Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Την επόμενη μέρα.

Τη νύχτα στον ύπνο μου, όσες ώρες κοιμήθηκα, είδα ότι καιγόταν το Μουσείο. Φώναζα λέει μέσα στην απελπισία, Καίγεται το Μουσείο, κάντε κάντι Έλληνες! Και ήρθε ένας άνθρωπος μεγάλος στην ηλικία, καθηγητής μου συστήθηκε, και μου είπε πως δεν μπορεί κανείς να σβήσει τη φωτιά, επειδή τρέχουν να σωθούν οι άνθρωποι από τα ΜΑΤ. Κοίταξα πάνω κάτω, κι από τις δυο μεριές του δρόμου εμφανίστηκαν αστυνομικές δυνάμεις, ο κόσμος εξαφανισμένος, ο δρόμος άδειος, και μόνο αυτοί πλησίαζαν ολοένα. Ο καθηγητής μου έδειξε μια ταράτσα. Να, εκεί πάνω έχουν ανέβει όλοι, πήγαινε κι εσύ να σωθείς, πήγαινε, μου είπε. "Να τους πούμε να σβήσουνε αυτοί τη φωτιά τότε. Τι λόγο έχουν να επιτεθούν σε μένα; να βοηθήσω θέλω". Ο άνθρωπος άρχισε να γελάει, βροντούσαν οι δρόμοι από το γέλιο του και το μυαλό μου μέσα.
Ύστερα ντύθηκα να πάω στη δουλειά. Άνοιξα την πόρτα, κοίταξα δεξιά αριστερά, πάνω, πιο πάνω, κανένα σημάδι από τη χθεσινή νύχτα. Ο ουρανός είχε καθαρίσει από τον καπνό, τα μαζεμένα σύννεφα ήταν της βροχής, απόρησα, τόσο μαύρος ουρανός για τόση λίγη βροχή, κατούραγε με δυσκολία θα έλεγες. Από το λεωφορείο δεν σταμάτησα να ψάχνω τα σημάδια στους δρόμους. Ανάμεσα Καισαριανή και Ευαγγελισμό, ήταν όλα ήσυχα. Και στο ΜΕΤΡΟ ήταν όλα ήσυχα. Και στον Κεραμεικό που κατέβηκα. Σε κείνο το σημείο δυο αδέσποτα σκυλιά ήταν ξαπλωμένα νωχελικά στο βρεγμένο δρόμο. Τα μαγαζιά ήταν ακόμα κλειστά εκτός από μια καφετέρια. Σε ένα άλλο, λίγο πιο μέσα στην Τριπτολέμου, μια παρέα νεαρών, έπινε σ' ένα πάσο μπροστά στο τζάμι καφέ και συζητούσε εύθυμα. Θυμήθηκα εκείνο το ανέκδοτο και γέλασα. "Ήταν όλα όμορφα εκείνη την ημέρα στο δάσος. Ο ήλιος χρύσιζε τις άκρες από τα φύλλα των δέντρων. Το πράσινο, γινόταν πιο πράσινο. Το καφέ, πιο καφέ. Κι ένας βλάχος, καθισμένος στη ρίζα ενός δέντρου με την αγαπημένη του, -Μ' αγαπάς μωρή; -Μπεεε!"
Συνέχισα στο ψιλόβροχο να ανεβαίνω την ιερά οδό. Χθες βράδυ εδώ έτρεχε κόσμος με καλυμμένα τα πρόσωπα. Ξαφνιάστηκα. Ποτέ δεν είδα να έχουν φτάσει τόσο μακριά από το κέντρο διαδηλωτές σε δράση. Ήταν μια παράξενη πιεστική Κυριακή για μένα. Ξεκίνησα τη δουλειά στις δέκα το πρωί κι επρόκειτο να σχολάσω στις εντεκάμισι το βράδυ, όπως κάθε Κυριακή τα τελευταία έξι επτά χρόνια. Οι πορείες της Κυριακής είναι όνειρο θερινής νυχτός για μένα. Κι ενώ καθόμουν και νανουριζόμουν από τις ασκήσεις των μαθητευομένων στην αναπνοή και από τον διαλογισμό τους, άρχισα ξαφνικά να μην αναπνέω. Τι έγινε ρε, λέω. Βγαίνω στη βεράνα του τέταρτου ορόφου και μπαίνω μέσα πάλι τρέχοντας. Ανοίγω το ραδιόφωνο στο κινητό μου. Οι φωτιές, τα κυνηγητά, τα δακρυγόνα μπροστά στη βουλή για να διαλυθεί ο κόσμος, οι εγκλωβισμένοι στην Ερμού και στο ξενοδοχείο, οι τραυματίες, χαμός.
Τι στο διάολο κάνουν εδώ πέρα αυτές; μου την έδωσε. -Φεύγουμε επι τόπου. Τους φωνάζω." -Γιατί τι έγινε;" Ανοίγω τη συρόμενη πόρτα, μπουκάρει ο καπνός. Το πήραν αμέσως απόφαση, σχεδόν τρέχοντας κατέβηκαν στο δρόμο. Εκεί έτρεχαν ερχόμενοι από  το κέντρο και οι διαδηλωτές. Βήχοντας, ασθμαίνοντας, τρεκλίζοντας αρκετοί. Στην απέναντι μεριά του δρόμου δεν έβλεπες από τον καπνό. Προσπάθησα να περπατήσω μέχρι το ΜΕΤΡΟ του Κεραμεικού, μ' έπιασε βήχας. Καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω, άκουσα το ονομά μου. Γύρισα, ήταν μία από τις κοπέλες του μαθήματος που με φώναζε από το αμάξι της. Μέσα είχε άλλους δυο. Στριμώχτηκα κι εγώ ανάμεσά τους για να με πάνε μέχρι τη Συγγρού όπου και θα σταματούσα ταξί. Στη Συγγρού γινόταν το σώσε. Η οδηγός το αποφάσισε, στρίβει ξαφνικά το τιμόνι της και αρχίζει να οδηγεί προς Καισαριανή. Με άφησε στην πλατεία και έφυγε.
Πήγα πρώτα στο κτίριο της Ιεράς σήμερα, για να μαζέψω το υλικό και τα μηχανήματα που άφησα σύξυλα έξω χθες. Ύστερα έφυγα για το κτίριο στη Θησείο. Εκεί τα είπα λίγο με τη συνάδελφο, μάζεψα όπως όπως το χώρο και έφυγα για Μοναστηράκι. Ανεβαίνοντας την Ερμού έψαχνα τα καμένα. Μέχρι την πλατεία Μοναστηρακίου όλα καλά. Και ξαφνικά με χτύπησε η μυρωδιά. Αποπνικτική, βαριά, μυρωδιά καταστροφής. Κοιτάζω απέναντι από το ΜΕΤΡΟ το πρώτο καμένο μαγαζί που είδα. Πριν ανοίξω το στόμα μου δέκα σπιθαμές, βλέπω και δεύτερο και τρίτο. Αντί να μπω στο ΜΕΤΡΟ συνεχίζω επάνω στην Ερμού προς Σύνταγμα. Έξω από ένα καμένο μαγαζί είναι δυο γυναίκες που σκουπίζουν νερά και φωνάζουν. Κοντοστέκομαι. Μαζί και μερικοί άλλοι. Οι γυναίκες φωνάζουν όλο και πιο πολύ. -Φύγετε αλήτες! διαλυθείτε! Μια γυναίκα που μόλις κατέφθασε εκεί πέρα από τις φωνές παρασυρμένη, ρώτησε γιατί μαζεύτηκε τόσος κόσμος εκεί και τι έγινε. Οι δυο γυναίκες, μια μάνα με την κόρη της μάλλον, απάντησαν." -Γιατί θέλουν να κάνουν πλιάτσικο, γι' αυτό". Κοίταξα τον συγκεντρωμένο κόσμο. Καμιά δεκαριά άτομα θα ήταν, όχι παραπάνω. Άλλος κράταγε φάκελο κάτω από τη μασχάλη και γυαλάκια μυωπίας, άλλος το φοιτητικό του σακίδιο, άλλος είχε απλά τα χέρια στις τσέπες του και χάζευε, δεν είδα πουθενά καμιά τάση για πλιάτσικο." -Μιλάτε για τους ανθρώπους αυτούς εδώ πέρα;" Τις ρώτησα. Δεν πήρα απάντηση. Η γυναίκα που είχε σταματήσει για να ρωτήσει, είπε, εμ βέβαια, ευκαιρία βρήκαν. Οι άνθρωποι την κοίταζαν με απορία. Αναμεσά τους δεν ήταν κανένας ύποπτος και δεν είμαι τόσο άσχετη στο να κόβω ανθρώπους. Λέω στην περαστική "-Μα κάνουν λάθος Δεν βλέπω να υπάρχει καμιά τάση για πλιάτσικο εδώ πέρα. Άλλωστε αν ήταν αυτό θα το έκαναν χθες. Όχι τώρα μπροστά στους ιδιοκτήτες του μαγαζιού.
-Με αυτό το πλευρό να κοιμάσαι"\. Μου απαντά αυτή.
"- Μα κοίταζαν το μαγαζί με θλίψη, ένας δυο προσφέρθηκαν να βοηθήσουν, Έλληνες, τους άκουσα.
-Τώρα κάτι μας είπες μου ξαναλέει. Οι Έλληνες είναι οι χειρότεροι απ' όλους. Πλιάτσικο θέλουν να κάνουν.
-Εσύ Ελληνίδα είσαι;" τη ρωτώ. Δεν απάντησε, αλλά φαινόταν καθαρόαιμη Γκαγκάρα. "-Έλα λίγο να σου πω, της λέω. Κάτι έχεις πιάσει λάθος και δεν κάνει. Γιατί μας τσουβαλιάζεις όλους έτσι; Συμπατριώτες είμαστε! -Ρε άι παράτα μας!" μου φωνάζει κι ανοίγει το βήμα της για να απομακρυνθεί πιο γρήγορα. Γύρισα πίσω απέξω από το καμμένο μαγαζί. Το συγκεντρωμένο μικρό πλήθος είχε αποχωρήσει. Οι δυο γυναίκες έσπρωχναν με τις σκούπες μαύρα νερά." -Μην πανικοβάλεστε, δεν θα σας κάνει κανένας πλιάτσικο". Τους λέω. -Ρε άι παράτα μας! Μου απαντούν κι αυτές οπότε κι αποφάσισα να συνεχίσω το περπάτημα προς τα πάνω. Εκεί προς τα πάνω, είδα μικρούς γερανούς, μπουλντόζες να μετακινούν σπασμένα γυαλιά και αποκαήδια. Μαγαζιά καμένα γύρω στα έξι εφτά. Άλλα τόσα με σπασμένες βιτρίνες. Στον πεζόδρομο ένα παιδί καθισμένο σε ένα σκαλοπάτι έπαιζε θλιμένα ένα ακορντεόν. Στην απέναντι πλευρά ένα άλλο παιδί, καθισμένο κατάχαμα έκλαιγε, ενώ το ακορντεόν ήταν ακουμπισμένο δίπλα του. Είπα να το ρωτήσω, τι συμβαίνει ρε μάγκα; γιατί κλαις; που είναι ο μπαμπάς, η μαμά σου; αλλά δεν ήθελα να ακούσω άλλο "άι παράτα μας"! Πιο πάνω μια γυναίκα καθισμένη κατάχαμα με τα δυο της παιδιά έπαιζε επίσης ακορντεόν. Η μουσική από αυτήν ακουγόταν υπέροχα. Απλωνόταν σε όλο τον πεζόδρομο μέχρι κάτω και γύριζε πίσω, έφτανε μέχρι τις ταράτσες και γύριζε πίσω, συνόδευε κατά κύματα τα βήματά μου. Ο κόσμος αρκετός, βάδιζε αμέριμνα, σαν σε Κυριακάτικη βόλτα. Βάδιζε και χάζευε, επι το πλείστον κατά παρέες, είδα και δυο γυναίκες με τσάντες από ψώνια, αγκαζέ, άλλες εποχές. Οι βιτρίνες, όσες δεν ήταν σπασμένες είχαν αναρτημένες ταμπέλες. Εκπτώσεις εβδομήντα τοις εκατό. Από εκατόν τριάντα ευρώ, τώρα μόνο σαρανταπέντε. Από τόσο, τόσο. Μεγάλες ευκαιρίες σε μπότες, παπούτσια, ρούχα. Μέσα στο H&B υπήρχε πλήθος κόσμου. Οι καφετέρειες ανοιχτές, με τις σόμπες γκαζιού απέξω και οι πελάτες αραχτοί, μόλις είχε σκάσει και ο ήλιος, χάζευαν τον κόσμο ή τη ζωή τους που πέρναγε, δεν ξέρω. Λίγο πριν από το Σύνταγμα, δυο νέα παιδιά είχαν στημένο ένα τραπεζάκι με διαφημιστικά χαρτομάντηλα (;) και μου είπαν," -πάρτε ένα διαφημιστικό από το τραπεζάκι μας! -Ευχαρίστως γιατί όχι"; απάντησα. Πάω να το πάρω και με πλευρίζει η κοπέλα. "-Είναι διαφημιστικά για το κέντρο ΣΠΑ "ευεξία", που βρίσκεται λίγο πιο πέρα από εδώ, το ξέρετε; -Όχι, αλλά δεν έχει σημασία. Τώρα με τα διαφημιστικά σας θα το μάθω. -Αλλά έχουμε σήμερα μια ειδική προσφορά, όποιος γραφτεί σήμερα θα πάρει πακέτο προγράμματος με μεγάλη έκπτωση. -Τέτοιες ώρες τέτοια λόγια βρε παιδιά. Σήμερα είναι μια θλιβερή μέρα για τους Αθηναίους. Δεν θα έπρεπε καν να είστε έξω και να κάνετε αυτό. -Κι εμείς ένα μεροκάματο προσπαθούμε να βγάλουμε, τη δουλειά μας κάνουμε. Δεν πάει να πει ότι χαιρόμαστε για γι' αυτά που έγιναν. -Σε καταλαβαίνω κορίτσι μου, δίκιο έχεις. Άντε γεια. -Δεν θέλετε ν' ακούσετε για την έκπτωση; -Δεν έχω χρόνο για ευεξία εγώ μάτια μου. Άστο".
Προχώρησα προς την πλατεία με την αναπνοή μου κομμένη. Η μυρωδιά του καμένου που έτσι κι αλλιώς ήταν ανυπόφορη, ανακατεύτηκε με μια άλλη, βαθιά μυρωδιά σήψης. Ένας που το έπαιζε τρελός  πέρασε δίπλα μου χορεύοντας με μια ομπρέλλα. "i sing in the rain" Έλεγε, κι από πίσω η παρέα του φώναζε, "δεξιά στρίψε ρε!"
Έφτασα έξω από το ΜΕΤΡΟ. Είδα το μπουντρούμι σκοτεινό μέσα και άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες προς τα πάνω. Είδα τον Κανέλλο ξαπλωμένο στη μέση της νησίδας, μελαγχολικό. Κάποιοι τον χάιδευαν και τον παρηγορούσαν. Πάνω στο ταρατσάκι του ΜΕΤΡΟ, κάτω από τη μάντρα του δρόμου, ανάμεσα στα άλλα αντικείμενα, ένα παπούτσι έχασκε το μισό στο κενό. Και ξαφνικά δάκρυσα. Χωρίς δακρυγόνα. Μόνο με την επίμονη μυρωδιά που κόλλησε στη μύτη μου. Και είπα...
άι στο διάολο μωρή. Που θα μας κλάψεις κι όλας. Για να μας παραστήσεις την ευαίσθητη...Χθες βράδυ εδώ άνοιγαν κεφάλια. Κι εσύ χάζευες τις κοκόνες που έκαναν αυτοσυγκέντρωση. Ου να μου χαθείς λαμόγιο!
Αλλά αμέσως μετά άρχισα να μετράω τα άλλοθι. Αναπνευστικό, φαγωμένοι χόνδροι στα γόνατα, θυρεοειδής, πίεση που χτυπάει κοντέρ. Και μετά τον Μίκη και τον Γλέζο.  Και ξανάπα, Ου να μου χαθείς λαμόγιο. Κι αμέσως μου ήρθαν στη σκέψη τα λόγια εκείνου του αγωνιστή ποιητή που γνώρισα στα 18 μου.
"Της ζωής αν δεν ένιωσες το μεγάλο σκοπό,
αν δεν στάθηκες σύντροφος των ανθρώπων πιστός,
το παρόν αν δεν έδωσες στη φωνή κάποιου χρέους,
κι αν ποτέ δεν αγάπησες τη χαρά της αλήθειας
την ειρήνη σαν μάτωσες με το ανθρώπινο αίμα,
τέλος αν σκοπός σου μοναχά είν' το χρήμα,
που γεννήθεις δεν τ' άξιζες και που ζεις, είναι κρίμα".
Είναι βαριά τα λόγια του ποιητή για να τα πάρει κανείς κατάκαρδα, όταν ξέρει ότι για την απουσία του  στη φωνή του χρέους, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Δεν πάει όμως να πει πως είμαι και υπερήφανη γι' αυτό. Ίσως δεν έχω πιστέψει στην αποτελεσματικότητα των πραγμάτων. Ίσως μια σκέτη υπερηφάνεια να μη μου λέει τίποτα πια. Ίσως κουράστηκα. Ίσως βαρέθηκα να βλέπω κάθε ειρηνική διαμαρτυρία να μετατρέπεται σε κόλαση με τις καταστροφές, ίσως δεν θέλω να δεχτώ πως αίμα ζητάει το μωρό της Ρόζαμαρι για να υπάρξει, αίμα και κάθε μεγάλη αλλαγή προς το καλύτερο. Δεν είναι ότι δεν το ξέρω. Είναι ότι δεν μπορώ να το συνταιριάξω στη σκέψη μου με τη λύση. Μένει μια περηφάνεια. Ένα γαμώτο. Ίσως υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να τα διατηρήσει κανείς και μακριά από το μνημόμιο. Αύριο πχ μπορεί να πω στο αφεντικό μου να πάει να γαμηθεί. Χθες δεν είχα την ψυχολογία.
Αυτά.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Βρε τι πάθαμε

Τώρα το θέμα είναι, πως όταν γράφεις σε ένα μπλογκ,εκτός του ότι έχεις την ευκαιρία να κάνεις γνωστό ένα έργο σου ή να δημιουργήσεις εξαιτίας αυτού ένα έργο, έχεις και τη δυνατότητα να αντιδράς άμεσα στο κάθε τι που συμβαίνει έξω από σένα, στον περίγυρο, στην κοινωνία στη χώρα, αλλά και μέσα σε σένα. Δεν θυμάμαι να έχω χρησιμοποιήσει το μπλογκ για να γράφω ημερολογιακά σ' αυτό για τα μικρά  πράγματα της καθημερινότητας, που έχουν κι αυτά τη χάρη τους αλλά δεν εστιάζω σε αυτά στα κειμενά μου καλώς ή κακώς. Ούτε ακριβώς πολιτική κάνω γράφοντας αλλά ούτε και περιορίζομαι στα κείμενα που μπορεί να τα εντάξει κανείς στη λογοτεχνική...επίδοση. Απλά και σκέτα αντιδρώ. Αντί να φουρκίζομαι σιωπηλά, το κάνω εγγράφως και το κοινοποιώ. Αν ανατρέξει κανείς στο σύνολο των κειμένων μου που πρέπει μέχρι τώρα να είναι πάνω από χίλια, θα βρει μέσα ποιήματα, καθαρό διήγημα, μπασταρδεμένο διήγημα, πάει να πει αληθινή ιστορία που μεταφέρθηκε αυτούσια για ένα σκοπό, μυθιστόρημα αποσπασματικά, πολιτικές απόψεις και τοποθετήσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, άρθρα, κλπ.
Ωστόσο μου κόλλησε η ρετσινιά της κλαψομούνας και προφανώς φέρω μεγάλη ευθύνη γι' αυτό, αφού το να εκθέτει κανείς δημόσια την κατάστασή του όταν καταργεί τα όρια και τις μάσκες, είναι κάτι που ενοχλεί κυρίως αυτούς που θέλουν να διατήρουν το κύρος τους στον πολιτικά ορθό λόγο, χαχα, και να μη τσαλακώσουν την εικόνα τους. Δεν θα μπορούσαν δηλαδή κι όχι μόνο, θα το θεωρούσαν ξεπεσμό να εκθέσουν τον εαυτό τους με τον τρόπο που το κάνω εγώ. Με ενοχλεί η λέξη εγώ. Κατατρέχομαι από ενοχές και τύψεις για όλα όμως και έχει νόημα να απολογούμαι για όλα. Ωστόσο εξακολουθώ να το κάνω. Αναρωτιέμαι συχνά τι κάνει έναν άνθρωπο αυθεντικό και νορμαλ, αν υποθέσουμε πως δεν διακατέχεται από τις ενοχές του και δεν έχει κανένα λόγο να απολογείται για τίποτα. Τόσο στραβό κλίμα, τόσο στραβά μεγαλώσαμε οι της γενιάς μου, τόσα έπρεπε να παραπλεύσουμε κι άλλα τόσα να διεκδικήσουμε, για να έρθουμε σήμερα να απολογούμαστε για όλα. Επειδή το να σταματήσει κανείς να ψάχνεται με τον εαυτό του σημαίνει αυτομάτως και τη διακοπή της πνευματικής του ανάπτυξης, επειδή πάντα και μονίμως έχω την αίσθηση ότι δεν έφτασα πουθενά και τίποτα δεν κατάφερα, δεν σημαίνει ότι θα ήθελα να είμαι στη θέση αυτών που αντί να κοιτάξουν μέσα τους, κοιτάζουν και κρίνουν τους άλλους, πάντα και μόνο τους άλλους. Υπ' αυτή την έννοια, γουστάρω να είμαι κλαψομούνα. Μπορεί να παραπονιέμαι για το ένα και το άλλο, να εντοπίζω τα στραβά της ζωής μου, τα άδικα ή και τις μαλακίες ακόμα, αυτό παρακαλώ να μη το παραβλέψει κανείς, αλλά έχω επιλέξει να είμαι αυτό. Δεν μου πάει τίποτε από τα άλλα. Ένα παράδειγμα:
Θα μπορούσα να περιφέρω την αδιαμφισβήτητη αυθεντία μου στους κύκλους των αναγνωρισμένων συγγραφέων και ανάμεσά τους με ύφος περισπούδαστο να παίρνω θέση επί παντός επιστητού, να κρίνω, να καταδικάζω, να σαρκάζω ή να περιφρονώ τους κατά την άποψή μου δεύτερης κατηγορίας ανθρώπους. Και πως θα τους έκρινα σαν τέτοιους; Από το ντυσιμό τους; από το μισθό τους; από την ανεργία τους; από τα πτωχά εκφραστικά τους μέσα; από την παιδεία τους γενικότερα; από τον τρόπο που υποκλίνονται; από τι, θεός και η ψυχή μου....
Θα μπορούσα και μου δόθηκε η ευκαιρία να γράφω βιβλιοπαρουσιάσεις σε μια εφημερίδα ή σ' ένα περιοδικό και πιστέψτε με, έχω την πειθώ να σπρώξω τους αναγνώστες στο όχτρέξουν ν΄αγοράσουν το βιβλίο του άλφα ή του δείνα.  ΄
Θα μπορούσα ως δημιουργός, συντάκτρια και υπεύθυνη του refene επί δεκατέσσερα συναπτά έτη, να είμαι κριτική επιτροπή στα νέα ταλέντα, πολλές φορές με κάλεσαν όλες τις αρνήθηκα, ή εκτιμήτρια σε εκδοτικό οίκο για τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς.
Θα μπορούσα ακόμα να δουλεύω σαν διοργανώτρια εκθέσεων σε γκαλερί, γιατί την έχω κάνει κι αυτή τη δουλειά περιοδικά πολύ επιτυχημένα.
Θα μπορούσα να είμαι βοηθός σκηνοθέτη, γιατί την έχω κάνει κι αυτή τη δουλειά, πολύ επιτυχημένα.
Θα μπορούσα να παρέχω τεχνική υποστήριξη σε βραδιές χάπενινγκ με προβολές και χρήση ηλεκτρονικού και ψηφιακού υλικού.  Αυτή τη δουλειά κάνω και τώρα όχι ως τεχνικός όμως, αλλά ως καθαρίστρια.
Είμαι καθαρίστρια. Δεν έγινα λόγω της κρίσης καθαρίστρια. Δεν σκόπευα ν' ακολουθήσω καριέρα ως τέτοια. Μου έκατσε. Μεγάλωσα το παιδί μου μια χαρά με αυτό. Έκανα και το κέφι μου. Έκραζα από τη θέση αυτή τους δήθεν και πολύ το χαιρόμουν που δεν μπορούσε κανείς να μου πει τίποτα. Απεδείκνυα από τη θέση αυτή κάθε φορά πόσο άχρηστοι είναι οι άλλοι, στις άλλες θέσεις. Ενεργά κι όχι με λόγια. Καταξιωνόμουν από τη θέση αυτή μέρα στη μέρα σαν άνθρωπος άσχετα αν υπάρχουν τόσοι κομπλεξικοί σ' αυτή τη χώρα που δεν έμπαιναν στον κόπο να με γνωρίσουν σαν άνθρωπο, πριν μου γυρίσουν την πλάτη. Το χάρηκα και ποτέ το θέμα μου και το πρόβλημά μου δεν ήταν που κάνω αυτή τη δουλειά, το αντίθετο θα έλεγα το θέμα μου ήταν πάντοτε γιατί οι άνθρωποι να παίρνουν τόσο επιφανειακά τους ανθρώπους. Κοιτάτε και το άλλο τώρα.
 Αν δηλώσω συγγραφέας, δεν με κάνει αυτόματα συγγραφέα η δήλωση αυτή.
Μπορεί κανείς να μου αμφισβητήσει ότι είμαι καθαρίστρια;
Βρείτε μου τώρα έναν, που να είναι ακριβώς αυτό που δηλώνει χωρίς πτυχίο εννοείται. Μετά πηγαίνετε και στα πτυχία και πείτε μου πόσους μπορείτε να βρείτε σχετικούς με την επιστήμη που σπούδασαν; Που να ξέρουν δηλαδή τι τους γίνεται, που να ασκούν το επαγγελμά τους τίμια και ευσυνείδητα, που βλέπουν τη δουλειά τους ως λειτούργημα, και που κυρίως, να έχουν την καλιέργεια, τη μόρφωση και το ενδιαφέρον για βελτιώσουν τη σύσταση και την εικόνα αυτής της κοινωνίας.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πως επί σειρά ετών εξασκώ ένα επάγγελμα που με απαλλάσσει από πρόσθετες ενοχές, αρκετές έχω κι έτσι. Γι' αυτό παρακαλώ φίλοι μου αγαπημένοι μη με ξαναρωτήσετε τι κάνω τόσα χρόνια σε αυτή τη δουλειά που κόλλησα. Από την άλλη κάτι στη γραφή μου, στο λόγο μου, στον τρόπο που περιγράφω τα πράγματα, με καθιστά κλαψομούνα στα μάτια των αναγνωστών μου. Έχω γράψει σάτιρες, κωμωδίες, σάχλες για να γελάσουμε διάφορες, αλλά εκεί, η "ρετσινιά" μου κόλλησε. Τι σημαίνει πάλι αυτό; Ότι αυτό το κάτι, αυτός ο τρόπος, αυτή η κλάψα, είναι αυτό που μάλλον τους λέει τα περισσότερα, αν και μελλοδραματική επιμένω δεν υπήρξα ποτέ. Δεν είναι στον τύπο μου.
Προσέξτε τι άλλο συμβαίνει τώρα. Γράφω σε πρώτο πρόσωπο. Γράφω για μένα. Απολογούμαι. Άλλοι γράφουν σε πρώτο πρόσωπο. Λένε πως πέρασαν τη μέρα τους. Τι θα αγοράσουν από τα μαγαζιά και σε τι τιμή θα τα χτυπήσουν. Πόσο έξυπνα φέρθηκαν στη μια ή στην άλλη περίπτωση, ή πως θα σώσουν τις τριανταφυλλιές τους που μαράθηκαν. Τι να ετοιμάσεις στο παιδί σου για πρωινό πριν το σχολείο. Πως τρώνε, τι να φας. Πόσες θερμίδες να πάρεις, πόσα κιλά να χάσεις, πως θα τα χάσεις. Υπάρχουν μπλογκ για κάθε γούστο. Τι κρύβεται πίσω από την κίνηση Παπαδήμου, Κουτσοδήμου, δήμου, και τί πίσω από τα λόγια του. Δεν νοείσαι σοβαρός γραφιάς αν δεν κάτσεις να ασχοληθείς με τις παραμέτρους της πολιτικής και αυτή την ίδια, να συνεχίσεις το παιχνίδι των μμε.
Όλοι τα είπανε όλα, τα λένε όλα, τα κάνουν όλα. Οι συγγραφείς στη θέση τους, οι σκηνοθέτες στη δική τους, οι στιχουργοί, οι ποιητές, οι πολιτικοί, οι φιλόσοφοι, τι δηλαδή έχει να πει μια γυναίκα στη θέση μου; Για τους γιατρούς χωρίς σύνορα; Για τους κυνηγούς και εξοντωτές της πανίδας; Για την άνιση μεταχείριση των γυναικών; Και πρέπει να πάω στη Ρουάντα για να το δω αυτό; Για την εκμετάλλευση των ανθρώπων από τον καπιταλισμό; Για την κοινωνική αδικία; τα λέω αλλά με λέτε κλαψομούνα ενώ αν τα έλεγε ο κύριος τάδε παπάρας, θα το λέγατε κοινωνική ευαισθησία. Μήπως φταίει το ότι εγώ τα ζω από μέσα και σας χαλάει τη θεωρητική σούπα; Λέμε τώρα.
Τίποτα δεν έχω να πω άλλο από τα κλαψομουνικά μου. Οι φίλοι που μου το λένε καλοπροαίρετα θα καταλάβουν και το καλοπροαίρετο της απάντησής μου. Αυτό είμαι, αυτό έχτισα, μ' αυτό θα βαδίσω. Δεν γίνεται ν' αλλάξω ως άνθρωπος. Αυτό που μπορώ και σας υπόσχομαι , είναι να μη αλλάξω τίποτα. Και να θέλω δεν μπορώ.  Στο κάτω της γραφής υπάρχουν άλλα, ωραία, πιο ελεύθερα, πιο αισιόδοξα, πιο κοφτερά πνεύματα, με καλύτερη αίσθηση χιούμορ, φρέσκο αίμα, νέο, να το κάνουν. Ντε και καλά ν' αλλάξω εγώ; Βρε τι πάθαμε...

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Αυτοσχέδια κι επιτόπου


Ήτανε μια φορά ένας παντοπώλης. Έτσι έλεγαν τους παλιούς που διατηρούσαν κατάστημα, στις μέρες τις δικές του όμως δήλωνε "ιδιοκτήτης μίνι μάρκετ". Πόσο μίνι ήταν το μάρκετ του δεν το ξέρω γιατί δεν έτυχε να πάω ποτέ, αλλά θα πρέπει την εποχή για την οποία μιλώ να έβγαζε καλά λεφτά, γιατί έμενε στο ξενοδοχείο που δούλευα, στην Παροικιά της Πάρου.
Το ξενοδοχείο αυτό ήταν β΄ κατηγορίας. Δεν βρισκόταν κοντά στο λιμάνι αλλά μερικά χιλιόμετρα μακρύτερα και είχε έναν εξώστη με  μια υπέροχη θέα στον ωκεανό προς τη μεριά της Νάξου. Επίσης εκείνη την εποχή δεν ήταν τόσοι πολλοί οι Έλληνες παραθεριστές, όσο οι ξένοι, που κατέφθαναν από κάθε σημείο της δυτικής τότε Ευρώπης, κι από Αμερική.
Το νησί ήταν στα πάνω του και οι επιχειρηματίες να χτίζουν καινούργιες πτέρυγες στα ξενοδοχεία τους ή να κάνουν επεκτάσεις στα μαγαζιά τους, ν' αγοράζουν εξοπλισμούς και λεωφορειάκια για να μεταφέρουν τους πελάτες τους, ένας οργασμός προετοιμασιών όλο το χειμώνα για να είναι έτοιμοι από το Μάη που θα ξεκινούσε η σαιζόν να υποδεχτούν τον κόσμο και να βγάλουν τα μαλλιοκεφαλά τους μέσα σε δυο-τρεις μήνες. Αυτοί κι αν έφαγαν....
Τέλος πάντων, ο παντοπώλης αυτός, βρέθηκε εκείνο το καλοκαίρι στη φροντίδα μου, καθότι είχα στην ευθύνη μου την πτέρυγα όπου βρισκόταν και το δικό του δωμάτιο. Όταν λέω "ευθύνη" μου, μη φανταστείτε καμιά δουλειά μπάνικη και πρωτοκλασάτη, από αυτές που σου επιτρέπουν να καμαρώνεις για τη θέση σου. Το γεγονός ότι μου φόρτωσαν είκοσι έξι δωμάτια να καθαρίζω μέσα στο οκταωρό μου, συν το πλυντήριο και το σιδέρωμα, ήταν κάτι πέρα από κάθε αντοχή και κάθε νόμο. Επειδή όμως τέλειωνα το νυχτερινό σχολείο και χρειαζόμουν τα λεφτά από το ταμείο ανεργίας για να μπορέσω να διαβάσω απερίσπαστη το χειμώνα για τις εξετάσεις μου στα ΑΕΙ (σκατά στα μούτρα μου κι εγώ), το έφαγα το πακέτο αδιαμαρτύρητα. Κοντά στα άλλα είχα και το σερβίρισμα των πρωινών. Μαζί με την προετοιμασία τους εννοείται. Να βράσεις τ' αυγά, να τα ξεφλουδίσεις, να κόψεις τα ψωμιά να βάλεις σε πιατέλες τα ζαμπόν και τα τυριά, σε κανάτες την πορτοκαλάδα κλπ.
Άρπαζα λοιπόν λέξεις εδώ και εκεί, στην πραγματικότητα δεν είχα το χρόνο να σταθώ για να ακούσω μια φράση ολόκληρη από τους πελάτες. Το είπε λοιπόν μια αυτός, το είπε δυο, χαμπάρι δεν πήρα, μέχρι που δεν άντεξε και ήρθε και στάθηκε μπροστά μου.
"Σε σένα μιλάω κοπελιά". Φρέναρα με το δίσκο στα χέρια και τον κοιτούσα κάπως ξαφνιασμένη, έτοιμη να του τον κοπανήσω στο κεφάλι επειδή υποψιάστηκα πως με παρενοχλεί σεξουαλικά και ώρα που διάλεξε.
"-Τι θέλετε; 
-Πρέπει να θέλει κανείς για να σου μιλήσει;
-Εδώ είναι χώρος εργασίας για μένα. Μου μιλάτε μόνο και εφόσον θέλετε κάποια εξυπηρετήση ή έχετε κάποιο παράπονο από το σέρβις".
Έκανε γελώντας στην άκρη και παραμέρισε για να περάσω όπως και έπραξα, αλλά καθόταν ακόμα σε κείνη τη θέση και με παρατηρούσε καθώς ετοίμαζα νέα είσοδο από την κουζίνα στην τραπεζαρία με άλλο γεμάτο δίσκο.
"-Φοβάμαι πως με παρεξήγησες. Εσύ δεν είσαι η Ελένη;" Μου πέταξε καθώς ξαναπέρασα από μπροστά του. Του έριξα ένα πλάγιο βλέμμα, τον προσπέρασα, πήγα σερβίρισα τους πελάτες και στην επιστροφή του είπα. "-Ναι εγώ είμαι η Ελένη, που με ξέρεις; εγώ δεν θυμάμαι να έχουμε γνωριστεί".
"-Μου έχει μιλήσει ο Μιχάλης για σένα. Είναι πολύ φίλος μου. Μου είπε ότι δουλεύειςε τα καλοκαίρια στο νησί και μιας και θα ερχόμουν εδώ για διακοπές είπα να σε γνωρίσω.
-Τι ακριβώς σου έχει ο Μιχάλης για μένα; Και ποιος Μιχάλης για να έχω καλό ερώτημα; Ξέρω τουλάχιστον τρεις τέσσερις με αυτό το όνομα.
"-Αυτός που σου μελοποίησε τα ποιήματα και τα έπαιξε στη γιορτή της άνοιξης".
Χάρηκα που άκουγα νέα από τον Μιχάλη έστω και εμμέσως. Τον ρώτησα ενθουσιασμένη που είναι ο φίλος μου, τι κάνει, παίζει πουθενά; έφτιαξε συγκρότημα; είχε πάρει αναβολή από το στρατό, την διέκοψε τελικά; τι έκανε; Και τι του είπε για μένα που τον έκανε να θέλει να έρθει να με βρει;
"-Έχω γράψει κάτι στίχους, που τους έδειξα στο Μιχάλη κι αυτός μου είπε ότι για τραγούδια δεμν κάνουν. Το αν όμως μπορούν να σταθούν σαν ποιήματα δεν το ξέρει, δεν έχει αυτή την αρμοδιότητα, κι ότι αυτό θα ήξερες να μου το πεις μάλλον εσύ.
-Τι λες; τέτοια ιδέα έχει για μένα ο Μιχάλης; τον ευχαριστώ πολύ. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως είμαι σε θέση να πάρω έναν άνθρωπο στο λαιμό μου με τις συμβουλές μου. Για το λόγο ότι δεν είμαι ούτε εγώ σίγουρη και δεν ξέρω πάντα τι από αυτά που γράφω αποτελεί ποίημα και τι όχι. Οπότε μάλλον μπήκες τζάμπα στον κόπο, δεν είμαι εγώ το κατάλληλο πρόσωπο για να σε διαφωτίσει"
Αυτός όμως επέμενε κι έλεγε ότι δεν τον ενδιαφέρει τι πιστεύω εγώ για τον εαυτό μου, ότι αισθάνεται πως μάλλον προσπαθώ να τον αποφύγω για να μη μου φορτωθεί και τα λέω αυτά κι ότι θα του έκανα μεγάλη χάρη αν τουλάχιστον έπαιρνα τη συλλογή που είχε μαζί του και της έριχνα μία ματιά.
"-Με το χέρι στην καρδιά, θέλω να μου πεις ακριβώς αυτό που θα δεις, κι αυτό που θα σκεφτείς διαβαζοντάς τα. Δεν έχω ξέρεις καιρό για χάσιμο, είμαι πολυάσχολος κι αν είναι να χάνω την ώρα μου τζάμπα με αυτά, θα προτιμούσα να την αφιερώσω σε κάτι άλλο".

Πολύ με τσάντισαν τα λόγια του αλλά δεν το έδειξα αμέσως. Ένα σωρό αντιφατικές σκέψεις μου γεννήθηκαν αυτόματα. Την ίδια στιγμή η συνάδελφος από την κουζίνα ούρλιαζε γιατί καθυστερούσα, οι πελάτες δυσανασχετούσαν κι αυτός έπρεπε να φύγει μέσα από τα πόδια μου.
Του είπα να μου φέρει τα κείμενά του στην αφετηρία των λεωφορείων που έφευγαν για τα χωριά και ακριβώς εκεί ήρθε και με βρήκε το μεσημέρι, μετά το σχόλασμα. Τα άρπαξα βιαστική και μπήκα στο λεωφορείο. Τα είχε δεμένα με συρραπτικό. Στο εξωτερικό της πρώτης σελίδας είχε τον τίτλο της συλλογής και το όνομά του. Το πρώτο ποίημα που διάβασα μου κίνησε κάποιο ενδιαφέρον και προχώρησα στα επόμενα. Στα επόμενα όμως, ήταν σα να διάβαζα ακόμα το πρώτο και ακόμα χειρότερα βρήκα μέσα σε αυτά, κομμάτια αυτούσια από φράσεις γνωστών ποιητών, χωρίς εισαγωγικά και χωρίς πλάγιο λόγο ή άλλη επεξήγηση. Αυτό με ξύνισε πολύ. Στο σύνολο της δουλειάς του ξεχώρισα δυο τρία πάντα κατά την άποψή μου ποιήματα καλά και τα σημείωσα με αστερίσκο για να ξεκινήσω τη συζήτηση μαζί του από αυτά. Αλλά πιο πολύ απ' όλα με είχε ενοχλήσει η όλη του στάση απέναντι σε αυτή του την δραστηριότητα. Τι πάει να πει τώρα, "χάνω το χρόνο μου", όταν ασχολείσαι με μια υπόθεση ψυχής, και ποιος τρόπος υπάρχει για του δώσεις να καταλάβει πόσο λάθος αντιμετωπίζει το όλο θέμα; Πέραν αυτού, ένιωθα πάνω στο δέρμα μου να κυλά και να πέφτει ένα γλοιώδες υγρό που εκπορευόταν από τη σκέψη μου, και με έκανε να νιώθω πολύ άβολα. "Πας σε κάποιον που σέβεσαι, έστω μέσω άλλου, να του ζητήσεις τη γνώμη του για ένα θέμα που θεωρείς ότι κατέχει καλύτερα από σένα, χωρίς να σκεφτείς πως ενδεχομένως θα έχει διαβάσει τα ίδια ή και περισσότερα από σένα;".
Τι θράσος ο τύπος! Κατέληξα φουρκισμένη κι έκλεισα το ας το πούμε βιβλίο του με νεύρα. Δούλευα σε ένα ξενοδοχείο όπου το μόνο που γνώριζαν για μένα ήταν ότι είμαι μια γρήγορη και καλή καμαριέρα, μια γρήγορη σερβιτόρα και μια κατά τα άλλα κλειστή συνάδελφος. Και ήρθε αυτός τώρα να μου τα χαλάσει όλα. Να με βάλει μέσα στο τρυπάκι του να σκέπτομαι γι' αυτόν και κάθε σαν αυτόν, ότι με τα λεφτά του έτσι εύκολα όπως κάνει διακοπές θα πάει μια μέρα να βγάλει μια ποιητική συλλογή, κι εγώ θα σπάω τα μούτρα μου στον αιώνα τον άπαντα στις πόρτες των εκδοτών και θα τρώω τους χόνδρους στα γόνατά μου δουλεύοντας. Αν ήμουν υπάλληλός του θα μου μιλούσε προφανώς σαν σκουπίδι, μπορεί και να έβριζε, και οπωσδήποτε θα έκανε το παν για να αποδείξει πως είναι η ενσάρκωση της εξυπνάδας σε σχέση με σένα το βλάκα που χαραμίζει τα λεφτά του για να σε έχει υπάλληλο. Αλλά είναι εκτός έδρας τώρα, και ήρθε συστημένος για να ακούσει θετικά σχόλια από μια σχετική λέμε τώρα, ώστε το αμέσως επόμενο βήμα του να έχει γίνει μετά από την επιβεβαίωση του αδιαμφισβήτητου ταλέντου του. Γιατί καιρό για χάσιμο δεν είχε, το είπε. Ε, λοιπόν το ίδιο θα του έλεγα κι εγώ αύριο. "Μη χάνεις το χρόνο σου. Κάνε καμιά επένδυση στο μαγαζί".
Τέτοια κακία με είχε πιάσει μαζί του.
Δεν πρόλαβα όμως να τα κάνω όλα αυτά που σκεπτόμουνα. Την άλλη μέρα, αμέσως μετά το πρωινό τους βγήκαν οι πελάτες να πάνε να κολυμπήσουν στην παραλία που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το ξενοδοχείο. Θα είχε περάσει καμιά ώρα από τη στιγμή που έφυγαν, εγώ ήμουν ήδη στα δωμάτια, σε ένα που είχε το παράθυρο ανοιχτό προς την παραλία και από κει άκουσα τα ουρλιαχτά.
"-Βοήθεια! το παιδί μου! χάνω το παιδί μου, κάντε κάτι σας παρακαλώ!" Έτρεξα αμέσως κάτω, το ίδιο είχαν κάνει και όλοι οι συνάδελφοι και παρακολουθούσαμε με αγωνία έναν άντρα που βούταγε και ξαναβούταγε στο νερό για να βρει το χαμένο παιδί. Κάποια στιγμή βγήκε στην επιφάνεια με το αγοράκι αγκαλιά. Το έφερε έξω στην άμμο, το ξάπλωσε μπρούμυτα κι άρχισε να το πατάει στην πλάτη για να βγάλει από μέσα του το νερό. Έβγαινε νερό από παντού, στόμα, αυτιά μύτη, αλλά το παιδί δεν έδινε σημεία ζωής. Το γύρισε ο άντρας ανάσκελα, του έδωσε και το φιλί της ζωής, το πάτησε στην καρδιά μια και δυο και πέντε φορές, και σε κάποια στιγμή το παιδί τραντάχτηκε, έβηξε, μούγκρισε και πέταξε όλο το υπόλοιπο νερό από το στόμα του. Εκείνη την ώρα ήρθε και ένας γιατρός που ανέλαβε τη συνέχεια. Ο άντρας, που δεν ήταν άλλος από το φίλο μας τον παντοπώλη, εξουθενωμένος και χλωμός κάθισε σε μια πέτρα τρέμοντας. Έκλαιγε. Δεν μπορούσε και ο ίδιος να πιστέψει ότι κατάφερε να σώσει το παιδί. Οι γονείς του παιδιού γονάτισαν μπροστά του και του φιλούσαν τα χέρια αλλά αυτός ελάχιστα καταλάβαινε. Είπε αμήχανα ένα καλά, καλά, όλα καλά τώρα και απομακρύνθηκε διακριτικά προς το δωματιό του. Γυρίσαμε όλοι στις δουλειές μας αναστατωμένοι. Μετά από καμιά ώρα, όταν όλοι είχαν ησυχάσει πήγα και του χτύπησα την πόρτα. Μου άνοιξε και είδα μια λάμψη χαράς στο προσωπό του. Α εσύ είσαι Ελένη; Έλα, έλα μέσα.
"Όχι, δεν έχω σχολάσει ακόμα. Σου έφερα όμως κάτι". Του έδωσα ένα κομμάτι λευκό χαρτί από το μπλοκ που κουβαλούσα πάντα στην τσάντα μου κι ένα στυλό. "-Γράψε" του είπα. "Γράψε, αλλιώς πεθαίνεις". Κι έφυγα.
Στη στάση του λεωφορείου που ήρθε για να του πω τη γνώμη για τα ποιηματά του μου έφερε και το ποίημα που έγραψε εκείνο το πρωί. Ήταν ότι καλύτερο διάβασα από αυτόν αλλά κι ότι καλύτερο είχα διαβάσει από άγνωστο μέχρι τότε ποιητή. Του το είπα. Και του είπα να βάλει στην άκρη και να ξεχάσει τη μέχρι τότε συλλογή του και στο εξής να γράφει με το συναίσθημα, που είχε γράφοντας αυτό το ποίημα και μόνο τότε. Νομίζω πως κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσα. Πρέπει να κατάλαβε. Αλλιώς δεν εξηγείται το πως τον ανέλαβε μεγάλος εκδότης μετά, ούτε το ότι στην εκδοθείσα εκείνη συλλογή, δεν είδα ποτέ φράση άλλου ποιητή ή φιλοσόφου, εκτός από τις δικές του. Όσο για το μίνι μάρκετ, το έκλεισε έμαθα κι άνοιξε ένα βιβλιοπωλείο με αναγνωστήριο και λογοτεχνικά χάπενινγκς.
Καμιά φορά, μια στιγμή είναι αρκετή για να σε αποκαλύψει.