herinna

herinna

Tuesday, March 16, 2010

Τα ίχνη ενός τέως πολίτη

Όταν ο Ισίδωρος πήγαινε να συναντήσει τη Θεοδώρα, δεν ήξερε ότι αυτή δεν έμενε πια μόνη της. Δεν ήξερε ακόμα ότι δεν θα τη βρει στο παλιό σπίτι που θυμόταν, αφού εκείνη με τον ολοκαίνουργιο σύζυγό της, είχε μετακομίσει σε διαμέρισμα της απέναντι ολοκαίνουργιας πολυκατοικίας που μάλιστα είχε αγοράσει μαζί με το γκαράζ.
Εκείνο το παλιό Ντεσεβό που το είχαν κάνει μαζί γλάστρα, έλειπε από το δρόμο και ένας παλιός γείτονας του είπε πως το έχουν βάλει στην αυλή της δημαρχίας και το καμαρώνει ο δήμαρχος και οι υπάλληλοι του δήμου. Όταν όμως αυτός έμενε στη γειτονιά και ήταν το αμάξι στολισμένο με όλα τα πολύχρωμα λουλούδια απέξω, τρεις και μία ερχόντουσαν από κει να τον απειλήσουν πως αν δεν το σηκώσει να το πάει στα παλιοσίδερα, θα ξυπνήσει ένα πρωί και το αμάξι θα λείπει. Θα το πάρει ο γερανός του δήμου.
Τώρα πληροφορείται ότι και το αμάξι-γλάστρα καταχράστηκε ο δήμος και η γυναίκα που έζησε μαζί της για επτά ολόκληρα χρόνια, είχε ξαναφτιάξει τη ζωή της στο διάστημα των δύο χρόνων που εκείνος ήταν στη φυλακή. Για φαντάσου! Μετά από τόσα που έκανε για εκείνη.
"-Δεν πειράζει, ας είναι καλά όπου βρίσκεται". Μουρμούρισε πίσω από τα δόντια του και, "-Πιάσε έναν καφέ ρε Στάθη!" φώναξε στον καφετζή. Ο Στάθης του έφερε τον βαρύ γλυκό του συνοδευμένο από ένα μπισκοτάκι, όπως του άρεσε πάντα να τον σερβίρουν.
"-Που το βρήκες βρε άτιμε το μπισκότο; Απ' όσο ξέρω, μόνο για μένα τα αγόραζες, οι άλλοι τον πίνουν τον ελληνικό ασυνόδευτο.
-Δύο χρόνια μπαγιάτικο, δεν είναι πάντως. Σε είδα που ερχόσουν κι έστειλα τον πιτσιρικά στο ψιλικατζίδικο απέναντι"

Δεν ήταν μόνο ο Στάθης που τον συμπαθούσε. Με το που πάτησε το πόδι του στη γειτονιά, άνθρωποι που ούτε καλημέρα καλά καλά δεν του είχαν πει πριν, τώρα σταμάτησαν για να τον ρωτήσουν τι κάνει, αν δουλεύει, αν έχει ανάγκη από τίποτα.
Δεν απόρησε. Στο μυαλό του είχε φτιάξει ήδη το σενάριο, η Θεοδώρα δεν είχε καταφέρει να τους ξεγελάσει για πολύ, αφότου αυτός συνελήφθη.
Δεν είχε βρει δουλειά ακόμα, άλλωστε δεν ήταν πολύς ο καιρός που αφέθηκε ελεύθερος, μόλις μία εβδομάδα. Ακόμα δεν είχε συνηθίσει να περπατά χωρίς να κοιτάζει πίσω του, μήπως στο μεταξύ άλλαξαν γνώμη κάποιοι από την κυβέρνηση και τον άρπαζαν στα ξαφνικά για να τον ξαναβάλουν μέσα. Όταν ερχόταν η ώρα της σίτισης, το στομάχι του άρχιζε να γουργουρίζει και γενικώς όλο το πρόγραμμα της φυλακής το τηρούσε ακόμα ανελλιπώς στο διάστημα αυτής της μίας εβδομάδας. Λεφτά δεν είχε πολλά. Οι φύλακες του έδωσαν πίσω το πορτοφόλι του, το κινητό του και το μισθό του τελευταίου μήνα, ένεκα του ότι δούλεψε στις αγροτικές φυλακές, κάπου εκατό ευρώ. Είχε και καμιά τριακοσαριά ευρώ από παλιά στο πορτοφόλι του που του επεστράφηκαν. Δε θα μπορούσε με τόσα χρήματα στην τσέπη να τα καταφέρει για πολύ. Αλλά δεν ήταν έτοιμος ακόμα για δουλειά. Έδωσε άλλες τρεις μέρες καιρό στον εαυτό του μέχρι να καταφέρει να προσαρμοστεί στη ζωή του ως ελεύθερος. Μετά θα πήγαινε στις διεθύνσεις που του έδωσε η κοινωνική λειτουργός της φυλακης. Θα του έλεγαν ό,τι και στους άλλους αλλά δεν έχει σημασία έπρεπε να το κάνει. "Ναι ρε φίλε, αλλά αυτό τον καιρό δεν θέλουμε άλλους, σε πρώτη ευκαιρία θα σε καλέσουμε". Δεν θα τον ρωτούσε κανείς αν έχει κάπου να κοιμηθεί και κάοπυ να φάει, αλλά θα του ζητούσαν ένα τηλέφωνο σταθερό. θα τους έλεγε ότι προς το παρόν έχει μόνο το κινητό του, θα άφηνε αυτό. Μετά θα πέρναγε από τα φανάρια στην Πειραιώς να δει το Μίλτο. Από τότε που βγήκε ο Μίλτος πλένει τζάμια αμαξιών στα φανάρια. Έπλενε δηλαδή. Τον τελευταίο χρόνο έχουν πιάσει όλα τα πόστα οι Πακιστανοί. Αυτοί πάνε τρεις τρεις, δεν τον έπαιρνε για καυγάδες. Και ο Μίλτος πηγαίνει τις ώρες που δεν είναι αυτοί εκεί. Τα λεφτά που βγάζει δεν τα βγάζει επειδή πλένει τα αμάξια αλλά επειδή κάποιοι θυμούνται αυτόν και την υποθεσή του στο δικαστήριο. Είναι αυτός που σκότωσε τον εραστή της μάνας του επειδή τον έπιασε να βάζει χέρι στην αδελφή του. Θα'τα δεν θά' ταν δέκα χρονών η μικρή. Ο κόσμος συμπαθεί το Μίλτο και προσπαθεί να του το δείξει. Κυρίως όταν ξέρει ότι σε μία μοναδική συνάντηση μαζί του, μπορεί να παραστήσει τον καλό.
Ενώ αυτός, ο Ισίδωρος, δεν έχει τέτοιες συμπάθειες. Σκότωσε το αφεντικό της ερωμένης του. Μόνο που δεν ήξερε ότι αυτή, ήταν ταυτοχρόνως και δική του γκόμενα. Δεν ήξερε ακόμα ότι τον είχε καταφέρει να τη κάνει μοναδική κληρονόμο του στη διαθήκη του. Αυτός παιδιά, γυναίκα δεν είχε. Είχε χηρέψει από χρόνια και είχε παραμείνει άτεκνος. Τα ανίψια του είχε να τα δει πάνω από είκοσι χρόνια. Και η Θεοδώρα ήταν το μοναδικό πρόσωπο που της άνοιγε την καρδιά του. Άκακος άνθρωπος. Διατηρούσε ένα μαγαζί με κατεψυγμένα προϊόντα κάπου στο κολωνάκι. Και η Θεοδώρα ήταν η μοναδική του υπάλληλος. Κάτι παραπάνω από μεστωμένος. Μέσα στην πείνα για γυναίκα. Λίγο ν' ακουμπήσει καμία και του ερχόταν να χύσει. Η θεοδώρα χαζή δεν ήταν. Πήγαινε και του τριβόταν, έβαζε το χέρι του στο στήθος της για να δει πόσο γρήγορα χτυπούσε η καρδιά της. Τρόμαζε πολύ εύκολα αυτό το κορίτσι. Τον τρέλανε το γέρο. Βγήκε και κανα δυο φορές μαζί του για φαγητό, είπε στον Ισίδωρο. Καλά. Άλλος κόπανος. Βγαίνει ρε καμιά σωστή γυναίκα για φαγητό με το καραπεινασμένο αφεντικό της; και να μείνουν τα πράγματα στο φαγητό; Όλα τα πίστευε αυτός. Μέχρι που μια μέρα μέσα στην ταραχή και καλά, του είπε αυτή ότι ο μπάρμπας, τη στρίμωξε στην αποθήκη και τη βίασε. Με τι δυνάμεις ρε να τη βιάσει κι όλας; Αλλά αυτός χάνος, μωροπίστευτος. Θολώνει, "Το κορίτσι μου ρε πούστη βίασες;" Και πάει μια και δυο και του καρφώνει ένα μαχαίρι στο στήθος. "-Φώναξε τώρα τη Θεοδώρα να δούμε πως χτυπάει η δικιά σου η καρδιά". Του είπε, πέταξε το μαχαίρι στο πάτωμα και μετά πήγε και παραδόθηκε. Κι αυτή από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε με περιουσία. Που η αστυνομία και ο ανακριτής την πίεσαν για να πει πως έγινε αυτό. Μπας είχε συνεννοηθεί με τον Ισίδωρο να φάνε το γέρο για τα λεφτά; Κι αυτή είπε πως δεν είχε ιδέα η ίδια για την ύπαρξη της διαθήκης. Δεν μπορούσαν να αποδείξουν πως ο Ισίδωρος έπαιζε το ρόλο του εκτελεστή για οικονομικό όφελος. Άρχισαν να παρακολουθούν και τους δυο. Τον ένα μέσα την άλλη απέξω. Δεν είχαν καμιά επαφή μεταξύ τους. Ούτε μια φορά δεν ήρθε να τον δει αυτή στη φυλακή. Και μετά από ένα χρόνο, παντρεύτηκε κάποιον κι από τότε σταμάτησαν να την παρακολουθούν. Αλλά όχι τον Ισίδωρο. Αυτόν τον είχαν συνέχεια από κοντά ακόμα και τώρα που αποφυλακίστηκε. Ήταν σίγουρη ότι θα πήγαινε να τη βρει για να διεκδικήσει το μεριδιό του από τα λεφτά του γέρου. Αυτός όμως την έψαξε γιατί δεν ήξερε ότι έχει παντρευτεί. Κι όταν το έμαθε, σταμάτησε να την ψάχνει. Δηλαδή από σήμερα σταματά να την ψάχνει. Θα φτιάξει αρκετά κοσμήματα και θα πάει να τα πουλάει στο Θησείο. Πάνω από τον ηλεκτρικό. Εκεί πάνε διάφοροι, και πρεζόνια και τέως φυλακισμένοι και άστεγοι, αλλά και κόσμος που κάνει βόλτα τα Σαββατοκύριακα, ή τις καθημερινές πίνουν καφέ και τρώνε λίγο πιο μέσα, στα μαγαζιά. Είναι καλό μέρος το Θησείο για να κάνεις εμπόριο. Παρά το γεγονός ότι του είπαν πως η αστυνομία της Ακρόπολης και η δημοτική αστυνομία δεν αφήνουν άνθρωπο να βγάλει ένα μεροκάματο. Αυτοί όμως καταφέρνουν και βγάζουν. Ε το ίδιο θα κάνει και αυτός. Είναι ο καλύτερος τεχνίτης. Πάντα ήταν. Στα φανάρια πάντως ζήτουλας, δεν πρόκειται να καταλήξει. Ούτε άστεγος θα είναι. Τον πρώτο καιρό θα μένει στο διαμέρισμα που του άφησε η μάνα του. Μετά επειδή οι άλλοι ένοικοι από κάτω και από πάνω τον γνωρίζουν, γνωρίζουν την περίπτωσή του δηλαδή και τον κοιτάζουν με φόβο, θα νοικιάσει αυτό το διαμέρισμα και θα πάει να μείνει αλλού. Φτάνει ο ενοικιαστής να τον πληρώνει. Γι' αυτό σκέπτεται να βάλει κανένα γιάπη μέσα. Αυτοί μπορεί να είναι μαλάκες αλλά πληρώνουν.
Και τώρα δεν είναι πια σήμερα, είναι μια εβδομάδα μετά. Έχει το κασελάκι του εκεί ανάμεσα στα κασελάκια των άλλων και κάθεται απέναντι, στο παγκάκι, περιμένοντας την πελατεία του.
Την είδε να περνάει αγκαλιά με τον νυν και δεν πρόλαβε να σκεφτεί το πως νιώθει. Γύρισε, τον κοίταξε αφηρημένη και μετά τινάχτηκε. Ύστερα με ένα βλέμμα μάλλον παρακλητικό τον προσπέρασε, πάντα αγκαλιά με τον νυν, κι αυτός δεν σκέφτηκε να της μιλήσει. Ήθελε όμως τόσο πολύ να τη ρωτήσει ένα σωρό πράγματα. Να λύσει τόσες απορίες του για τη στάση της. Άρχισε να τραγουδάει εκείνο που παλιά ήταν το αγαπημένο της τραγούδι. Να το θυμόταν αυτό άραγε; Να την έβαζε σε διαδικασία να σκεφτεί πως έστω και τώρα, με αυτές τις συνθήκες, εξακολουθούσε να του χρωστά μιαν εξήγηση για όλα; Γιατί έπρεπε αυτός να φορτωθεί μια κατηγόρια για την οποία ιδέα δεν είχε; Γιατί να θεωρείται ακόμα ύποπτος όταν αυτή έκανε ελεύθερη τη ζωή της με όποιον γούσταρε και με τα λεφτά του γέρου; τι τα έκανε αυτά τα χρήματα; Με ποιο τρόπο τα κατοχύρωσε; Με ποιο τρόπο γλύτωσε η ίδια τις κατηγορίες και τη φυλακή; Είχε τόσες ερωτήσεις να της κάνει. Τόσα πράγματα να καταλάβει.
"Σαν βγω απ' αυτή τη φυλακή, κανείς δεν θα με περιμένει. Οι δρόμοι θά' ναι αδειανοί και η πολιτεία μου πιο ξένη..."
Η θεοδώρα σταμάτησε τα βήματά της. Ξέφυγε από την αγκαλιά του νυν και ήρθε κατά μέτωπο επάνω του.
"-Δηλαδή τι θέλεις τώρα; όχι πες μου τι νομίζεις ότι θα βγάλεις με αυτά"
Ο Ισίδωρος την κοίταζε αμίλητος. Εντυπωσιασμένος από το προσεγμένο παρουσιαστικό της. Ποτέ δεν τη θυμόταν να δίνει τόση σημασία στη λεπτομέρεια.
"-Άλλαξες, ομόρφυνες" Της είπε.
Αυτή συνέχισε να τον κοιτάζει επιθετικά χτυπώντας το ένα της πόδι νευρικά στο έδαφος και έχοντας τα χέρια στη μέση της. Ο νυν τους πλησίασε. "-Τι έγινε μωρό μου, σ' ενόχλησε ο αλήτης αυτός;" Η θεοδώρα σα να συνειδητοποίησε τότε το σκηνικό. Τον έπιασε από το μπράτσο και τον έσπρωξε για να απομακρυνθούν. "-Όχι. Μη βρίζεις. Δεν με ενόχλησε, είναι ακριβά τα πραγματά του, δατς ολ. Πάμε να φύγουμε". Κι απομακρύνθηκαν πάλι προς την πλατεία. Ο Ισίδωρος χαμογέλασε και γέλασε και ξεκαρδίστηκε. "-Είναι ακριβά τα πραγματά του δατς ολ". Έλεγε και ξανάλεγε.
Στο επόμενο τέταρτο τον μπουζούριασαν κάτι ασφαλίτες και τον πήγαν στο τμήμα της περιοχής. Για εξακρίβωση στοιχείων, και καλά. Αυτό έχει σταματήσει να γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο με την κατάρρευση της Χούντας. Όχι γι' αυτόν, όχι για τον καθένα σαν αυτόν και τους αλλοδαπούς. Ταυτότητα δεν κρατούσε επάνω του. Μόνο τις μέρες που έδινε παρουσία στο τμήμα της περιοχής του, δηλαδή της περιοχής που ήταν το διαμέρισμά του, την είχε μαζί του την ταυτότητα. Όλες τις άλλες μέρες την άφηνε στο σπίτι του.
Στο τμήμα, τον ρώτησαν γιατί πουλούσε την πραμάτεια του χωρίς άδεια. Είπε ότι είναι χειροποίητα, πράγματα που έφτιαχνε ο ίδιος, άρα δεν ήθελε καμιά άδεια για να τα πουλάει. Τον ρώτησαν που είναι τότε το βιβλιάριο του ΤΕΒΕ, έπρεπε να είναι σε αυτό σαν ελεύθερος επαγγελματίας. Κλέβει τη μητέρα πατρίδα με το να μη πληρώνει φόρο γι' αυτό που κάνει. Ύστερα τον ρώτησαν γιατί ενοχλεί την πρώην του, ενώ αυτή είναι μαζί με κάποιον άλλο τώρα. "-Δεν την ενόχλησα εγώ, αυτή σταμάτησε μπροστά μου" Είπε. "-Άστα αυτά Γεωργακόπουλε, κανονισμένο το είχατε, λέγε ρε τι σου έδωσε; τον αριθμό καμιάς τραπεζιτικής θυρίδας; το κλειδί καμιάς ταχυδρομικής; κανένα μπιλιετάκι με χάρτη για να βρεις το σημείο του μεριδίου σου; λέγε γιατί δεν πρόκειται να τη βγάλεις καθαρή αν δεν πεις". Μάταια προσπαθούσε να τους πείσει ότι τίποτα δεν του έδωσε η Θεοδώρα. Την είδαν λέει που έκανε την κίνηση όταν του παρέδιδε κάτι. Τι ήταν αυτό; "-Το σκουλαρίκι που είχε βγάλει από τον πίνακα για να το δοκιμάσει. Μου το έδωσε να το βάλω εγώ πίσω.
-Θες να μας πεις ρε φίλε ότι μετά από τέτοια σχέση οι δυο σας, αυτή σταμάτησε απλώς για να δοκιμάσει ένα σκουλαρίκι και μετά γύρισε την πλάτη της κι έφυγε, χωρίς να πείτε άλλη κουβέντα; Ποιανού τα πουλάς αυτά ρε;
-Γιατί δεν ρωτάτε την ίδια; Γιατί στριμώχνετε συνέχεια εμένα; Πηγαίνετε βρείτε την και ρωτήστε αυτήν να σας πει τι μου έδωσε. Ρωτήστε αυτήν τι τα έκανε τα λεφτά του γέρου. Εμένα αφήστε με ήσυχο, δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάτε.
-Αν μπορούσαμε θα το είχαμε κάνει. Αλλά η δικιά σου είναι έξυπνη φίλε! Δεν την έφερε μόνο σε σένα. Την έφερε και σε μας. Γιατί πήγε και παντρεύτηκε τον ίδιο τον ανακριτή της. Μάλιστα όπως το ακους. Του κλάφτηκε, το έπαιξε μόνο κι απροστάτευτο κορίτσι που εκμεταλλεύτηκε ένας κλέφτης, ένας δολοφόνος στο τέλος, εσύ. Και τον κατάφερε να την πιστέψει κι όχι μόνο. Την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε στο άψε σβήσε. Έχεις την εντύπωση πως δεν ήξερε αυτός ποιος είσαι; χαρτί και καλαμάρι τα ξέρει όλα για σένα. Κι όχι από τη Θεοδώρα, αλλά από εμάς και τους φακέλους σου που πήγε και σκάλισε. Αλλά με αυτόν εδώ να μπαίνει μπροστά στο έργο της αστυνομίας, δύσκολα θα φτάσουμε στη Θεοδώρα. Μόνο εσένα έχουμε λοιπόν. Αν μιλήσεις, αν μας πεις έστω ένα ελάχιστο γι' αυτήν την έχουμε στο χέρι και αχρηστεύεται η κάλυψή της. Η ας την πούμε έτσι ασυλία της, εξαιτίας του ανακριτή. Δεν θέλεις να δικαιωθείς κι εσύ μια φορά σε όλη αυτή την υπόθεση; Τόσα χρόνια έφαγες στη στενή για χάρη της. Μίλα και δεν θα βγεις χαμένος. Είναι η ώρα σου να πάρεις το αίμα σου πίσω.

-Δεν ξέρω ποιος είναι ο άντρας της. Δεν με νοιάζει. Δεν ξέρω γιατί πράγμα μου μιλάτε, δεν με νοιάζει. Εγώ θέλω να πουλάω μόνο τα χειροποίητα έργα μου χωρίς να ενοχλώ κανέναν και χωρίς να με ενοχλεί κανένας. Είναι ο μόνος τρόπος για να ζήσω με κάποια αξιοπρέπεια. Αν με σταματήσετε κι από αυτό, δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο για μένα.

-Ρε μίλα εσύ και θα έχεις όσο χώρο και όση ησυχία θέλεις πέρα εκεί που πας και τα στήνεις. Φτάνει να μας δώσεις ένα στοιχείο. Κάτι που να μπορούμε να τη βάλουμε στο χέρι.
-Δεν έχω να σας δώσω τίποτα. Αφήστε με απλώς να δουλέψω. Δεν υπάρχει κάτι που ξέρω ή που έχω για να σας δώσω.
-Καλά πήγαινε"
Του είπε ο μπάτσος νούμερο ένα. Κι αυτός έφυγε και πήγε να ξαναστήσει το κασελάκι του, αλλά τον σταμάτησαν αμέσως. Και πήγε αλλού και έγιναν κι εκεί τα ίδια. Και στο τέλος παραιτήθηκε και δεν έβγαινε πια με τα χειροποίητα κοσμήματα ούτε με κάτι άλλο. Σηκώθηκε και πήγε στη Μύκονο και δούλεψε στο λιμάνι χαμάλης, κι έβγαζε κανένα χαρτζιλίκι από τους ταξιδιώτες που τους κουβαλούσε τα πράγματα στο πλοίο. Τον υπόλοιπο καιρό έκανε μερεμέτια δίπλα σε μαστόρους. Οι Πακιστανοί, οι Ιρακινοί, Οι Κούρδοι μαζεύονταν σε ένα σημείο της χώρας και περίμεναν να πάνε οι εργολάβοι και οι μάστορες να τους διαλέξουν. Αυτός έμπαινε στα καφενεία, έπιανε συζήτηση με τον κόσμο, κέρναγε και κανένα καφέ και τα κατάφερε στο τέλος να επιβιώσει και ζει από τη δουλειά του, χωρίς ταυτότητα, χωρίς ένσημα, χωρίς δικαιώματα, γνωστός στους ανθρώπους εκεί αλλά ανύπαρκτος για την πολιτεία. Περιμένει έκτοτε τη μέρα που για κακή του τύχη, η Θεοδώρα θα διαλέξει να πάει στη Μύκονο για διακοπές. Τότε θα πρέπει να αλλάξει πάλι τόπο κατοικίας και να ξεκινήσει από την αρχή. Και πάντα έτσι θα γίνεται.
Στο παλιό Ντεσεβο-γλάστρα, φέτος, έχουν φυτέψει ήρεμες μαργαρίτες. Είναι ανθεκτικά λουλούδια αυτά. Φτιάχνουν ένα κορμό χοντρό που μοιάζει με κορμό μικρού δέντρου και μεγαλώνουν και απλώνονται και σκεπάζουν κάθε τι που βρίσκεται γύρω τους κι από κάτω τους. Κάθε ίχνος, κάθε προηγούμενης ζωής σκεπάζουν τα λουλούδια αυτά.

Wednesday, December 23, 2009

Το κασκέτο της πεταλούδας

Σας είχα υποσχεθεί μία ανάρτηση σύντομα. Δεν έγινε και τόσο σύντομα συγνώμη. Όλον αυτό τον καιρό έτρεχα και μετρούσα τις ώρες που απομένουν να γυρίσω στο σπίτι. Να δω το παιδί μου που αναρωτιόμουν τι κάνει, να του δώσω πίσω τη μαμά του. Έτρεχα αλλά ήμουν καλά γιατί κρατούσα μια πεταλούδα στη χούφτα μου. Μία ανήσυχη πεταλουδίτσα που φοβόταν τον άγριο κόσμο στον οποίο βρέθηκε, που πήρε τα χρωματά του μόνο και τα φόρεσε στα φτερά της, που πήρε τα σχηματά του μόνο και τα ζωγράφισε στην παλάμη μου. Και ήταν καλά και ασφαλής και χαρούμενη μέσα στη χούφτα μου. Κι εγώ λες και σ' αυτήν κράταγα όλη μου την ενέργεια και τη διοχεύτευα μέσα μου κι έφτανε στα ακροδαχτυλά μου, έτρεχα χωρίς κούραση και χωρίς βαρυγκομιά. Κι άφηνα το μπλογκ μου μόνο του σαν ορφανό, το σπίτι μου μόνο του χωρίς μαμά για να μπορέσω να είμαι μια καλή μαμά. Οξύμωρο ε; Κι αυτή η πεταλούδα με ρώταγε κάθε τόσο, πως το κάνεις; γιατί δεν ήξερε πως η ίδια με έκανε να αντέχω. Και μια μέρα μου είπε, "κοιμήσου, είσαι πολύ κουρασμένη. θα σε ξυπνήσω εγώ, αλλά μην ανοίξεις την παλάμη σου με τίποτα". Κι εγώ υπάκουσα και κοιμήθηκα αμέσως σαν μωρό που το βάζεις στην κούνια μετά από μια μέρα κουραστική όπου έπαιξε, έτρεξε, χτύπησε, έκλαψε και μετά αποκοιμήθηκε. Είχα βάλει το ξυπνητήρι της σκέψης μου, να χτυπήσει αν τυχόν η παλάμη μου άνοιγε. Και δεν το άκουσα. Στον ύπνο μου έβλεπα πως είμαι πάνω στα φτερά της πεταλούδας και πως αυτή με έπαιρνε μακριά. Και όταν ξύπνησα, η παλάμη μου ήταν ανοιχτή και η πεταλούδα μου φευγάτη. Σήμερα ξύπνησα μόλις. 23 Δεκεμβρίου του 2009. Αποκοιμήθηκα Τρίτη 15 Δεκεμβρίου και από τότε μέχρι σήμερα μόνο ονειρευόμουν, με μια πεταλούδα φευγάτη.
Τώρα είμαι στο σπίτι μου. Με το παιδί μου. Δεν μου έχει απομείνει τίποτε άλλο κι αυτό μου λέει ευχαριστώ που του αφιερώνω το χρόνο μου κι εγώ κλαίω γιατί ούτε καλή μάνα είμαι ούτε καλή φύλακας της πεταλούδας μου που έφυγε και πάει.
Μου είχε ζητήσει ένα κασκέτο να το φοράει όταν θα πετάει μόνη της κόντρα στα ρεύματα του αέρα. Χριστουγενιάτικο δώρο θα ήταν αυτό. Σήμερα σαν υπνωτισμένη πήγα με το παιδί για ψώνια. Την περίμενε αυτή τη μέρα. Δοκίμαζε πράγματα στους καθρέπτες των καταστημάτων κι εγώ μέσα τους έβλεπα την πεταλούδα μου να πετάει χωρίς κασκέτο. Χωρίς καν ένα αντίο.
Καλά Χριστούγεννα σε όλους.

Friday, November 27, 2009

φίλοι μου συγνώμη για την αποχή, πασχίζω να επανέλθω

Κάτι τα βραδινά μεροκάματα κάτι το τρέξιμο από Νήαρ Ιστ σε παναθηναικό (να δούμε που θα σταθεροποιηθεί αυτό το παιδί μελλοντικό καμάρι της χώρας μας και ξυπνήστε μας), κάτι η προετοιμασία για την παρουσίαση ενός διηγήματος με μουσική συνοδεία (Παναγία μου δεν ήξερα ότι είναι τόσο δύσκολο), κάτι τα συγγραφικά, όλο έρχομαι κι όλο στο δρόμο είμαι. Αλλά σύντομα ελπίζω ναι, θα καταφέρω να ξεβουλώσω τ' αυτιά μου και να ακούσω τι παίζει ο φίλος μου ο Άγγελος στην κιθάρα όταν εγώ απαγγέλω ότι μου καπνίσει, (αν δεν μου φέρει την κιθάρα του κολλάρο στο μεταξύ), και να τελειώσει αυτή η οδυνηρή προετοιμασία χωρίς να φάμε λεμονόκουπες στο τέλος, Πες ρε Νίκο κι εσύ γιατί δεν μου κάθεται το κολοκείμενο με την κιθάρα κι όπου θέλει με πετάει; Κι όπου να είναι τελειώνουν και τα τρεχάματα με τα άλλα, να κάτσω επιτέλους μια δυο ώρες με την ησυχία μου να ρεμβάσω ή να θυμηθώ τι μου την έδωσε όλον αυτό τον καιρό που έτρεχα και με τα πόδια, γιατί μας φάγανε το μηχανάκι κάτι ζήτουλες που τους έβρισαν στον απο κάτω όροφο, και νόμιζαν πως το μηχανάκι ήταν των υβριστών και το αρπάξανε για εκδίκηση το κερατό μου, που θα πάει λέω θα ηρεμήσω και θα τα πούμε. Φιλιά σε όλους.

Friday, November 6, 2009

Καλέ είμαι αναγνώστρια του εαυτού μου; Έλα Χριστός κι Απόστολος...και δεν ξέρω και να το βγάλω το ρημάδι...

Wednesday, October 14, 2009

Η μικρή κλέφτρα Κίσσα

Ενα παραμύθι δεν είναι παρά μια ιστορία φανταστική και θα πρέπει να διαβάζεται πάντα σαν τέτοιο, ακόμα κι αν περιέχει στοιχεία της επίσημης ιστορίας, που στόχος τους δεν είναι φυσικά η ιστορική πληροφόρηση αλλά η χωροχρονική τοποθέτηση των δρώμενων, ώστε να είναι σε θέση ο αναγνώστης να ορίσει το τοπίο της δράσης στη σκέψη του. Καμιά άλλη συγγένεια δεν μπορεί να έχει ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός με αυτόν τον τύπο αφήγησης.
Αυτό σαν εισαγωγή προς αποφυγή παρεξηγήσεων αφού ετοιμάζομαι να δώσω τη συνέχεια του παραμυθιού "Μια βόλτα στο χρόνο ανηφορικά" που είχα εμπνευστεί από την ύπαρξη μιας γυναίκας της αρχαιότητας της Σεσάρας. Κατ' άλλους πόρνη, κατ' άλλους κόρη του Βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού και κατ' εμέ γυναίκα ονειρική που αγάπησε πολύ τη φύση και τους ανθρώπους.
Κατεβαίνοντας λοιπόν την πλαγιά της Γκαλοπούλας μέχρι το νεκροταφείο, συναντάς πλήθος από Κίσσες, τα μικρά αυτά πουλιά που εδώ και δεκαετίες είχαν εξαφανιστεί και τα τελευταία χρόνια επανεμφανίστηκαν.
Η Κίσσα ήταν η αγαπημένη σύντροφος της Σεσάρας. Τις νύχτες μεταμορφωνόταν σε γυναίκα και υποδεχόταν με τις άλλες κοπέλες τους επισκέπτες άντρες. Τραγουδούσε υπέροχα όπως και οι άλλες της οκτώ αδελφές, μα ήταν η μόνη που η τιμωρία των μουσών την έπιασε μερικώς, αφού μόνο κατά τη διάρκεια της μέρας ήταν πουλί.
Η Κίσσα καθόταν πάνω σε μια κούνια στην αυλή του Σεζάρειου και με τη μαγευτική φωνή της προσέλκυε τους άντρες στο σημείο αυτό. Ύστερα αναλάμβαναν οι άλλες να τους ικανοποιήσουν τις επιθυμίες. Η κοπέλα πουλί ζήλευε που δεν μπορούσε και η ίδια να εκμεταλλευτεί τα κάλλη της και να εισπράξει τα δώρα που αυτές εισέπρατταν από τους πελάτες τους. Για να αναγκάσει λοιπόν την Σεσάρα να την εντάξει στην ομάδα υποδοχής των εντός, σταμάτησε να τραγουδάει κι έμεινε σιωπηλή για μία ολόκληρη εβδομάδα. Ήταν μια πολύ κακή εβδομάδα για τις γυναίκες του ναού της Αφροδίτης αφού κανείς δεν έβρισκε την είσοδο του πλέον και οι προμήθειες σε τρόφιμα , καλλυντικά και μυρωδικά είχαν αρχίσει να εξαντλούνται. Μία πίσω από την άλλη πήγαιναν στην Κίσσα και την παρακαλούσαν να αρχίσει το τραγούδι της ξανά, αλλά αυτή σώπαινε πεισματικά περιμένοντας να εμφανιστεί η Σεσάρα.
Αν η Σεσάρα όμως υποχωρούσε σε αυτό τον εκβιασμό θα έχανε το κύρος της σαν αρχιέρεια και θα αποκτούσαν και οι άλλες ιδέες πως με μια απεργία θα κατάφερναν να κερδίσουν περισσότερα πράγματα για τον εαυτό τους. Όπως για παράδειγμα να αλλάξουν το καθεστώς στις μέρες εξόδου τους που γίνονταν πάντα ομαδικά ώστε να μην είναι εύκολο για κάποια να δημιουργήσει το προσωπικό της πελατολόγιο, χωρίς την ανάμιξη του ναού.
Όλα αυτά ήταν θέματα που απασχολούσαν τη Σεσάρα η οποία πάρα πολύ είχε οργιστεί με την συμπεριφορά της μικρούλας Κίσσας που εκείνη μέχρι τότε, από σεβασμό στον πατέρα της είχε προστατέψει και διατηρήσει αμόλυντη, στην πιο σημαντικη μάλιστα θέση, αυτή του κράχτη, και τώρα η μικρή αποποιόταν.
Μια και δυο ξεκινάει η Σεσάρα και πάει να βρει τον πατέρα της Κίσσας στην Πιερία. Το και το, του λέει για τα καμώματα της κόρης του Κίσσας κι εκείνος αφού την άκουσε προσεκτικά της είπε.
"-Κάνε ότι θέλεις. Μία μου έχει απομείνει, όλες οι άλλες γίναν πουλιά και πετάξαν μακριά. Τις καταράστηκαν οι μούσες μετά την ήττα τους στο διαγωνισμό τραγουδιού και μόνο με έναν καινούργιο διαγωνισμό εφόσον αυτές κερδίσουν, θα ξαναπάρουν πίσω τη μορφή τους. Αλλά ο διαγωνισμός αυτός θα γίνει με την ενηλικιώση της Κίσσας, που ειναι η πιο μικρή και δεν είχε πάρει μέρος στον πρώτο. Γι' αυτό είναι σημαντικό να συνεχίσει την εξάσκηση στο τραγούδι, ανεπηρέαστη και αμόλυντη από κάθε άλλη γήινη απόλαυση. Είχα ελπίδες ότι κάποια μέρα θα απελευθερώσει από την κατάρα των μουσών και τις αδελφές της. Αν έχει επηρεαστεί τόσο πολύ από τη ζωή των άλλων γυναικών εκεί πέρα, πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει περιβάλλον. Είσαι όμως ελεύθερη να το χειριστείς κατά βούληση, σου έχω εμπιστοσύνη".
Και μετά από αυτά, ο φίλος της ο Πίερος αποσύρθηκε θλιμμένος στα δωματά του.
Η Σεσάρα γύρισε στον Υμηττό, άρπαξε τη μικρή από το χέρι και την έσυρε μέχρι έξω από το Ναό. Εκεί τη φόρτωσε επάνω σε μια άμαξα και έδωσε εντολή στον Αμαξά να την πάει στην Πεντέλη και να την παραδώσει στην ιέρεια της Αρτέμιδος, ώστε να φύγει από πάνω της η ευθύνη.
Η Κίσσα πάνω στην άμαξα θυμήθηκε ότι δεν πήρε μαζί της το αγαπημένο της καπέλο, και είπε στον αμαξά να την περιμένει. Μπήκε μέσα στον ναό πάλι την ώρα που η Σεσάρα και οι αδελφές της έτρωγαν όλες μαζί στην τραπεζαρία και αφού πήγε κρυφά σε όλων τα δωμάτια, έκλεψε από την κάθε μία τους, το πιο προσφιλές της αντικείμενο. Αυτό το έκανε σαν εκδίκηση προς όλες, που καμιά δεν μπήκε στον κόπο να την υπερασπιστεί και έφευγε από το μέρος εκείνο χωρίς αγκαλιές και αποχαιρετισμούς με καμία. Δεν ήξερε πως οι αδελφές της είχαν παντελή άγνοια των γεγονότων και νόμιζαν ότι κρύβεται θυμωμένη σε κάποιο θάμνο της γύρω περιοχής επειδή δεν κατάφερε να πείσει τη Σεσάρα να της αναθέσει σοβαρότερο ρόλο από αυτόν της τροβαδούρου.
Κι έτσι, δεν έφυγε μόνο σαν ανεπιθύμητη από το Σεζάρειο ναό αλλά και σαν κλέφτρα, χαρακτηρισμός ο οποίος την ακολούθησε στους αιώνες που ακολούθησαν μέχρι και σήμερα.
Εκεί στην Πεντέλη την ανέλαβε η ίδια η Άρτεμη η οποία αφού φρόντισε να επιστραφούν τα τιμαλφή στις ιέρειες της Αφροδίτης μετά από διαμεσολάβηση της τελευταίας, τιμώρησε την Κίσσα στην δια παντός τιμωρία της παρθενίας κι αυτή από τον καημό της δεν δέχτηκε να ξαναγίνει γυναίκα τις νύχτες. Με τα χρόνια ξέχασε την ιστορία της, την Σεσάρα, τις αδελφές και τον πατέρα της και ευτύχησε επιτέλους στα βουνά της Πεντέλης σαν ωδικό πτηνό, προσφέροντας ακουστική τέρψη και οπτική χαρά σε ανθρώπους και ζώα.
Μέχρι την αποφράδα εκείνη ημέρα που η Πεντέλη κάηκε, τα ζώα και τα πτηνά όσα δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν κάηκαν κι αυτά και η Κίσσα, μέσα στον κλονισμό από το τραγικό γεγονός, ανέκτησε τμηματικά τη μνήμη της και πέταξε με μια απόφαση πίσω στον Υμηττό. Πέταξε στην κορφή και στις παρυφές του. Πέταξε ένα γύρω σε όλη τη Γκαλοπούλα. Τραγούδησε καλώντας τις θετές αδελφές της να εμφανιστούν, αναζήτησε το Σεζάρειο, αλλά όλα εδώ και αιώνες έχουνε πάψει να υπάρχουν. Η μικρή κλέφτρα Κίσσα, αποφάσισε να εγκατασταθεί οριστικά στη Γκαλοπούλα και να ευχαριστεί τα πνεύματα, της απογοητευμένης Σεσάρας και των άλλων κοριτσιών και την ακοή όσων ζώων έχουν απομείνει στην περιοχή, με τα αιώνια παραπονιάρικα τραγούδια της. Γυναίκα όμως δεν ξανάγινε ποτέ.

Monday, October 12, 2009

περιπλανώμενος

ο χιποπο-καμπους γυρνούσε
τα δυο μάτια του πάνω στη γη
και όλους μας έβλεπε απ' τη σχισμή
που ανοιγόκλεινε όταν μεθούσε

έχει ξεμείνει από κάμπους και ψάχνει
να ξεπροβάλει να αναδυθεί
από έναν κήπο ή μια αυλή
μα ούτε ένας κήπος ή έστω μια πάχνη.

ο χιποπο καμπους δεν έχει πατρίδα
δεν έχει σκεπή δεν έχει μια γη
κοιμάται γυμνός σε μια τρύπα υγρή
πρωί, γιατί νύχτα παίζει άλλη παρτίδα.

ο χιποπο κάμπους δεν ανήκει σε είδος
αφού κανείς δεν μπορεί να τον δει
ασχέτως αν είναι αιωνίως πιο κει
θ' αρκούσε μονάχα ένας τόσος δα πήδος.

Έχει ξεμείνει κι από θάλασσες, λίμνες
έχει ξεμείνει κι από οίνο να πιεί
έχει ξεμείνει και απ΄ότι ποθεί
και τρέφεται μόνο με αέρα και...ρίμες.

Saturday, October 3, 2009

το σημείο

Μπήκα στον ποταμό που ήρεμα κυλάει ως τον καταρράκτη
δεν έχω σκεφτεί τι θα κάνω όταν φτάσω εκεί
έχω ελπίσει όμως ότι η ζωή μου θα τελειώσει νωρίτερα
κι έχω μετρήσει τις ώρες που μέσα του έχω ευχηθεί
να περάσουν
κι έχω μετρήσει μιας ζωής τα δάκρυα
που έχουν χρειαστεί για να φουσκώσει.
Στον ποταμό τον ήρεμο
που έχει το μένος του ξεσπάσει στις όχθες
που τα πράσινα χόρτα ήταν πλαγιασμένα στη γη
από ανθρώπους που πάσχισαν να ψηλώσουν τα ονειρά τους
κοιτάζοντας ανάσκελοι ένα μήνυμα στο ράμφος της νύχτας.
έχω μετρήσει πόσες σκιές είναι σκαρφαλωμένες
στους κομμένους κορμούς
κι έχω υπολογίσει στο διπλό της αντοχής μου
την απόσταση ως το στέρεο έδαφος
κι ωστόσο ετούτο εδώ το σημείο που βρίσκομαι
είναι ότι ζήτησα ποτέ χωρίς να το ξέρω
κι ότι στο μέλλον θα ευχηθώ χωρίς ποτέ μου να το πω.
κι ας πάει ο ποταμός όσο αργά ή όσο γρήγορα θέλει