Την επόμενη μέρα.
Τη νύχτα στον ύπνο μου, όσες ώρες κοιμήθηκα, είδα ότι καιγόταν το Μουσείο. Φώναζα λέει μέσα στην απελπισία, Καίγεται το Μουσείο, κάντε κάντι Έλληνες! Και ήρθε ένας άνθρωπος μεγάλος στην ηλικία, καθηγητής μου συστήθηκε, και μου είπε πως δεν μπορεί κανείς να σβήσει τη φωτιά, επειδή τρέχουν να σωθούν οι άνθρωποι από τα ΜΑΤ. Κοίταξα πάνω κάτω, κι από τις δυο μεριές του δρόμου εμφανίστηκαν αστυνομικές δυνάμεις, ο κόσμος εξαφανισμένος, ο δρόμος άδειος, και μόνο αυτοί πλησίαζαν ολοένα. Ο καθηγητής μου έδειξε μια ταράτσα. Να, εκεί πάνω έχουν ανέβει όλοι, πήγαινε κι εσύ να σωθείς, πήγαινε, μου είπε. "Να τους πούμε να σβήσουνε αυτοί τη φωτιά τότε. Τι λόγο έχουν να επιτεθούν σε μένα; να βοηθήσω θέλω". Ο άνθρωπος άρχισε να γελάει, βροντούσαν οι δρόμοι από το γέλιο του και το μυαλό μου μέσα.
Ύστερα ντύθηκα να πάω στη δουλειά. Άνοιξα την πόρτα, κοίταξα δεξιά αριστερά, πάνω, πιο πάνω, κανένα σημάδι από τη χθεσινή νύχτα. Ο ουρανός είχε καθαρίσει από τον καπνό, τα μαζεμένα σύννεφα ήταν της βροχής, απόρησα, τόσο μαύρος ουρανός για τόση λίγη βροχή, κατούραγε με δυσκολία θα έλεγες. Από το λεωφορείο δεν σταμάτησα να ψάχνω τα σημάδια στους δρόμους. Ανάμεσα Καισαριανή και Ευαγγελισμό, ήταν όλα ήσυχα. Και στο ΜΕΤΡΟ ήταν όλα ήσυχα. Και στον Κεραμεικό που κατέβηκα. Σε κείνο το σημείο δυο αδέσποτα σκυλιά ήταν ξαπλωμένα νωχελικά στο βρεγμένο δρόμο. Τα μαγαζιά ήταν ακόμα κλειστά εκτός από μια καφετέρια. Σε ένα άλλο, λίγο πιο μέσα στην Τριπτολέμου, μια παρέα νεαρών, έπινε σ' ένα πάσο μπροστά στο τζάμι καφέ και συζητούσε εύθυμα. Θυμήθηκα εκείνο το ανέκδοτο και γέλασα. "Ήταν όλα όμορφα εκείνη την ημέρα στο δάσος. Ο ήλιος χρύσιζε τις άκρες από τα φύλλα των δέντρων. Το πράσινο, γινόταν πιο πράσινο. Το καφέ, πιο καφέ. Κι ένας βλάχος, καθισμένος στη ρίζα ενός δέντρου με την αγαπημένη του, -Μ' αγαπάς μωρή; -Μπεεε!"
Συνέχισα στο ψιλόβροχο να ανεβαίνω την ιερά οδό. Χθες βράδυ εδώ έτρεχε κόσμος με καλυμμένα τα πρόσωπα. Ξαφνιάστηκα. Ποτέ δεν είδα να έχουν φτάσει τόσο μακριά από το κέντρο διαδηλωτές σε δράση. Ήταν μια παράξενη πιεστική Κυριακή για μένα. Ξεκίνησα τη δουλειά στις δέκα το πρωί κι επρόκειτο να σχολάσω στις εντεκάμισι το βράδυ, όπως κάθε Κυριακή τα τελευταία έξι επτά χρόνια. Οι πορείες της Κυριακής είναι όνειρο θερινής νυχτός για μένα. Κι ενώ καθόμουν και νανουριζόμουν από τις ασκήσεις των μαθητευομένων στην αναπνοή και από τον διαλογισμό τους, άρχισα ξαφνικά να μην αναπνέω. Τι έγινε ρε, λέω. Βγαίνω στη βεράνα του τέταρτου ορόφου και μπαίνω μέσα πάλι τρέχοντας. Ανοίγω το ραδιόφωνο στο κινητό μου. Οι φωτιές, τα κυνηγητά, τα δακρυγόνα μπροστά στη βουλή για να διαλυθεί ο κόσμος, οι εγκλωβισμένοι στην Ερμού και στο ξενοδοχείο, οι τραυματίες, χαμός.
Τι στο διάολο κάνουν εδώ πέρα αυτές; μου την έδωσε. -Φεύγουμε επι τόπου. Τους φωνάζω." -Γιατί τι έγινε;" Ανοίγω τη συρόμενη πόρτα, μπουκάρει ο καπνός. Το πήραν αμέσως απόφαση, σχεδόν τρέχοντας κατέβηκαν στο δρόμο. Εκεί έτρεχαν ερχόμενοι από το κέντρο και οι διαδηλωτές. Βήχοντας, ασθμαίνοντας, τρεκλίζοντας αρκετοί. Στην απέναντι μεριά του δρόμου δεν έβλεπες από τον καπνό. Προσπάθησα να περπατήσω μέχρι το ΜΕΤΡΟ του Κεραμεικού, μ' έπιασε βήχας. Καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω, άκουσα το ονομά μου. Γύρισα, ήταν μία από τις κοπέλες του μαθήματος που με φώναζε από το αμάξι της. Μέσα είχε άλλους δυο. Στριμώχτηκα κι εγώ ανάμεσά τους για να με πάνε μέχρι τη Συγγρού όπου και θα σταματούσα ταξί. Στη Συγγρού γινόταν το σώσε. Η οδηγός το αποφάσισε, στρίβει ξαφνικά το τιμόνι της και αρχίζει να οδηγεί προς Καισαριανή. Με άφησε στην πλατεία και έφυγε.
Πήγα πρώτα στο κτίριο της Ιεράς σήμερα, για να μαζέψω το υλικό και τα μηχανήματα που άφησα σύξυλα έξω χθες. Ύστερα έφυγα για το κτίριο στη Θησείο. Εκεί τα είπα λίγο με τη συνάδελφο, μάζεψα όπως όπως το χώρο και έφυγα για Μοναστηράκι. Ανεβαίνοντας την Ερμού έψαχνα τα καμένα. Μέχρι την πλατεία Μοναστηρακίου όλα καλά. Και ξαφνικά με χτύπησε η μυρωδιά. Αποπνικτική, βαριά, μυρωδιά καταστροφής. Κοιτάζω απέναντι από το ΜΕΤΡΟ το πρώτο καμένο μαγαζί που είδα. Πριν ανοίξω το στόμα μου δέκα σπιθαμές, βλέπω και δεύτερο και τρίτο. Αντί να μπω στο ΜΕΤΡΟ συνεχίζω επάνω στην Ερμού προς Σύνταγμα. Έξω από ένα καμένο μαγαζί είναι δυο γυναίκες που σκουπίζουν νερά και φωνάζουν. Κοντοστέκομαι. Μαζί και μερικοί άλλοι. Οι γυναίκες φωνάζουν όλο και πιο πολύ. -Φύγετε αλήτες! διαλυθείτε! Μια γυναίκα που μόλις κατέφθασε εκεί πέρα από τις φωνές παρασυρμένη, ρώτησε γιατί μαζεύτηκε τόσος κόσμος εκεί και τι έγινε. Οι δυο γυναίκες, μια μάνα με την κόρη της μάλλον, απάντησαν." -Γιατί θέλουν να κάνουν πλιάτσικο, γι' αυτό". Κοίταξα τον συγκεντρωμένο κόσμο. Καμιά δεκαριά άτομα θα ήταν, όχι παραπάνω. Άλλος κράταγε φάκελο κάτω από τη μασχάλη και γυαλάκια μυωπίας, άλλος το φοιτητικό του σακίδιο, άλλος είχε απλά τα χέρια στις τσέπες του και χάζευε, δεν είδα πουθενά καμιά τάση για πλιάτσικο." -Μιλάτε για τους ανθρώπους αυτούς εδώ πέρα;" Τις ρώτησα. Δεν πήρα απάντηση. Η γυναίκα που είχε σταματήσει για να ρωτήσει, είπε, εμ βέβαια, ευκαιρία βρήκαν. Οι άνθρωποι την κοίταζαν με απορία. Αναμεσά τους δεν ήταν κανένας ύποπτος και δεν είμαι τόσο άσχετη στο να κόβω ανθρώπους. Λέω στην περαστική "-Μα κάνουν λάθος Δεν βλέπω να υπάρχει καμιά τάση για πλιάτσικο εδώ πέρα. Άλλωστε αν ήταν αυτό θα το έκαναν χθες. Όχι τώρα μπροστά στους ιδιοκτήτες του μαγαζιού.
-Με αυτό το πλευρό να κοιμάσαι"\. Μου απαντά αυτή.
"- Μα κοίταζαν το μαγαζί με θλίψη, ένας δυο προσφέρθηκαν να βοηθήσουν, Έλληνες, τους άκουσα.
-Τώρα κάτι μας είπες μου ξαναλέει. Οι Έλληνες είναι οι χειρότεροι απ' όλους. Πλιάτσικο θέλουν να κάνουν.
-Εσύ Ελληνίδα είσαι;" τη ρωτώ. Δεν απάντησε, αλλά φαινόταν καθαρόαιμη Γκαγκάρα. "-Έλα λίγο να σου πω, της λέω. Κάτι έχεις πιάσει λάθος και δεν κάνει. Γιατί μας τσουβαλιάζεις όλους έτσι; Συμπατριώτες είμαστε! -Ρε άι παράτα μας!" μου φωνάζει κι ανοίγει το βήμα της για να απομακρυνθεί πιο γρήγορα. Γύρισα πίσω απέξω από το καμμένο μαγαζί. Το συγκεντρωμένο μικρό πλήθος είχε αποχωρήσει. Οι δυο γυναίκες έσπρωχναν με τις σκούπες μαύρα νερά." -Μην πανικοβάλεστε, δεν θα σας κάνει κανένας πλιάτσικο". Τους λέω. -Ρε άι παράτα μας! Μου απαντούν κι αυτές οπότε κι αποφάσισα να συνεχίσω το περπάτημα προς τα πάνω. Εκεί προς τα πάνω, είδα μικρούς γερανούς, μπουλντόζες να μετακινούν σπασμένα γυαλιά και αποκαήδια. Μαγαζιά καμένα γύρω στα έξι εφτά. Άλλα τόσα με σπασμένες βιτρίνες. Στον πεζόδρομο ένα παιδί καθισμένο σε ένα σκαλοπάτι έπαιζε θλιμένα ένα ακορντεόν. Στην απέναντι πλευρά ένα άλλο παιδί, καθισμένο κατάχαμα έκλαιγε, ενώ το ακορντεόν ήταν ακουμπισμένο δίπλα του. Είπα να το ρωτήσω, τι συμβαίνει ρε μάγκα; γιατί κλαις; που είναι ο μπαμπάς, η μαμά σου; αλλά δεν ήθελα να ακούσω άλλο "άι παράτα μας"! Πιο πάνω μια γυναίκα καθισμένη κατάχαμα με τα δυο της παιδιά έπαιζε επίσης ακορντεόν. Η μουσική από αυτήν ακουγόταν υπέροχα. Απλωνόταν σε όλο τον πεζόδρομο μέχρι κάτω και γύριζε πίσω, έφτανε μέχρι τις ταράτσες και γύριζε πίσω, συνόδευε κατά κύματα τα βήματά μου. Ο κόσμος αρκετός, βάδιζε αμέριμνα, σαν σε Κυριακάτικη βόλτα. Βάδιζε και χάζευε, επι το πλείστον κατά παρέες, είδα και δυο γυναίκες με τσάντες από ψώνια, αγκαζέ, άλλες εποχές. Οι βιτρίνες, όσες δεν ήταν σπασμένες είχαν αναρτημένες ταμπέλες. Εκπτώσεις εβδομήντα τοις εκατό. Από εκατόν τριάντα ευρώ, τώρα μόνο σαρανταπέντε. Από τόσο, τόσο. Μεγάλες ευκαιρίες σε μπότες, παπούτσια, ρούχα. Μέσα στο H&B υπήρχε πλήθος κόσμου. Οι καφετέρειες ανοιχτές, με τις σόμπες γκαζιού απέξω και οι πελάτες αραχτοί, μόλις είχε σκάσει και ο ήλιος, χάζευαν τον κόσμο ή τη ζωή τους που πέρναγε, δεν ξέρω. Λίγο πριν από το Σύνταγμα, δυο νέα παιδιά είχαν στημένο ένα τραπεζάκι με διαφημιστικά χαρτομάντηλα (;) και μου είπαν," -πάρτε ένα διαφημιστικό από το τραπεζάκι μας! -Ευχαρίστως γιατί όχι"; απάντησα. Πάω να το πάρω και με πλευρίζει η κοπέλα. "-Είναι διαφημιστικά για το κέντρο ΣΠΑ "ευεξία", που βρίσκεται λίγο πιο πέρα από εδώ, το ξέρετε; -Όχι, αλλά δεν έχει σημασία. Τώρα με τα διαφημιστικά σας θα το μάθω. -Αλλά έχουμε σήμερα μια ειδική προσφορά, όποιος γραφτεί σήμερα θα πάρει πακέτο προγράμματος με μεγάλη έκπτωση. -Τέτοιες ώρες τέτοια λόγια βρε παιδιά. Σήμερα είναι μια θλιβερή μέρα για τους Αθηναίους. Δεν θα έπρεπε καν να είστε έξω και να κάνετε αυτό. -Κι εμείς ένα μεροκάματο προσπαθούμε να βγάλουμε, τη δουλειά μας κάνουμε. Δεν πάει να πει ότι χαιρόμαστε για γι' αυτά που έγιναν. -Σε καταλαβαίνω κορίτσι μου, δίκιο έχεις. Άντε γεια. -Δεν θέλετε ν' ακούσετε για την έκπτωση; -Δεν έχω χρόνο για ευεξία εγώ μάτια μου. Άστο".
Προχώρησα προς την πλατεία με την αναπνοή μου κομμένη. Η μυρωδιά του καμένου που έτσι κι αλλιώς ήταν ανυπόφορη, ανακατεύτηκε με μια άλλη, βαθιά μυρωδιά σήψης. Ένας που το έπαιζε τρελός πέρασε δίπλα μου χορεύοντας με μια ομπρέλλα. "i sing in the rain" Έλεγε, κι από πίσω η παρέα του φώναζε, "δεξιά στρίψε ρε!"
Έφτασα έξω από το ΜΕΤΡΟ. Είδα το μπουντρούμι σκοτεινό μέσα και άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες προς τα πάνω. Είδα τον Κανέλλο ξαπλωμένο στη μέση της νησίδας, μελαγχολικό. Κάποιοι τον χάιδευαν και τον παρηγορούσαν. Πάνω στο ταρατσάκι του ΜΕΤΡΟ, κάτω από τη μάντρα του δρόμου, ανάμεσα στα άλλα αντικείμενα, ένα παπούτσι έχασκε το μισό στο κενό. Και ξαφνικά δάκρυσα. Χωρίς δακρυγόνα. Μόνο με την επίμονη μυρωδιά που κόλλησε στη μύτη μου. Και είπα...
άι στο διάολο μωρή. Που θα μας κλάψεις κι όλας. Για να μας παραστήσεις την ευαίσθητη...Χθες βράδυ εδώ άνοιγαν κεφάλια. Κι εσύ χάζευες τις κοκόνες που έκαναν αυτοσυγκέντρωση. Ου να μου χαθείς λαμόγιο!
Αλλά αμέσως μετά άρχισα να μετράω τα άλλοθι. Αναπνευστικό, φαγωμένοι χόνδροι στα γόνατα, θυρεοειδής, πίεση που χτυπάει κοντέρ. Και μετά τον Μίκη και τον Γλέζο. Και ξανάπα, Ου να μου χαθείς λαμόγιο. Κι αμέσως μου ήρθαν στη σκέψη τα λόγια εκείνου του αγωνιστή ποιητή που γνώρισα στα 18 μου.
"Της ζωής αν δεν ένιωσες το μεγάλο σκοπό,
αν δεν στάθηκες σύντροφος των ανθρώπων πιστός,
το παρόν αν δεν έδωσες στη φωνή κάποιου χρέους,
κι αν ποτέ δεν αγάπησες τη χαρά της αλήθειας
την ειρήνη σαν μάτωσες με το ανθρώπινο αίμα,
τέλος αν σκοπός σου μοναχά είν' το χρήμα,
που γεννήθεις δεν τ' άξιζες και που ζεις, είναι κρίμα".
Είναι βαριά τα λόγια του ποιητή για να τα πάρει κανείς κατάκαρδα, όταν ξέρει ότι για την απουσία του στη φωνή του χρέους, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Δεν πάει όμως να πει πως είμαι και υπερήφανη γι' αυτό. Ίσως δεν έχω πιστέψει στην αποτελεσματικότητα των πραγμάτων. Ίσως μια σκέτη υπερηφάνεια να μη μου λέει τίποτα πια. Ίσως κουράστηκα. Ίσως βαρέθηκα να βλέπω κάθε ειρηνική διαμαρτυρία να μετατρέπεται σε κόλαση με τις καταστροφές, ίσως δεν θέλω να δεχτώ πως αίμα ζητάει το μωρό της Ρόζαμαρι για να υπάρξει, αίμα και κάθε μεγάλη αλλαγή προς το καλύτερο. Δεν είναι ότι δεν το ξέρω. Είναι ότι δεν μπορώ να το συνταιριάξω στη σκέψη μου με τη λύση. Μένει μια περηφάνεια. Ένα γαμώτο. Ίσως υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να τα διατηρήσει κανείς και μακριά από το μνημόμιο. Αύριο πχ μπορεί να πω στο αφεντικό μου να πάει να γαμηθεί. Χθες δεν είχα την ψυχολογία.
Αυτά.
Τη νύχτα στον ύπνο μου, όσες ώρες κοιμήθηκα, είδα ότι καιγόταν το Μουσείο. Φώναζα λέει μέσα στην απελπισία, Καίγεται το Μουσείο, κάντε κάντι Έλληνες! Και ήρθε ένας άνθρωπος μεγάλος στην ηλικία, καθηγητής μου συστήθηκε, και μου είπε πως δεν μπορεί κανείς να σβήσει τη φωτιά, επειδή τρέχουν να σωθούν οι άνθρωποι από τα ΜΑΤ. Κοίταξα πάνω κάτω, κι από τις δυο μεριές του δρόμου εμφανίστηκαν αστυνομικές δυνάμεις, ο κόσμος εξαφανισμένος, ο δρόμος άδειος, και μόνο αυτοί πλησίαζαν ολοένα. Ο καθηγητής μου έδειξε μια ταράτσα. Να, εκεί πάνω έχουν ανέβει όλοι, πήγαινε κι εσύ να σωθείς, πήγαινε, μου είπε. "Να τους πούμε να σβήσουνε αυτοί τη φωτιά τότε. Τι λόγο έχουν να επιτεθούν σε μένα; να βοηθήσω θέλω". Ο άνθρωπος άρχισε να γελάει, βροντούσαν οι δρόμοι από το γέλιο του και το μυαλό μου μέσα.
Ύστερα ντύθηκα να πάω στη δουλειά. Άνοιξα την πόρτα, κοίταξα δεξιά αριστερά, πάνω, πιο πάνω, κανένα σημάδι από τη χθεσινή νύχτα. Ο ουρανός είχε καθαρίσει από τον καπνό, τα μαζεμένα σύννεφα ήταν της βροχής, απόρησα, τόσο μαύρος ουρανός για τόση λίγη βροχή, κατούραγε με δυσκολία θα έλεγες. Από το λεωφορείο δεν σταμάτησα να ψάχνω τα σημάδια στους δρόμους. Ανάμεσα Καισαριανή και Ευαγγελισμό, ήταν όλα ήσυχα. Και στο ΜΕΤΡΟ ήταν όλα ήσυχα. Και στον Κεραμεικό που κατέβηκα. Σε κείνο το σημείο δυο αδέσποτα σκυλιά ήταν ξαπλωμένα νωχελικά στο βρεγμένο δρόμο. Τα μαγαζιά ήταν ακόμα κλειστά εκτός από μια καφετέρια. Σε ένα άλλο, λίγο πιο μέσα στην Τριπτολέμου, μια παρέα νεαρών, έπινε σ' ένα πάσο μπροστά στο τζάμι καφέ και συζητούσε εύθυμα. Θυμήθηκα εκείνο το ανέκδοτο και γέλασα. "Ήταν όλα όμορφα εκείνη την ημέρα στο δάσος. Ο ήλιος χρύσιζε τις άκρες από τα φύλλα των δέντρων. Το πράσινο, γινόταν πιο πράσινο. Το καφέ, πιο καφέ. Κι ένας βλάχος, καθισμένος στη ρίζα ενός δέντρου με την αγαπημένη του, -Μ' αγαπάς μωρή; -Μπεεε!"
Συνέχισα στο ψιλόβροχο να ανεβαίνω την ιερά οδό. Χθες βράδυ εδώ έτρεχε κόσμος με καλυμμένα τα πρόσωπα. Ξαφνιάστηκα. Ποτέ δεν είδα να έχουν φτάσει τόσο μακριά από το κέντρο διαδηλωτές σε δράση. Ήταν μια παράξενη πιεστική Κυριακή για μένα. Ξεκίνησα τη δουλειά στις δέκα το πρωί κι επρόκειτο να σχολάσω στις εντεκάμισι το βράδυ, όπως κάθε Κυριακή τα τελευταία έξι επτά χρόνια. Οι πορείες της Κυριακής είναι όνειρο θερινής νυχτός για μένα. Κι ενώ καθόμουν και νανουριζόμουν από τις ασκήσεις των μαθητευομένων στην αναπνοή και από τον διαλογισμό τους, άρχισα ξαφνικά να μην αναπνέω. Τι έγινε ρε, λέω. Βγαίνω στη βεράνα του τέταρτου ορόφου και μπαίνω μέσα πάλι τρέχοντας. Ανοίγω το ραδιόφωνο στο κινητό μου. Οι φωτιές, τα κυνηγητά, τα δακρυγόνα μπροστά στη βουλή για να διαλυθεί ο κόσμος, οι εγκλωβισμένοι στην Ερμού και στο ξενοδοχείο, οι τραυματίες, χαμός.
Τι στο διάολο κάνουν εδώ πέρα αυτές; μου την έδωσε. -Φεύγουμε επι τόπου. Τους φωνάζω." -Γιατί τι έγινε;" Ανοίγω τη συρόμενη πόρτα, μπουκάρει ο καπνός. Το πήραν αμέσως απόφαση, σχεδόν τρέχοντας κατέβηκαν στο δρόμο. Εκεί έτρεχαν ερχόμενοι από το κέντρο και οι διαδηλωτές. Βήχοντας, ασθμαίνοντας, τρεκλίζοντας αρκετοί. Στην απέναντι μεριά του δρόμου δεν έβλεπες από τον καπνό. Προσπάθησα να περπατήσω μέχρι το ΜΕΤΡΟ του Κεραμεικού, μ' έπιασε βήχας. Καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω, άκουσα το ονομά μου. Γύρισα, ήταν μία από τις κοπέλες του μαθήματος που με φώναζε από το αμάξι της. Μέσα είχε άλλους δυο. Στριμώχτηκα κι εγώ ανάμεσά τους για να με πάνε μέχρι τη Συγγρού όπου και θα σταματούσα ταξί. Στη Συγγρού γινόταν το σώσε. Η οδηγός το αποφάσισε, στρίβει ξαφνικά το τιμόνι της και αρχίζει να οδηγεί προς Καισαριανή. Με άφησε στην πλατεία και έφυγε.
Πήγα πρώτα στο κτίριο της Ιεράς σήμερα, για να μαζέψω το υλικό και τα μηχανήματα που άφησα σύξυλα έξω χθες. Ύστερα έφυγα για το κτίριο στη Θησείο. Εκεί τα είπα λίγο με τη συνάδελφο, μάζεψα όπως όπως το χώρο και έφυγα για Μοναστηράκι. Ανεβαίνοντας την Ερμού έψαχνα τα καμένα. Μέχρι την πλατεία Μοναστηρακίου όλα καλά. Και ξαφνικά με χτύπησε η μυρωδιά. Αποπνικτική, βαριά, μυρωδιά καταστροφής. Κοιτάζω απέναντι από το ΜΕΤΡΟ το πρώτο καμένο μαγαζί που είδα. Πριν ανοίξω το στόμα μου δέκα σπιθαμές, βλέπω και δεύτερο και τρίτο. Αντί να μπω στο ΜΕΤΡΟ συνεχίζω επάνω στην Ερμού προς Σύνταγμα. Έξω από ένα καμένο μαγαζί είναι δυο γυναίκες που σκουπίζουν νερά και φωνάζουν. Κοντοστέκομαι. Μαζί και μερικοί άλλοι. Οι γυναίκες φωνάζουν όλο και πιο πολύ. -Φύγετε αλήτες! διαλυθείτε! Μια γυναίκα που μόλις κατέφθασε εκεί πέρα από τις φωνές παρασυρμένη, ρώτησε γιατί μαζεύτηκε τόσος κόσμος εκεί και τι έγινε. Οι δυο γυναίκες, μια μάνα με την κόρη της μάλλον, απάντησαν." -Γιατί θέλουν να κάνουν πλιάτσικο, γι' αυτό". Κοίταξα τον συγκεντρωμένο κόσμο. Καμιά δεκαριά άτομα θα ήταν, όχι παραπάνω. Άλλος κράταγε φάκελο κάτω από τη μασχάλη και γυαλάκια μυωπίας, άλλος το φοιτητικό του σακίδιο, άλλος είχε απλά τα χέρια στις τσέπες του και χάζευε, δεν είδα πουθενά καμιά τάση για πλιάτσικο." -Μιλάτε για τους ανθρώπους αυτούς εδώ πέρα;" Τις ρώτησα. Δεν πήρα απάντηση. Η γυναίκα που είχε σταματήσει για να ρωτήσει, είπε, εμ βέβαια, ευκαιρία βρήκαν. Οι άνθρωποι την κοίταζαν με απορία. Αναμεσά τους δεν ήταν κανένας ύποπτος και δεν είμαι τόσο άσχετη στο να κόβω ανθρώπους. Λέω στην περαστική "-Μα κάνουν λάθος Δεν βλέπω να υπάρχει καμιά τάση για πλιάτσικο εδώ πέρα. Άλλωστε αν ήταν αυτό θα το έκαναν χθες. Όχι τώρα μπροστά στους ιδιοκτήτες του μαγαζιού.
-Με αυτό το πλευρό να κοιμάσαι"\. Μου απαντά αυτή.
"- Μα κοίταζαν το μαγαζί με θλίψη, ένας δυο προσφέρθηκαν να βοηθήσουν, Έλληνες, τους άκουσα.
-Τώρα κάτι μας είπες μου ξαναλέει. Οι Έλληνες είναι οι χειρότεροι απ' όλους. Πλιάτσικο θέλουν να κάνουν.
-Εσύ Ελληνίδα είσαι;" τη ρωτώ. Δεν απάντησε, αλλά φαινόταν καθαρόαιμη Γκαγκάρα. "-Έλα λίγο να σου πω, της λέω. Κάτι έχεις πιάσει λάθος και δεν κάνει. Γιατί μας τσουβαλιάζεις όλους έτσι; Συμπατριώτες είμαστε! -Ρε άι παράτα μας!" μου φωνάζει κι ανοίγει το βήμα της για να απομακρυνθεί πιο γρήγορα. Γύρισα πίσω απέξω από το καμμένο μαγαζί. Το συγκεντρωμένο μικρό πλήθος είχε αποχωρήσει. Οι δυο γυναίκες έσπρωχναν με τις σκούπες μαύρα νερά." -Μην πανικοβάλεστε, δεν θα σας κάνει κανένας πλιάτσικο". Τους λέω. -Ρε άι παράτα μας! Μου απαντούν κι αυτές οπότε κι αποφάσισα να συνεχίσω το περπάτημα προς τα πάνω. Εκεί προς τα πάνω, είδα μικρούς γερανούς, μπουλντόζες να μετακινούν σπασμένα γυαλιά και αποκαήδια. Μαγαζιά καμένα γύρω στα έξι εφτά. Άλλα τόσα με σπασμένες βιτρίνες. Στον πεζόδρομο ένα παιδί καθισμένο σε ένα σκαλοπάτι έπαιζε θλιμένα ένα ακορντεόν. Στην απέναντι πλευρά ένα άλλο παιδί, καθισμένο κατάχαμα έκλαιγε, ενώ το ακορντεόν ήταν ακουμπισμένο δίπλα του. Είπα να το ρωτήσω, τι συμβαίνει ρε μάγκα; γιατί κλαις; που είναι ο μπαμπάς, η μαμά σου; αλλά δεν ήθελα να ακούσω άλλο "άι παράτα μας"! Πιο πάνω μια γυναίκα καθισμένη κατάχαμα με τα δυο της παιδιά έπαιζε επίσης ακορντεόν. Η μουσική από αυτήν ακουγόταν υπέροχα. Απλωνόταν σε όλο τον πεζόδρομο μέχρι κάτω και γύριζε πίσω, έφτανε μέχρι τις ταράτσες και γύριζε πίσω, συνόδευε κατά κύματα τα βήματά μου. Ο κόσμος αρκετός, βάδιζε αμέριμνα, σαν σε Κυριακάτικη βόλτα. Βάδιζε και χάζευε, επι το πλείστον κατά παρέες, είδα και δυο γυναίκες με τσάντες από ψώνια, αγκαζέ, άλλες εποχές. Οι βιτρίνες, όσες δεν ήταν σπασμένες είχαν αναρτημένες ταμπέλες. Εκπτώσεις εβδομήντα τοις εκατό. Από εκατόν τριάντα ευρώ, τώρα μόνο σαρανταπέντε. Από τόσο, τόσο. Μεγάλες ευκαιρίες σε μπότες, παπούτσια, ρούχα. Μέσα στο H&B υπήρχε πλήθος κόσμου. Οι καφετέρειες ανοιχτές, με τις σόμπες γκαζιού απέξω και οι πελάτες αραχτοί, μόλις είχε σκάσει και ο ήλιος, χάζευαν τον κόσμο ή τη ζωή τους που πέρναγε, δεν ξέρω. Λίγο πριν από το Σύνταγμα, δυο νέα παιδιά είχαν στημένο ένα τραπεζάκι με διαφημιστικά χαρτομάντηλα (;) και μου είπαν," -πάρτε ένα διαφημιστικό από το τραπεζάκι μας! -Ευχαρίστως γιατί όχι"; απάντησα. Πάω να το πάρω και με πλευρίζει η κοπέλα. "-Είναι διαφημιστικά για το κέντρο ΣΠΑ "ευεξία", που βρίσκεται λίγο πιο πέρα από εδώ, το ξέρετε; -Όχι, αλλά δεν έχει σημασία. Τώρα με τα διαφημιστικά σας θα το μάθω. -Αλλά έχουμε σήμερα μια ειδική προσφορά, όποιος γραφτεί σήμερα θα πάρει πακέτο προγράμματος με μεγάλη έκπτωση. -Τέτοιες ώρες τέτοια λόγια βρε παιδιά. Σήμερα είναι μια θλιβερή μέρα για τους Αθηναίους. Δεν θα έπρεπε καν να είστε έξω και να κάνετε αυτό. -Κι εμείς ένα μεροκάματο προσπαθούμε να βγάλουμε, τη δουλειά μας κάνουμε. Δεν πάει να πει ότι χαιρόμαστε για γι' αυτά που έγιναν. -Σε καταλαβαίνω κορίτσι μου, δίκιο έχεις. Άντε γεια. -Δεν θέλετε ν' ακούσετε για την έκπτωση; -Δεν έχω χρόνο για ευεξία εγώ μάτια μου. Άστο".
Προχώρησα προς την πλατεία με την αναπνοή μου κομμένη. Η μυρωδιά του καμένου που έτσι κι αλλιώς ήταν ανυπόφορη, ανακατεύτηκε με μια άλλη, βαθιά μυρωδιά σήψης. Ένας που το έπαιζε τρελός πέρασε δίπλα μου χορεύοντας με μια ομπρέλλα. "i sing in the rain" Έλεγε, κι από πίσω η παρέα του φώναζε, "δεξιά στρίψε ρε!"
Έφτασα έξω από το ΜΕΤΡΟ. Είδα το μπουντρούμι σκοτεινό μέσα και άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες προς τα πάνω. Είδα τον Κανέλλο ξαπλωμένο στη μέση της νησίδας, μελαγχολικό. Κάποιοι τον χάιδευαν και τον παρηγορούσαν. Πάνω στο ταρατσάκι του ΜΕΤΡΟ, κάτω από τη μάντρα του δρόμου, ανάμεσα στα άλλα αντικείμενα, ένα παπούτσι έχασκε το μισό στο κενό. Και ξαφνικά δάκρυσα. Χωρίς δακρυγόνα. Μόνο με την επίμονη μυρωδιά που κόλλησε στη μύτη μου. Και είπα...
άι στο διάολο μωρή. Που θα μας κλάψεις κι όλας. Για να μας παραστήσεις την ευαίσθητη...Χθες βράδυ εδώ άνοιγαν κεφάλια. Κι εσύ χάζευες τις κοκόνες που έκαναν αυτοσυγκέντρωση. Ου να μου χαθείς λαμόγιο!
Αλλά αμέσως μετά άρχισα να μετράω τα άλλοθι. Αναπνευστικό, φαγωμένοι χόνδροι στα γόνατα, θυρεοειδής, πίεση που χτυπάει κοντέρ. Και μετά τον Μίκη και τον Γλέζο. Και ξανάπα, Ου να μου χαθείς λαμόγιο. Κι αμέσως μου ήρθαν στη σκέψη τα λόγια εκείνου του αγωνιστή ποιητή που γνώρισα στα 18 μου.
"Της ζωής αν δεν ένιωσες το μεγάλο σκοπό,
αν δεν στάθηκες σύντροφος των ανθρώπων πιστός,
το παρόν αν δεν έδωσες στη φωνή κάποιου χρέους,
κι αν ποτέ δεν αγάπησες τη χαρά της αλήθειας
την ειρήνη σαν μάτωσες με το ανθρώπινο αίμα,
τέλος αν σκοπός σου μοναχά είν' το χρήμα,
που γεννήθεις δεν τ' άξιζες και που ζεις, είναι κρίμα".
Είναι βαριά τα λόγια του ποιητή για να τα πάρει κανείς κατάκαρδα, όταν ξέρει ότι για την απουσία του στη φωνή του χρέους, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Δεν πάει όμως να πει πως είμαι και υπερήφανη γι' αυτό. Ίσως δεν έχω πιστέψει στην αποτελεσματικότητα των πραγμάτων. Ίσως μια σκέτη υπερηφάνεια να μη μου λέει τίποτα πια. Ίσως κουράστηκα. Ίσως βαρέθηκα να βλέπω κάθε ειρηνική διαμαρτυρία να μετατρέπεται σε κόλαση με τις καταστροφές, ίσως δεν θέλω να δεχτώ πως αίμα ζητάει το μωρό της Ρόζαμαρι για να υπάρξει, αίμα και κάθε μεγάλη αλλαγή προς το καλύτερο. Δεν είναι ότι δεν το ξέρω. Είναι ότι δεν μπορώ να το συνταιριάξω στη σκέψη μου με τη λύση. Μένει μια περηφάνεια. Ένα γαμώτο. Ίσως υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να τα διατηρήσει κανείς και μακριά από το μνημόμιο. Αύριο πχ μπορεί να πω στο αφεντικό μου να πάει να γαμηθεί. Χθες δεν είχα την ψυχολογία.
Αυτά.