Γιατί ψέματα έλεγα; δεν έχουμε; Τους άρεσαν οι σταλακτίτες μας;

-Τους άρεσαν και για να σε ευχαριστήσουν, άφησαν εδώ την κούκλα και μια τσάντα με κρέατα.

Το ίδιο βράδυ ο πατέρας ήρθε φορτωμένος τσάντες με φρούτα, κρέατα, γλυκά και χρήματα που έδωσε στη μαμά. Μας είπε ότι πήγε και βρήκε εκείνους τους ανθρώπους τους κακοπληρωτές οργισμένος τόσο που όταν τον είδαν τρόμαξαν και του έδωσαν τα λεφτά του. Κι εγώ από εκείνη τη στιγμή και μετά σκεπτόμουν συνέχεια πως κάποιον ξεγελάσαμε. Κάποιος έπρεπε να πάρει τα κρέατα και την κούκλα που μας έφερε πίσω, δεν άξιζε δα η θέα από τους σταλακτίτες τόσα πράγματα! Στο κάτω κάτω, ήταν βρώμικοι σταλακτίτες, καθώς έφερναν μέσα το γκρίζο της χαρτονένιας οροφής, δεν μπορούσες καν να τους σπάσεις και να τους γλείψεις σαν γλειφιτζούρι, άσε που άμα έσπαγαν κι έπεφταν κάτω μπορεί να μας άνοιγαν καμιά τρύπα στο κεφάλι. -Μαμά, πρέπει να πάμε πίσω το κρέας τώρα σ’ εκείνους τους ανθρώπους και την κούκλα μου, δεν πρέπει;  Έχασε το χρώμα της η μάνα μου, σταμάτησε να τρώει ο πατέρας, -Τι έκανες πάλι βρε σκατόπαιδο; Μας έκανες ρεζίλι; με ρώτησε αγριεμένος.

-Όχι καλέ μπαμπά! Εγώ είπα μόνο ότι έχουμε σταλακτίτες στο σπίτι μας. Τίποτε άλλο, στ’ ορκίζομαι.

Και έκανα τα χέρια μου σταυρό γύρω από τα μαγουλά μου. Τότε άρχισε να γελάει κι εκείνος πολύ.  Και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί γέλαγαν με κάθε τι που έλεγα λες και ήμουν κλόουν, ενώ μιλούσα πάρα πολύ σοβαρά.

 

Wednesday, December 9, 2020

 Αναπάντεχη λύτρωση

 

Κάθε φράση που γράφει κανείς και δημοσιεύει σε πραγματικούς αναγνώστες έχει σαν πρωταρχικό του στόχο τον φανταστικό του αναγνώστη. Ελένης αξίωμα που δεν ξέρω κατά πόσο αφορά την πλειοψηφία των συγγραφέων, θα έπρεπε κατά την ταπεινή ή καβαλημένη γνώμη μου.

Δεν θυμάμαι από ποια ηλικία και μετά έγραφα έχοντας απεναντί μου τον άνθρωπο αυτό. Να σας πω κι ότι δεν ερχόταν πάντα. Ήταν στιγμές που εκλιπαρούσα την παρουσία του και κώφευε, ή δεν ήταν εκεί ή δεν υπήρχε καν, ή μου έλεγε με τον τρόπο του πως δεν έχω κάτι ουσιαστικό να του πω. Υπήρξαν φορές που του υποσχέθηκα ιστορίες συγκλονιστικές και τον ξεγέλασα. Άλλες που έχοντας αποφασίσει να γράψω εν απουσία του, δεν πήρα είδηση πως καθόταν δίπλα μου και παρακολουθούσε την κάθε μου λέξη, χωρίς να αναπνέει.

Σε κάθε περίπτωση η σκέψη μου ήταν πάντα στραμμένη σε αυτόν κι επειδή δεν ήταν πάντα διαθέσιμος, διάλεγα τη μορφή μιας προσωπικότητας που εκτιμούσα ιδιαίτερα, έναν δυνατό και συναισθηματικό κατά προτίμηση συγγραφέα, όχι υποχρεωτικά λυρικό, ή που να εκδηλώνεται φανερά ή που η θεματολογία του να εφάπτεται της δικής μου θεματολογίας, ή που από την πρώτη ανάγνωση μπορούσα να θεωρήσω αδελφό πνεύμα. Ακριβώς ποιο ήταν το κριτήριο δεν μπορώ να πω πια. Ένας συνδυασμός από πράγματα που μου έλεγαν πως η γραφή αυτή δεν πάει να σε ξεγελάσει.

Μέχρι την αποφράδα εκείνη ημέρα που το κόλπο δεν έπιανε πια. Μαζί με τον φανταστικό μου αναγνώστη είχε χαθεί και κάθε πραγματική μορφή που άνετα μπορούσε να πάρει τη θέση του. Αρκεί να χάσεις την πίστη σου σε ένα μόνο πρόσωπο, για να νιώσεις ψεύτικα τα μέχρι τούδε σημεία αναφοράς σου.

 

Τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Ο μόνος ιδανικός αναγνώστης ήταν ο εαυτός μου και παρά το γεγονός ότι μου άρεσαν τα σχόλια του, δεν μπορούσα να του έχω καμιά εμπιστοσύνη. Η πείρα, η αυτοπεποίθηση, η γενικότερη αποδοχή από τον περιορισμένο έστω κύκλο των αναγνωστών μου, δεν βοήθησαν στο κομμάτι αυτό.

Έλειπε εκείνος που καρφωμένος στη γωνία της οροφής μου θα μου έκλεινε το μάτι με το πέρας της κάθε ιστορίας. Θα μου έλεγε, «κουλ, ρίχτο έξω». Και λέω «εκείνος» κι όχι εκείνη, γιατί ήταν πάντα εκείνος.  Ποιο το νόημα να φανταστώ τη δυνατή προσωπικότητα μιας «εκείνης» όταν δεν προσφέρεται για έρωτα;

Ποιος ο λόγος να έχω έναν φανταστικό αναγνώστη αν δεν μπορώ να νιώθω το δέος της ερωτευμένης  που κατακτά το μυαλό με το μυαλό και την ψυχή με την ψυχή;

Θα μου πεις, δεν θαύμασες την Ντόρις Λέσσινγκ, τη Σιμόν ντε Μποβουάρ, την Ιζαμπέλ Αλιέντε, Την Τζέιν Όστεν, τη Σάρλοτ Μπροντε, τη Βιρτζίνια Γουλφ;

ή την Άλκη Ζέη, Την Μέλπω Αξιώτη, την Πινελόπη Δέλτα ακόμα; Ναι οπωσδήποτε και πολύ. Αλλά δεν μου προκάλεσαν το πάθος που μου προκάλεσε ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τομ Ρόμπινς, ο Παπαδιαμάντης, ο Καζαντζάκης, ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Τσίρκας, ο Κώστας Ταχτσής. Τι να κάνουμε τώρα. Δεν μπορώ να μιλήσω για πρότυπα συγγραφείς που σημάδεψαν τα νεανικά μου χρόνια και δούλεψαν υπόγεια μέσα μου όταν έπιασα να γράφω, δεν θυμάμαι ακριβώς πόσοι και ποιοι ήταν, πολλοί, και σε καμία περίπτωση γυναίκα, πέραν της Πολυδούρης κι αυτή ποιήτρια, ξανά, τι να κάνουμε τώρα.

Αντίθετα από όλους αυτούς τους εν ζωή που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο δεν με ενθουσιάζει σχεδόν κανείς, ενώ με έκπληξη θα πω, ότι έχω ενθουσιαστεί από τη δουλειά ορισμένων γυναικών. Ακόμα κι αυτές όμως τις τοποθετώ δίπλα από τις διαχρονικές μου συμπάθειες να μου προκαλούν ανάλογα με κείνες συναισθήματα. Μέχρι εκεί.

Άρα που το πάω;

Στον ιδανικό μου αναγνώστη φυσικά. Αυτόν τον μεγάλο απόντα που με άφησε όρθια, πάνω σε μια σανίδα στον ωκεανό να φτάσω, που ρε μαλάκα; Μ’ αυτό το κουρασμένο σώμα, τη θύμηση που εξασθενεί, τη δύναμη της πεθυμιάς μία ξεφούσκωτη καπότα που δεν γουστάρεις να παίξεις μαζί της, τα σπλάχνα γεμάτα τσιγαροκαπνό, τα μάτια ξεπλυμένα και το στομάχι κόμπο; Ε; δεν κατάλαβα τι περίμενες ότι θα συμβεί όταν άρπαξες το φαντασμαγορικό σου ταχύπλοο και την κοπάνησες.

Τα κύματα μουντζούρες σε λευκές κόλλες, οι λέξεις κοράκια της μήτρας που  καταπίνουν τη μάνα τους και η φαντασία μια πατάτα νερόβραστη χωρίς λαδόξυδο και ρίγανη, χωρίς αλάτι, χωρίς γεύση, χωρίς άρωμα.

Που πάω και γιατί πάω; Τι με κρατάει όρθια πάνω σε αυτό το σαπιόξυλο και πάω;

Γιατί μιλάω αφού δεν βγαίνουν λέξεις, γιατί κραυγάζω αφού δεν βγαίνει φωνή;

Πως διάολο ξανοίχτηκα τόσο στα κύματα και δεν γουστάρω και το μαύρο νερό;

τα ερπετά και τα μαλάκια και τα ψάρια με τα γουρλωμένα μάτια και τα παράξενα χρώματα που αλλάζουν στην αναμονή της λείας; Εγώ θέλω το χώμα της γης, να γίνω ένα μαζί του να μ’ απορροφήσει, να βγάλω κλαδάκια και φύλλα αναρριχώμενα, να συνεχίσω να παραμυθιάζομαι σε άλλη βέρσιον. Όχι να περιμένω να με καταπιούν οι καρχαρίες και οι φάλαινες.

Και κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι στεριά, να βηματίζω, να πηδώ, να βλέπω φίλους κι αγαπημένους, ποδήλατο να κάνω και με το μηχανάκι μου να φτάνω στο βουνό, και από τη σκηνή μου απέξω να μαγειρεύω ακούγοντας τα πουλιά και τα θροϊσματα, κι όταν κρυώνω να φορώ το παλτό μου, να ανάβω φωτιά και να ζεσταίνομαι, να κοιμάμαι, να διαβάζω, να κάνω έρωτα. Γιατί όταν κλείνω τα μάτια μου, έρχονται αυτά που μου έλειψαν κι αυτά που φοβάμαι ότι δεν θα ξαναζήσω ποτέ, σαν εικόνες που σου καρφώνονται στο μυαλό ενώ πρέπει να συγκεντρωθείς για να επιβιώσεις πάνω στην κολοσανίδα στη μέση του ωκεανού, τι χάσιμο, τι χάος, τι χαμός.

Και μέσα σε όλο αυτό το κακό, δεν φαντάστηκα τι θα γινόταν αν ανακάλυπτα πως ζω έναν εφιάλτη. Αν ανακάλυπτα ανοίγοντας τα μάτια μου πως είμαι στο δωματιό μου, πάνω από το κομπιούτερ μου, με μια σόμπα δίπλα μου, τον καπνό να αιωρείται γύρω μου κι αυτόν που εδώ και χρόνια παραμένει αθέατος, κολλημένο ιπτάμενο, στη γωνία του ταβανιού μου με τα μάτια του χυμένα μέσα στο κείμενο. Αυτόν, τον ιδανικό μου αναγνώστη που νόμιζα πως ποτέ δεν θα ξανασυναντήσω.

Κι έτσι χωρίς τη φαντασία όλων αυτών, άνοιξα τα μάτια μου μέσα στο δωμάτιο, με όλα αυτά.

Friday, January 17, 2020

Η Στροφή Της Φιλομήλας (βγήκε στο σεργιάνι)

Bookstars :: Η Στροφή της Φιλομήλας - Μπάλιου Ελένη Herinna

Απόσπασμα από το διήγημα "Το μπαλκόνι και το πεζοδρόμιο"


Το σπίτι που ποτέ δεν παρέλαβε ο Ανδρέας σαν προίκα, γιατί ανήκε στην άλλη αδελφή, πουλήθηκε σε μια οικογένεια αγνώστων λοιπών στοιχείων. Η Λίζα έχει μια φωτογραφία στο προφίλ της. Είναι μια γυναίκα που μοιάζει με την Μάρλεν Ντίτριχ. Το προφίλ του Ανδρέα, με τη φωτογραφία ενός σκιέρ που κάνει στροφή στον αέρα, είναι ανενεργό εδώ και χρόνια.

Κάθε βράδυ ο Τσε, είναι με τις ώρες στο μπαλκόνι και γαβγίζει τους περαστικούς. Περιμένει την αφεντικίνα του να γυρίσει από την επανάσταση. Κι όταν ξεπροβάλει τη μουσούδα του ανάμεσα από τις κουβέρτες για να κοιτάξει κάτω, βλέπει έναν άγριο τύπο απέναντι να του φωνάζει. «Σκάσε  βρομόσκυλο!».

Απόσπασμα από το διήγημα "Μείον δύο"

Δίπλα μου πήδηξε ο άνθρωπος που γέλαγε αθόρυβα, με τα νερά να τρέχουν από πάνω του στο πάτωμα του ασανσέρ. Στο μάγουλό του είχε μια μακριά γρατσουνιά. Στον ένατο, μπήκαν δυο γυναίκες με ακριβά ρούχα και κοίταξαν τον άντρα ενοχλημένες. Ύστερα πρόσεξα πως μόνο η μία το έκανε αυτό. Η άλλη έπαιρνε βαθιές ανάσες μέχρι που μίλησε λιγωμένα. «-Ζέστη ε;» Ο βρεγμένος συμφώνησε. Η φίλη της την αγριοκοίταξε. Αυτή κοίταξε εμένα. «-Ζέστη», συμφώνησα. Μου χαμογέλασε.
Στον έβδομο μπήκαν άλλοι δυο. Το μπολ με το φαγητό της ψιψίνας κόλλησε πάνω μου. Το καπάκι του ανασηκώθηκε ελαφρά. Το πίεσα πάλι για να κλείσει. Τα δάχτυλά μου γέμισαν λάδι. Κάποιος σιγοσφύριζε ένα σκοπό. Έψαχνα το τραγούδι. Στον πέμπτο μπήκανε τρεις. Βήμα βήμα βρέθηκα με την πλάτη κολλημένη στην πίσω γωνία. Κρατούσα σφιχτά το μπολ με τα δυο μου χέρια. Στον τρίτο και τέταρτο δεν μπήκε κανείς, αλλά βγήκε ο βρεγμένος. Η δεύτερη κυρία κατέλαβε τη θέση του κι ανάσανε βαθιά. Στο ισόγειο βγήκαν όλοι. Πάτησα το κουμπί να συνεχίσω για το μείον δύο. Πριν κλείσει η πόρτα μου φάνηκε πως άκουσα ένα αμυδρό νιαούρισμα στη σκάλα προς το πρώτο υπόγειο. Βγήκα από το ασανσέρ και κατευθύνθηκα προς τα εκεί.

Απόσπασμα από το διήγημα "Μη βράσετε το πουλί"

-Θεία Μαρουσώ, όταν θέλει ο άνθρωπος να δουλέψει, ξυπνάει κι ας μην κοιμήθηκε δέκα μέρες. Δεν τη θέλει τη δουλειά ο προκομμένος σου! Τον έκαμες άχρηστο με τα χαρτζιλίκια και την πολλή φροντίδα!
-Τι λες εκεί πέρα στη μάνα μου, Άννα συφοριασμένη; Δεν βλέπεις τα χάλια σου που βρέθηκες μ’ ένα μπάσταρδο και δεν πρόλαβες να τελειώσεις ούτε το γυμνάσιο! Μου ήθελες και σπουδές! Σπούδασε τώρα τα πιτσούνια στη σάλτσα και μη σε μέλει τι κάμουν οι άλλοι».
Ακούστηκε η φωνή του κανακάρη Γιώργου και η Άννα, αργά ακούμπησε το δίσκο στο τραπέζι μπροστά της. Οι πελάτες στην άλλη άκρη της αυλής που περίμεναν την παραγγελιά, τα είδαν όλα. Ο κανακάρης της Μαρουσώς δεν πρόλαβε να δει τίποτα. Το πιάτο έσπασε στο κεφάλι του, το πιτσούνι έκανε πλατς-παφ πέφτοντας στο πάτωμα και η κόκκινη σάλτσα του έβαψε το πρόσωπο. «-Αφού δεν έχεις τσίπα να κοκκινίσεις, κάτσε να σου βάλω εγώ λίγο χρώμα». Του φώναξε η Άννα και ύστερα πλησιάζοντας τον με τα δόντια της σφιγμένα, του σφύριξε.
«-Αν ξαναμιλήσεις άσχημα για το παιδί μου, θα σου κρεμάσω τ’ άντερα με τούτο δα το μαυράδι». Και του έβαλε κάτω από το λαιμό ένα κουζινομάχαιρο, να το κοιτάς και να σου κόβονται τα ήπατα.
Η Κυρά-Μαρουσώ, άρπαξε τον κανακάρη της απ’ το μπράτσο και τον έσυρε έξω. «-Φύγε πανάθεμά σε, πήγαινε! Ρεζίλι μ’ ήκαμες αχαΐρευτε, θα χάσω και τη δουλειά μ’ διαόλοι μεσ’ τσι κοιλιά σ’ νε, καλά σι ’καμε!»




Wednesday, April 10, 2019

Η οδός των ποιητών.

Στη ζωή αυτό που έχει σημασία είναι να πάρεις είδηση πως τίποτα δεν έχει σημασία. Εμείς οι ίδιοι είμαστε ασήμαντα όντα σε έναν πλανήτη που καταστρέφεται και η μόνη σημαντικότητά μας είναι ότι είμαστε υπεύθυνοι γι' αυτό. Ο μικρόκοσμος του κάθε ανθρώπου είναι αυτός που τον κάνει να πιστεύει πως αποτελεί το κέντρο του κόσμου, αλλά η μεγαλύτερη εικόνα είναι αυτή των πολυάριθμων μυρμηγκιών που κατατρώνε ότι καλό υπάρχει σ' αυτόν τον κορμό. Τον κορμό της γης.
Αν είσαι επιστήμων και δεν διαθέτεις τον εαυτό σου στη σωτηρία του πλανήτη, όχι για να ζήσουν καλύτερα τα ανθρωποφάγα ανθρωποειδή αλλά για την επανόρθωση της ζημιάς στο φυσικό κόσμο, αν είσαι καλλιτέχνης και δεν σε απασχολεί στο ελάχιστο η ευθύνη σου, αν είσαι γκουρού και διδάσκεις τρόπους για να βρει κανείς την εσωτερική του γαλήνη αγνοώντας την οφειλή, αν είσαι επιχειρηματίας και θυσιάζεις το οξυγόνο και βρωμίζεις τα νερά και προκαλείς καρκίνους, αν είσαι αγρότης και χρησιμοποιείς δηλητήρια, φυτοφάρμακα για βγάλεις μεγάλα φρούτα να τα πουλήσεις ακριβότερα, σε όποιον τομέα κι αν δραστηριοποιείσαι οικονομικά, είσαι μια σκέτη καταστροφή, αν αυτό που πρέπει να είναι το πρώτο σου μέλημα, το αγνοείς.
Ποιος είναι αθώος λοιπόν σε αυτό τον πλανήτη; Ποιος δικαιούται να ακούει ακόμα τα μυστικά της γης, ν' απολαμβάνει τον έναστρο ουρανό, να κολυμπάει στα καθαρά νερά να τρώει αμόλυντα ψάρια;
Οι ινδιάνοι και οι ιθαγενείς του Αμαζόνιου, κάθε φυλή που ζει προστατεύοντας τη φύση, από Αφρική μέχρι ινδία, από το βόρειο έως το νότιο πόλο. Και μέσα στις μεγαλουπόλεις του δυτικού κόσμου, οι άνεργοι. Ακριβώς αυτοί.
Γιατί ούτε καταναλώνουν, ούτε παράγουν, ούτε καταστρέφουν. Τρώνε τα περισσεύματα, τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των υπολοίπων, ενώ ταυτόχρονα μπορούν να παράξουν τέχνη, να συμπαρασταθούν σε αρρώστους, να μοιραστούν το φαγητό τους με ένα αδέσποτο.
Ο υποχρεωτικός τους αποκλεισμός από την κοινωνία και τα δρώμενα, τους κάνει στοχαστές, είναι οι πρώτοι που παίρνουν είδηση τις αλλαγές, του καιρού, των πολιτικών ισορροπιών, των κερδοσκοπικών μεθόδων, κι έχουν αυτή την έκτη αίσθηση όταν βρίσκονται μπροστά σε αρπακτικά με μανδύα προβάτου. Μην υποτιμάς τους ανέργους του δυτικού κόσμου. Είναι αυτοί που θα καθορίσουν τη συνέχεια ή το τέλος του πολιτισμού. Και θα το κάνουν με τρόπους που δεν θα θυμίζουν δυτικό πολιτισμό, αφού αυτός είναι που τους έβγαλε στο περιθώριο. Θα το κάνουν με τρόπους που ορίζει και απαιτεί η επιβίωση του πλανήτη και κάθε καταπατημένου δικαιώματος πάνω σ' αυτόν, έμψυχων και άψυχων όντων.
Θα συνεχίσω...
Η οδός των ποιητών είναι ένας δρόμος στο κέντρο της Αθήνας. Τον λένε έτσι γιατί εκεί βρίσκεται το κτήριο που στεγάζεται ο συλλογός τους. Στο δρόμο κυκλοφορούν ή μένουν, άνθρωποι από κάθε μέρος της γης. Όλα τα χρώματα και όλες οι εθνικότητες, και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, πλην βορείων. Είναι ένας δρόμος που σφύζει από ζωές προδομένες, όνειρα τσαλαπατημένα, καταφυγές απελπισμένες. Και οι μυρωδιές των μπαχαρικών μπερδεύονται με τον ανθρώπινο ιδρώτα και οι μουσικές διαφορετικές δεν μπορούν να ταιριάξουν μεταξύ τους γιατί τους λείπει ένας μαέστρος, αν όμως ακούσεις την κάθε μια χωριστά, είναι μια εξιστόρηση της κάθε ανθρώπινης Οδύσσειας. Μια πονεμένη εξιστόρηση.
Σύριγγες σκόρπιες στο δρόμο, κουρέλια που δεν μπορείς να καταλάβεις αν έχουν άνθρωπο μέσα τους, μύξες, περιττώματα και βρώμα. Και πάνω, στον δεύτερο όροφο της παλιάς πολυκατοικίας, ο σύλλογος των ποιητών. Για να φτάσεις εκεί, περνάς υποχρεωτικά από τον κόσμο της κολάσεως, ακούς κάθε φορά τα βογγητά, τα παρακάλια, τις προτροπές να πάρεις να αγοράσεις οτιδήποτε μπορεί να πουληθεί, βλέπεις, μυρίζεις. Κρατάς το βιβλίο σου σφιχτά κάτω από τη μασχάλη, το άλλο σου χέρι σφιχτά πάνω στην τσέπη σου, υπερπηδάς τα εμπόδια και μπαίνεις στο σύλλογο. Και μπαίνουν όλοι στο σύλλογο. Οι ποιητές, οι συγγραφείς, οι καταγραφείς των σκοτεινών ημερών που ζούνε, οι οραματιστές αυτών που θα έρθουν.
Τι δεν κατάλαβες; Εκεί πάνω στον β' όροφο θα ακούσεις την παρουσίαση από το τελευταίο βιβλίο του άλφα ή του δείνα. Χειροκροτήματα, συγχαρητήρια, ευχές και εκείνα τα λόγια, οι λέξεις, οι λόγιες λέξεις, ειπωμένες από έναν δημιουργό με ανάστημα, όπως ταιριάζουν σε έναν δημιουργό υπό ανύψωση. Το έργο του θα μιλάει ίσως, για τα δύσκολα χρόνια της μετανάστευσης πριν από 80 χρόνια, των Ελλήνων. Ήρωας θα είναι ένας άνθρωπος που άφησε το χωριό του παιδί και κατάφερε να επιβιώσει και να πετύχει σε ένα ξένο κράτος, μετά από βάσανα και περιπλάνηση ετών.  Είναι το γονίδιο του Έλληνα βλέπεις αυτό, που όπου και να βρεθεί θα καταφέρει λέει να επιβιώσει. Εγώ ξέρω βέβαια και Έλληνες που θάφτηκαν κάτω από τα ορυχεία του Λουξεμβούργου, που έσβησαν σε κάποιο δρόμο του Σικάγου με μια σύριγγα καρφωμένη στο χέρι, παιδιά επίσης, που έμπλεξαν με τη μαφία και έγιναν βαποράκια, χρήστες, δολοφόνοι, νονοί. Αλλά γι' αυτούς δεν μιλάει κανείς. Γιατί οι Έλληνες όπου και να πάνε διαπρέπουν, σε αντίθεση με αυτούς τους φτωχοδιαβόλους του "τρίτου" κόσμου, έξω από το κτήριο των ποιητών στο δρόμο τους. Ακριβώς εκεί που θα περάσει και ο άνεργος, ακολουθώντας μια αγγελία εργασίας, στις παρακείμενες ελληνικές επιχειρήσεις. Που θα σταματήσει όταν τον σταματήσουν, και θα ψάξει να βρει το μοναδικό του πενηντάλεπτο για να το βάλει μέσα στο χέρι που του απλώθηκε.  Που θα σηκώσει τα χέρια ψηλά με χαμόγελο, πάρτε ρε παιδιά, ότι βρείτε δικό σας. Που θα τον χτυπήσουν στην πλάτη τ' αδέλφια, γιατί κατάλαβαν πως είναι αδέλφια. Άνεργα αδέλφια. Απανταχού της γης.
Και μπαίνει στο κτήριο των ποιητών ο άνεργος Έλληνας. Καλωσήλθες συνάδελφε. Καλως σας βρήκα. Θα σου βγάλουμε την ταυτότητα σήμερα; Την ταυτότητα που λέει ότι είσαι συνάδελφος, ποιητής, ανήκεις και δικαιούσαι; -Να τη βγάλουμε. 35 ευρώ. -Αλλιώς δεν ανήκω και δεν δικαιούμαι; Έτσι πάει. -Δεν έχω. -Δεν έχεις δεν έχει. Φέρε και θα έχει. -Ναι αλλά το έργο μου...-Ποιος χέστηκε για το έργο σου. 35 ευρώ συνάδελφε.
Και βγαίνεις. Ο δρόμος, η βρώμα, οι σύριγγες, το κάρυ, η λαλιά της γης, το δάκρυ, το χτύπημα στον ώμο.
-Μην κλαίει κοπέλα. Εδώ, όχι κλαίει. Γελάει. Εμείς εδώ, όλα, σπίτι, πόλεμο. war.  Δεν κλαίει. Fight. Φάιτ. Πάλεψε.
Και ούτε "τα λεφτά σου", ούτε " την τσάντα σου". -Έχεις ένα τσιγάρο;
-Τσιγάρο εδώ πολλά. Πολλά κούτες.
-Όχι ένα τσιγάρο. Καλά άστο.
-Όχι να. Πάρε ένα κούτα. Πάρε, νο μάνι, μπάι.


Saturday, March 23, 2019

Ο γέρος με το καμτσίκι.

Ήταν μια γειτονιά της εποχής του εξήντα. Ένας χωματόδρομος όπου τ' αμάξια που τον διέτρεχαν άφηναν πίσω τους ένα σύννεφο σκόνης που σου έκοβε την ανάσα. Ένα καφενείο με γλυκά στη βιτρίνα του ψυγείου που κόλλαγαν τα πιτσιρίκια πάνω της  τη μούρη τους και ξερογλείφονταν. Οι γυναίκες βγάζανε τις καρέκλες στα πεζοδρόμια και κάνοντας πως πλέκουν κουτσομπόλευαν. Οι άντρες μαζεύονταν τα βράδια σ' αυτό το καφενείο και παίζανε χαρτιά και τάβλι. Το εργοστάσιο απέναντι έκλεινε στις 4.  Οι εργάτες έτρωγαν το κολατσιό τους στο διάλειμμα και τα μεσημέρια όσοι δεν είχαν οικογένεια έτρωγαν πάλι εκεί. Στο καφενείο.  Ένα άλογο περνούσε κάθε μέρα την ίδια ώρα και έστριβε στο κάθετο στενό. Μετά από λίγο το άκουγες να χλιμιντρίζει στην πίσω αυλή. Αν ήθελες να δεις μέσα στην αυλή έπρεπε να κάνεις το γύρω όλου του τετράγωνου. Τότε έβλεπες, το άλογο και το καμτσίκι. Ένα κομμάτι ξύλου με λεπτές λωρίδες δέρματος να κρέμονται ως επέκτασή. Στα χέρια του γέρου που είχε το άλογο. Και πως γινόταν ο γέρος να είναι πάντα εκεί όταν ήθελες να δεις το άλογο, με το καμτσίκι στο χέρι, άξιον απορίας. Έτσι και αποξεχνιόσουν ν' ακουμπήσεις τα χέρια σου πάνω στη μάντρα που χώριζε την αυλή από το πέρασμα που στεκόσουν, ουε κι αλίμονο.
Αυτό το πράγμα πάντα έβρισκε το στόχο του. Λες και ο γέρος μπορούσε να προβλέψει ακριβώς το σημείο που θ' ακουμπούσες ώστε το χτύπημα ήταν εκεί πριν απ' το χέρι σου. Και δεν είχε προστασία ανηλίκων τότε, δικαιώματα παιδιού και καταγγελίες και αστυνομική παρέμβαση. Αν δεν ήθελες να φας την καμτσικιά έπρεπε να μην πλησιάσεις τη μάντρα. Όμως αυτή η άτιμη, ήταν σαν μαγνήτης που σε τραβούσε να πλησιάσεις, ν' ακουμπήσεις. Η χαρά του γέρου.
Και είχε μια γυναίκα αυτός που ήταν γιάτρισσα, πρακτική. Όλοι σ' αυτήν έτρεχαν για κάθε αρρώστια και κάθε ατύχημα. Και ήταν ένα παράξενο ταίριασμα αυτό, η δημοφιλής γιάτρισσα με τον αχώνευτο γέρο.
Η μία θεράπευε, ο άλλος προκαλούσε πληγές στα χέρια των παιδιών.
Και από μέσα από το σπίτι άκουγες βογγητά και κλάματα και φωνές παιδικές, τα βογγητά από την άρρωστη κόρη των υπερήλικων, και λέω υπερήλικοι αλλά ιδέα δεν έχω πόσο στ' αλήθεια χρονών ήταν, καθώς εγώ πολύ μικρό κορίτσι τους έβλεπα σαν μαθουσάλες. Και οι φωνές οι παιδικές, ήταν του αγοριού της άρρωστης, που φρόντιζαν οι παππούδες του.
Και ήταν μια χρονιά που χιόνι πολύ έπεσε στη γειτονιά και βγήκαν όλα τα παιδιά και παρέσυραν και τους γονείς και γέμισαν τα πρόσωπα χιονισμένα χαμόγελα και φωνές ενθουσιασμού, και εκδικητική ικανοποίηση αφού από θέση λίγο πιο πίσω, μπορούσαμε να σημαδεύουμε το σκούφο του κακού γέρου στην αυλή, που παραδόξως τιναζόταν και γελούσε. Γελάει στην επίθεση κι αγριεύει στο φόβο; Τι παράξενος άνθρωπος σκεπτόμουν. Και ρώταγα τους μεγάλους γιατί γελάει και μου έλεγαν επειδή είναι χαρούμενος. Και γιατί να είναι χαρούμενος ένας γέρος που τρώει τη μια πίσω από την άλλη τις χιονόμπαλες καταπρόσωπο; γιατί; "-Γιατί παίζει η κόρη του".
Η φωνή; η χωρίς πρόσωπο και σώμα φωνή, ακούστηκε δίπλα μου. "-Έλα βρε μικρό τώρα εσύ να σου δείξω που κοροϊδεύεις τον πατέρα μου".
Και πριν το καταλάβω τρώω μια μπουκιά χιόνι στο στόμα κι αρχίζω τα κλάματα, μέχρι που χάνομαι μέσα σε μια αγκαλιά που μυρίζει καμφορά και φάρμακα. Το αυτί μου είναι κολλημένο σε μια καρδιά που χτυπά δυνατά, ταραγμένα, μια καρδιά έτοιμη να ξεκολλήσει από τη θέση της και να βουλιάξει στο χιόνι. Και ακόμα δεν βλέπω πρόσωπο επειδή δεν έχω σταματήσει το κλάμα, ώσπου ακούω τη φωνή του γέρου. "-Έτσι είναι αυτή! κλαψιάρα! Όσο την καλοπιάνεις κλαίει. Φοβέρισέ την να δεις γλώσσα που βγάζει! -Εσύ είσαι κλαψιάρης και κακός!" Του φωνάζω μέσα από το κλάμα μου. Και τον ακούω έκπληκτη πάλι να γελάει και η καρδιά στο αυτί μου πάνω, τραντάζεται κι αυτή από τα γέλια. Νιώθω κι ένα φιλί να μου ζεσταίνει το παγωμένο μάγουλο. Και τότε την είδα. Μια πανέμορφη  με πλούσια κατάμαυρα μαλλιά και κάτασπρα δόντια γυναίκα. Τα μάτια της δυο τρελές μαύρες μπίλιες έπαιζαν δεξιά αριστερά ρουφούσαν, κατάπιναν τον κόσμο. "-Και ποια είσαι εσύ; Γιατί μου έριξες το χιόνι στο στόμα; ε;
-Δεν με θυμάσαι βρε; η Κατίνα είμαι! η μάνα του Κωστάκη".
Η μάνα του Κωστάκη! Η φωνή, ο πόνος, το κλάμα της νύχτας.
Ήταν πολύ κοντά το σπίτι μας με το δικό τους. Μερικά μέτρα γης που έμοιαζαν σαν μικρό οικόπεδο μας χώριζαν. Κι αυτό που εγώ αποκαλώ "σπίτι" μας, ήταν μια τρύπια παράγκα φτιαγμένη από πεπιεσμένο χαρτόνι και δεκάρες. Κάθε πρόκα πέρναγε μέσα από μια δεκάρα και καρφωνόνταν, ώστε να μην γίνεται τρύπα στο χαρτόνι. Ζούσα στο σπίτι με τις αμέτρητες δεκάρες.
Και λίγη ώρα μετά μου είχε περάσει η τσατίλα και το παράπονο από τη μπαλιά στο στόμα, συνεχίσαμε το παιχνίδι και τα μάγουλα της Κατίνας ήταν δυο κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Και για όσο ήταν έξω μαζί μας εκείνη, κανείς δεν πήγαινε να φάει, καμιά μάνα και κανένα παιδί και κανένας άντρας δεν έκανε την αρχή να φύγει. Ώσπου ακούστηκε η φωνή της γιάτρισσας. "-Έλα μέσα παιδί μου! φτάνει πια! Μην κουράζεσαι άλλο!"
Μετά από δυο τρεις φορές που τη φώναξε, αποφάσισε να υπακούσει. Ένας υπόκωφος βήχας είχε αρχίσει να της κόβει το γέλιο, που γινόταν όλο και συχνότερος. Η γιάτρισσα έτρεξε και την τύλιξε με μια κουβέρτα, κι άρχισε μαλακά να την τραβάει προς το σπίτι. Η Κατίνα σαν πριγκίπισσα που χαιρετάει τα πλήθη, κούνησε το χέρι της προς κάθε κατεύθυνση. Σε μένα έστειλε κι ένα φιλί. "-Συγνώμη για τη μπαλιά κοριτσάκι! κατά λάθος σε βρήκε στο στόμα. -Έλα μωρέ, δεν πειράζει, τι έπαθα;" Της είπα με έπαρση, κι αυτή έβαλε για άλλη μια φορά τα γέλια.
"-Πολύ πλάκα έχει αυτό το διαολάκι. Πολύ το γουστάρω", είπε στον πατέρα της περνώντας στην αυλή, καθώς εγώ από πάνω την κοίταζα που αποτραβιόταν στο σπίτι και της έστελνα φιλιά.
Κι εκεί σ' αυτή τη γειτονιά, είχε πολλά αδέσποτα ζώα, σκύλους και γάτες.  Τη νύχτα αυτή τη χιονισμένη, έψαξαν για  καταφύγιο στεγνό να κουρνιάσουν  τα ζώα κι ένας σκύλος ο Ταρζάν, αποδιωγμένος από τα άλλα που κατέλαβαν και την παραμικρή στεγνή γωνιά, μπήκε μέσα στον καμπινέ μας που ήταν έξω από την παράγκα μας, στα μισά της απόστασης, προς τη μάντρα του γέρου. Κι από κει μέσα ούρλιαζε, αλυχτούσε όταν η νύχτα προχώρησε πολύ και μας ξύπνησε όλους. Ο πατέρας μου αγριεμένος είπε, "-Τώρα ρε πούστη θα δεις τι θα πάθεις" και πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω του. Αλλά η μάνα μου τον γύρισε στο κρεβάτι. "-Άσε το ζωντανό, κρυώνει τι να κάνει κι αυτό; -Να πάει να θρηνήσει αλλού το κοπρόσκυλο! όχι έξω από την πόρτα μου!"
Κι αμέσως μετά άκουσα τη μάνα μου, "-λες; η Κατίνα;"
Και την απάντηση δεν την πήρε από τον πατέρα μου, αλλά από μια κραυγή που ακούστηκε μέσα στη νύχτα, μία μακρόσυρτη θρηνητική κραυγή που δεν ήταν ούτε του σκύλου. -Κατίναααα!
Ήταν η κραυγή του γέρου με το καμτσίκι. Ύστερα δεν θυμάμαι πως βρέθηκα για το υπόλοιπο της νύχτας στο σπίτι της θείας μου, με τους γονείς μου να λείπουν, μόνο τη θεία που μας έλεγε, "-κοιμηθείτε παιδιά. Θα έρθει να σας πάρει η μάνα σας το πρωί, έχουν πάει σε μια δουλειά, κοιμηθείτε".
Και ύστερα από λίγες μέρες φύγαμε από την παράγκα και πήγαμε δίπλα, ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι που βρισκόταν ακόμα στο ίδιο οικόπεδο σύνορο με τη μάντρα του γέρου, αλλά είχε δικό του καμπινέ. Εγώ τη μάντρα την απαγορευμένη δεν έλεγα να την ξεχάσω. Με το που ξύπναγα και ντυνόμουν έτρεχα εκεί να δω το άλογο, να βγάλω τη γλώσσα μου στο γέρο, να ρισκάρω τα χέρια μου ακουμπισμένα πάνω της. Αλλά παρόλο που ο γέρος φανερά καθόταν στη μέση της αυλής, κι όχι όπως άλλοτε κρυμμένος πίσω από την ελιά για να με ξαφνιάσει, δεν αντιδρούσε που με έβλεπε. Και τον κοίταζα και με κοίταζε. Και τον κοίταζα και με κοίταζε. Του έβγαζα μια φορά μόνο τη γλώσσα και ύστερα ακίνητοι, κοιταζόμασταν. Και στην αρχή σκεπτόμουν πως περιμένει να αποξεχαστώ και να ακουμπήσω τη μάντρα. Και τό' χα σαν στοίχημα και σαν παιχνίδι, ποιος θα κουραστεί πρώτος. Ώσπου μια μέρα βαρέθηκα και κρέμασα τα χέρια μου μέσα. Κι αυτός σηκώθηκε από κείνο το σπασμένο σκαμνί που απορούσα πως τον κρατάει. Τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου και έψαχνα να βρω το κρυμμένο καμτσίκι, σε κατάσταση ετοιμότητας. Ήρθε ακριβώς από κάτω. Μου έδειξε τα χέρια του άδεια. Τα άπλωσε στα δικά μου. Δεν τα τράβηξα. Μου κράτησε για λίγο τα δαχτυλάκια και μου είπε κοιταζοντάς με βουρκωμένος. "-Πέθανε η Κατίνα παιδί μου. Πάει...έφυγε".
Ύστερα με άφησε γυρίζοντας την πλάτη του. Προχωρώντας προς το σπίτι του μου φώναξε. "-Έκανε καλά ο πατέρας σου που σας πήρε από κει μέσα. Αν δεν το έκανε σύντομα, θα του έσπαγα τούτο το μαυράδι στο κεφάλι". Και σήκωσε ψηλά το καμτσίκι, ούτε και κατάλαβα πως κι από που το έπιασε.
Και μπήκε μέσα στο σπίτι που δεν ακούγονταν πια κλάματα, και φωνές πόνου. Μόνο η φωνή της γιάτρισσας νευριασμένη. "-Φάε το φαγητό σου, μη με σκας πια, αλλιώς δεν έχει να βγεις για παιχνίδι". Και του  γέρου.
"-Πάλι δεν ακούς τη γιαγιά σου; Φάε βρε! πως θα γίνεις άντρας;"

Και αυτή η γειτονιά πάει κι έρχεται στο κεφάλι μου δεκαετίες τώρα. Ξέχασα τα ονόματα των δρόμων, τα σημάδια στο δρόμο για το σπίτι χάθηκαν, τα πρόσωπα που κάθε μέρα έβλεπα έγιναν φιγούρες, σκιες, εκτός από τα κόκκινα μάγουλα της Κατίνας, τα σπίτια ιδέα δεν έχω αν υπάρχουν ακόμα, αν στη θέση τους μπήκαν άλλα, αν η μάντρα έπεσε, αν οι δεκάρες μαζεύτηκαν της παράγκας, ακόμα και οι φωνές χάσανε τη χροιά τους, εκτός από μία που ακούω απαράλλαχτη μέσα στα χρόνια. "Πέθανε η Κατίνα παιδί μου..Πάει...έφυγε".


Sunday, March 17, 2019

Εδώ(;)

Το εδώ, αλλάζει
στο τώρα και στο χθες.
Κι αφού στο εδώ ήμουνα χθες
που βρίσκομαι τώρα;