το e mail mou

refene_gr@yahoo.com

Εδώ μου γράφετε. Στο καλό πια!
Ελένη Μπάλιου

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Μείον Δύο

Μείον δύο


Το ξενοδοχείο ήταν μεγάλο και πολυτελές, σκέτη χλιδή. Είχε ταράτσα με πισίνα και κορμιά μέσα στη γλίτσα από το λάδι που έπλεε πάνω τους.
Μια αφίσα από παραλία εξωτικού νησιού, έπιανε έναν ολόκληρο τοίχο. Απέναντί της ένα μπαρ, όπου ένας χαρούμενος νέος χόρευε χτυπώντας ένα σέικερ. Η ας την πούμε μουσική, δεν είχε μελωδία κι αυτό που έσκαγε στ' αυτιά των λουομένων από τα μεγάφωνα του μπαρ, θύμιζε το χορό των ιθαγενών γύρω από τη φωτιά, αλλά χωρίς τις φωνές και την έκσταση.
Στην επιφάνεια του νερού επέπλεαν λευκές φυσαλίδες και γύρω τους ένα στρώμα θαλάσσης παρίστανε τη βάρκα στη λίμνη του Μανχάταν.
Τα τραπέζια ήταν γεμάτα ποτήρια με καλαμάκια και πάγο. Οι ξαπλώστρες στη σειρά ή μία δίπλα στην άλλη. Οι δυο που ξέφευγαν από τη σειρά, είχαν διαφορετικό σχήμα και χρώμα. Ήταν ενός διάσημου τραγουδιστή και της γυναίκας του. Που και που ένα γκαρσόνι εμφανιζόταν κι ακουμπούσε στα τραπέζια φαγητό από το εστιατόριο του τρίτου. Μου έριχναν ένα βλέμμα γεμάτο απορία αλλά δεν μίλαγαν.
Ήξερα πως δεν επιτρεπόταν να βρίσκομαι εκεί, αλλά έψαχνα την ψιψίνα μου. Κατέληξα στην ταράτσα ψάχνοντας από όροφο σε όροφο.
Η ψιψίνα που κοίταζα μπροστά μου, δεν ήταν η δικιά μου. Φορούσε πράσινο φωσφορικό μαγιό και έδειχνε τα πράσινα νύχια της σε έναν άνθρωπο. Αυτός γελούσε άηχα και της έριχνε σταγόνες παγωμένου νερού στα πόδια. Μία τίγρης πιο πέρα κοίταζε με απέχθεια και τους δύο. Η μύτη ενός ιπποπόταμου ξεπρόβαλε στην επιφάνεια του νερού, ενώ ένα μικρό ελεφαντάκι, έτρεμε μέσα σε μια μεγάλη πετσέτα. Ύστερα το μικρό ελεφαντάκι που πια δεν έτρεμε, βάφτισε τη βάρκα "Τιτανικό" και άρχισε να τη σημαδεύει με τα βελάκια του.
Σιγουρεύτηκα πως η ψιψίνα μου δεν βρισκόταν στην ταράτσα και κρατώντας το φαγητό της, πήρα το ασανσέρ για το υπόγειο. Δίπλα μου πήδηξε ο άνθρωπος που γέλαγε αθόρυβα, με τα νερά να τρέχουν από πάνω του στο πάτωμα του ασανσέρ. Στο μάγουλό του είχε μια μακριά γρατζουνιά. Στον ένατο μπήκαν δυο γυναίκες με ακριβά ρούχα και κοίταξαν τον άντρα ενοχλημένες. Ύστερα πρόσεξα πως μόνο η μία το έκανε αυτό. Η άλλη έπαιρνε βαθιές ανάσες μέχρι που μίλησε λιγωμένα. "-Ζέστη ε;"
Ο βρεγμένος συμφώνησε. Η φίλη της την αγριοκοίταξε. Αυτή κοίταξε εμένα. "-Ζέστη", συμφώνησα. Μου χαμογέλασε. Στον έβδομο μπήκαν άλλοι δυο. Το μπολ με το φαγητό της ψιψίνας κόλλησε πάνω μου. Το καπάκι του ανασηκώθηκε ελαφρά. Το πίεσα πάλι για να κλείσει. Τα δάχτυλά μου γέμισαν λάδι. Κάποιος σιγοσφύριζε ένα σκοπό. Έψαχνα το τραγούδι. Στον πέμπτο μπήκανε τρεις. Βήμα βήμα βρέθηκα με την πλάτη κολλημένη στην πίσω γωνία. Κρατούσα σφιχτά το μπολ με τα δυο μου χέρια. Στον τρίτο και τέταρτο δεν μπήκε κανείς και βγήκε ο βρεγμένος. Η δεύτερη κυρία κατέλαβε τη θέση του κι ανάσανε βαθιά. Στο ισόγειο βγήκαν όλοι. Πάτησα το κουμπί να συνεχίσω για το μείον δύο. Πριν κλείσει η πόρτα μου φάνηκε πως άκουσα ένα αμυδρό νιαούρισμα στη σκάλα προς το πρώτο υπόγειο. Βγήκα από το ασανσέρ και κατευθύνθηκα προς τα εκεί.
Το δρόμο μου έφραξε ένα κουστούμι γκρι με ένα άσπρο πουκάμισο. Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα το διευθυντή μου. Έδειξε με το δάχτυλο τη γεμάτη λάδια στολή μου. Και μετά πάλι με το δάχτυλο με διέταξε να εξαφανιστώ. Προτίμησα να το κάνω από τις σκάλες, για να συνεχίσω το ψάξιμο. Μια χαρά θα την είχα γλιτώσει, αν δεν του ερχόταν η έμπνευση να με σταματήσει ξανά.
"-Για ένα λεπτό εσύ!" Πάγωσα στη θέση μου. Με ρώτησε τι δουλειά είχα εκεί πάνω, αφού η δουλειά μου ήταν στο μείον δύο.
"-Πήγα καθαρά πανιά στο εστιατόριο και μου έδωσαν φαγητό για το διάλειμμα.
-Φαγητό για τα γουρούνια σου έδωσαν, κοίτα πως έγινες! Πρώτον, δεν κυκλοφορούμε με τον ανελκυστήρα των πελατών! Κι αφού μπήκες που μπήκες σε αυτόν, γιατί δεν συνέχισες και βγήκες εδώ, σε τέτοιο χάλι;"
-Έκανα λάθος.
-Μήπως με δουλεύεις κυρία Μάλλη;
-Ντάλη. Όχι, παρασύρθηκα από τους άλλους και βγήκα.
-Που σε βρήκαμε εσένα παιδάκι μου! Άντε εξαφανίσου να μη σε βλέπω μπροστά μου!"
Έφυγα. Φώναξα την ψιψίνα στη σκάλα, σιγανά, προσεκτικά, παρακαλετά. Ανταπόκριση καμία. Έτρεξα στην προϊσταμένη μου στη λινοθήκη του μείον δύο. "-SOS! Χάσαμε την ψιψίνα! -Αμάν χαθήκαμε!" Φώναξε αυτή και άρπαξε το ακουστικό που κρεμόταν στον τοίχο. "-Προς όλους τους βαλέδες και τις καμαριέρες των ορόφων. Χάσαμε το γκρι μοχέρ. Αναζητείστε και παραδώστε το στη λινοθήκη".
Γκρι μοχέρ ήταν το συνθηματικό της ψιψίνας. Από τα μεγάφωνα των διαδρόμων ακούστηκε άλλη φωνή. "-Παρακαλούνται οι βαλέδες να μαζέψουν τα καρότσια τους από τους διαδρόμους!" Το τηλέφωνο που κρεμόταν στον τοίχο της λινοθήκης επικοινωνούσε με τα τηλέφωνα των φις. Κουδούνιζε και το σήκωναν οι καμαριέρες ή οι βαλέδες. Αλλά η φωνή από τα μεγάφωνα, σε ακολουθούσε παντού.
Η κυρία Γλυκερία ξανασήκωσε το ακουστικό. "-Γυρίστε στις δουλειές σας, σας ψάχνουν!"
Ύστερα με κοίταξε συννεφιασμένη. Μου έδωσε μία άλλη ρόμπα να φορέσω. Πήγα στον πάγκο μου και άρχισα να κόβω τετράγωνα πανιά για τα τζάμια.
"-θα γυρίσει. Λείπει ήδη αρκετή ώρα. Πρώτη φορά το έκανε αυτό. Αλλά θα γυρίσει”. Είπα για να την καθησυχάσω.
-Κι αν την δει ή την ακούσει ο διευθυντής; η προσωπάρχης; τι εξήγηση θα δώσουμε;
-Ότι δεν γνωρίζουμε εμείς πως μπήκε.
-Δεν θα μας πιστέψουν". Είπε η κυρία Γλυκερία και αναστέναξε. Από κει και πέρα έκοβα τα κουρελάκια μου με τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα της λινοθήκης. Η Κυρία Γλυκερία μου είπε να σταματήσω το ψαλίδισμα. Μου έδωσε μία στολή σε κρεμάστρα και μου είπε να την παραδώσω στη ρεσεψιόν για τη βραδινή βάρδια. "-Και γύρνα από τις σκάλες, μπας και καταφέρεις να βρεις το μοχέρ" Μου φώναξε καθώς απομακρυνόμουν.
Καθώς κατέβαινα πάλι τις σκάλες, άκουσα το παραπονιάρικο κλάμα της. Τη φώναξα και σιώπησε. Ήταν όμως μερικά μέτρα πιο κοντά στη λινοθήκη τώρα. Αναθάρρησα. Πήγα στον πάγκο μου πιο χαρούμενη. “-Όπου νά' ναι θα φανεί, την άκουσα απέξω” είπα χαρούμενη στη Γλυκερία και αμέσως με έπιασε μία ξαφνική διάθεση για ευχάριστη συζήτηση και πείραγμα.
"-Κυρία Γλυκερία, γιατί οι διευθυντές δεν φοράνε στολή; προσωπικό δεν είναι κι αυτοί;
-Σκάσε που να σε πάρει, θα μας ακούσει κανείς.
-Δεν είναι κανείς στο διάδρομο.
-Ανώτερο προσωπικό κυρία Μάλλη, ανώτερο! Σας απαντάει ο κανείς!"
Άκουσα τη φωνή του από το διάδρομο.
Βγήκα έξω και δεν είδα κανένα. Μόνο το πρώτο καρότσι των βαλέδων που κατέφθασε φορτωμένο από τον δέκατο. Σε χρόνο ρεκόρ είχε γεμίσει ο διάδρομος καρότσια. Ένα για κάθε όροφο. Τα αγόρια είχαν σκεπασμένα τα πρόσωπά τους για να μην αναπνέουν τη βρώμα των σεντονιών. Τα αράδιασαν βουνά στο πάτωμα κι άρχισα ένα ένα να τα μετράω. Μέτραγα και κατέγραφα. Γέμιζα τα καρότσια με καθαρά, σιδερωμένα. Οι βαλέδες έβρισκαν ευκαιρία για τσιγάρο. Άρχισαν να μας ρωτούν για το μοχέρ κι εμείς τους κάναμε νόημα να μη μιλούν γιατί κυκλοφορεί το “ανώτερο προσωπικό”. Αλλά το υπόγειο μείον δύο είχε τους δικούς του κανόνες. Μετά από λίγο επαναλήφθηκαν τα γέλια και τα χωρατά τα τραγούδια και τα παιχνίδια με την ψιψίνα που στο μεταξύ είχε εμφανιστεί και μπλεκόταν στα πόδια μας. Εκεί κάτω, που μύριζε μούχλα και φάρμακο ποντικιών, πως το φως της μέρας είχε αντικατασταθεί από τις λάμπες, και το χρώμα στα πρόσωπα συναγωνιζόταν την κιτρινίλα των τοίχων,δεν ήξερες αν η ξαφνική λάμψη που έσκαγε από το φωταγωγό, οφειλόταν σε μπόρα ή στα φλας των Ιαπώνων τουριστών στην είσοδο. Η Γλυκερία έλεγε πως θα ήμασταν καλύτερα εξόριστοι στη Σιβηρία, αντιμέτωποι με το απέραντο αλλά πεντακάθαρο χιόνι,από ετούτη εδώ την νεκρική ασπρίλα του ΝΕΟΝ, την ασφυκτική ατμόσφαιρα του μείον δύο και την ανυπόφορη βρώμα των άπλυτων σεντονιών που δοκίμαζε την αντοχή μας. Βρίσκαμε λίγη από την παιδική μας ανεμελιά με την ψιψίνα, σαν τους φυλακισμένους που συνωμοτούν για να μη χάσουν το παιχνίδι τους. Και της πετάγαμε το μπαλάκι που έκανε γκελ και έφευγε ψηλά, καμιά φορά που χανόταν για μέρες. Ήταν μικρό και χανόταν κάτω από τα πράγματα και η ψιψίνα κοίταζε συνέχεια πάνω, στη χαμηλή οροφή περιμένοντας πως το μπαλάκι θα της έρθει από κει. Ίσως και γι' αυτό να άρχισε να δραπετεύει προς τους επάνω ορόφους.
Η γατούλα της λινοθήκης, είχε γίνει δημοφιλής σε όλο το κατώτερο προσωπικό. Η ανάγκη μας την ήθελε να μένει κάτω εκεί στο υπόλοιπο της ζωής της, για να μας κάνει συντροφιά και να μας διασκεδάζει με τα κόλπα της. Αλλά στην κυριολεξία λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο.
Όταν τέλειωσε το μέτρημα των σεντονιών η Μαρία η μοδίστρα που δεν χώνευε ούτε γάτες ούτε ανθρώπους πήγε να πλύνει τα χέρια της στις τουαλέτες. Ακούστηκε η κραυγή της και τρέξαμε όλοι προς τα κει. Η ψιψίνα κρεμόταν με το ένα της πόδι από τον αεραγωγό, πάνω από το κεφάλι της κυρίας Μαρίας. Το νύχι της ήταν γαντζωμένο στα πτερύγια και δεν μπορούσε να ξεφύγει. Ο νιπτήρας που πλέναμε τα χέρια μας βρισκόταν από κάτω. “-θα πήδηξε από εδώ”, είπε ο μαραγκός καθώς την κατέβαζε. Τα χέρια του είχαν γεμίσει αίμα από τις γρατσουνιές της. Την παρέδωσε σε μένα και πήγε να καθαριστεί. Όταν επέστρεψε μας είπε ότι η ιστορία με την ψιψίνα παρατράβηξε. “ Διώχτε την πριν σας διώξουν” Μας προειδοποίησε.
Γυρίσαμε στη λινοθήκη και η Μαρία γελούσε χαιρέκακα κάτω από τα μουστάκια της. Η κυρία Γλυκερία κι εγώ είχαμε πέσει σε βαριές σκέψεις.

-Μα δεν της έχει περάσει ούτε το κρύωμα. Ας τελειώσει την αντιβίωσή της τουλάχιστον!
-Μαρίνα τελείωσε! Η ψιψίνα φεύγει. Κινδυνεύουμε.
-Και ποιον ενοχλεί δεν κατάλαβα, το γατάκι εδώ; Εμείς το φροντίζουμε!
-Δραπετεύει όμως. Ανεβαίνει στους ορόφους. Κι αν χωθεί σε κανένα δωμάτιο; Κι αν μας πουν ότι βρωμίζουμε τα ρούχα με τις τρίχες της;
-Αυτά που φέρνουν οι βαλέδες είναι τα βρώμικα. Τα καθαρά είναι στα ράφια.
-Δεν θα τα ακούσουν αυτά τα επιχειρήματα. Θα χάσουμε τη δουλειά μας και οι δυο. Εσύ που τη μάζεψες κι εγώ που σε κάλυψα. Δεν σηκώνει άλλη συζήτηση, η ψιψίνα σου φεύγει. Πάρε την λοιπόν μαζί σου φεύγοντας σήμερα”.
Είπε η Κυρία Γλυκερία και έδωσε τέλος στην κουβέντα.

Το Γατί σαν να κατάλαβε τα λόγια της, έπεσε με την πλάτη στο πάτωμα και της έκανε νάζια. Η κυρία Γλυκερία χαμογέλασε αλλά δεν άλλαξε γνώμη. Αυτή θα ήταν η τελευταία μέρα της στο ξενοδοχείο.

Είχαμε ακόμα 4 ώρες μέχρι να σχολάσει η πρωινή βάρδια και η ψιψίνα είχε πάλι εξαφανιστεί. Δυο φορές μέσα στην ίδια μέρα, δεν το είχε ξανακάνει. Δεν γινόταν να αφήνω τη δουλειά μου κάθε λίγο και λιγάκι και προσπάθησα να μην ανησυχώ. Είχα αποφασίσει να την πάρω στο σπίτι μου και είχα βρει και το κουτί με το οποίο θα την μετέφερα. Για την ώρα δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο.
Τα νέα που μας ήρθαν από την ταράτσα ήταν σοκαριστικά. Ένας σερβιτόρος είδε την ψιψίνα δύο να ταΐζει με φυστίκια την ψιψίνα ένα, κι αυτός έφυγε τρέχοντας να πάει στο φις για να ειδοποιήσει την Γλυκερία. Αλλά μόλις έφτασε εκεί, άκουσε ουρλιαχτά από την ταράτσα. Γύρισε πίσω και είδε την κοπέλα να κρατά το ένα της χέρι ματωμένο ενώ έλεγε και ξανάλεγε, “-Δεν της έκανα τίποτα, καθόταν και τη χάιδευα και ξαφνικά με γρατζούνισε”. Οι άλλοι πελάτες έλεγαν ότι τρόμαξε η γάτα, μόλις είδε το διευθυντή να εμφανίζεται στην είσοδο της ταράτσας, κι αυτό έγινε κατά τη διάρκεια που ο σερβιτόρος είχε κατέβει στο φις. Η γάτα προσπάθησε πανικόβλητη να φύγει από τα χέρια της άλλης. Αλλά εκείνη δεν την άφησε αμέσως. Αφού κατάφερε να της φύγει, πήγε να κρυφτεί πίσω από το μπαρ. Ο νεαρός σταμάτησε το χορό της αρκούδας και με ένα σκουπόξυλο την έδιωξε από το μπαρ. Της έριξε και αρκετές ξυλιές στην πλάτη. Αφού την πόρτα της ταράτσας έκλεινε με το σώμα του ο διευθυντής, το ζωντανό πήγε κάτω από τα πόδια μιας καθισμένης πελάτισσας, η οποία άρχισε να ουρλιάζει λες και είδε να βγαίνει από την πισίνα το τέρας του Λοχ Νεζ. Το μικρό ελεφαντάκι άρχισε να της πετάει τα βελάκια του, ο μπάρμαν συνέχισε να την κυνηγά με τη σκούπα του και η γάτα, πήδηξε πάνω στη μάντρα της ταράτσας και από κει πέταξε...
Κανείς δεν είπε λέξη γι' αυτή την επιλογή της. Περιποιήθηκαν το επιπόλαιο τραύμα της κοπέλας, έβαλαν ένα ποτό στην τρομοκρατημένη κυρία, είπαν μπράβο στο μικρό ελεφαντάκι και η ζωή συνέχισε να κυλά ήρεμα και ανέμελα πάνω από το δέκατο όροφο, στην ταράτσα του πολυτελούς ξενοδοχείου
με τη ρηχή σε σχήμα πιάνου πισίνα του, τις ξαπλώστρες στη σειρά η μία δίπλα στην άλλη, με τις δυο ξεχωριστές του διάσημου ζευγαριού, που ευτυχώς, λέει, εκείνη την ώρα έλειπαν.
Στο δρόμο που έτρεξα για να την ψάξω, είδα μόνο νερά, μέχρι εκεί που μπορούσε να φτάσει το λάστιχο από το πάρκινγκ του ξενοδοχείου, ζώο δεν υπήρχε. Γύρισα στο μείον δύο και έπιασα το ψαλίδι στα χέρια μου. Η Γλυκερία, δεν μίλαγε. Η Μαρία με κείνο το ψιλό σαρκαστικό της γελάκι πήγε κάτι να σχολιάσει, αλλά η προϊσταμένη την επέπληξε. “Βουλωσέ το Μαρία!” Ύστερα τίποτα. Ή μάλλον κάτι ακόμα. Τα καρότσια που κατέφθασαν από τους ορόφους το μεσημέρι, είχαν πάνω τους ένα ανθάκι, που οι βαλέδες είχαν πάρει από τα δωμάτια και το έφεραν και το ακούμπησαν στο μαξιλαράκι της ψιψίνας, που δεν ήταν πια κρυμμένο κάτω από τον πάγκο μου. Τότε η Μαρία σαν να ένιωσε πως κάτι καλό χρώσταγε να πει, σχολίασε. “Το καημενάκι, ήταν ζωηρό αλλά μας έκανε και γελούσαμε με τις πονηριές του”. Δεν της απάντησε κανείς. Οι βαλέδες με βοήθησαν να γεμίσω το καρότσια με καθαρά ρούχα. Μπροστά από το ασανσέρ που περίμεναν τα καρότσια, φεύγοντας ένας ένας, μου έσφιξαν το χέρι, οι πιο κοντινοί-φίλοι, με φίλησαν.
Η Γλυκερία μπήκε στο νόημα και με αγκάλιασε στο διάδρομο. “-Όπου και να πας, θα είσαι καλύτερα από εδώ. Λυπάμαι που σε χάνω, αλλά δεν λυπάμαι που φεύγεις”. Και γύρισε στη δουλειά της προσπαθώντας να διατηρήσει το ανέκφραστο ύφος της. Η Μαρία δεν μπήκε στο νόημα.
-Γιατί Μαρίνα δεν παίρνεις μαζί σου τις ρόμπες σου να τις πλύνεις; Πως θα δουλέψεις τη Δευτέρα που τις έχεις λερώσει και τις δύο;” Ρώτησε καθώς με είδε να τις πετάω στο τσουβάλι με τα άπλυτα.
Ο Θυρωρός που ξέχναγε πάντα την πίσω πόρτα του προσωπικού ανοιχτή, μόνο και μόνο για να βλέπουμε λίγο από το φως της μέρας, με διαβεβαίωσε πως ο Θεός παίρνει στον παράδεισο τα αθώα πλάσματα της φύσης, και πως από κει και πέρα περνάνε δίπλα του ζωή χαρισάμενη. “-Τι ζωή;” του λέω, ”-αφού δεν έχουν πια ζωή.
-Αν πίστευες στη μετά θάνατον ζωή, θα ένιωθες καλύτερα....
-Καλά... καλό μεσημέρι”.

Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου στο φως του ήλιου. Εκατοντάδες λευκά σεντόνια πέταγαν μπροστά μου. Το μείον δύο με είχε πάρει στο κατόπι. Και πάνω σε τούτη την ηλιόφωτη γη, μια σκιά απειλητική μεγάλωνε πασχίζοντας να την καταλάβει. Η σκιά ενός μικρού ελέφαντα που κουνούσε ρυθμικά τον χοντρό πισινό του στον ηλεκτρονικό ήχο της ταράτσας, και κάρφωνε με τα βέλη του την καρδιά του κόσμου.


  *Αφιερωμένο στο  προσωπικό του ξενοδοχείου ΤΙΤΑΝΙΑ

Ελένη Αντωνίου Μπάλιου



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ σχολιάζουμε;