το e mail mou

refene_gr@yahoo.com

Εδώ μου γράφετε. Στο καλό πια!
Ελένη Μπάλιου

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Καλά Χριστούγεννα!!!

Χρόνια πολλά σε όλους κανούργιοι και παλιοί αναγνώστες, και σε σένα ιδανικέ, όλοι αξίζετε μιαν όμορφη ευχή, όλοι αποτελείτε ερέθισμα έμπνευσης, είτε γράφετε σχόλια είτε όχι, είτε γράφω μαλακίες είτε όχι, είτε σας στενοχώρεσα, είτε σας έκανα να χαμογελάσετε. Είπε ο μεγάλος Σουρής κάποτε. "Όποιος είναι ικανός να γελάει με τη σάτιρα που ασχολείται μαζί του, είναι λεβέντης". Και είπε ο αξεπέραστος Σκαρίμπας χρόνια μετά. "Συγγραφέας που δεν αυτοσαρκάζεται είναι πατάτας" Χρόνια πολλά σε όλους σας λοιπόν, με λιγότερη μιζέρια έξω και μέσα και περισσότερο χιούμορ, λεβεντιά κι ανοιχτότητα.



Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

που θα βρείτε το παραμύθι

Στο  www.herinna.blogspot.com είναι δημοσιευμένο το νησί του Λάμδα.



Τελευταία δημοσίευσή του
8/2/2007


Να πως φαίνεται στην πρώτη Herinna:

Showing posts sorted by relevance for query παραμύθι για κακόκεφους φίλουςSort by date Show all posts

Thursday, February 08, 2007

Παραμύθι για τους κακόκεφους φίλους.

Το νησί του Λάμδα.

Ήταν ένα νησί που όταν το κοίταζες στο χάρτη έμοιαζε με δυο κορμούς ενωμένους, θύμιζε κεφαλαίο λάμδα, γι’ αυτό και οι άνθρωποι το είχαν ονομάσει έτσι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο νησιά αφού ακόμα και σήμερα οι άνθρωποι που ζουν στα δύο του σκέλη, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους κι έχουν διαφορετικό τρόπο ζωής. Στο ένα σκέλος του επιδίδονται στις καλλιέργειες, στο άλλο στην κτηνοτροφία. Μόνο στο σημείο που ενώνονται τα δυο σκέλη, σχηματίζεται μια μεγάλη πλατεία όπου είναι το μέρος συνάντησης για τις εμπορικές τους συναλλαγές.
........................................................................................................................







Όποιος θέλει, ακολουθεί το link που έβαλα εδώ κι όταν μπει, γράφει την επικεφαλίδα του ποστ: "Παραμύθι για τους κακόκεφους φίλους" στην αναζήτηση πάνω αριστερά. 

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Μάθημα μυθοπλασίας Α΄ συνέχεια

Και πάμε να δούμε κάποιες βασικές διαφορές ανάμεσα σε ένα μυθιστόρημα κι ένα παραμύθι.


Ξεκινάμε με κάποιους φανταστικούς διαλόγους.



«Ομιχλάνθρωπος προς μητέρα φροντίδα.
-Μητέρα φροντίδα ακούει;
-Ναι κυρία Διαφάνεια, πείτε μου
-Κυρία Μητέρα Φροντίδα καλά με καταλάβατε, είμαι η Διαφάνεια. Κι  έχω να σας καταγγείλω ότι  προσβλήθηκα ως όνομα και υπόσταση, από την κυρία Μελάνη.
-Με ποιο τρόπο έγινε αυτό κυρία Διαφάνεια;
-Με υπονοούμενο μελάνι, που πέταξε ενώπιον τρίτων αμφισβητώντας τη διαφανειά μου.
-Εντάξει κυρία Διαφάνεια, μείνετε ήσυχη, εμείς δεν την αμφισβητούμε, αγνοείστε το υπονοούμενο.
-Μα σας λέω με προσέβαλε ενώπιον τρίτων.
-Κυρία Διαφάνεια σας καταλαβαίνω αλλά δεν μπορεί να στηριχτεί νομικά κατηγορία για.. υπονοούμενο. Κάτι πιο συγκεκριμένο έχετε;
-Δεν έχω αλλά αν επαναληφθεί τέτοια ενέργεια σας δηλώνω ότι θα καταγγείλω την κυρία Μελάνη για ανάκληση της θέσης της και με μήνυση προσωπική.
-Αυτό να κάνετε. Άλλο τίποτα;
-Θέλει να σας μιλήσει και ο κύριος Ευγένιος. Ορίστε σας τον  δίνω».
Ο κύριος Ευγένιος μίλησε για την αθέτηση των υποσχέσεων και τις λάθος πληροφορίες από υπηρεσιακούς παράγοντες, προκειμένου να μπει στα έξοδα του ταξιδιού και της κατοπινής ταλαιπωρίας. Η μητέρα φροντίδα είπε ότι δεν γνώριζε πολλά από αυτά τα μη τηρηθέντα ή τα λάθος ειπωθέντα.  Έδωσε εντολή για άμεση εκτέλεση ενός εκ των σοβαρών ζητημάτων στην κυρία Διαφάνεια που ξαναπήρε το ακουστικό και λόγω διαφάνειας απολογήθηκε.

«-Βεβαίως και γίνεται ότι καλύτερο από μεριάς μας, δεν ξέρω γιατί σας τα είπαν  αυτά, δεν αληθεύουν, μάρτυρές  μου η κυρία «δεν έχω άποψη», ο κύριος υπεύθυνος που όμως απουσιάζει, και η κυρία Κοκοράκη που όπως πολύ καλά γνωρίζετε είναι τα μάτια και τα αυτιά του χώρου μας και που χωρίς την παρουσία της εδώ η ζωή θα ήταν πολύ πιο δύσκολη για όλους εμάς. Δεν ξέρω ποιο είναι ακριβώς το πρόβλημά τους, ενδεχομένως δεν τους αρκούν οι από την υπηρεσία προσφερόμενες υπηρεσίες, κόσμος και κοσμάκης, τι να πω.
-Καλά καλά κυρία διαφάνεια, φροντίστε να λυθεί το ζήτημα άμεσα και να εξυπηρετηθούν οι εργαζόμενοι στα βασικά ζητήματα, μέχρι αύριο να έχει λυθεί το ζήτημα.
-Μάλιστα Μητέρα Φροντίδα, θα φροντίσουμε. Χαίρετε και χαίρεται».

Η φανταστική συνέχεια του φανταστικού επισόδειου .
Διαφάνεια προς Μελάνη.

-Αν ξαναπετάξεις υπονοούμενο για τη διαφανειά μου, θα σου κάνω αναφορά.
-Την έκανες.
-Εννοώ θα σου κάνω  επίσημη αναφορά και μήνυση. Απαιτώ να με σέβεσαι και θα με σέβεσαι.
-Πλημμύρισα από σεβασμό, μπορείς να ηρεμήσεις.
-Με ειρωνεύεσαι Μελάνη; Αναφορά!
-Επισήμως όχι. Αλλά είναι λεπτές οι διαχωριστικές γραμμές της ειρωνίας όπως και του χιούμορ, του υπονοούμενου, ή του σεβασμού.
-Το αποφάσισα με ειρωνεύεσαι.
-Έχω μάρτυρες ότι αρνήθηκα πως το κάνω.
-Άκουσαν και τα άλλα που είπες όμως.
-Που δεν θυμούνται όμως. Ρώτα τους.ς
-Βρε άντε πάγαινε από εδώ. Στο εξής, μόνο για θέματα της δουλειάς θα μιλάς μαζί μου και τίποτε άλλο.
-Αλλιώς αναφορά;
-Αναφορά.
-Τηλεφωνικώς ή γραπτώς;
-……Τέλος!
-μια ερώτηση τελευταία;
-Καμία!
-Μα έλα τώρα…
-Τι θέλεις Μελάνη;
-«Καλημέρα» να λέμε, ή…αναφορά;
-Ρε άι στο διάολο που νομίζεις ότι θα με δουλέψεις εσύ.
-Μα γιατί; Γιατί γιατί  θυμώνετε κυρία Διαφάνεια που ρωτάω για να μάθω η αδαής;
-Άι στο διάολο άλλη μια φορά.
-Εγώ αναφορά μπορώ να κάνω; Λέμε τώρα…
-Κάνε ότι θες, τέλος».

Κάπως έτσι τελειώνουν οι φανταστικές στιχομυθίες. Πως γίνεται μια μυθοπλασία τώρα; Παίρνεις τη φανταστική στιχομυθία και στη θέση της Διαφάνειας ας πούμε, επειδή δεν είναι πειστικό όνομα, βάζεις ένα όνομα.  Μαγδάλω ας πούμε. Έχω μάλιστα γράψει ένα πολύ ωραίο παραμύθι με το όνομα αυτό για ηρωίδα και με ήρωα αχ το θυμήθηκα έναν βαρκάρη που τον λέγανε Φραγκίσκο.  ΤΟ ΝΗΣΙ ΛΑΜΔΑ. 2002 για του λόγου μου το αληθές, καταχωρημένο στο ίντερνετ από τότε.
Θα σας το βάλω να το δείτε κάποτε  το παλιό αυτό παραμύθι που μιλάει για έναν καπετάν καψούρη που είδε τη Μαγδάλω και την ερωτεύτηκε. Και την άρπαξε από το βαρκάρη το Φραγκίσκο και αυτή αφού είδε ότι ο καλός της δεν μπορούσε να τη σώσει, ήπιε δηλητήριο, ένα συντηρητικό για μπρούτζινα σκεύη, και μετά κοίταξε στο παράθυρο και είπε. «Κρύο κάνει, ελπίζω ο Φράγκος να φόρεσε τη ζακέτα του δα». Κι έπεσε κάτω και πέθανε η Μαγδάλω που λέτε, στο νησί Δα. Κι όταν ο Φράγκος είδε από απέναντι στο νησί Λα, ότι ο ουρανός πάνω από το Δα σκοτείνιασε, κατάλαβε πως η αγαπημένη του τα τίναξε.  Κι αφού δεν προλάβαινε να πάει να τη σώσει παρά  που ούρλιαζε από το καϊκι του «κρατήσου μωρή  Μαγδάλω! Έρχομαι!» αλλά αυτή στην κοσμάρα της δεν άκουγε, κάθισε κάτω αυτός μέσα στο καϊκι του , (για να κυνηγήσει τον καψούρη δεν γινόταν με βάρκα, έφτιαξε καϊκι, και τι πίστευε δεν ξέρω, ότι θα περιμένει η άλλη; να τελειώσει την κατασκευή; να το επανδρώσει; και να είναι ακόμα παρθένα; Άλλος μαλάκας αυτός…» κάθισε κάτω κι αυτός λοιπόν μέσα στο καϊκι , που ήταν στην επικράτεια του Λα ακόμα, και τα τίναξε επίσης. Κι έτσι γεννήθηκε το νησί Λάμδα, αφότου οι δυο γίνανε δέντρα που πήγαν οι κορφές τους κι έσμιξαν κι ενώθηκαν επιτέλους ως δέντρα, το Λα με το Δα, όσο για το Μ στη μέση, είναι το μουγκρητό της αγελάδας που έπεσε στη θάλασσα επειδή κανείς δεν θα την άρμεγε πλέον. 
Αυτός ο Φραγκίσκος το «Λα», το έλεγε με έναν τραβηγμένο τρόπο, λουα κάπως, κι αν δεν ξέραμε ότι ήταν βαρκάρης από το Λα, θα τον πέρναγε κανείς εύκολα για βλάχο. Αλλά όχι. Ήταν ένας νησιώτης που δεν κατάφερε να σώσει την αγαπημένη του Μαγδάλω.
Μαγδάλω κι εδώ η ηρωίδα μας λοιπόν. Στο παραμύθι μια Μαγδάλω είναι πάντα αθώα. Στη μυθοπλασία ενός μυθιστορήματος, δεν μπορεί να είναι. Εντάξει; Δεν θέλω διαμαρτυρίες.
Και ας πούμε Φράγκο, κάθε δυνάμει αγαπημένο βαρκάρη ή όχι, Κουβανό ή Έλληνα.
Κι ας πούμε τον «μάρτυρα  που απουσιάζει»,Τηλέμαχο, σαν εκείνον που έψαχνε το μπαμπά του.
Και τον κύριο Ευγένιο να τον πούμε Ευγένιο. Όσο για τη  Μελάνη, ας την πούμε Οφη λία, έχει κάτι από τρελή, ενώ την κυρία Κοκοράκη μπορούμε να βάλουμε στην ιστορία ως Κυρα Φροσύνη.
Κι έτσι έχουμε μια ιστορία με στοιχεία από αρχαία Ελλάδα, από βουκολική Ελλάδα, από θεατρική τραγωδία, ελληνική και αγγλική, από τουρκοκρατία, από Κούβα, Λονδίνο (λόγω ομίχλης) και σύγχρονη Ελλάδα.
Πως ξεκινάς.
Από τη μια μεριά έχεις το θέμα και τον φανταστικό χωροχρόνο μέσα στον οποίο η ιστορία λαμβάνει χώρα, κι από την άλλη τα πρόσωπα.
Χωρίζεις μια σελίδα στα δυο κάνεις αντιστοιχίες προσώπων με μέρη καθώς και υποθέματα που αφορούν κατοίκους, συνήθειες, συγγενολόγια, διασυνδέσεις κλπ για να δέσει καλύτερα η υπόθεση με τα σημεία αναφοράς.
 *βλέπε «Έρωτας στα χρόνια της χολέρας» εκεί να δεις συγγενολόγι.

Μετά αρχίζεις να γράφεις. Ε δεν θα σου πω και πως θα το κάνεις. Κάτσε κάτω και γράψε ρε.
Τι μάθαμε σήμερα; Πως ξεκινάς να γράψεις μια μυθοπλασία εμπνευσμένη από μια παντελώς φανταστική στιχομυθία.  Πως δηλαδή μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη συγγραφική σου διαστροφή με το να γίνεις το μόνιμο άχυρο κάτω από την μπλούζα κάποιων κατά λάθος αναγνωστών σου, που πλέον θα συνηθίσουν να ζουν με αυτό για το υπόλοιπο της ζωής τους. Αυτά παθαίνεις όταν δεν προσέχεις σε ποιο δάσος των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων μπαίνεις και όντας γάτα που νιαουρίζει, νομίζεις πως είσαι λέοντας που βρυχάται.
Ουφ κουράστηκα. Η συνέχεια αύριο. Είμαι Αθήνα από σήμερα ξέρετε. Ήρθα με το σάκο μου γεμάτο σοφία κι αέρα κοπανιστό σε  περιτύλιγμα σοβαροφάνειας, υπευθυνότητας και διαφάνειας. Ήπια Η2Ο,  τρία λίτρα από το μαγικό αυτό υγρό για να αποβάλω τις τοξίνες κι ακόμα πίνω. Και θα πίνω…
Το ΝΗΣΙ ΛΑΜΔΑ, τελειώνει:
"Υπάρχει ένα αόρατο νησί στο σύμπαν που αναβοσβήνει σαν απλανής αστέρας γι’ αυτούς που το βλέπουν επειδή ξέρουν, ενώ γι’ αυτούς που δεν ξέρουν, απλώς δεν υπάρχει".

Λέγεται πως αυτός που είπε «Γίνε όσο καλός μπορείς και θέλεις, αλλά ποτέ μην τους δώσεις γυμνή την αλήθεια. Θα σε καταστρέψει», Ήταν ο Τιτσιάνο, ο Ιταλός ζωγράφος της Αναγέννησης και το είπε στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. 

Μάθημα μυθοπλασίας Α΄ με χρήσιμες παρενθέσεις.




Επειδή  οι παλιοί μου αναγνώστες ως συγγραφείς κατά πλειοψηφία δεν χρειάζονται αυτό το μάθημα, μπορούν να απέχουν εκτός κι αν πιστεύουν ότι με ξέρουν, οπότε θα μείνουν. Έχω όμως και καινούργιους αναγνώστες, αμέ τι νομίζατε;  Γεα σας παιδιά!  Καλώς ήλθατε στο κλαμπ των δυσαρεστημένων εργοδοτών και προϊσταμένων. Δεν φταίω εγώ αν ούτε και σε αυτό πρωτοτυπήσατε, μη μου το καταλογίσετε κι αυτό οκ;
Βάλε καταρχήν όλους τους ξενοδόχους των νησιών που δούλεψα την τελευταία τριετία και με επικήρυξαν;  Βάλε τις τηλεφωνικές εταιρείες πριν από αυτό;  Κάθε φορά που φεύγω από την Αθήνα αποκτώ καινούργιους αναγνώστες να ξέρετε.

Απευθυνόμενοι λοιπόν κυρίως σε αυτούς τους καινούργιους αναγνώστες μου, οι παλιοί με αγαπάτε και θα με συγχωρέσετε, θέλω να τους κάνω γνωστή τη δική μου αντίληψη περί γραφειοκρατίας, που δεν είναι αυτή η απλοϊκή ερμηνεία, χαρτιά πάρε, χαρτιά δώσε, γραφείο ανέβα, γραφείο κατέβα,  αλλά κάτι πολύ πιο ύπουλο, σκοτεινό, με αόρατους ηθικούς αυτουργούς. Το φίδι που χορεύει στο στόμα του καπιταλισμού αλλά και κάθε εξουσίας που μέσω αυτού μετατρέπει πληθυσμούς ολόκληρους σε  παθητικούς δέκτες μιας αυταρχικής, και τυπολατρικής κατάστασης, μετατρεποντάς τους σε υποτελή, αδύναμα και ανυπεράσπιστα απομεινάρια ανθρώπων. 
Είναι επίσης η απόλυτη αποφυγή της ευθύνης για κάθε πεπραγμένο. Κάθε εντοπισμός, παράπονο, καταγγελία, διαμαρτυρία,  δεν γίνεται στον αμέσως από πάνω ιεραρχικά για να  επιληφθεί του θέματος, αλλά με γραπτή αναφορά στη διοικούσα αρχή, αυτό σε συμβουλεύουν, πολλά χιλιόμετρα μακριά από το  σημείο δράσης, μέσα από μια δαιδαλώδη διαδρομή, για να φτάσει σε ένα γραφείο με χιλιάδες τέτοιες αναφορές που φυλάγονται μέσα σε φακέλους ως κόρες οφθαλμών.
Διότι μπορεί να  έρθει  στιγμή που το δημόσιο θα αποφασίσει τις περικοπές εξόδων στη θέρμανση για παράδειγμα, και όλο αυτό το χαρτομάνι των αναφορών, να χρησιμεύσει ως καύσιμη ύλη πχ για μια χαρτόσομπα,  ή για μια οικονομική ανακύκλωση που θα βγάλουν χαρτιά υγείας  για να  μοιράσουν δωρεάν στον ολοένα εξαθλιωνόμενο πληθυσμό.  Αν λοιπόν δεν στείλεις γραπτώς και εκτυπωμένες τις αναφορές σου, είσαι ένας άθλιος προδότης της πατρίδας σου και του λαού σου.

Αν όμως επιχειρήσεις μιαν οποιαδήποτε επαφή με την αόρατη αρχή μετά από παραίνεση του αμέσως από πάνω, κάνοντας την αναφορά σου, ή την αίτησή σου επειδή,  «εγώ εδώ δεν είμαι για να δίνω απαντήσεις σε θέματα υπηρεσιακά, (γιατί είσαι μαλάκα τότε εδώ;) αλλά για να κόβω βόλτες, να δίνω εντολές, να κάνω πολιτική προπαγάνδα ή να φοβερίζω  με αναφορές, καταγγελίες και ανακλήσεις θέσεων,  επειδή δεν άκουσα τους γιατρούς μου για το κλύσμα που βοηθά σε πολλά». Αν λοιπόν περάσει η αναφορά σου  από τον έλεγχο του  αμέσως από πάνω, είναι κίνηση νόμιμη.

Αν το κάνεις χωρίς να αναφέρεις πως θα το κάνεις, έχεις διαπράξει παράβαση ιεραρχίας.
Τι σημαίνουν αυτές οι αντιθέσεις; Ότι πολύ απλά σου λένε «στείλε στους  πάνω πάνω γραπτώς, γιατί ξέρουν κατά το ήμισυ ότι δεν θα το κάνεις και κατά το άλλο ήμισυ ότι και να το κάνεις, θα πάει  στον κάλαθο των αχρήστων όπως έχουν πάει και άλλες, αλλονών αναφορές πριν. Είναι ο μόνος τρόπος για να μη φτάσει ποτέ το προβλημά σου και κάθε πρόβλημα που άπτεται αρμοδιοτήτων στο μέρος που υπηρετείς, στον υπεύθυνο των υπευθύνων για τη λειτουργία της υπηρεσίας. Ο μόνος τρόπος για να συνεχίσουν όλα να λειτουργούν στην ομαλότητα της ομίχλης που τα περικλείει, με τους ομιχλανθρώπους να κινούνται άνετα μέσα της και κάθε άλλον να ψάχνει τα βηματά του και να μετράει χαντάκια, στημένα εκεί με αγάπη για τον συνάδελφο.

Αν όμως αντί για γραπτή αναφορά κάνεις ένα τηλεφωνηματάκι στον υπεύθυνο των υπευθύνων με την παρουσία των ομιχλανθρώπων, τα πράγματα άμεσα μπορεί να πάρουν άλλη τροπή. Όσο κι αν το τηλέφωνο το πιάσει κατόπιν στα χέρια του ένας ομιχλάνθρωπος για να στρεβλώσει την αλήθεια και να δώσει τις δικές του εξηγήσεις, η  κατάσταση έγινε γνωστή στην αόρατη αρχή. Εμφανίζεται ένα όνομα και μια φωνή, στην άλλη μεριά της  γραμμής κάποιος ακούει, κι αυτά που ακούει, τα ακούει από άνθρωπο που δεν αποβλέπει στη μονιμότητά του ή στην προαγωγή του, στη μετάθεσή του, απόσπασή του ή παραμονή του, στην αδιατάραχτη βολή της μέχρις συντάξεως θητείας του, αλλά από κάποιον που βρέθηκε να πάρει μιαν ανάσα εργασιακής εμπειρίας για ελάχιστους μήνες, προκειμένου να μην αυτοκτονήσει. Έναν συμβασιούχο του ΟΑΕΔ που ήθελε να δουλέψει και δεν κάθισε να κοιτάξει το γάιδαρο στα δόντια. Γι’ αυτό και δεν κατάλαβε ότι για μπορέσεις να δουλέψεις  πρέπει πρώτα να πληρώσεις και να πεινάσεις ΚΑΙ να διψάσεις.
Αν το ήξερε ο φουκαράς που στα μέρη του σιτίζεται από την αλληλεγγύη ή το κοινωνικό παντοπωλείο, δεν θα διανοείτο να πάει στο μέρος του διορισμού. Να δανειστεί για τα εισιτηριά του και για τον πρώτο μήνα της διατροφής του και μετά να μετράει σπυρί σπυρί το ρύζι στο ντουλάπι περιμένοντας να πληρωθεί αναπολώντας τις σακούλες του κοινωνικού παντοπωλείου και της αλληλεγγύης και λέγοντας το νερό νεράκι. Αχ ανεργία μου ωραία, θα έλεγε, τι καλά που είμαστε εμείς εδώ με το νεράκι μας, που το χρωστάμε αλλά δεν μας το κόβουν,  και το ψωμί μας το καθημερινό και το φαγητό που ποτέ δεν λείπει, σιγά μην πάω στην Κούβα ν’ αποκλειστώ. Και λέω Κούβα γιατί υπάρχουν μέρη Ελληνικά, στα οποία δεν δεσπόζει η Ελληνική σημαία παρά το ότι το κράτος σε διαβεβαιώνει ότι πρόκειται για ελληνική επικράτεια. Κούβα λοιπόν κι όποιος γουστάρει.
Τα αυτιά που σε άκουσαν στο τηλέφωνο, κατάλαβαν πολύ καλά με ποιον μιλούν, κι όταν θίχτηκαν τα ζητήματα κατάλαβαν πολύ καλά και που πρέπει να αποδώσουν τις ευθύνες γι’ αυτά. Απλώς ο συμβασιούχος του ΟΑΕΔ θα φύγει κάποια στιγμή, άλλοι συμβασιούχοι,  θα επιστρέψουν στο μέρος, για να συνεχιστεί η ιστορία.
Υπομονή βρε παιδιά, και ορίστε, μια φανταστική στιχομυθία. Όλα φανταστικά είναι τώρα σε αυτό το κείμενο εντάξει;

συνεχίζεται....

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Νύχτα Χριστουγεννιάτικη

Εδώ η κατάσταση μπορεί να σε τρελάνει αν ακούς και συνδιαλέγεσαι μόνο με τα κοράκια και τις γάτες, τις προάλλες έπιασα τον εαυτό μου να κάνει Κρα, ενώ μια άλλη μέρα προσπαθούσα να πείσω έναν μετεμψυχωμένο και εξαιτίας αυτού ψυχοπαθή γκρίζο γάτο, ότι το φαγητό είναι μπροστά στη μύτη του, να σκύψει να φάει και να σταματήσει να με απειλεί. Όπως το διαβάζετε, να με απειλεί. Χχχ και χχχ είτε πας με την κατσαρόλα στο χέρι για να του βάλεις, είτε απλώς βγαίνεις από την πόρτα, χχχχ  αυτός. Έπιασα λοιπόν τον εαυτό μου να του λέει. Νιάου; Νια νια νια μιαμ μιαμ. Καλά. Φταίει όμως που είναι ψυχοπαθής οι άλλες γάτες με καταλαβαίνουν και μου απαντούν. Το μόνο ζώο με το οποίο  δεν έχω καταφέρει να επικοινωνήσω ακόμα επειδή καθένα από το είδος του μιλάει μιαν άλλη γλώσσα, είναι το «Άνω θρώσκω».
Σιγά και μη θρώσκεις άνω  ηλίθιε! 
Έτσι λοιπόν για μην τρελαθούμε ο συνάδελφος διπλανή πόρτα κι εγώ, συναντιόμαστε κάθε βράδυ στο σπίτι μου για να δούμε ταινία. Όχι  του στιλ «πάμε για καφέ κι άμα δεν σ’ αρέσει ντύνεσαι και φεύγεις» ταινία κανονικά εντάξει;

Χθες βράδυ λοιπόν ενώ εγώ κοιμόμουν γλυκά τάχαμου βλέποντας κι αυτός μου έλεγε τρεις και μία «χάνεις», είπε ξαφνικά τη φράση που με έκανε να ανοίξω το μάτι γαρίδα.
«Χριστούγεννα έξω Ελένη!
-Ε; Τι λες;
-βγες να δεις.
-Ρε δεν με παρατάς; Νυχτιάτικα;
-Βγες, έλα πάμε».  Και βγαίνει πρώτος έξω.
Τι στα κέρατα θέλει τώρα;  Βάζω τις παντόφλες, το καταβρώμικο σακάκι μου (τι θα κάνω μ’ αυτό;) και τον ακολουθώ. Πέραν του ότι δεν έχω ξαναδεί φεγγάρι με τόσα πολλά και έντονα φωτεινά άστρα τριγύρω, δεν έχω ξαναδεί ούτε τόσα πολλά πρόβατα μέσα στο χωράφι μας, θα πρέπει να ήταν καμιά πενηνταριά, μανάδες, έφηβοι, μωρά, ξαναμμένοι κριοί όλα εκεί. Κι ένα μικρούλι νεογέννητο σκαρφαλωμένο στο βράχο φώναζε καλώντας βοήθεια, και η μαμά του από κάτω το παρότρυνε να κατέβει, μια συνομιλία που κράτησε ώρα, «-φοβάμαι, έλα να με πάρεις. –Βάλε τα ποδαράκια σου σε κείνη τη χαμηλή πετρούλα και κατέβα σιγά σιγά. –Όχι θά γκρεμιστώ έλα να με πάρεις! –Δεν θα πάθεις τίποτα, κατέβα, ολόκληρο παλικάρι! Εδώ κατεβαίνει η χαζή η Ελένη από κει!»
Πείστηκε το αρνάκι και κατέβηκε.

Και να μην κουνάει φύλλο τριγύρω. Βουκολικό τοπίο ζωγραφισμένο από  χέρι  πνιγμένου από αγάπη και ρομαντισμό εξόριστου ζωγράφου.  Να λες όπου  να’ ναι θα σκάσουν οι μάγοι με τα δώρα. Και γυρνάς το σώμα σου 360 μοίρες αναζητώντας τη φάτνη.
Εδώ σε αυτό το ξεχασμένο μέρος της Ελλάδας από την Ελλάδα, κατάλαβα πόσο ασήμαντα είναι τα πάθη μας, τα πάχη μας, τα κάλλη μας, οι στόχοι μας, τα κέρδη που ζυγίζεις στη φούχτα, τα πεζά μας όνειρα, οι πεζές μας καταξιώσεις,  το κύρος μας, το βέτο μας, το ύφος μας, η θέση μας, η μόστρα μας, η μούρη μας, κι όλα όσα επινοήσαμε για να πατήσουμε πάνω στο κεφάλι του συνανθρώπου μας.
Ο Αίολος κοιμόταν. Έτσι κι αλλιώς ο σάκος του έχει  αδειάσει για την ώρα. Μόνο το κουδουνάκι στο λαιμό των ζώων ακουγόταν και ένας ρυθμικός χτύπος που έπαλε πάνω στη γη, δεν ήξερα αν ήταν η καρδιά μου ή του συναδέλφου ή των προβάτων, ή αυτή η ίδια η καρδιά της γης.
Δεν θα υπάρξουν άλλα κείμενα για κατασκόπους. Αφομοιώθηκαν όλοι από τη φύση, μαζί με τα μυστικά και τα ντοκουμέντα, μη λες κουβέντα, γιατί μ’ αυτά και με κείνα χάνεις την πιο μεγάλη αμοιβή που θα μπορούσες να πάρεις μαζί σου φεύγοντας. Ας κρατήσουν τα λάβαρα της νίκης αυτοί που μόνο αυτά μπορούν να χαρούν, -χαιρετίσματα στην εξουσία-.
Άσχετα αν καμιά φορά, συχνά, τα κρατάνε επειδή τους τα χαρίζουμε. Αντιλαβού ιδανικέ μου αναγνώστη;

Για σένα είναι όλα αυτά. Για κείνο το κομμάτι μέσα σου που λαχταράει να πιεί ένα κρασί μαζί μου κι ας μην πίνω, να γυρίσει πίσω το χρόνο και να με θυμηθεί στον τόρνο, τη φρέζα, τις ταπετσαρίες, τα χλωμά φώτα ενός σχολείου, στο δρόμο, τις συνελεύσεις, το ματωμένο φρύδι, το χαμένο παπούτσι,  θυμήσου ρε μαλάκα ιδανικέ αναγνώστη, και μη λες κουβέντα. Ότι και να πεις έτσι κι  αλλιώς δεν θα το δω. Δεν θα το ακούσω. Δεν θα βγεις ποτέ γυμνός βορά στα νύχια τόσων κοράκων. Το κάνω εγώ για σένα. Εσύ μόνο διαβασέ με για να σου ξεκινήσει όμορφα, ανθρώπινα, γλυκά η μέρα, με ένα χαμόγελο   αποδοχής μου το χρωστάς, ντυμένος μέχρι το λαιμό τους τίτλους σου, τα αλεξίσφαιρά σου, να πας παρακάτω. Που παρακάτω έρημε…άστο. Απλώς θυμήσου!

Το αστέρι της Δήλου αστράφτει στο χέρι  του Έλληνα Θεού. Δείχνει το δρόμο προς τη Φάτνη. Εκεί που θα γεννηθεί ξανά η ελπίδα για τη συναίσθηση της κοινής μας μοίρας. Ως εκ τούτου,  της δικής μου και της δικής σου, μαλάκα ιδανικέ αναγνώστη...

φιλώ σας.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Γιατί οι γάτες τρώνε λάχανα;

Δεν μπορεί να είναι άλλο από μια διεφθαρμένη παρεξήγηση του τσιτάτου εκείνου του έτσι κι αλλιώς αυτοπαρεξημένου Κοέλιο. Αχ, είπε η δυνατή επιθυμία. Συνωμοτείστε δυνάμεις του σύμπαντος και ηλεκτρομαγνητικά κύματα και υποχθόνιες δυνάμεις και γήινες, να χάσει τις λέξεις! Να της καεί το πληκτρολόγιο, να πέσει κεραυνός να τα κάνει στάχτη και μπούρμπερη όλα να μη μείνει λέξη για λέξη, να μη μπορεί ξανά να σχηματίσει ούτε ένα "ΝΙ".
 Και η δυνατή επιθυμία ακούστηκε μερικώς. Και  γράφει ότι θέλει το πληκτρολόγιο, αλλά δεν ακούστηκε ολικώς, γιατί μια άλλη δυνατή επιθ υμία, ιση και αντίθετη, μπήκε μπροστά. "Αν τα γράμματα χορεύουν τριγύρω βγάζοντας τη γλώσσα τους στη δημιουργό της πρότασης, θα χορέψει κι αυτή πίσω τους κυνηγώντας τα σαν τον Πήτερ Παν τη σκιά του και θα τα πιάσει. Και δεν πάνε να συνωμοτήσουν όσο θέλουν οι δυνάμεις, ο θνητός εναι  Θεός".
Ίσως εδώ κι εκεί να καταφέρνουν να ξεφεύγουν ακόμα μερικά γράμματα αλλά είναι μηδαμινή η ζημιά σε σχέση με τα εδώ κείμενα, ενώ σε σχέση με το  παίδεμα και το  διάολο τον κρυμμένο στο λαποπ μου, φοβάμαι ζημιά μγάλη.
Ευκαιρία για μικρά συνοπτικά κείμενα. Ξέρεις τι είναι τώρα ένας εισαγγελέας να πρέπει να διαβάζει ολόκληρο κουραστικό κατεβατό με ......κάτσε να δεις πως το είπε εκείνος ο σκεπτικός αναγνώστης μου, α ναι. "Μεεε μερικές λογοτεχνικές ή λογοτεχνίζουσες; φράσεις", για να φτάσει οτο ζουμί, στο πραγματικό γεγονός δηλαδή πάνω στο οποίο θα στηρίξει την κατηγορία;
Αμ το άλλο; Άντε κι επιτέλους έφτασε στο γεγονός. Ποιο είναι; Ο βαρκάρης του Αχέροντα; Η Κυρά της Δήλου; Η φωτιά των Απάτσι απέναντι; Η κακή χρήση  απο μέρους μου του μηχανήματος με το μελάνι που χτυπάει την ώρα προσέλευσης του προσωπικού; Η αποκάλυψη της ύπαρξης ενός τόσο πρωτοποριακού πιλοτικού εθνικού οργάνου; Ο Βαγγέλης ο γάιδαρος ή οι Τρωικοί κριοί με τη συνοδεία τους; Αρσενικά είναι, χαρέμι χρειάζονται, δεν τους μίλησε και κανείς για την αντισύλληψη, πάρε και μισή ντουζίνα νεογέννητα, δώρο χριστουγεννιάτικο, μας έφεξε. Να μην την πω τη χαρά μου η γυναίκα; Να μην ευχαριστήσω τους Κριούς που μας ρήμαξαν τα βασιλικά; Έτσι είναι όλα στη ζωή. Δίνεις-παίρνεις.

Αλήθεα τι; Μήπως η κατηγορία θα αφορά όχι ως προς εκείνους και εκείνα που είδα και φωτογράφισα, αλλά για εκείνα που αφήνουν άδεια τη θέση τους μέσα στη φωτογραφία; Ένα κενό λευκό που αποτυπώνει μια κραυγαλέα απουσία; Ένα επικίνδυνο κενό που με καθιστά σαμποτέρ του τοπίου; Επειδή αφήνω τον καθένα να φανταστεί τι θα έπρεπε να υπάρχει στη θέση αυτού του κενού;
Είτε μπλε, είτε πράσινο, είτε ροζ ζώο, δέντρο, πουλί άνθρωπος; Το κόκκινο δεν το συζητάμε,  είναι έτσι κι αλλιώς στα αζήτητα. Το ίδιο και ο συνδυασμός μαύρο με κόκκινο.
Αλήθεια τι!  Το επαναλαμβανόμενο "Νι"; Ή η αφαίρεση; μπορεί ένας καλλιτέχνης του λόγου, (λέμε τώρα) να καταδικαστεί για αμοντάριστη φωτογραφία, αφού δεν συμπλήρωσε αυτός τα κενά του τοπίου, ή  για τη χρήση της ποιητικής άδειας, ή για τη ποιητική αφαίρεση; Υπάρχει τέτοιο δεδικασμένο;

Α πολύ στο σοβαρό το γυρίσαμε. Δε λέει. Εγώ λέω τώρα να κάνω το διήμερο ρεπό μου και να σκεφτώ άλλα. Πχ, Τι τίτλο θα έχει το επόμενο βιβλίο μου. Που να πάω να ζήσω μετά από αυτό;
Μετά  την ακατονόμαστη "Α ρε Νταλάρα!" είναι η Γαύδος και μετά από κει τι; Η Αφρική είπαμε;
.
Άλλο θέμα που θα με απασχολήσει το διήμερο. απέναντι στον εργοδότη, την εργασιακή καταξίωση και τις αναγνωρισμένες υπηρεσίες του σε έναν μηχανισμό που καταργεί τους νόμους χρησιμοποιώντας τους; Πως το έλεγε η Αρεντ αυτό να δεις...
" Η γενεσιουργός αιτία του ριζικού κακού" και πως εξηγεί τον "απολυταρχικό χαρακτήρα της προσωπικότητας";
 "Μερικά από αυτά τα στοιχεία είχε και ο Άιχμαν (σ.δική μου, Άιχμαν, γερμανός χαμηλόβαθμος που εκτέλεσε Εβραίους στο Άουσβιτς) παρόλο που δεν είχε απόλυτο μίσος απέναντι στους Εβραίους ή στις άλλες ομάδες που βρίσκονταν υπό διωγμό. Γεγονός που φανερώνει ότι οι άνθρωποι σε πολλές περιπτώσεις αφήνονται σε έναν ανώτερο, είτε ταξικά είτε πνευματικά από τους ίδιους, για να τους καθοδηγήσει, να πράξει για τους ίδιους, επιδεικνύοντας μια τυφλή πίστη ή τυφλή απάθεια. Μια κυριολεκτική ανεκτικότητα σε στερεότυπα σχετικά με τη φύση του άλλου και με την εξύψωση του Εγώ".
Ενδιαφέρον.
Αλλά ούτε αυτό θα με απασχολήσει το πολύτιμο διημερό μου. Θα καταπιαστώ με κάτι πολύ πιο απλό. "Γιατί τα κουνέλια χάθηκαν; γιατι οι γάτες τρώνε λάχανα;"

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

τι θε'τε τώρα;

Αγαπημένοι μου, γιατί δε θέλετε να καταλάβετε το γιατί κατέβηκαν τα κείμεμα; Δεν σας εξήγησα; Πριν από αυτό δεν σου λεγα Γιώργο μου Πήττα, σώστα κάπου θα τα φάει η μαρμάγκα, με τόσους θιγμένους επιχειρηματίες, θιγμένες εταιρίες, δημοσιογράφοι, γκόμενοι, ακαδημαίκοί του κώλου, λιμοκοντόροι, συγγραφείς ακόμα, σώστε τα σας έλεγα γιτί εγώ γράφω και φεύγω. Δεν σώζω.

 θΑ έρθει μέρα σας έλεγα που θα μπουκάρουν οι μπάτσοι με τον εισαγγελέα να τα κατάσχουν όλα, και μένα μαζί. Αααμπα! μου λέγατε. Είναι ακινδυνα! Άλλωστε, έχουμε δημοκρατία...
 Καλού κακού έφυγα και από τα αφεντικά με τη στάμπα στο κούτελο, και ήρθα στα άλλα χωρίς τη στάμπα τρομάρα μου.Όχι για να μην πείτε δεν προσπάθησα! Αλλά κι εδώ κινδυνεύει η Ελλάς!

 -Φουκαρά Μπουκόφσκι, τι έχεις τραβήξει κι εσύ!- (Κωδικός για μυημένους..επίσης)

 Και αφού δεν τα σώσατε τα κείμενα τότε στις επικίνδυνες μέρες, με τα αφεντικά τα διάφορα και τους θιγμένους τους διάφορους βλέπεις ότι έρχεται στιγμή που σου εντοπίζω κατάσκοπο στο νησί με στολή προβάτου; σώστο το γαμήδι! Ποιος σου φταίει τώρα; εγώ;
Σας είχα υποσχεθεί το σημερινό ποστ να είναι για φασίστες και φοβικούς. Αλλά δεν με αφήσατε. Τι γίνανε τα κείμενα και τι γίνανε τα κείμενα!
 Για να σας καθησυχάσω, τα έχουν σώσει καμιά δεκαριά αρχαιολόγοι, διότι εκείνο το πρόβατο με τα μαύρα πόδια το ύποπτο και εκείνος ο όνιος γκαρ με το παραπλανητικό όνομα Βαγγέλης, που έχει κάτι αυτάρες Να! και τα ακούει όλα φυσικά και ο Δούρειος Κριός που έστειλαν μέσα οι Τουρκαλάδες ως αντίποινα για τον δικό μας Δούρειο Ίππο, δεν κατάφεραν να ξεγελάσουν τους ειδικούς που κατάλαβαν πως ήταν καλυμμένοι κατάσκοποι όλα, και τώρα η μητέρα πατρίδα θα προστατευτεί. Απλώς με παρακάλεσαν, μέχρι να ξετρυπώσουν την γάτα με το ένα μάτι και το γάντζο, και τον πελεκάνο (τάχαμου της Μυκόνου κι αυτος) που γυροφέρνει τις νύχτες για να μας πηδήξει τα παγόνια, να μη δώσω άλλα στοιχεία για να μη πονηρευτούν. Μετά θα ξανάρθουν τα κείμενα, ω ναι. Θα ξανάρθουν. Υπομονή Γιώργο μου, τα κείμενα θα είναι ακόμα επίκαιρα για το ραδιόφωνο της Κύπρου όταν επιστέψουν.
Μαύρε γάτε, δεν σε ρώτησα ποτέ. Μπας σου λείπει ένα μάτι ή φοράς γάντζο; Φιλώ σας. Αύριο θα πω, αυτά που ήταν για σήμερα...

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

φμγμτμν

Αγαπητοί αναγνώστες μου.  Έπεσε λογοκρισία.
Από εδώ και πέρα μου επιτρέπεται να σας μιλώ μόνο για λουλουδάκια, αστράκια, θάλασσα και καρδούλες. Απαγορεύονται τα ζώα και οι άνθρωποι, κλκδσξφκ η τα καμουφλαρισμένα σε ανθρώπους ζώα κελσκδφξσφ ή οι καμουφλαρισμένοι σε ζώα  άνθρωποι βλέπε Βαγγέλης ο  όνος μπιπ. Καθώς και η συλλαβή «ΝΙ!»
Την τελευταία φορά που είδα το φίλο μου μπιπ,  δεν λέμε περιοχές απαγορεύονται κι αυτές, κφσδξφ,  μου αποκάλυψε  το  σατα...κό σχέδιο του κερασφόρου Δούρειου κριού που αποβλέπει στην κατάληψη του νησιού από τους αρχ….μπιιιιπ! λους.
ΑΧ! Έδυσε ο ήλιος και πάλι σήμερα. Μπας έχει γίν.. από καιρό; Μια γλυκιά νάρκη κυριεύει τα μέλη μου. Να με έχει περάσει  ο ξεμωραμένος  Δίας για νεαρή πουλάδα και πάει να με ξελογιάσει;  Α τον καημένο! Ο μανιακός βοριάς προσπαθεί να ξουρίσει τους κόρακες, που αδηφάγοι ορμούν στην κοπριά των λαχάνων. Τι ωραία, τι γλυκιά που είναι η φύση  η άγρια, όταν οι φαλλοί στέκονται εκεί  αγέρωχοι στον άνεμο χωρίς βαζελίν.. και οι φελλοί στροβιλίζονται ψηλά ουλαρία ουλαλα με τα σκουπίδια!
Αυτά για σήμερα. Αύριο θα σας μιλήσω για  φασίστες  και  μεθαύριο για φοβικούς στο δρόμο που χάραξαν οι πρώτοι.  Αναμείνατε στην οθόνη…όλα μια ιδέα είναι.
Προσεχώς:
«Αμάρτησα για το νερό μου»
Ένα δραματικό σενάριο της ΔΕΛΕΝ ΦΙΛΜΣ, εμπνευσμένο από τα πηγάδια, τις λίμνες και τις θάλασσες των Θεών.
Είμαι οκ; Είμαι οκ.
65 μοίρες βόρειοανατολικά ΜΚ

κωδικός 65ΜΒΑΜΚ-ΤΣΟΥ-ΡΕ
(για προχωρημένους)

το βουνό Κανένα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βουνό.
το βουνό ήταν χαρούμενο και ζωντανό.
Το βουνό ήτανε .......
Το βουνό ανήκε σε μια χώρα ταπεινή
το βουνό ήτανε πράσινο και καφέ
το βουνό ήταν...........
Το βουνό δεν είχε άνθρωπο να ζει
δεν είχε ούτε σπίτια ούτε ζώα
δικά του, όπως εκείνα τα βουνά
που έχουν τα ζώα τους και τα σπίτα.
Είχε μονάχα ζώα εισβολείς
κι ανθρώπους που ήτανε περαστικοί
και κάτι άγνωστα πουλιά
περαστικά κι αυτά.
Το βουνό δεν υπήρχε στους χάρτες
υπήρχε όμως σαν βουνό.
Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένα παράξενο βουνό
που ειδαν μονάχα οι περαστικοί
κι όσοι κρυφά μέναν στις σπηλιές
που φύλαγαν τα μυστικά της γης.
Δεν έχει όνομα, σημάδια γραμμένα
δεν έχει υπόσταση ως βουνό
κανένα.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Η λευχαιμία των σχέσεων

Γίνεται το αίμα νερό; Ο λαός λέει όχι, μα πιστεύω πως είναι έτσι κι αλλιώς υποκριτής. Αν το αίμα που κυλάει στις φλέβες σου είναι άλλης ή της ίδιας ομάδας με κάποιου άλλου, δεν έχει καμιά σημασία όταν έχεις να κάνεις με βαμπίρ. Διότι ανεξαρτήτως ομάδας αίματος, σημασία έχει να αναγνωρίσεις τα ένστικτά σου. Είσαι γεννημένος βαμπίρ ή άνθρωπος; Και πόσα βαμπίρ μπορούν να ζουν μέσα σε μια κοινότητα μικρή η μεγάλη με ή χωρίς δεσμούς αίματος; Τα νέα εδώ δεν είναι καθόλου ευχάριστα για την ανθρωπότητα. Την ίδια στιγμή που το ανθρώπινο είδος μειώνεται, τα βαμπίρ αυξάνονται και πληθαίνουν, Διάλεξα τη λέξη βαμπίρ για να περιγράψω μια έννοια που καμιά από τις υπάρχουσες ελληνικές λέξεις δεν μπορεί να περιγράψει επαρκώς.
Ακόμα και ο πιο βαρύς χαρακτηρισμός, είναι λέξεις που πέφτουν στο κενό όταν έχεις να κάνεις με τη σχιζοφρενική σαρκοφαγία των ανθρώπων. Γνωρίζω πως σε κάποιους μακρινούς του παρελθόντος πολιτισμούς, οι εχθροί των ανθρώπων μιας φυλής τρώγονταν μέχρι το τελευταίο τους κοκαλάκι από τους νικητές. Αυτό συνέβαινε επειδή πίστευαν πως αν μείνει υπόλειμμα από τον σκοτωμένο πολεμιστή, η δύναμή του θα μεταφερθεί σε ένα άλλο στοιχείο και θα επιστρέψει για να τους εκδικηθεί. Μερικές φορές, πολύ συχνά, έχω την αίσθηση πως ζούμε μέσα σε μία τέτοια κοινωνία. Δεν είναι αρκετή η νίκη της φυλής πια. Δεν είναι αρκετά τα λάφυρα, η εξόντωση, ο θάνατος. Πρέπει κάποιος να σιγουρεύεται ότι θα καταπιεί και τη δύναμη του άλλου, για να διπλασιάσει τη δική του, ότι θα τον φάει δηλαδή ολόκληρο ενίοτε και ζωντανό. 
Αν θέλουμε να μεταφέρουμε αυτές τις έννοιες στον πολιτισμό μας για να γίνει πιο κατανοητό ας δούμε το πόσο η φυσική εξόντωση ενός ανθρώπου έχει σαν κύριο στόχο την ψυχική του εξόντωση. Στον δικό μας πολιτισμό πολλοί δεν αισθάνονται να κινδυνεύουν από τη σωματική υπεροχή ενός άλλου, υπάρχουν άλλωστε χίλιοι δυο τρόποι να την αντιμετωπίσει κανείς αυτήν. Εκείνο που αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο είναι η πνευματική του δύναμη, η ικανότητα να σκέπτεται, να κρίνει, να αξιολογεί, να κατατάσσει, αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τα βαμπίρ της κοινωνίας μας. 
Υιοθετούν έννοιες που τους είναι παντελώς άγνωστες, μόνο και μόνο για να μασκαρέψουν την αιμοβόρικη φύση τους. Αυτάρκεια, υπερηφάνεια, αξιοπρέπεια, σεβασμός, τσίπα, είναι οι καραμέλες που καθημερινά πιπιλάνε, ενώ ούτε αυτάρκεια έχουν, ούτε υπερηφάνεια, ούτε αξιοπρέπεια σε κανένα επίπεδο, ούτε σεβασμό σε καμία άλλη οντότητα, ούτε φυσικά αυτοσεβασμό, και το χειρότερο, καμιά μεβράνη ενοχής και τύψεων δεν σκεπάζει τα κόκαλά τους.
Κυκλοφορούν έξω εκεί μια μάζα από κόκαλα και γυμνούς μύες, που επιδεικνύουν σε κάθε ευκαιρία και χωρίς πρόκληση καμιά. στους ανθρώπους. 
Προ πολλού έχουν ξεφύγει από την κατηγοριοποίηση των καλών και κακών ανθρώπων. Προ πολλού έχουν περάσει στη σφαίρα των επικίνδυνων ψυχασθενών, ενώ ο αυλόγυρός τους προσκυνάει και προσφέρει εκδουλεύσεις ίντριγκας και συνομωσίας, αρχικά εξαιτίας του φόβου της δυσμένειας, και κατόπιν λόγω σοβαρής και αμετάκλητης μετάλλαξης. 
Έτσι μπορούμε πια να βλέπουμε μέσα στην κοινωνία μας, τα χαρακτηριστικά των δοκίμων μιας φυλακής, με αρχηγό, σπιούνους, τσιράκια, ανθρώπους για τις δύσκολες δουλειές και άλλους για τα μικρά θελήματα, της σφαλιάρας. Μπορούμε να βλέπουμε φεουδάρχες χωρίς φέουδα, βασιλιάδες χωρίς βασίλεια, χριστιανούς χωρίς σταυρό, επαναστάτες χωρίς επανάσταση, μουσουλμάνους χωρίς κοράνι, θαλασσοπόρους χωρίς πλοία, θύματα χωρίς θύτες, κυνηγημένους χωρίς διώχτες και ούτω καθεξής. 
Όμως αρκεί να περιφέρεις τη μάζα από κόκαλα και γυμνούς μυς στους δρόμους έξω, αρκεί να τα περιτυλίξεις με τις εύθραυστες κοινωνικά αποδεκτές έννοιες που σου επιτρέπουν να ζεις ανάμεσα στους άλλους και να καταβροχθίζεις την ψυχή τους μαζί με ότι την συνοδεύει, για να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδυα και νιώθεις εξαγνισμένος. 
Μιλάμε για ανθρώπους; Ίσως, να επρόκειτο για την ανεξέλικτη μορφή του Νεάντερταλ, αν δεν υπήρχε εκείνο το χαρακτηριστικό της κάλυψης μέσω των υψηλών εννοιών. Γιατί πράγμα μιλάμε τότε; Μα φυσικά για τα βαμπίρ. Τα βαμπιρ της ανθρώπινης ψυχής και των αγνών ανθρώπινων αισθημάτων.  Τα βαμπίρ που δεν είναι σε θέση πια να αναγνωρίσουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, ούτε υπάρχει κάτι που να φρενάρει τη φόρα και τη δίψα τους για αποκτήματα μέσω πολέμου, μάλιστα συχνά ο πόλεμος γίνεται για τον ίδιο τον πόλεμο, το αίμα είναι διεγερτικό, της ψυχής το αίμα ακόμα περισσότερο, τα δυστυχισμένα αυτά βαμπίρ δεν τολμάνε να επικαλεστού τη νέμεση. Επικαλούνται πάντα το δίκιο του ισχυρού με τις κραυγές των σπηλαίων, επικαλούνται πάντα την εύνοια του Θεού Άρη και τη μαγεία του Πλούτωνα.
Καίν και Άβελ, Ετεοκλής και Πολυνείκης, Ρωμύλος και Ρώμος, Ατρέας και Θυέστης, το αίμα που δεν μίλησε στην ψυχή, το αίμα που ρουφήχτηκε από τα βαμπίρ, το αίμα που στους αιώνες των αιώνων θυμίζει στον άνθρωπο την ικανότητα του καθολικού του ξεπεσμού.


Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Τα μανεκέν παρελαύνουν!

Οι συμμαθήτριες που άφησα.


Σιχτίρ, κάνω δυο δουλειές και ξεφυσάω σαν κλαταρισμένο λάστιχο. Τρέχω να βρω τα χάπια της πίεσης και κάθε που τρώω λίγο τυρί νομίζω πως θα μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι. Δεν ήμουν πάντα έτσι να ξέρεις. Κανείς δεν ήταν πάντα έτσι να μου πεις. Αλλά να, σκέπτομαι πως τελικά παθαίνεις αυτό που πιο πολύ απ' όλα φοβάσαι. Εγώ από μικρή όταν άκουγα ότι ένας άνθρωπος είχε πίεση, σκεπτόμουν πως είναι ότι πιο χειρότερο μπορεί να έχει ένας άνθρωπος από ασθένεια. Ανατρίχιαζα, κοιταζόμουν, αδύνατη είμαι, δεν θα το πάθω, παρηγοριόμουν. Αμ δε!
Στο σχολείο το δημοτικό, ήμουν παλιόμουτρο. Κορίτσι είναι αυτό για μπελάς; ΚαΑνένα παιδί δεν με ανεχόταν, αγόρι, κορίτσι. Σπάνια γέλαγα, σπάνια έπαιζα με τα άλλα παιδιά. Αλλά όσο για το ξύλο, πρώτη. Αυτό το ήξερα καλά, τι να σου λέω τώρα.
Μόνη εξαίρεση από όλα τα παιδιά της γειτονιάς, η Ελευθερία. Αυτήν δεν την τρόμαζε η αγριόφατσά μου. Κατέφευγα στο σπίτι της όταν το πράγμα παραγινόταν με τις προκλήσεις της γειτονιάς. Εκείνος εκεί ο Γιωργάκης, κάθε φορά που ήθελε να δει πόσο μεγάλωσε και άντρεψε, με προκαλούσε να πλακωθούμε. Κάθε φορά τις έτρωγε και όταν μεγάλωσε επιτέλους και μπορούσε να με νικήσει,  κατάλαβε πως ήμουν απλώς ένα κορίτσι. Άλλωστε και να ήθελε, είχα φύγει από τη γειτονιά, δεν ήταν εύκολο να με βρει κανείς.
Κανείς.  Πριν από αυτή την περίοδο του «κανείς» είχα περάσει στο γυμνάσιο και κάθε μέρα πέρναγα να πάρω την Ελευθερία από το σπίτι της , για το σχολείο. Στο δρόμο σταματούσαμε στης Ελένης, πάντα αργούσε η Ελένη, έπρεπε να μπούμε μέσα και να την περιμένουμε. Μαζί μας ερχόταν και η ξαδέλφη της από το διπλανό σπίτι, η Μαρία και στο τέλος της κατηφοριάς, μας περίμενε η Κατερίνα. Να’ μαστε πέντε χαρούμενες, χοροπηδηχτές, να φτιάχνουμε και το βήμα μας συχνά για να πηγαίνουμε ίδια, να τις ακούω να μιλάνε και να μαθαίνω πως κάνουν τα κορίτσια, τι αγαπάνε τα κορίτσια, με τι χαίρονται τα κορίτσια. Να πιθηκίζω για να είμαι μέσα στο πνεύμα της παρέας και στην ουσία να μην με αγγίζει τίποτα απ’ όλα αυτά, παρά ταύτα να νιώθω ευγνωμοσύνη που ήμουν εκεί, ανάμεσα στις τέσσερις,  μέλος κι εγώ μιας μικρής συντροφιάς, ενός «εμείς» που δεν είχα μέχρι το γυμνάσιο ανακαλύψει.
Ήταν τώρα οι αστραπές του ουρανού που εγώ έτρεμα, κι έτρεxα στο φλας και τα μπουμπουνητά να κρυφτώ στο κρεβάτι της μάνας μου. Αυτές τις αστραπές που τσαφ, με λαμπάδιαζαν μέσα μου, κανείς δεν έπαιρνε χαμπάρι, ούτε κι εγώ. Γι’ αυτό τη θαύμαζα την Ελένη που τις κοίταζε κατάματα. Κι άπλωνε το δάχτυλό της να τις μας τις δείξει. Κι εγώ της φώναζα, «Μη να χαρείς, μην προκαλείς τον ουρανό!»
Και γέλασε η Ελένη και θύμωσα εγώ που τόσο αψήφιστα έπαιρνε τον κίνδυνο.
«-Θα μας πάρεις στο λαιμό σου, δεν ξέρεις ότι το ανθρώπινο σώμα είναι μαγνήτης του κεραυνού; Βλαμμένο;
-ω! Σταμάτα πια φοβιτσιάρα, πως κάνεις έτσι. Μόνο στ’ αγόρια ξέρεις να κάνεις το μάγκα;»
Και η Ελευθερία, να μπαίνει μπροστά κάθε φορά που ένα αστείο τους, έπεφτε πάνω στον τοίχο του μονόχνωτου αγριόπαιδου, να με υπερασπίζεται να μας θυμίζει πως είμαστε φίλες και πρέπει να ανεχόμαστε η μία την ιδιαιτερότητα της άλλης. Ποτέ δεν πήρε  θέση υπέρ της μιας ή της άλλης, παρά απαιτούσε συμφιλίωση εδώ και τώρα.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

παρέλαση

Σφύρα κυρ δάσκαλε
το ένα στο αριστερό
δυνατά
στην άκρη του δρόμου αθέατοι
χειροκροτούν οι ήρωες
και στην εξέδρα επάνω
κορδώνονται
οι προδότες.


Πάω κι έρχομαι
πιο γρήγορα από τις εποχές του χρόνου
και πιο αργά από τις διαθέσεις μου
η ζωή κυλάει.
Να πιω
το γάργαρο του ήχου σου
τη μυρωδιά της θαλασσάς σου
να δω
να με παίρνει.
Το λάδι,
το μωρουδιακό σου
 ταλκ
το άρωμα
που έφυγες και  μένει
παιδί μου
ευχή μου
ζωή!