herinna

herinna

Thursday, June 12, 2025

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΜΠΑΜΠΟΥΛΕΣ, ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ, ΠΗΓΑΔΙΑ, ΧΕΙΜΑΡΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΥΣ.


 

Πολλά τα χρόνια που ζήσαμε στα ενοίκια με την οικογενειά μου. Πολλά τα σπίτια. Όλα στην περιοχή του Μπραχαμίου στο μήκος της οδού Σουλίου, που ξεκινούσε από τη λεωφόρο Βουλιαγμένης και κατέληγε στον Άγιο Κωνσταντίνο λίγο πριν το Καλαμάκι. Τον είχα περπατήσει άπειρες φορές αυτό το δρόμο γιατί εκεί ψηλά στον Άγιο Κωνσταντίνο, τα σπίτια λιγόστευαν και είχες μια αίσθηση ότι λίγο ακόμα και θα φτάσεις στη θάλασσα, λίγο ακόμα και θα πέρναγες έξω από τα σύρματα της φυλακής σου.

Μεγάλες άδεις εκτάσεις ολόγυρα και τα σπίτια ανάσαιναν οξυγόνο. Πρόλαβα την περιοχή αυτή όταν τσοπάνηδες πήγαιναν εκεί για να βοσκήσουν τα πρόβατα.

Πολλά γεννάει η φαντασία ενός παιδιού στην ηλικία που βρισκόμουν. Εκεί γύρω στα δέκα, έντεκα χρόνια μου, είχα ξεκινήσει αυτές τις μικρές δραπετεύσεις. Μια μέρα πήρα μαζί μου και την ξαδέλφη μου, επειδή έβλεπα ότι άρχισε να σουρουπώνει και δεν ήθελα να με πιάσει η νύχτα μόνη στο δρόμο. Φοβόμουν μην με αρπάξει κάποιος από εκείνους τους μπαμπούλες που ο αδελφός μου σκλήριζε όταν ήμασταν οι δυο μας έξω, ότι είναι από πίσω μου και απλώνουν το χέρι τους επάνω μου ήδη. Φυσικά του άρεσε να με τρομάζει, παιδί ήταν κι αυτός, αλλά δεν ήξερε για πόσα χρόνια μετά θα κουβαλούσα το φόβο με το μπαμπούλα που βρίσκεται μισό βήμα μακριά μου,  έτοιμος να με αρπάξει. Ακόμα κι όταν πήγα να μείνω μόνη μου, κοιμόμουν με τα φώτα ανοιχτά.

Εκείνη τη μέρα που πήρα μαζί στον περίπατο την ξαδέλφη μου, είδαμε κάτι περίεργο στον ουρανό. Είχε μόλις σκοτεινιάσει, μπορούσες να δεις τις τελευταίες αποχρώσεις του ήλιου πάνω από τις στέγες και να διακρίνεις λίγο από το πράσινο που άρχισε να γίνεται γκρίζο, στις όχθες της Πικροδάφνης. Και ξαφνικά, εκεί που περπατούσαμε αμέριμνες κουβεντιάζοντας, βλέπουμε ένα περίεργο μπλε πράσινο φως στον ουρανό, όχι πολύ ψηλά όσο μακριά βλέπεις ένα αστέρι, αλλά αρκετά χαμηλότερα. Το φως ήταν μεγάλο και έντονο. Δεν ήταν αεροπλάνο σε μια ευθεία πορεία. Το φως κινήθηκε πρώτα αριστερά για μερικά μέτρα, ίσως διένυσε  απόσταση ενός γηπέδου και μετά, πάνω στην ίδια νοερή γραμμή κινήθηκε δεξιά, διανύοντας  απόσταση δυο γηπέδων, έτσι που νομίζαμε πως έρχεται κατά πάνω μας. Το φως σταμάτησε πάνω από τα κεφάλια μας, χωρίς να κινείται κι εμείς είχαμε σταματήσει να μιλάμε και το κοιτάζαμε έντρομες. Ύστερα αυτό, έκανε μια βουτιά μέσα στο μαύρο του ουρανού και χάθηκε. Έντρομες, αποφασίσαμε να γυρίσουμε στα σπίτια μας αμέσως, ενώ τα μάτια μας σε όλη την επιστροφή ήταν στραμμένα ακόμα στον ουρανό. Συμφωνήσαμε να μην πούμε τίποτα σε κανέναν γιατί ήδη εγώ είχα τη φήμη της φαντασιόπληκτης και θα τους έδινα άλλη μια ευκαιρία για να γελάσουν μαζί μου. Είπαμε μάλιστα ότι κάποιο αερόστατο θα ήταν, που εμείς με τη φαντασία μας είδαμε σαν εξωγήινους, για να καθησυχάσει η μία την άλλη, αλλά στα χρόνια που ακολούθησαν είδα αερόστατα τη νύχτα, και με αερόστατο εκείνο το πράγμα δεν έμοιαζε.

Στην περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου στο σημείο του λόφου, η Πικροδάφνη το ποτάμι μόλις  φαινόταν από μακριά, έπρεπε μάλιστα να περπατήσεις μέχρι την άκρη του λόφου για να τη δεις, αλλά στο σπίτι που έμενα, ένας από τους χειμάρρους της ήταν δίπλα μας. Έβγαινες από την πόρτα και όταν είχε φουσκώσει όχι μόνο το έβλεπες αλλά άκουγες και το νερό που κάλυπτε ακόμα και τις όχθες να κυλάει ορμητικά. Θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό που τόσο κοντά στο ποτάμι έμενα, τόσο που τις νύχτες δεν μπορούσες να κοιμηθείς από το τραγούδι των βατράχων. Εμένα δεν με ενοχλούσε το τραγούδι αυτό, το απολάμβανα, όχι και ο πατέρας μου όμως που κάθε τόσο ξεσπούσε. «Αναθεματισμένα βατράχια! Λυσσάξατε πάλι απόψε! Θα έρθω κάτω εκεί βρε σιχαμένα και θα σας πνίξω ένα ένα με τα χέρια μου!» Γέλαγα μόνη μου στο δωμάτιό μου γιατί δεν πίστευα πως εννοούσε τα λόγια του, αλλά έπαιρνα την ικανοποίηση πως υπήρχε κάποιος ή κάτι μέσα στη φύση, που εκείνος δεν μπορούσε να κοντρολάρει, να ελέγξει.

Το σπίτι αυτό πάνω από το ποτάμι, μας το νοίκιαζε μια μεγάλη γυναίκα που την έλεγαν Κλειώ. Έτσι την ήξερα και πέρα από τη μορφή της που για πολλά χρόνια έβλεπα να τριγυρνά στη Σουλίου πριν πάμε να μείνουμε στο σπίτι της, και την κηδεία του άντρα της, που τον είχαν πάνω σε ένα τραπέζι όλη τη νύχτα, δεν θυμάμαι κάτι άλλο από αυτήν. Θυμάμαι όμως ότι το πρόσωπο αυτού του νεκρού, μου έμεινε για μήνες χαραγμένο στη σκέψη καθώς δεν είχα ξαναδεί και νεκρό μέχρι τότε.

Πήγα εκεί για να φωνάξω τη μάνα μου που μαζί με άλλους γείτονες είχαν πάει να συντροφεύσουν την κυρά Κλειώ στην αγρύπνια του νεκρού συζύγου της. Προχώρησα μέσα στο δωμάτιο και πριν με αρπάξει η μάνα μου για να με σύρει έξω, τον είδα. Ήθελα τη μαμά μου. Φοβόμουν να πάω στο σπίτι με τον αδελφό μου μόνη μου, που θα μου ούρλιαζε στο δρόμο ότι ο πεθαμένος είναι από πίσω μου μισό μέτρο, και ετοιμάζεται να με αρπάξει.

Και πως τα έφεραν οι καταστάσεις λίγα χρόνια αργότερα να κατοικήσω με τους γονείς μου στο σπίτι αυτό. Ο αδελφός μου μικροπαντρεμένος, ήταν στο στρατό, εγώ στα 16 και στο ένα δωμάτιο έμεναν μαζί μας η γυναίκα του και τα δυο του παιδιά.

Είχε μια πίσω μικρή αυλή που βγαίναμε και πίναμε καφέ και δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο αυτή η αυλή από μόνη της, εκτός από τις γλάστρες με τα λουλούδια που της είχαμε βάλει ολόγυρα και το φράκτη. Το συρματόπλεγμα. Αυτό που τη χώριζε από ένα μεγάλο κτήμα που βρισκόταν αμέσως μετά. Το προκλητικό κτήμα, το μυστήριο, που έφτανε μέχρι τις όχθες του χειμάρρου. Με το πηγάδι του στη μέση, το πηγάδι με το φρέσκο νερό που πήγαιναν οι γυναίκες εκεί να πλύνουν τα χόρτα τους. Αλλά για μας τα παιδιά ήταν το απαγορευμένο μέρος, αφού κάθε που κάποιος από μας πλησίαζε κοντά με όλες τις προφυλάξεις, έφευγε τρομοκρατημένος αλαλάζοντας από εκεί, γιατί το πηγάδι, είχε φύλακα. Έναν άνθρωπο με όπλο που εκτόξευε αλατόσφαιρες. Κάποια παιδιά τις είχαν φάει στα πισινά κι όλοι οι υπόλοιποι έρποντας πλησιάζαμε σαν τους κομάντο, για να μη μας πάρει είδηση ο φύλακας. Ήταν το χωράφι με το πηγάδι πειρασμός. Και να που λίγα χρόνια αργότερα, από την αυλή μου μέσα, μπορούσα να το χαζεύω όσο ήθελα.

Σε μια άδειά του ο αδελφός μου κάθισε μαζί μου στην αυλή. «-Το ξέρεις πως έχουμε κι εμείς πηγάδι εδώ;  -Τι λες ρε; Τρελάθηκες; Που το είδες το πηγάδι μέσα εδώ; -Το τσιμεντώσανε γι’ αυτό δεν το βλέπεις. Είναι κάτω ακριβώς από τα πόδια μας. -Μπα! Και ποιος στο είπε εσένα αυτό; -Ο θείος ο Νίκος που μένει απέναντι και το θυμάται. -Και γιατί το τσιμεντώσανε; Γιατί δεν το άφησαν να υπάρχει; Δεν ενοχλούσε κανέναν εδώ, χρήσιμο ήταν. -Δεν μου είπε ο θείος. Κάτι μεγαλύτερα παιδιά όμως μου είχαν πει,  ότι μέσα σε αυτό το πηγάδι πέταγαν στοίβες τους νεκρούς που σκότωναν οι Γερμανοί. Δηλαδή γι’ αυτό το έκλεισαν μετά. Είναι γεμάτο από πτώματα Ελλήνων σκοτωμένων από τους Γερμανούς. Κι αυτούς όλους τους Έλληνες, τους είχε καταδώσει ο γέρος που είδες πεθαμένο, που είχε το σπίτι αυτό».

Είχα μείνει άφωνη. Κάτω από τα πόδια μας υπήρχαν τα πτώματα δεκάδων νεκρών από την κατοχή. Έτρεξα έντρομη στη μάνα μου. -Μαμά! Αυτός πάλι με τρομάζει! Τώρα μου λέει ότι κάτω από τα πόδια μας είναι πεθαμένοι, πολλοί πεθαμένοι από τον πόλεμο!

«-Γιατί λες στο κορίτσι μας τέτοιες αηδίες Ζαχαρία; -Δεν είναι αηδίες ρε μαμά! Ο Ζώης μου το είπε που του το είπε ο πατέρας του που θυμάται. -Παραμύθια! Φαντασίες και μύθοι!

-Δεν είναι φαντασίες μάνα! Πως νομίζεις έκανε τη σπιταρόνα αυτή ο γέρος; Είδες κανένα άλλο σπίτι μεγάλο και περιποιημένο σαν αυτό εδώ σε όλο το δρόμο; Γιατί η Ελένη βλέπει δράκουλες στον ύπνο της και φάτσες με κόκκινα μάτια στο παράθυρό της και ουρλιάζει τη νύχτα; Το ξέρεις ότι είδαμε και εμείς στο δικό μου το δωμάτιο;

-Ποιοι εσείς; Τα παιδιά; Θα έχουν επηρεαστεί από την Ελένη που την έχεις τρομάξει εσύ από μικρή και τώρα έχει πρόβλημα.

-Ποια παιδιά ρε μάνα! Η γυναίκα μου τον είδε! Κάθε βράδυ έρχεται ένας γέρος και κολλάει τη μούρη του στο τζάμι του παραθύρου μας κι έχει κόκκινα μάτια!»

Αναστατώθηκα τελείως. Άρχισα να κλαίω και να παρακαλώ τη μάνα μου να ψάξει για άλλο σπίτι, να φύγουμε από κει μέσα, το σπίτι ήταν στοιχειωμένο! Ο γέρος δεν μας ήθελε σε αυτό γιατί ήμασταν αριστεροί κι αυτός καταδότης. Να φύγουμε, να φύγουμε! Είχε κολλήσει η βελόνα του πικάπ σε μένα και δεν μπορούσαν να με συνεφέρουν.

Η μάνα μου βρήκε τη λύση. Έφερε έναν παπά στο σπίτι να διώξει τα κακά πνεύματα, να κάνει ευχέλαιο, να μας ραντίσει με νερό στη μούρη, και όλοι ηρέμησαν. Αλλά εγώ δεν έπαψα να βλέπω εφιάλτες και τις νύχτες τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στο παράθυρο μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Όταν τα βατράχια σταματούσαν να κοάζουν, έκλεινα τα μάτια μου κάπως πιο ήρεμη γιατί ήξερα ότι ξημερώνει. Και μετά από λίγο η μάνα μου με ξυπνούσε να πάω στο σχολείο και κουτουλούσα και έπεφτα πάνω στις πόρτες από τη νύστα. Μια μέρα την άκουσα που έλεγε στον πατέρα μου. «-Της έχουν μείνει φοβίες από τότε που ο Ζαχαρίας την τρόμαζε.

-Όχι… δεν μπορεί να συνηθίσει στην ιδέα πως κάτω από τα πόδια της βρίσκονται τόσοι σκοτωμένοι. Έχει δίκιο, ούτε κι εγώ, πρέπει να φύγουμε από δω.»

Δεν φύγαμε αμέσως γιατί ο πατέρας μου βρήκε δουλειά στην Πάρο και θα ήταν για πολύ καιρό. Ειδοποίησε τη μάνα μου να πάει να τον βρει και να πάρει και μένα μαζί. Εγώ ανένδοτη, δεν θα πήγαινα να γίνω χωριατοπούλα στα 17 μου ξαφνικά, να μου βρουν ένα καλό παιδί στο χωριό να με παντρέψουν, να ησυχάσουν από μένα. Είχα δημιουργήσει ήδη τις παρέες μου στο νυχτερινό που πια βρισκόμουν. Βρήκα σαν πρόφαση το σχολείο και δεν την ακολούθησα. Τάχα πως θα πήγαινα να τους βρω όταν θα τέλειωνε η σχολική χρονιά, η μάνα μου πείστηκε να φύγει μόνη της.  Ο αδελφός μου ήδη, είχε πάρει την οικογένεια του από το σπίτι αυτό, μόλις απολύθηκε και νοίκιασαν σε άλλη συνοικία.

Ξύπνησα μια Κυριακή και ήμουν μόνη στο σπίτι. Αποφάσισα να κατέβω μια βόλτα στο χείμαρρο με τον καφέ στα χέρια. Κάθισα σε μια πέτρα για να καπνίσω ένα τσιγάρο ελεύθερα επιτέλους για πρώτη φορά κι όχι κρυμμένη στο μπάνιο ή στην ταράτσα. Έβλεπα το νερό να τρέχει ορμητικά παρασέρνοντας ξύλα, μικρούς κορμούς, και διάφορα αντικείμενα που πέταγαν οι άνθρωποι περνώντας από εκεί. Στο φούσκωμα δεν έβλεπες τους γυρίνους που συνήθως ήταν κατά χιλιάδες εκεί, ούτε τα βατράχια.

 Ένα συρματόπλεγμα χώριζε το σπίτι μου από το μεγάλο κτήμα με το ζωντανό πηγάδι, που έφτανε μέχρι τον ποταμό. Ένα κτήμα γεμάτο λεύκες, πεύκα και άλλα δέντρα, ιδανικό για να κρυφτεί ένας φυγάς σε καιρούς πολέμου. Σκεπτόμουν.  Ή να περπατήσει κρυφά ανάμεσα στα δέντρα μέχρι τις όχθες του χειμάρρου, κι από εκεί να περάσει απέναντι, και να τον παραλάβει ένα αμάξι ή ένα άλογο που θα περίμενε απέναντι. Οργίαζε η φαντασία μου. Κοίταξα μέσα βαθιά στα νερά και τα είδα κόκκινα. Κι αυτό το κόκκινο από το βάθος, ήρθε στην επιφάνεια και έτρεχε τώρα ασταμάτητα ένα ποτάμι αίμα.

Πέταξα το τσιγάρο μέσα του και έφυγα ανατριχιασμένη. Μάλλον το είχα παρατραβήξει αυτή τη φορά. Όμως όταν μπήκα στο σπίτι, ετοίμασα μια μικρή βαλίτσα, πήρα παραμάσχαλα και τον αρκούδο μου, κλείδωσα, κι ανέβηκα στη Σουλίου προς λεωφόρο Βουλιαγμένης, χωρίς να κοιτάξω πίσω μου ούτε μια φορά. Ήμουν 18 χρονών. Δεν ξαναπήγα  στο Μπραχάμι έκτοτε, δεν ξαναείδα  τον χείμαρρο της Πικροδάφνης και δεν ξέρω τι απέγινε εκείνο το σπίτι με το τσιμεντωμένο πηγάδι της αυλής του  και τα φαντάσματα που κυκλοφορούσαν μέσα του. Πληροφορήθηκα τηλεφωνικά από τη μάνα μου μόνο, πως είχαν στείλει ένα φορτηγό με την επίβλεψη ενός θείου, να το αδειάσουν από τα πράγματά μας και να τα στείλουν σε μια αποθήκη.

Ούτε κράτησα την υπόσχεση στη μάνα μου πως θα πάω να μείνω μαζί τους στο νησί μετά τη σχολική χρονιά. Νοίκιασα ένα σπίτι μικρό κοντά στη δουλειά μου, αφού με διαβεβαίωσε η σπιτονοικοκυρά πως δεν είχε πεθάνει κανείς σε αυτό κατά τη διάρκεια της κατοχής ή του εμφυλίου. Και σιγουρεύτηκα γι’ αυτό, όταν για πρώτη φορά ξύπνησα ανάλαφρη μετά την πρώτη νύχτα εκεί, χωρίς εφιάλτες. 

Thursday, June 5, 2025

Ομιλία/κριτική της διανοήτριας-συγγραφέα Παναγιώτας Μπλέτα στην Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, για την ποιητική συλλογή "Τα κόκκινα φεγγάρια" της Ελένης Μπάλιου.



"Η ποίηση της Ελένης Μπάλιου δεν είναι απλώς ένα σύνολο λεκτικών κατασκευών. Είναι ψυχική αρχιτεκτονική, στηριγμένη στα ερείπια μιας εποχής που ζητά –με αγωνία και σιωπή– την αποκατάσταση της ευθύνης. «Τα Κόκκινα Φεγγάρια» δεν είναι απλώς ποιήματα. Είναι κραυγές στον νυχτερινό ουρανό, επιτύμβια επιγράμματα για την εγκαταλελειμμένη ανθρώπινη αξιοπρέπεια, και ταυτόχρονα νυχτερινά νανουρίσματα για την ψυχή του παιδιού που ακόμα ελπίζει.
Αναγνώστης του έργου δεν γίνεται όποιος διαβάζει˙ γίνεται όποιος αισθάνεται. Κι αν το βιβλίο ανοίγει με τοποθέτηση της θεατρικής σκηνής, δεν είναι τυχαίο: η Μπάλιου στήνει ένα παγκόσμιο δράμα με έναν μόνο, καθοριστικό θεατή – το «κουρελιασμένο παιδί» της συνείδησης.
Η προσωπικότητα της ποιήτριας αναδύεται μέσα από τα ποιήματα όπως αναδύεται ο καρπός μέσα από το αίμα της γης: δύσκολα, επίπονα, μα αληθινά. Η Μπάλιου δεν γράφει για να φανεί˙ γράφει για να μην ξεχάσει. Κι ακόμα περισσότερο: για να μην ξεχάσουμε εμείς. Δεν ποζάρει ως ποιήτρια – το απορρίπτει ρητά: «Κι αν θα σε πούνε ποιητή / ζήτα συγγνώμη…». Δεν εκφωνεί, εξομολογείται. Δεν κοσμεί τις λέξεις με στολίδια, αλλά τις σμιλεύει με μαχαίρι, όπως η μητέρα της που «έσφιγγε τη ζωή και το θάνατο στα χέρια της σαν μαχαίρι».
Η ποιήτρια κουβαλά το τραύμα όχι ως βάρος, αλλά ως ταυτότητα. Δεν προσπαθεί να το θεραπεύσει – το υμνεί, το τιμά, το συνδέει με τις σκιές του κόσμου, με τις γυναίκες που «σφάχτηκαν», με τους ανθρώπους που δεν πρόλαβαν να σωθούν. Και δεν γράφει ως «καλλιτέχνης» αλλά ως θυγατέρα, ως φίλη, ως άνθρωπος που είδε την αλήθεια να τρέμει στο χείλος του γκρεμού και την έπιασε με το χέρι της.
Η Ελένη Μπάλιου, όπως την αποκαλύπτει το έργο της, είναι άνθρωπος που γνωρίζει βαθιά τη θλίψη, αλλά δεν την αφήνει να την διαφθείρει. Είναι εκείνη που, μέσα στον θρήνο, συνεχίζει να αναζητά το δίκιο. Που υψώνει το ανάστημά της με τρυφερότητα.
Η μορφή της μητέρας διατρέχει το έργο σαν αρχέτυπο. Δεν είναι η εικόνα της ιδανικής μητέρας της ρομαντικής φαντασίας. Είναι εκείνη που παλεύει ανάμεσα σε εργασία και σιωπή, που πλένει τα σεντόνια με τα χέρια, που νανουρίζει με μοιρολόγια. Στα «Κόκκινα Φεγγάρια» δεν υπάρχει ίχνος συναισθηματικής εκμετάλλευσης· υπάρχει ωμή αλήθεια, μια τρυφερότητα που πονά. Η μητέρα της Μπάλιου είναι η γυναίκα του μόχθου, η σιωπηλή μάρτυρας, η σύντροφος που σώζει τη ζωή του παιδιού από την απόγνωση, δίνοντάς του το εισιτήριο της ελευθερίας.
Αυτή η μητέρα γίνεται σύμβολο του θηλυκού τραύματος και της ανθεκτικότητας. Είναι η μήτρα της μνήμης και η πηγή της υπαρξιακής πειθαρχίας. Είναι η Μήδεια χωρίς εκδίκηση, η Αντιγόνη χωρίς θεία δικαίωση.
Η Μπάλιου δεν καλλωπίζει το τραύμα – το εκθέτει, το ανοίγει, το τιμά. Το τραύμα δεν είναι αφορμή αλλά σύσταση. Είναι η ταυτότητα της ποιήτριας, ο αγωγός μέσα από τον οποίο διοχετεύεται η υπαρξιακή της αυθεντικότητα. Στον σπαραγμό της γυναίκας που σφάχτηκε, στην ποίηση που δεν σώζει αλλά φωνάζει, αναδύεται το διαχρονικό δίλημμα: γράφεις για να σωθείς ή γιατί δεν μπορείς να σωπάσεις;
Και η Μπάλιου έχει αποφασίσει: γράφει για να επιζήσει η αλήθεια. Όχι η δική της – η συλλογική.
Στην ποίηση της Μπάλιου, ο έρωτας δεν παρουσιάζεται εξιδανικευμένος, αλλά βαθιά ριζωμένος στη μνήμη. Είναι συχνά ένας απόντας, ένας φευγαλέος συνοδοιπόρος που χάνεται μέσα στον χρόνο, αφήνοντας πίσω του αποτυπώματα στο χώμα της ύπαρξης. Η μνήμη του έρωτα δεν είναι ρομαντική ανάμνηση αλλά σημείο αναφοράς της απουσίας, της στέρησης, της επιθυμίας που δεν εκπληρώθηκε ποτέ απόλυτα.
Η Μπάλιου αντιμετωπίζει τον έρωτα όπως αντιμετωπίζει τον θάνατο: όχι με μελοδραματισμό, αλλά με ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια. Οι αγαπημένοι της ποιήτριας εμφανίζονται ως σκιές φωτεινές και φευγαλέες, σαν σπουργίτια που επιστρέφουν για λίγο, μόνο για να ξαναφύγουν. Είναι φαντάσματα που συνοδεύουν την ψυχή σε στιγμές ευαλωτότητας, που θυμίζουν ότι η αγάπη, όπως και η ποίηση, έχει την πικρή της διάρκεια μέσα στη σιωπή.
Ο έρωτας, όπως αναδύεται από τους στίχους της, είναι ταυτόχρονα αίνιγμα και καταφυγή – κάτι που συνέβη, κάτι που θα μπορούσε να έχει συμβεί, κάτι που ίσως ακόμη συμβαίνει σε έναν άχρονο, άυλο τόπο.
Ποίηση, λοιπόν, ως υπαρξιακή μαρτυρία. Ως φωνή των σιωπηλών. Ως πολιτική πράξη με τη ρίζα της στην ανθρώπινη ευθύνη.
Η σιωπή, στα «Κόκκινα Φεγγάρια», δεν παρουσιάζεται μονοδιάστατα. Άλλοτε είναι ιερή, γεμάτη μνήμη και απόηχους, και άλλοτε είναι ένοχη – σαν ηχώ συνενοχής που επιτρέπει την επανάληψη του κακού. Η Μπάλιου, με την οξύτατη ηθική της ευαισθησία, δεν συγχωρεί τη σιωπή όταν αυτή γίνεται υπεκφυγή. Την ξεσκεπάζει και τη φέρνει στο φως, με την ίδια ευθύτητα που φέρνει στο φως τον πόνο.
Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη σιωπή. Η σιωπή της γυναίκας που δεν μιλά αλλά φροντίζει. Η σιωπή της μάνας που δεν απολογείται, αλλά θρηνεί. Η σιωπή του ανθρώπου που δεν έχει πια λέξεις – γιατί το τραύμα έχει γίνει εσωτερική προσευχή. Αυτή η σιωπή είναι αξιοπρέπεια. Είναι το άλλο όνομα της υπομονής και της αγάπης.
Η ποιήτρια, λοιπόν, δεν αρνείται τη σιωπή – την αξιολογεί. Την εξετάζει ως φαινόμενο, ως στάση, ως επιλογή. Μας καλεί να αναρωτηθούμε: πότε σιωπώ από φόβο και πότε από σοφία; Πότε από δειλία και πότε από αγάπη; Και τελικά, μας οδηγεί εκεί όπου η σιωπή δεν είναι πια απουσία, αλλά τρόπος να κρατηθεί ζωντανό το αόρατο.
Στο έργο της Ελένης Μπάλιου, η λύτρωση δεν έρχεται από υπερβατικές αποκαλύψεις ή λυτρωτικές εκρήξεις συναισθημάτων. Έρχεται μέσα από το βίωμα της ενσυναίσθησης – της βαθιάς και αυθεντικής σύνδεσης με τον άλλον άνθρωπο. Οι ήρωες των ποιημάτων της δεν σώζονται μόνοι τους. Σώζονται μέσα από τη μνήμη, την αποδοχή, την κοινή θλίψη.
Η ποιήτρια πιστεύει στην ανθρώπινη κοινότητα όχι ως σύνολο προσώπων αλλά ως κοινότητα ευθύνης. Η φωνή του ενός γίνεται ψίθυρος του άλλου· το δάκρυ του άλλου γίνεται καθρέφτης της δικής σου πληγής. Αυτή η εναλλαγή ρόλων –θύτη, θύματος, μάρτυρα, σιωπηλού– συνιστά την ουσία της ποιητικής της Μπάλιου.
Μέσα από αυτήν την αλληλεγγύη του τραύματος, γεννιέται η δυνατότητα της λύτρωσης. Όχι ως κάθαρση ή τιμωρία, αλλά ως βαθιά κατανόηση. Ως πράξη αγάπης απέναντι στην ανθρώπινη συνθήκη.
Κι έτσι, η ποίηση της Ελένης Μπάλιου καταλήγει να είναι κάτι περισσότερο από λογοτεχνία: γίνεται ανθρωπολογική πράξη. Μια ήσυχη, γενναία υπενθύμιση ότι ο κόσμος αλλάζει μόνο όταν οι άνθρωποι αποφασίσουν να νιώσουν ο ένας τον άλλον.
Ο τίτλος του έργου δεν είναι τυχαίος: «Τα Κόκκινα Φεγγάρια» συγκεντρώνουν πάνω τους μια ολόκληρη μεταφυσική, έναν συμβολισμό υπαρξιακό, ιστορικό και σχεδόν μυστηριακό. Το φεγγάρι στους στίχους της Μπάλιου δεν είναι ποτέ διακοσμητικό. Είναι φορέας συναισθήματος, παρηγοριάς, αλλά και μαρτυρίας. Συχνά αποκτά χρώμα – κόκκινο – υποδηλώνοντας το αίμα, την απώλεια, το γυναικείο τραύμα, την καταγωγή της θλίψης.
Το φεγγάρι συνομιλεί με τον χρόνο. Είναι το σύμβολο του παρελθόντος που επιστρέφει, του κύκλου που δεν κλείνει. Είναι μια μορφή θηλυκής παρουσίας στον ουρανό, που αντί να φωτίζει, υπενθυμίζει. Σε αρκετά ποιήματα, λειτουργεί ως παρατηρητής, ως σύντροφος της νύχτας, αλλά και ως τελευταίος μάρτυρας ενός εγκλήματος που δεν ξεχάστηκε ποτέ.
Το φεγγάρι δεν θεραπεύει, αλλά φωτίζει. Δεν προσφέρει λύσεις, αλλά φανερώνει τα ρήγματα. Είναι μια οντότητα σχεδόν θρησκευτική, που αποκαλύπτει χωρίς να μιλά. Κι έτσι, η Μπάλιου χτίζει μια κοσμοθεωρία όπου η ποίηση κοιτά τον ουρανό όχι για να ζητήσει εξηγήσεις, αλλά για να συνομιλήσει με την ύπαρξη – εκεί που η μοίρα δεν διατυπώνεται, αλλά απλώς φωτίζεται για λίγο.
Το έργο «Τα Κόκκινα Φεγγάρια» είναι κάτι περισσότερο από μια ποιητική συλλογή. Είναι ένας καθρέφτης της συνείδησης, μια μαρτυρία ζωής, και ταυτόχρονα ένα κάλεσμα προς όλους μας: να θυμηθούμε, να νιώσουμε, να σταθούμε ο ένας πλάι στον άλλον. Μέσα από τους στίχους της, η Ελένη Μπάλιου στέκεται με τόλμη απέναντι στον κόσμο, όχι για να τον καταγγείλει απλώς, αλλά για να τον ξαναπλάσει μέσα από την ηθική δύναμη της ποίησης.
Η θέση της στο σύγχρονο ποιητικό τοπίο είναι εκείνη της φωνής που επιμένει να σκάβει βαθιά· όχι για να αποδείξει, αλλά για να συναισθανθεί. Αντιπροσωπεύει μια ποίηση που δεν είναι προνόμιο των λίγων, αλλά ευθύνη όλων. Που δεν γράφεται για να ακουστεί, αλλά για να ακουμπήσει.
Η Μπάλιου, μέσα από το έργο της, αποκαθιστά το πρόσωπο του ποιητή ως διαμεσολαβητή της συλλογικής μας ψυχής. Και «Τα Κόκκινα Φεγγάρια», με τη δύναμη της απλότητάς τους και τη γνησιότητα της θλίψης τους, θα παραμείνουν ένα φως στα μάτια εκείνων που συνεχίζουν να πιστεύουν πως η ποίηση μπορεί να είναι πράξη αγάπης και αλλαγής."
Παναγιώτα Μπλέτα - Συγγραφέας/Διανοήτρια
Email: bletas.p1@gmail.com
Facebook/Instagram: Panagiota Bleta
TikTok: Panagiota Bletas

Friday, March 14, 2025

Κυκλοφόρησε!

 


Περιγραφή
Τα κόκκινα φεγγάρια ανεβαίνουν στον ουρανό σαν σιωπηλοί καθρέφτες. Ωστόσο, σιωπηλοί δεν είναι. Αντανακλούν όσα η γη θέλει να κρύψει: τη μελαγχολία, τις πληγές, το αίμα που γράφει ιστορία. Όταν εμφανίζονται, φέρνουν μαζί τους φωνές και άναρθρες κραυγές, που η ποίηση μετατρέπει σε λέξεις, μεταφέροντας την πραγματικότητα παντού.


Saturday, March 1, 2025

 Κείμενα που υπήρχαν εδώ και πια δεν υπάρχουν έχουν ενταχθεί στη νέα ποιητική μου συλλογή. Σε αυτά που έμειναν εδώ θα γίνει νέο ξεκαθάρισμα, καθώς αρκετά χρειάζονται ακόμα επιμέλεια. 

Sunday, November 3, 2024

ΜΙΡΑΝΤΑ


 

Μιράντα και λάμπεις στο φως που γελά,

 τυχερή που υπήρξα να σ' έχω κοντά.

Μιράντα ομορφιά μου, ξυπνάει τη ζωή

 η μορφή σου κι ας είναι, μια εικόνα πικρή.

 

 Η καρδιά μου ραγίζει να σε βλέπω σ' αυτή.

Τις ζωές μας ορίζει μια μοίρα κακή;

Σε κρατώ με τη σκέψη, την καρδιά, τη γραφή

 αφού υπήρξες για μένα της ψυχής μου αδελφή.

 

Στη σιωπή πάντα μέσα η φωνή σου αντηχεί

κι ότι πήρα από σένα για πάντα θα ζει,

κι αν οι δρόμοι μας χώρισαν, μοίρα σκληρή,

η αγάπη σου, ακόμα μου δίνει ζωή.

 

Και σε βλέπω τις νύχτες λαμπερή που κυλάς

Κάτω εδώ φανταζόμουν πως  τ’ αστέρια κρατάς

Τώρα είσαι η ίδια ένα αστέρι λαμπρό

λατρευτή μου Μιράντα, τ΄ονομά σου πιστό.

 

Υπέροχη, και μαζί κάθε τι θαυμαστό

"Τ' Ουρανού δορυφόρος" διαβάζω γι’ αυτό

σε θυμάμαι να έχεις τα μάτια ψηλά

με τη σκέψη φευγάτη έτη φωτός μακριά.

 

Αχ να σ’ έφτανε τώρα ετούτη η φωνή!

Με ακούς; Με διαβάζεις; με νιώθεις εκεί;

Πόσο θα’ θελα... όμως όχι! δεν είναι καλό

θλιβερό το τοπίο και άθλιο εδώ

 

Τα παιδιά που αφανίζει το μαύρο κακό

χωρίς μέλλον ψυχούλες  στον πίνακα αυτό

Μα εσύ αγαπούσες πολύ το λευκό

να μπερδεύεις με πράσινο, ροζ και χρυσό.

 

Να μην ξέρεις καλύτερα από τούτη τη γη

Κι ας ζηλεύω που δεν είμαι η καινούργια αγκαλιά

να μη μάθεις πως είναι το δράμα που ζει

μεγαλύτερο ο κόσμος, κι εγώ μια σκιά. 

 

 

 

Saturday, July 20, 2024

ο χορός

 σαν αχ, ισουίτης

στα καταγώγια της θρησκείας

με τα κεριά της λατρείας μου

καμμένα. 

Κι όταν επάνω ενωθώ με τον καπνό

αυτόν που ακόμα υψώνεται 

αποζητώντας τη λευκή του σύσταση

Σα 

Να

Χύμα στιβαγμένα τα

Ιστία

Σαθρού πλεουμένου

Ουρές από ξέφτια ανεμίζουνε 

Ίσως γιατί νομίζουν πως έγιναν σημαίες.


Και θέλω  ν' αλλάξει σε λευκό

 αυτός ο μαύρος καπνός

αλλά 

θα χαθεί των κεριών η μυρωδιά.

 σα να μη θυσίασα ποτέ

σε έναν Θεό

ή σαν να μην ποτέ γεννήθηκα

θα περνούν όπως περνούν

οι μέρες

οι μήνες

και γερασμένος  ο χορός

 θα λέει όπως λέει

πάντα

το ίδιο γερασμένο τραγούδι.