Τι ανελέητος οδοστρωτήρας ψυχής
η έννομη ευτυχία!
Μοιάζει με κείνη τη σειρά των τρομαγμένων πιθήκων.
"Δεν είδα, δεν άκουσα, δεν ξέρω"
Και είναι αυτή τους η προσποίηση
που φέρνει τόσο γέλιο.
Τι ανελέητος οδοστρωτήρας ψυχής
η έννομη ευτυχία!
Μοιάζει με κείνη τη σειρά των τρομαγμένων πιθήκων.
"Δεν είδα, δεν άκουσα, δεν ξέρω"
Και είναι αυτή τους η προσποίηση
που φέρνει τόσο γέλιο.
Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου ειναι ποιητής, και Αντιπρόεδρος της Παννελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.
Ηλίας Παπακωνσταντίνου
Κόκκινα Φεγγάρια
" Η Ελένη Μπάλιου από το πρώτο ποίημα του βιβλίου μας δείχνει που κινείται η γραφή της. Βαθιά κοινωνική πολιτική θα έλεγα. ευαίσθητη με αρχές και αξίες. Ξεκινάει με τα 24 νυχτερινά, που μέσα από τη νύχτα τους θέτουν το φως που δημιουργεί η ψυχή της Ελένης, ο εσωτερικός της κόσμος. Πιστεύω πως είναι σε διαρκή πάλη με την απέναντι όχθη των πραγμάτων που σήμερα ειδικά έχουν πιάσει δωμάτιο μέσα στα σπίτια μας και συνδιοικούν κατά κάποιο τρόπο το μέλλον μας. Εκεί ξεπετάγεται η Ελένη κάθε τόσο με ευρηματικότητα και ρίχνει κροτίδες αντίστασης, σαν ένα ξυπνητήρι ήθους, σαν ευγενής στόχος και υποχρέωση προς την ανθρωπότητα. Στο 18 νυχτερινό της απόσπασμα και πέρασμα, σαν μια φωταλίδα διαρκείας μας γράφει και στην αγγλική γλώσσα, σαν άλλος Jim Morrison η Ελένη στο εκπληκτικό του τραγούδι Spanish Caravan μας γράφει “take me away” ρίχνοντας βέβαια και δικαιωματικά κάποια γαλλικά ενδιάμεσα, για την ποίηση και τη γλώσσα, εφόσον το μόνο που ξέρουν είναι να στενεύουν τα κελιά της φυλακής, όπως μας γράφει. Και στο τέλος για να δανειστώ πάλι ακόμα ένα εμβληματικό τραγούδι των Scorpions το «still loving you» αυτή τη φορά μας γράφει η Ελένη “ because I know you still love me, because you know I still do too”
Kι έτσι κλείνει ουσιαστικά και σφραγιστικά το ποίημα μιλώντας και δείχνοντας την μεγαλύτερη επανάσταση, αυτήν της αγάπης. Είναι αυτές οι δυο λέξεις που χαρακτηρίζουν την ποιήτρια. Αγάπη και επανάσταση. Νοιάξιμο για τα κοινά, για το που μας πάνε, που πάει, και από που τρέφεται η ζωή μας. Η Ελένη τα γνωρίζει όλ’ αυτά και δεν σιωπά. Κι όταν το κάνει, είναι μόνο για το κοινό καλό.
Η ποιήτρια αθέατα ίσως, να ρωτάει τον εαυτό της, ποια είμαι, που πάμε, και μέσα από την εσωτερική της αναζήτηση, να βρίσκει διέξοδο στις λέξει,ς στα ποιήματα που έχουν τις απαντήσεις, αλλά και τα ερωτήματα που τίθεται από την ποιήτρια, ώστε ο αναγνώστης να ψάξει μέσα τους, να κάνει μια διεργασία ψυχής, ώστε να βγάλει κάποια συμπεράσματα που θα του δώσουν ένα καλύτερο και πιο ελεύθερο μέλλον.
Στο πρώτο της νυχτερινό, πόσο έξυπνα και αλληγορικά μ’ έναν ωραίο υπερρεαλισμό μας δείχνει την εικόνα του σήμερα σε μόλις δέκα μικρούς στίχους, ένα μικρό ποίημα με τεράστιο συμβολισμό, εικόνες τραγικές που θα μπορούσε να είναι ένα παιδί από τη Γάζα, ένα παιδί σε όλους τους πολέμους που μαίνονται στη γη, με ηθοποιούς στο παγκόσμιο εγκληματικό σύστημα που όλα τα δέχεται και τα οργανώνει. Μας λέει στο ποίημα
« Η σκηνή ήταν γεμάτη
και ηθοποιοί απ’ όλο τον κόσμο
έπαιζαν ένα έργο γνωστό σε όλο τον κόσμο
Και η πλατεία κάτω
είχε για μόνο θεατή
ένα παιδί κουρελιασμένο
που είχε σκορπίσει τις σάρκες του
στα καθίσματα
Για να φαίνονται πολλοί».
Η ποιήτρια δεν ονειροβατεί ούτε μας δίνει αναβολικά ποίησης αλλά μας πιάνει από το χέρι στίχο -στίχο, και προτείνει, έχει να προτείνει, οργανώνει τις λύσεις μέσα από τις φράσεις της. Περιοδεύει τον κόσμο ανοίγοντας τον κύκλο μέσα της και ελευθερώνει την καρδιά της, με ποιήματα ικανά να μας κάνουν να σκεφτούμε παραπάνω, να απαντήσομε στα δικά μας πως, τα τι, τα γιατί του άλλου και άλλα ερωτήματα που μας παιδεύουν πολλές φορές.
Στο νυχτερινό β, μας λέει. «Και θα ήταν αστείο αν δεν ήταν τόσο τραγικό, το πως οι άνθρωποι εύχονται και προσεύχονται να μην τους εύρη το κακό, την ίδια στιγμή που το προκαλούν, ή το αφήνουν να συμβαίνει».
Εδώ τα λέει όλα. Φωτογραφίζει τους μεγάλους σταυρούς των ανθρώπων που την ίδια ώρα εγκληματούν, κάτι σαν τους πολιτικούς μας ή όλους εμάς που αφήνουμε πολλές φορές να συμβαίνει όλο αυτό, χωρίς μια ριπή αντίστασης. Μιλάει για τα κροκοδείλια δάκρυα της πέννας και για την κραυγή που αναλόγως πώς βολεύονται κάποιοι, την τοποθετούν στο πλάι του δικού τους μικροσυμφέροντος, γιατί πιστεύω οτιδήποτε πέραν από το οικουμενικό καλό, είναι εφήμερο μικροσυμφέρον, όσα πλούτη και δόξα και να αποκτήσει κάποιος.
Η Ελένη Μπάλιου δεν στέκεται σε ποιητικές δάφνες βραβείων, αν κι έχει πάρει βραβεία, λόγων και συντεχνιών, αλλά έχει δεθεί από χρόνια στο άρμα της δημιουργίας και μόνο, και μας την παραθέτει τόσο απλά και ουσιαστικά χωρίς κραυγές και επαναστάσεις του φαίνεσθαι. Γιατί ξέρει που λείπει ο άνθρωπος, ξέρει την εγκυμονούσα ανάσταση, όπως μας λέει, ξέρει τι συμβαίνει στους πολέμους των παγκόσμιων εταιριών και των θρησκειών, γνωρίζει τι γράφει, πολύ βασικό αυτό για έναν γραφιά, γνωρίζει τι συμβαίνει σε κάποιες ποιητικές βραδιές, όπως μας τα φωτογραφίζει τόσο όμορφα και ομοιοκατάληκτα στο νυχτερινό ποίημα 10, γνωρίζει τη μεγάλη θλίψη που κουβαλάει η ευτυχία όπως μας λέει στο νυχτερινό 13, πιστεύω γνωρίζει ακόμα πολλά κι αυτό είναι ένας λόγος που είναι ποιήτρια με αυτή τη γραφή.
Όμως πάνω απ’ όλα η ουσία είναι ότι νιώθει. Νιώθει και εκεί είναι το ζητούμενο. Νιώθει τη σήψη, το άδικο, το σκελετωμένο παιδί. Εδώ να πω πως αναφέρεται πολλές φορές στα παιδιά, δείχνει τη μεγάλη της ευαισθησία. Νιώθει την ανομία και του νόμου το παραμύθι και δεν χαρίζεται, βγαίνει μπροστά γράφοντας και μιλώντας.
Η Ελένη έχει διανύσει δρόμο ως συγγραφέας εδώ και πολλά χρόνια. Την έχει ανακαλύψει και αποκαλύψει η ποίηση και ποτέ δεν ήταν η γραφή της ανέραστη, δεν σύρθηκε. Και για συμμάχους της είχε και έχει τη φαντασία πάνω απ’ όλα, τα βιώματα, την χωρίς φόβο καταγγελία, την τόλμη και το ψυχικό σθένος για να βγάλει εις πέρας αυτό το ιερό έργο. Δεν είναι εύκολο να πηγαίνει κανείς αντίθετα στο ρεύμα και η Ελένη, το κάνει και στην ποίηση και στη ζωή της που αυτό πιστεύω, ότι είναι το πιο σημαντικό.
Η ποιήτρια νοσταλγεί. Μας πηγαίνει σε χρόνους της απλότητας με τη λιτή νότα της ζωής και το όνειρο που πάλευε να γίνει πραγματικότητα. Μας λέει για τον ποιητή που χορεύει απαλά ένα ποίημα για να τον νανουρίσει. Κάντε το εικόνα αυτό να δείτε την τρυφερότητα που μας δίνει στο 16 της νυχτερινό μέσα από μια εικόνα ευαίσθητου υπερρεαλισμού. Γράφει για τον σκοτωμό και την φαγωμάρα, για το ποιος είναι στ’ αλήθεια ποιητής και για κάτι ψυχές που μένουν ξάγρυπνες, για τον κόσμο που καίγεται και εδώ μόνο καμπάνες χαρμόσυνες χτυπούν, για τη σφυρίχτρα μέσα στο κεφάλι της που την συνοδεύουν κρωξίματα κι ένα κύμα αλαλαγμού ανθρώπινης απελπισίας, για τα αδέσποτα σκυλιά που κλαίνε, για τα παιδιά της σελήνης. Εδώ μας παραθέτει νότες αισιοδοξίας για το μέλλον, μας λέει, «της αδικίας όταν βαρύνει το δάκρυ θα υπάρξει κάτι καινούργιο να δεις». Φαίνεται η φωτεινή πλευρά της Ελένης.
Περνώντας στα κόκκινα φεγγάρια, βλέπουμε σε πιο μεγάλη έκταση την υπαρξιακή αίσθηση των πραγμάτων στους στίχους, κάνει διατυπώσεις μέσα από μια σκληρή πραγματικότητα και προτείνει. Υπάρχει και απογοήτευση αλλά μας δίνει και φράσεις αισιοδοξίας. Ενδοσκοπεί και μας λέει για την επέτειο, για κάθε επέτειο, θα έλεγα, εδώ γίνεται μια εσωτερική διαδικασία στο ποίημα επέτειος, έκρηξης και σιωπής μαζί. Νοσταλγίας και μικρών ελευθεριών, αποφάσεων και στιγμών ακριβών, κάτω από την αγκαλιά της μητέρας, ψυχικών αναγκών, τραυμάτων και χαράς, ανάσας και στέρησης, και με μια υπέροχη εικόνα του ποιήματος στο τέλος μας λέει «με τα ψαρά της τα μαλλιά στον άνεμο λυμένα, να λιώνει το λουλάκι στου ουρανού στη στέρνα».
Μας δίνει με υπέροχο τρόπο την άλλη ματιά της πρωτομαγιάς. Βλέπουμε την αποφασιστικότητα στα ποιήματα «πάρε τα κάστρα» και «mea coulpa», την ένωση και τη συντροφικότητα και στις ιδέες. Την ερωτοαγάπη στο ποίημα «σαν λαγωνικό» και μας δίνει με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο το «μαζί» των ανθρώπων, των ανθρώπινων στιγμών, στο ποίημα «μαζί».
Θα μπορούσε να πει κάποιος με τόσα κοινωνικοπολιτικά και υπαρξιακά ποιήματα, που θα χωρέσει ο έρωτας Η Ελένη τον χώρεσε κι ας κάνει την εμφάνισή του σε λιγότερα ποιήματα. Θα μπορούσε να πει και κάποιος άλλος, με αυτά που συμβαίνουν στην κοινωνία είναι καιρός για έρωτες; Όλα τα γραφόμενα της ποιήτριας είναι ένας έρωτας για τη ζωή, επομένως τον έρωτα δεν μπορεί να τον αποφύγει ο ποιητής με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και πορεύεται η Ελένη με αλήθεια κι όχι με ψέματα. Ψέματα που έκαναν να φαίνονται σπουδαίοι πολλοί συνάνθρωποί μας, ακόμα και ποιητές με τα γλυκερά τους ποιήματα που ζαχαρώνουν καρέκλες, με λεκτικό ύφος υποπολιτικής και βαλσαμωμένα χαμόγελα.
Η Ελένη Μπάλιου με ειλικρίνεια, θυμό καμιά φορά, ποιητική ειρωνεία, αυτοσαρκασμό με μία έκταση μέσα της, βαδίζει σε ένα χωμάτινο μονοπάτι, μοναχικό θα έλεγα. Και είτε έχει θέα είτε όχι, είναι αποφασισμένη να φτιάχνει η ίδια τη θέαση στα μάτια μας, με οδηγό τα γραψίματα της και έτσι ζει καθημερινά μαζί τους μικρές λυτρώσεις. Την λυτρώνει η στιγμή, οι στιγμές πάνω στη γέννα των λέξεων. Όλο αυτό θα έχει την όψη του θαύματος όταν θα μπορέσει να περάσει στους αναγνώστες, του, ή των βιβλίων της. Τώρα που εξακολουθούν να είναι ασυμμόρφωτοι οι καιροί και η τεχνητή νοημοσύνη έχει κάνει την παρουσία της αισθητή, για καλό ίσως σε κάποιες περιπτώσεις και για κακό σε πολλές άλλες, αυτό θα το δείξει το μέλλον, εμείς πρέπει να αναρωτηθούμε ποιος έχει τα κλειδιά. Και η ποίηση σίγουρα τα έχει. Θα τα βρούμε μέσα στα ποιήματα της Ελένης να ξεκλειδώνουν αθόρυβα τις υποταγές μας στο χρόνο.
Ελένη μου εύχομαι να έχεις υγεία, να διαβαστεί και να αγαπηθεί το βιβλίο σου και συνέχεια στην πάντα αγωνιστική και γεμάτη ουσία γραφή σου!"
Πολλά τα χρόνια που ζήσαμε στα ενοίκια με την οικογενειά
μου. Πολλά τα σπίτια. Όλα στην περιοχή του Μπραχαμίου στο μήκος της οδού
Σουλίου, που ξεκινούσε από τη λεωφόρο Βουλιαγμένης και κατέληγε στον Άγιο
Κωνσταντίνο λίγο πριν το Καλαμάκι. Τον είχα περπατήσει άπειρες φορές αυτό το
δρόμο γιατί εκεί ψηλά στον Άγιο Κωνσταντίνο, τα σπίτια λιγόστευαν και είχες μια
αίσθηση ότι λίγο ακόμα και θα φτάσεις στη θάλασσα, λίγο ακόμα και θα πέρναγες
έξω από τα σύρματα της φυλακής σου.
Μεγάλες άδεις εκτάσεις ολόγυρα και τα σπίτια ανάσαιναν
οξυγόνο. Πρόλαβα την περιοχή αυτή όταν τσοπάνηδες πήγαιναν εκεί για να βοσκήσουν
τα πρόβατα.
Πολλά γεννάει η φαντασία ενός παιδιού στην ηλικία που
βρισκόμουν. Εκεί γύρω στα δέκα, έντεκα χρόνια μου, είχα ξεκινήσει αυτές τις μικρές
δραπετεύσεις. Μια μέρα πήρα μαζί μου και την ξαδέλφη μου, επειδή έβλεπα ότι άρχισε
να σουρουπώνει και δεν ήθελα να με πιάσει η νύχτα μόνη στο δρόμο. Φοβόμουν μην
με αρπάξει κάποιος από εκείνους τους μπαμπούλες που ο αδελφός μου σκλήριζε όταν
ήμασταν οι δυο μας έξω, ότι είναι από πίσω μου και απλώνουν το χέρι τους επάνω
μου ήδη. Φυσικά του άρεσε να με τρομάζει, παιδί ήταν κι αυτός, αλλά δεν ήξερε
για πόσα χρόνια μετά θα κουβαλούσα το φόβο με το μπαμπούλα που βρίσκεται μισό
βήμα μακριά μου, έτοιμος να με αρπάξει. Ακόμα
κι όταν πήγα να μείνω μόνη μου, κοιμόμουν με τα φώτα ανοιχτά.
Εκείνη τη μέρα που πήρα μαζί στον περίπατο την ξαδέλφη μου,
είδαμε κάτι περίεργο στον ουρανό. Είχε μόλις σκοτεινιάσει, μπορούσες να δεις τις
τελευταίες αποχρώσεις του ήλιου πάνω από τις στέγες και να διακρίνεις λίγο από
το πράσινο που άρχισε να γίνεται γκρίζο, στις όχθες της Πικροδάφνης. Και
ξαφνικά, εκεί που περπατούσαμε αμέριμνες κουβεντιάζοντας, βλέπουμε ένα περίεργο
μπλε πράσινο φως στον ουρανό, όχι πολύ ψηλά όσο μακριά βλέπεις ένα αστέρι, αλλά
αρκετά χαμηλότερα. Το φως ήταν μεγάλο και έντονο. Δεν ήταν αεροπλάνο σε μια ευθεία
πορεία. Το φως κινήθηκε πρώτα αριστερά για μερικά μέτρα, ίσως διένυσε απόσταση ενός γηπέδου και μετά, πάνω στην ίδια
νοερή γραμμή κινήθηκε δεξιά, διανύοντας απόσταση δυο γηπέδων, έτσι που νομίζαμε πως
έρχεται κατά πάνω μας. Το φως σταμάτησε πάνω από τα κεφάλια μας, χωρίς να
κινείται κι εμείς είχαμε σταματήσει να μιλάμε και το κοιτάζαμε έντρομες. Ύστερα
αυτό, έκανε μια βουτιά μέσα στο μαύρο του ουρανού και χάθηκε. Έντρομες, αποφασίσαμε
να γυρίσουμε στα σπίτια μας αμέσως, ενώ τα μάτια μας σε όλη την επιστροφή ήταν
στραμμένα ακόμα στον ουρανό. Συμφωνήσαμε να μην πούμε τίποτα σε κανέναν γιατί ήδη
εγώ είχα τη φήμη της φαντασιόπληκτης και θα τους έδινα άλλη μια ευκαιρία για να
γελάσουν μαζί μου. Είπαμε μάλιστα ότι κάποιο αερόστατο θα ήταν, που εμείς με τη
φαντασία μας είδαμε σαν εξωγήινους, για να καθησυχάσει η μία την άλλη, αλλά στα
χρόνια που ακολούθησαν είδα αερόστατα τη νύχτα, και με αερόστατο εκείνο το
πράγμα δεν έμοιαζε.
Στην περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου στο σημείο του λόφου, η
Πικροδάφνη το ποτάμι μόλις φαινόταν από
μακριά, έπρεπε μάλιστα να περπατήσεις μέχρι την άκρη του λόφου για να τη δεις,
αλλά στο σπίτι που έμενα, ένας από τους χειμάρρους της ήταν δίπλα μας. Έβγαινες
από την πόρτα και όταν είχε φουσκώσει όχι μόνο το έβλεπες αλλά άκουγες και το
νερό που κάλυπτε ακόμα και τις όχθες να κυλάει ορμητικά. Θεωρούσα τον εαυτό μου
τυχερό που τόσο κοντά στο ποτάμι έμενα, τόσο που τις νύχτες δεν μπορούσες να
κοιμηθείς από το τραγούδι των βατράχων. Εμένα δεν με ενοχλούσε το τραγούδι
αυτό, το απολάμβανα, όχι και ο πατέρας μου όμως που κάθε τόσο ξεσπούσε. «Αναθεματισμένα
βατράχια! Λυσσάξατε πάλι απόψε! Θα έρθω κάτω εκεί βρε σιχαμένα και θα σας πνίξω
ένα ένα με τα χέρια μου!» Γέλαγα μόνη μου στο δωμάτιό μου γιατί δεν πίστευα πως
εννοούσε τα λόγια του, αλλά έπαιρνα την ικανοποίηση πως υπήρχε κάποιος ή κάτι
μέσα στη φύση, που εκείνος δεν μπορούσε να κοντρολάρει, να ελέγξει.
Το σπίτι αυτό πάνω από το ποτάμι, μας το νοίκιαζε μια μεγάλη
γυναίκα που την έλεγαν Κλειώ. Έτσι την ήξερα και πέρα από τη μορφή της που για
πολλά χρόνια έβλεπα να τριγυρνά στη Σουλίου πριν πάμε να μείνουμε στο σπίτι της,
και την κηδεία του άντρα της, που τον είχαν πάνω σε ένα τραπέζι όλη τη νύχτα,
δεν θυμάμαι κάτι άλλο από αυτήν. Θυμάμαι όμως ότι το πρόσωπο αυτού του νεκρού,
μου έμεινε για μήνες χαραγμένο στη σκέψη καθώς δεν είχα ξαναδεί και νεκρό μέχρι
τότε.
Πήγα εκεί για να φωνάξω τη μάνα μου που μαζί με άλλους γείτονες
είχαν πάει να συντροφεύσουν την κυρά Κλειώ στην αγρύπνια του νεκρού συζύγου της.
Προχώρησα μέσα στο δωμάτιο και πριν με αρπάξει η μάνα μου για να με σύρει έξω,
τον είδα. Ήθελα τη μαμά μου. Φοβόμουν να πάω στο σπίτι με τον αδελφό μου μόνη
μου, που θα μου ούρλιαζε στο δρόμο ότι ο πεθαμένος είναι από πίσω μου μισό
μέτρο, και ετοιμάζεται να με αρπάξει.
Και πως τα έφεραν οι καταστάσεις λίγα χρόνια αργότερα να κατοικήσω
με τους γονείς μου στο σπίτι αυτό. Ο αδελφός μου μικροπαντρεμένος, ήταν στο
στρατό, εγώ στα 16 και στο ένα δωμάτιο έμεναν μαζί μας η γυναίκα του και τα δυο
του παιδιά.
Είχε μια πίσω μικρή αυλή που βγαίναμε και πίναμε καφέ και
δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο αυτή η αυλή από μόνη της, εκτός από τις γλάστρες με
τα λουλούδια που της είχαμε βάλει ολόγυρα και το φράκτη. Το συρματόπλεγμα. Αυτό
που τη χώριζε από ένα μεγάλο κτήμα που βρισκόταν αμέσως μετά. Το προκλητικό κτήμα,
το μυστήριο, που έφτανε μέχρι τις όχθες του χειμάρρου. Με το πηγάδι του στη
μέση, το πηγάδι με το φρέσκο νερό που πήγαιναν οι γυναίκες εκεί να πλύνουν τα
χόρτα τους. Αλλά για μας τα παιδιά ήταν το απαγορευμένο μέρος, αφού κάθε που
κάποιος από μας πλησίαζε κοντά με όλες τις προφυλάξεις, έφευγε τρομοκρατημένος αλαλάζοντας
από εκεί, γιατί το πηγάδι, είχε φύλακα. Έναν άνθρωπο με όπλο που εκτόξευε
αλατόσφαιρες. Κάποια παιδιά τις είχαν φάει στα πισινά κι όλοι οι υπόλοιποι
έρποντας πλησιάζαμε σαν τους κομάντο, για να μη μας πάρει είδηση ο φύλακας. Ήταν
το χωράφι με το πηγάδι πειρασμός. Και να που λίγα χρόνια αργότερα, από την αυλή
μου μέσα, μπορούσα να το χαζεύω όσο ήθελα.
Σε μια άδειά του ο αδελφός μου κάθισε μαζί μου στην αυλή. «-Το
ξέρεις πως έχουμε κι εμείς πηγάδι εδώ; -Τι
λες ρε; Τρελάθηκες; Που το είδες το πηγάδι μέσα εδώ; -Το τσιμεντώσανε γι’ αυτό
δεν το βλέπεις. Είναι κάτω ακριβώς από τα πόδια μας. -Μπα! Και ποιος στο είπε
εσένα αυτό; -Ο θείος ο Νίκος που μένει απέναντι και το θυμάται. -Και γιατί το τσιμεντώσανε;
Γιατί δεν το άφησαν να υπάρχει; Δεν ενοχλούσε κανέναν εδώ, χρήσιμο ήταν. -Δεν
μου είπε ο θείος. Κάτι μεγαλύτερα παιδιά όμως μου είχαν πει, ότι μέσα σε αυτό το πηγάδι πέταγαν στοίβες τους
νεκρούς που σκότωναν οι Γερμανοί. Δηλαδή γι’ αυτό το έκλεισαν μετά. Είναι
γεμάτο από πτώματα Ελλήνων σκοτωμένων από τους Γερμανούς. Κι αυτούς όλους τους Έλληνες,
τους είχε καταδώσει ο γέρος που είδες πεθαμένο, που είχε το σπίτι αυτό».
Είχα μείνει άφωνη. Κάτω από τα πόδια μας υπήρχαν τα πτώματα
δεκάδων νεκρών από την κατοχή. Έτρεξα έντρομη στη μάνα μου. -Μαμά! Αυτός πάλι
με τρομάζει! Τώρα μου λέει ότι κάτω από τα πόδια μας είναι πεθαμένοι, πολλοί
πεθαμένοι από τον πόλεμο!
«-Γιατί λες στο κορίτσι μας τέτοιες αηδίες Ζαχαρία; -Δεν
είναι αηδίες ρε μαμά! Ο Ζώης μου το είπε που του το είπε ο πατέρας του που
θυμάται. -Παραμύθια! Φαντασίες και μύθοι!
-Δεν είναι φαντασίες μάνα! Πως νομίζεις έκανε τη σπιταρόνα
αυτή ο γέρος; Είδες κανένα άλλο σπίτι μεγάλο και περιποιημένο σαν αυτό εδώ σε
όλο το δρόμο; Γιατί η Ελένη βλέπει δράκουλες στον ύπνο της και φάτσες με
κόκκινα μάτια στο παράθυρό της και ουρλιάζει τη νύχτα; Το ξέρεις ότι είδαμε και
εμείς στο δικό μου το δωμάτιο;
-Ποιοι εσείς; Τα παιδιά; Θα έχουν επηρεαστεί από την Ελένη
που την έχεις τρομάξει εσύ από μικρή και τώρα έχει πρόβλημα.
-Ποια παιδιά ρε μάνα! Η γυναίκα μου τον είδε! Κάθε βράδυ
έρχεται ένας γέρος και κολλάει τη μούρη του στο τζάμι του παραθύρου μας κι έχει
κόκκινα μάτια!»
Αναστατώθηκα τελείως. Άρχισα να κλαίω και να παρακαλώ τη
μάνα μου να ψάξει για άλλο σπίτι, να φύγουμε από κει μέσα, το σπίτι ήταν
στοιχειωμένο! Ο γέρος δεν μας ήθελε σε αυτό γιατί ήμασταν αριστεροί κι αυτός καταδότης.
Να φύγουμε, να φύγουμε! Είχε κολλήσει η βελόνα του πικάπ σε μένα και δεν
μπορούσαν να με συνεφέρουν.
Η μάνα μου βρήκε τη λύση. Έφερε έναν παπά στο σπίτι να
διώξει τα κακά πνεύματα, να κάνει ευχέλαιο, να μας ραντίσει με νερό στη μούρη,
και όλοι ηρέμησαν. Αλλά εγώ δεν έπαψα να βλέπω εφιάλτες και τις νύχτες τα μάτια
μου ήταν καρφωμένα στο παράθυρο μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Όταν τα βατράχια
σταματούσαν να κοάζουν, έκλεινα τα μάτια μου κάπως πιο ήρεμη γιατί ήξερα ότι
ξημερώνει. Και μετά από λίγο η μάνα μου με ξυπνούσε να πάω στο σχολείο και
κουτουλούσα και έπεφτα πάνω στις πόρτες από τη νύστα. Μια μέρα την άκουσα που
έλεγε στον πατέρα μου. «-Της έχουν μείνει φοβίες από τότε που ο Ζαχαρίας την
τρόμαζε.
-Όχι… δεν μπορεί να συνηθίσει στην ιδέα πως κάτω από τα πόδια
της βρίσκονται τόσοι σκοτωμένοι. Έχει δίκιο, ούτε κι εγώ, πρέπει να φύγουμε από
δω.»
Δεν φύγαμε αμέσως γιατί ο πατέρας μου βρήκε δουλειά στην Πάρο
και θα ήταν για πολύ καιρό. Ειδοποίησε τη μάνα μου να πάει να τον βρει και να
πάρει και μένα μαζί. Εγώ ανένδοτη, δεν θα πήγαινα να γίνω χωριατοπούλα στα 17
μου ξαφνικά, να μου βρουν ένα καλό παιδί στο χωριό να με παντρέψουν, να
ησυχάσουν από μένα. Είχα δημιουργήσει ήδη τις παρέες μου στο νυχτερινό που πια
βρισκόμουν. Βρήκα σαν πρόφαση το σχολείο και δεν την ακολούθησα. Τάχα πως θα
πήγαινα να τους βρω όταν θα τέλειωνε η σχολική χρονιά, η μάνα μου πείστηκε να
φύγει μόνη της. Ο αδελφός μου ήδη, είχε
πάρει την οικογένεια του από το σπίτι αυτό, μόλις απολύθηκε και νοίκιασαν σε
άλλη συνοικία.
Ξύπνησα μια Κυριακή και ήμουν μόνη στο σπίτι. Αποφάσισα να
κατέβω μια βόλτα στο χείμαρρο με τον καφέ στα χέρια. Κάθισα σε μια πέτρα για να
καπνίσω ένα τσιγάρο ελεύθερα επιτέλους για πρώτη φορά κι όχι κρυμμένη στο
μπάνιο ή στην ταράτσα. Έβλεπα το νερό να τρέχει ορμητικά παρασέρνοντας ξύλα,
μικρούς κορμούς, και διάφορα αντικείμενα που πέταγαν οι άνθρωποι περνώντας από
εκεί. Στο φούσκωμα δεν έβλεπες τους γυρίνους που συνήθως ήταν κατά χιλιάδες
εκεί, ούτε τα βατράχια.
Ένα συρματόπλεγμα
χώριζε το σπίτι μου από το μεγάλο κτήμα με το ζωντανό πηγάδι, που έφτανε μέχρι
τον ποταμό. Ένα κτήμα γεμάτο λεύκες, πεύκα και άλλα δέντρα, ιδανικό για να
κρυφτεί ένας φυγάς σε καιρούς πολέμου. Σκεπτόμουν. Ή να περπατήσει κρυφά ανάμεσα στα δέντρα μέχρι
τις όχθες του χειμάρρου, κι από εκεί να περάσει απέναντι, και να τον παραλάβει
ένα αμάξι ή ένα άλογο που θα περίμενε απέναντι. Οργίαζε η φαντασία μου. Κοίταξα
μέσα βαθιά στα νερά και τα είδα κόκκινα. Κι αυτό το κόκκινο από το βάθος, ήρθε
στην επιφάνεια και έτρεχε τώρα ασταμάτητα ένα ποτάμι αίμα.
Πέταξα το τσιγάρο μέσα του και έφυγα ανατριχιασμένη. Μάλλον
το είχα παρατραβήξει αυτή τη φορά. Όμως όταν μπήκα στο σπίτι, ετοίμασα μια
μικρή βαλίτσα, πήρα παραμάσχαλα και τον αρκούδο μου, κλείδωσα, κι ανέβηκα στη
Σουλίου προς λεωφόρο Βουλιαγμένης, χωρίς να κοιτάξω πίσω μου ούτε μια φορά. Ήμουν
18 χρονών. Δεν ξαναπήγα στο Μπραχάμι
έκτοτε, δεν ξαναείδα τον χείμαρρο της Πικροδάφνης
και δεν ξέρω τι απέγινε εκείνο το σπίτι με το τσιμεντωμένο πηγάδι της αυλής του
και τα φαντάσματα που κυκλοφορούσαν μέσα
του. Πληροφορήθηκα τηλεφωνικά από τη μάνα μου μόνο, πως είχαν στείλει ένα
φορτηγό με την επίβλεψη ενός θείου, να το αδειάσουν από τα πράγματά μας και να
τα στείλουν σε μια αποθήκη.