το e mail mou

refene_gr@yahoo.com

Εδώ μου γράφετε. Στο καλό πια!
Ελένη Μπάλιου

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

. ΤΟ ΠΩΛΗΤΗΡΙΟ





 Δεν το έβαλα πάνω στην πόρτα ούτε πάνω στον τοίχο του σπιτιού. Για να αποφύγω τις σαχλές ερωτήσεις των περαστικών. Το έβαλα στις εφημερίδες, στο ίντερνετ, και στις κολόνες της γειτονιάς. Πουλάω το σπίτι μου. Μάλιστα.
Κι αφού το έβαλα το ξέχασα, γιατί τι να περιμένεις τώρα στις μέρες μας, και καταπιάστηκα να το βάφω το σπίτι και να σκαλίζω το κηπάκι του. Κι όσοι ξέρουν μου λένε, μα καλά, τι το βάφεις και τι φροντίζεις τα λουλούδια σου αφού θα φύγεις, είτε έτσι είτε αλλιώς θα φύγεις.
Κι εγώ απαντώ πως επειδή περιμένω και ελπίζω να φύγω δεν θα αφήσω τη ζωή μου να ρημάξει και σοβαρό κομμάτι της κατέχει το σπίτι μου. Το δωμάτιο του παιδιού μου παραμένει στολισμένο όπως το άφησε πριν φύγει για το εξωτερικό. Όλα φροντίζω να είναι στη θέση τους.
Και έτσι μέσα στο όμορφο φρεσκοβαμμένο σπιτάκι μου ήρθαν οι ενδιαφερόμενοι να το αγοράσουν. Στην αρχή πέρασαν μόνο μερικοί μεσίτες. Μέτρησαν πάνω μέτρησαν κάτω, έγραψαν στα κιτάπια τους και κοίταξαν τα σχέδια και τα συμβόλαια κι ότι άλλο ήθελαν να κοιτάξουν. Και φύγανε.
Ύστερα εμφανίστηκαν οι διάφοροι γνωστοί. Δώσε μου δύο τοις εκατό ή πέντε τοις εκατό και θα σου βρω αμέσως αγοραστή εγώ, μέχρι το Νοέμβρη θα έχεις φύγει για την Αμερική. Και φύγανε κι αυτοί.
Ύστερα εμφανίστηκε άλλος μεσίτης και είπε ότι ο νόμος άλλαξε και τα οικόπεδα για να είναι οικοδομίσημα πρέπει να έχουν πάνω από εννιάμισι μέτρα φάτσα, οπότε το δικό μου με τα εφτάμισι δεν χτίζει και δεν πρόκειται να πουληθεί πάνω από 60 χιλιάδες. Κι αφού μου είπε τα καλά νέα έφυγε κι αυτός.
Συνέχισα να φτιάχνω και να στολίζω το κονάκι και να ψάχνω για δουλειά πλεον στην Ελλάδα ή και τη Γερμανία σε κανα εστιατόριο όταν με θυμήθηκαν ξανά οι μεσίτες και μου έφεραν μια γυναίκα με την κόρη της να το δουν.
Η γυναίκα με παραμέρισε στην πόρτα και πέρασε μέσα πρώτη. Περιφέρθηκε στα δωμάτια με ύφος στρατηγού και με ρώτησε τι κρύβεται πίσω από την τελευταία πόρτα στην ευθεία του σπιτιού. Η αυλή της απαντώ. Και της ανοίγω το τζάμι της πόρτας. Βάζει αυτή το κεφάλι της εκεί να κοιτάξει αλλά δεν έβλεπε καλά τα δυο μέτρα φάρδος και τα 6 μέτρα μήκος της αυλής. –Άνοιξε την πόρτα κυρά μου να βγούμε έξω, τι φοβάσαι μη σου φάμε την αυλή; Κι άνοιξα την πόρτα. Από την αυλή όρμησε στο σπίτι η σκύλα μου, που από ώρα χτυπούσε τη μπετούγια της πόρτας να μπει μέσα. Έκανε μια χαρά γεμάτη πήδους και χτύπησε τα πόδια της γυναίκας που στεκόταν μπροστά. –Στο διάολο βρωμόσκυλο! Πήγε να με σκοτώσει το ψοφίμι, δεν ήξερες να μου πεις ότι υπήρχε αυτό απέξω; -Μα στεκόταν στη μέση της αυλής όταν κοιτάξατε. –Εννοώ δεν ήξερες να μου πεις ότι δεν ανοίγεις την πόρτα για να μην ορμήσει μέσα αυτός;
Η μεσίτρια που ήταν μαζί της δαγκώθηκε κι εγώ της έριξα ένα βλέμμα. –Πόσο το πουλάς είπαμε; -Δεν σας είπε η μεσίτρια; -Ναι αλλά τώρα μιλάω μαζί σου. –Δεν νομίζω. –Σου στοιχίζει να μου πεις την τιμή; -130 χιλιάδες. –Πόσο φάρδος έχει εδώ πίσω; -Πέντε μέτρα. –Μήκος; -Δεν ξέρω, μπροστά είναι εφτάμισι, το οικόπεδο όλο 105τ.μ
-Και ζητάς 130 γι’ αυτό; Τρελή θα είσαι. Εγώ πουλάω 165 τετραγωνικά εκατό χιλιάδες και θα πέσω κι άλλο τώρα. Α πα πα και σιγά το αχούρι. Πάμε να φύγουμε. Λέει στη μεσίτρια.-Απα πα λέει και η έφηβη δίπλα της.  –Η έξοδος ευθεία ντουγρού. Της απαντώ. Βγαίνοντας από το δωμάτιο της Βάσιας, κοίταξε την τοιχογραφία πάνω από το κρεβάτι της. Αυτό εδώ τι είναι; Μουρμούρισε. Το έχεις και άβαφτο. –Έχει κι άλλη βρώμα απέναντι, της λέω. Της έδειξα την άλλη τοιχογραφία δίπλα στο γραφείο της Βάσιας. –Τη βλέπω. Και ζητάς και 130 τριάντα χιλιάδες. Τι πουλάς, τις ζωγραφιές εδώ μέσα τόσο; -Σ’ αυτό δεν φτάσαμε ακόμα. 130 κάνει μόνο το οικόπεδο με το σπίτι. Οι ζωγραφιές χρεώνονται ξεχωριστά. –Θέλεις να πεις ότι η τελική του τιμή μπορεί να είναι και μεγαλύτερη; -Βεβαίως. 600 χιλιάδες το πουλάω με τις ζωγραφιές, αν δεν τις θέλετε μπορώ να τις πάρω. –Μπα; Πως θα τις πάρεις; -Θα ξηλώσω τον τοίχο φυσικά. –Πάμε να φύγουμε γρήγορα, λέει αυτή στη μεσίτρια. – Που με έφερες στην τρελή; Η μεσίτρια σήκωσε τους ώμους και με κοιταξε με χαμόγελο συμπάθειας. Απα πα και απαπα, αυτή, βγαίνει στην μπροστινή αυλή. –Αυτή είναι ωραία αυλή λέει, όχι η άλλη πίσω. –Ναι περιμένω την πισίνα της λέω. –Θα βάλεις πισίνα εδώ; -Όχι μωρέ, πλάκα κάνω. Μία λιμνούλα για τις πάπιες θα βάλω. –Έχεις πάπιες; -Υπάρχουν κάτι αδέσποτες που περνάνε απέξω και καμιά φορά μπαίνουν και μέσα. –Πάπιες; -Πάπιες. Που είναι, εδώ στο δρομο; Δεν τις βλέπω. –Μισό λεπτό  θα στις δείξω. Μπαίνω μέσα και φέρνω τον καθρέφτη. –Κοίτα μέσα εδώ της λέω. –Κοιτάζει. Δεν βλέπω τίποτα. –Είναι γιατί ξέχασες να βγάλεις τη μεταμφίεση. Βγάλε τα μαλλιά, τα σκουλαρίκια, τη μπλούζα, τι βλέπεις;
-Α να χαθείς θεόμουρλη, αγενέστατη που θέλεις και εκατόν τριάντα χιλιάδες.
-Να χαθώ. Αλλά πρώτα, χάσου εσύ. Ανοίγω την αυλόπορτα.
-Σιγά μην πέσει πάνω μου το σαραβαλό σου, λέει.
-Δεν θα προλάβει.
-Γιατί;
-Πάμε πάμε κυρία Αραμπατζίδου, της λέει ανήσυχη η μεσίτρια και την σπρώχνει έξω από την αυλή.
-Γιατί δεν θα προλάβει; Με ρωτά και η χαριτωμένη της έφηβος.
Κλείνω τη πόρτα και μπαίνω μέσα. Διπλώνω τα πλυμμένα ρούχα, βάζω το φαγητό στο φούρνο, κάνω μπάνιο τη σκύλα μου και κάθομαι στο κομπιούτερ μου. Διορθώνω την αγγελία μου στο ίντερνετ. «Πωλείται οικία 105 τ.μ με τοιχογραφίες αξίας εκακοσίων χιλιάδων ευρώ».
Ύστερα πάω στις αγγελίες με την αγορά εργασίας. Ζητούνται οι πάντες, εκτός από μένα.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Μείον Δύο

Μείον δύο


Το ξενοδοχείο ήταν μεγάλο και πολυτελές, σκέτη χλιδή. Είχε ταράτσα με πισίνα και κορμιά μέσα στη γλίτσα από το λάδι που έπλεε πάνω τους.
Μια αφίσα από παραλία εξωτικού νησιού, έπιανε έναν ολόκληρο τοίχο. Απέναντί της ένα μπαρ, όπου ένας χαρούμενος νέος χόρευε χτυπώντας ένα σέικερ. Η ας την πούμε μουσική, δεν είχε μελωδία κι αυτό που έσκαγε στ' αυτιά των λουομένων από τα μεγάφωνα του μπαρ, θύμιζε το χορό των ιθαγενών γύρω από τη φωτιά, αλλά χωρίς τις φωνές και την έκσταση.
Στην επιφάνεια του νερού επέπλεαν λευκές φυσαλίδες και γύρω τους ένα στρώμα θαλάσσης παρίστανε τη βάρκα στη λίμνη του Μανχάταν.
Τα τραπέζια ήταν γεμάτα ποτήρια με καλαμάκια και πάγο. Οι ξαπλώστρες στη σειρά ή μία δίπλα στην άλλη. Οι δυο που ξέφευγαν από τη σειρά, είχαν διαφορετικό σχήμα και χρώμα. Ήταν ενός διάσημου τραγουδιστή και της γυναίκας του. Που και που ένα γκαρσόνι εμφανιζόταν κι ακουμπούσε στα τραπέζια φαγητό από το εστιατόριο του τρίτου. Μου έριχναν ένα βλέμμα γεμάτο απορία αλλά δεν μίλαγαν.
Ήξερα πως δεν επιτρεπόταν να βρίσκομαι εκεί, αλλά έψαχνα την ψιψίνα μου. Κατέληξα στην ταράτσα ψάχνοντας από όροφο σε όροφο.
Η ψιψίνα που κοίταζα μπροστά μου, δεν ήταν η δικιά μου. Φορούσε πράσινο φωσφορικό μαγιό και έδειχνε τα πράσινα νύχια της σε έναν άνθρωπο. Αυτός γελούσε άηχα και της έριχνε σταγόνες παγωμένου νερού στα πόδια. Μία τίγρης πιο πέρα κοίταζε με απέχθεια και τους δύο. Η μύτη ενός ιπποπόταμου ξεπρόβαλε στην επιφάνεια του νερού, ενώ ένα μικρό ελεφαντάκι, έτρεμε μέσα σε μια μεγάλη πετσέτα. Ύστερα το μικρό ελεφαντάκι που πια δεν έτρεμε, βάφτισε τη βάρκα "Τιτανικό" και άρχισε να τη σημαδεύει με τα βελάκια του.
Σιγουρεύτηκα πως η ψιψίνα μου δεν βρισκόταν στην ταράτσα και κρατώντας το φαγητό της, πήρα το ασανσέρ για το υπόγειο. Δίπλα μου πήδηξε ο άνθρωπος που γέλαγε αθόρυβα, με τα νερά να τρέχουν από πάνω του στο πάτωμα του ασανσέρ. Στο μάγουλό του είχε μια μακριά γρατζουνιά. Στον ένατο μπήκαν δυο γυναίκες με ακριβά ρούχα και κοίταξαν τον άντρα ενοχλημένες. Ύστερα πρόσεξα πως μόνο η μία το έκανε αυτό. Η άλλη έπαιρνε βαθιές ανάσες μέχρι που μίλησε λιγωμένα. "-Ζέστη ε;"
Ο βρεγμένος συμφώνησε. Η φίλη της την αγριοκοίταξε. Αυτή κοίταξε εμένα. "-Ζέστη", συμφώνησα. Μου χαμογέλασε. Στον έβδομο μπήκαν άλλοι δυο. Το μπολ με το φαγητό της ψιψίνας κόλλησε πάνω μου. Το καπάκι του ανασηκώθηκε ελαφρά. Το πίεσα πάλι για να κλείσει. Τα δάχτυλά μου γέμισαν λάδι. Κάποιος σιγοσφύριζε ένα σκοπό. Έψαχνα το τραγούδι. Στον πέμπτο μπήκανε τρεις. Βήμα βήμα βρέθηκα με την πλάτη κολλημένη στην πίσω γωνία. Κρατούσα σφιχτά το μπολ με τα δυο μου χέρια. Στον τρίτο και τέταρτο δεν μπήκε κανείς και βγήκε ο βρεγμένος. Η δεύτερη κυρία κατέλαβε τη θέση του κι ανάσανε βαθιά. Στο ισόγειο βγήκαν όλοι. Πάτησα το κουμπί να συνεχίσω για το μείον δύο. Πριν κλείσει η πόρτα μου φάνηκε πως άκουσα ένα αμυδρό νιαούρισμα στη σκάλα προς το πρώτο υπόγειο. Βγήκα από το ασανσέρ και κατευθύνθηκα προς τα εκεί.
Το δρόμο μου έφραξε ένα κουστούμι γκρι με ένα άσπρο πουκάμισο. Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα το διευθυντή μου. Έδειξε με το δάχτυλο τη γεμάτη λάδια στολή μου. Και μετά πάλι με το δάχτυλο με διέταξε να εξαφανιστώ. Προτίμησα να το κάνω από τις σκάλες, για να συνεχίσω το ψάξιμο. Μια χαρά θα την είχα γλιτώσει, αν δεν του ερχόταν η έμπνευση να με σταματήσει ξανά.
"-Για ένα λεπτό εσύ!" Πάγωσα στη θέση μου. Με ρώτησε τι δουλειά είχα εκεί πάνω, αφού η δουλειά μου ήταν στο μείον δύο.
"-Πήγα καθαρά πανιά στο εστιατόριο και μου έδωσαν φαγητό για το διάλειμμα.
-Φαγητό για τα γουρούνια σου έδωσαν, κοίτα πως έγινες! Πρώτον, δεν κυκλοφορούμε με τον ανελκυστήρα των πελατών! Κι αφού μπήκες που μπήκες σε αυτόν, γιατί δεν συνέχισες και βγήκες εδώ, σε τέτοιο χάλι;"
-Έκανα λάθος.
-Μήπως με δουλεύεις κυρία Μάλλη;
-Ντάλη. Όχι, παρασύρθηκα από τους άλλους και βγήκα.
-Που σε βρήκαμε εσένα παιδάκι μου! Άντε εξαφανίσου να μη σε βλέπω μπροστά μου!"
Έφυγα. Φώναξα την ψιψίνα στη σκάλα, σιγανά, προσεκτικά, παρακαλετά. Ανταπόκριση καμία. Έτρεξα στην προϊσταμένη μου στη λινοθήκη του μείον δύο. "-SOS! Χάσαμε την ψιψίνα! -Αμάν χαθήκαμε!" Φώναξε αυτή και άρπαξε το ακουστικό που κρεμόταν στον τοίχο. "-Προς όλους τους βαλέδες και τις καμαριέρες των ορόφων. Χάσαμε το γκρι μοχέρ. Αναζητείστε και παραδώστε το στη λινοθήκη".
Γκρι μοχέρ ήταν το συνθηματικό της ψιψίνας. Από τα μεγάφωνα των διαδρόμων ακούστηκε άλλη φωνή. "-Παρακαλούνται οι βαλέδες να μαζέψουν τα καρότσια τους από τους διαδρόμους!" Το τηλέφωνο που κρεμόταν στον τοίχο της λινοθήκης επικοινωνούσε με τα τηλέφωνα των φις. Κουδούνιζε και το σήκωναν οι καμαριέρες ή οι βαλέδες. Αλλά η φωνή από τα μεγάφωνα, σε ακολουθούσε παντού.
Η κυρία Γλυκερία ξανασήκωσε το ακουστικό. "-Γυρίστε στις δουλειές σας, σας ψάχνουν!"
Ύστερα με κοίταξε συννεφιασμένη. Μου έδωσε μία άλλη ρόμπα να φορέσω. Πήγα στον πάγκο μου και άρχισα να κόβω τετράγωνα πανιά για τα τζάμια.
"-θα γυρίσει. Λείπει ήδη αρκετή ώρα. Πρώτη φορά το έκανε αυτό. Αλλά θα γυρίσει”. Είπα για να την καθησυχάσω.
-Κι αν την δει ή την ακούσει ο διευθυντής; η προσωπάρχης; τι εξήγηση θα δώσουμε;
-Ότι δεν γνωρίζουμε εμείς πως μπήκε.
-Δεν θα μας πιστέψουν". Είπε η κυρία Γλυκερία και αναστέναξε. Από κει και πέρα έκοβα τα κουρελάκια μου με τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα της λινοθήκης. Η Κυρία Γλυκερία μου είπε να σταματήσω το ψαλίδισμα. Μου έδωσε μία στολή σε κρεμάστρα και μου είπε να την παραδώσω στη ρεσεψιόν για τη βραδινή βάρδια. "-Και γύρνα από τις σκάλες, μπας και καταφέρεις να βρεις το μοχέρ" Μου φώναξε καθώς απομακρυνόμουν.
Καθώς κατέβαινα πάλι τις σκάλες, άκουσα το παραπονιάρικο κλάμα της. Τη φώναξα και σιώπησε. Ήταν όμως μερικά μέτρα πιο κοντά στη λινοθήκη τώρα. Αναθάρρησα. Πήγα στον πάγκο μου πιο χαρούμενη. “-Όπου νά' ναι θα φανεί, την άκουσα απέξω” είπα χαρούμενη στη Γλυκερία και αμέσως με έπιασε μία ξαφνική διάθεση για ευχάριστη συζήτηση και πείραγμα.
"-Κυρία Γλυκερία, γιατί οι διευθυντές δεν φοράνε στολή; προσωπικό δεν είναι κι αυτοί;
-Σκάσε που να σε πάρει, θα μας ακούσει κανείς.
-Δεν είναι κανείς στο διάδρομο.
-Ανώτερο προσωπικό κυρία Μάλλη, ανώτερο! Σας απαντάει ο κανείς!"
Άκουσα τη φωνή του από το διάδρομο.
Βγήκα έξω και δεν είδα κανένα. Μόνο το πρώτο καρότσι των βαλέδων που κατέφθασε φορτωμένο από τον δέκατο. Σε χρόνο ρεκόρ είχε γεμίσει ο διάδρομος καρότσια. Ένα για κάθε όροφο. Τα αγόρια είχαν σκεπασμένα τα πρόσωπά τους για να μην αναπνέουν τη βρώμα των σεντονιών. Τα αράδιασαν βουνά στο πάτωμα κι άρχισα ένα ένα να τα μετράω. Μέτραγα και κατέγραφα. Γέμιζα τα καρότσια με καθαρά, σιδερωμένα. Οι βαλέδες έβρισκαν ευκαιρία για τσιγάρο. Άρχισαν να μας ρωτούν για το μοχέρ κι εμείς τους κάναμε νόημα να μη μιλούν γιατί κυκλοφορεί το “ανώτερο προσωπικό”. Αλλά το υπόγειο μείον δύο είχε τους δικούς του κανόνες. Μετά από λίγο επαναλήφθηκαν τα γέλια και τα χωρατά τα τραγούδια και τα παιχνίδια με την ψιψίνα που στο μεταξύ είχε εμφανιστεί και μπλεκόταν στα πόδια μας. Εκεί κάτω, που μύριζε μούχλα και φάρμακο ποντικιών, πως το φως της μέρας είχε αντικατασταθεί από τις λάμπες, και το χρώμα στα πρόσωπα συναγωνιζόταν την κιτρινίλα των τοίχων,δεν ήξερες αν η ξαφνική λάμψη που έσκαγε από το φωταγωγό, οφειλόταν σε μπόρα ή στα φλας των Ιαπώνων τουριστών στην είσοδο. Η Γλυκερία έλεγε πως θα ήμασταν καλύτερα εξόριστοι στη Σιβηρία, αντιμέτωποι με το απέραντο αλλά πεντακάθαρο χιόνι,από ετούτη εδώ την νεκρική ασπρίλα του ΝΕΟΝ, την ασφυκτική ατμόσφαιρα του μείον δύο και την ανυπόφορη βρώμα των άπλυτων σεντονιών που δοκίμαζε την αντοχή μας. Βρίσκαμε λίγη από την παιδική μας ανεμελιά με την ψιψίνα, σαν τους φυλακισμένους που συνωμοτούν για να μη χάσουν το παιχνίδι τους. Και της πετάγαμε το μπαλάκι που έκανε γκελ και έφευγε ψηλά, καμιά φορά που χανόταν για μέρες. Ήταν μικρό και χανόταν κάτω από τα πράγματα και η ψιψίνα κοίταζε συνέχεια πάνω, στη χαμηλή οροφή περιμένοντας πως το μπαλάκι θα της έρθει από κει. Ίσως και γι' αυτό να άρχισε να δραπετεύει προς τους επάνω ορόφους.
Η γατούλα της λινοθήκης, είχε γίνει δημοφιλής σε όλο το κατώτερο προσωπικό. Η ανάγκη μας την ήθελε να μένει κάτω εκεί στο υπόλοιπο της ζωής της, για να μας κάνει συντροφιά και να μας διασκεδάζει με τα κόλπα της. Αλλά στην κυριολεξία λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο.
Όταν τέλειωσε το μέτρημα των σεντονιών η Μαρία η μοδίστρα που δεν χώνευε ούτε γάτες ούτε ανθρώπους πήγε να πλύνει τα χέρια της στις τουαλέτες. Ακούστηκε η κραυγή της και τρέξαμε όλοι προς τα κει. Η ψιψίνα κρεμόταν με το ένα της πόδι από τον αεραγωγό, πάνω από το κεφάλι της κυρίας Μαρίας. Το νύχι της ήταν γαντζωμένο στα πτερύγια και δεν μπορούσε να ξεφύγει. Ο νιπτήρας που πλέναμε τα χέρια μας βρισκόταν από κάτω. “-θα πήδηξε από εδώ”, είπε ο μαραγκός καθώς την κατέβαζε. Τα χέρια του είχαν γεμίσει αίμα από τις γρατσουνιές της. Την παρέδωσε σε μένα και πήγε να καθαριστεί. Όταν επέστρεψε μας είπε ότι η ιστορία με την ψιψίνα παρατράβηξε. “ Διώχτε την πριν σας διώξουν” Μας προειδοποίησε.
Γυρίσαμε στη λινοθήκη και η Μαρία γελούσε χαιρέκακα κάτω από τα μουστάκια της. Η κυρία Γλυκερία κι εγώ είχαμε πέσει σε βαριές σκέψεις.

-Μα δεν της έχει περάσει ούτε το κρύωμα. Ας τελειώσει την αντιβίωσή της τουλάχιστον!
-Μαρίνα τελείωσε! Η ψιψίνα φεύγει. Κινδυνεύουμε.
-Και ποιον ενοχλεί δεν κατάλαβα, το γατάκι εδώ; Εμείς το φροντίζουμε!
-Δραπετεύει όμως. Ανεβαίνει στους ορόφους. Κι αν χωθεί σε κανένα δωμάτιο; Κι αν μας πουν ότι βρωμίζουμε τα ρούχα με τις τρίχες της;
-Αυτά που φέρνουν οι βαλέδες είναι τα βρώμικα. Τα καθαρά είναι στα ράφια.
-Δεν θα τα ακούσουν αυτά τα επιχειρήματα. Θα χάσουμε τη δουλειά μας και οι δυο. Εσύ που τη μάζεψες κι εγώ που σε κάλυψα. Δεν σηκώνει άλλη συζήτηση, η ψιψίνα σου φεύγει. Πάρε την λοιπόν μαζί σου φεύγοντας σήμερα”.
Είπε η Κυρία Γλυκερία και έδωσε τέλος στην κουβέντα.

Το Γατί σαν να κατάλαβε τα λόγια της, έπεσε με την πλάτη στο πάτωμα και της έκανε νάζια. Η κυρία Γλυκερία χαμογέλασε αλλά δεν άλλαξε γνώμη. Αυτή θα ήταν η τελευταία μέρα της στο ξενοδοχείο.

Είχαμε ακόμα 4 ώρες μέχρι να σχολάσει η πρωινή βάρδια και η ψιψίνα είχε πάλι εξαφανιστεί. Δυο φορές μέσα στην ίδια μέρα, δεν το είχε ξανακάνει. Δεν γινόταν να αφήνω τη δουλειά μου κάθε λίγο και λιγάκι και προσπάθησα να μην ανησυχώ. Είχα αποφασίσει να την πάρω στο σπίτι μου και είχα βρει και το κουτί με το οποίο θα την μετέφερα. Για την ώρα δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο.
Τα νέα που μας ήρθαν από την ταράτσα ήταν σοκαριστικά. Ένας σερβιτόρος είδε την ψιψίνα δύο να ταΐζει με φυστίκια την ψιψίνα ένα, κι αυτός έφυγε τρέχοντας να πάει στο φις για να ειδοποιήσει την Γλυκερία. Αλλά μόλις έφτασε εκεί, άκουσε ουρλιαχτά από την ταράτσα. Γύρισε πίσω και είδε την κοπέλα να κρατά το ένα της χέρι ματωμένο ενώ έλεγε και ξανάλεγε, “-Δεν της έκανα τίποτα, καθόταν και τη χάιδευα και ξαφνικά με γρατζούνισε”. Οι άλλοι πελάτες έλεγαν ότι τρόμαξε η γάτα, μόλις είδε το διευθυντή να εμφανίζεται στην είσοδο της ταράτσας, κι αυτό έγινε κατά τη διάρκεια που ο σερβιτόρος είχε κατέβει στο φις. Η γάτα προσπάθησε πανικόβλητη να φύγει από τα χέρια της άλλης. Αλλά εκείνη δεν την άφησε αμέσως. Αφού κατάφερε να της φύγει, πήγε να κρυφτεί πίσω από το μπαρ. Ο νεαρός σταμάτησε το χορό της αρκούδας και με ένα σκουπόξυλο την έδιωξε από το μπαρ. Της έριξε και αρκετές ξυλιές στην πλάτη. Αφού την πόρτα της ταράτσας έκλεινε με το σώμα του ο διευθυντής, το ζωντανό πήγε κάτω από τα πόδια μιας καθισμένης πελάτισσας, η οποία άρχισε να ουρλιάζει λες και είδε να βγαίνει από την πισίνα το τέρας του Λοχ Νεζ. Το μικρό ελεφαντάκι άρχισε να της πετάει τα βελάκια του, ο μπάρμαν συνέχισε να την κυνηγά με τη σκούπα του και η γάτα, πήδηξε πάνω στη μάντρα της ταράτσας και από κει πέταξε...
Κανείς δεν είπε λέξη γι' αυτή την επιλογή της. Περιποιήθηκαν το επιπόλαιο τραύμα της κοπέλας, έβαλαν ένα ποτό στην τρομοκρατημένη κυρία, είπαν μπράβο στο μικρό ελεφαντάκι και η ζωή συνέχισε να κυλά ήρεμα και ανέμελα πάνω από το δέκατο όροφο, στην ταράτσα του πολυτελούς ξενοδοχείου
με τη ρηχή σε σχήμα πιάνου πισίνα του, τις ξαπλώστρες στη σειρά η μία δίπλα στην άλλη, με τις δυο ξεχωριστές του διάσημου ζευγαριού, που ευτυχώς, λέει, εκείνη την ώρα έλειπαν.
Στο δρόμο που έτρεξα για να την ψάξω, είδα μόνο νερά, μέχρι εκεί που μπορούσε να φτάσει το λάστιχο από το πάρκινγκ του ξενοδοχείου, ζώο δεν υπήρχε. Γύρισα στο μείον δύο και έπιασα το ψαλίδι στα χέρια μου. Η Γλυκερία, δεν μίλαγε. Η Μαρία με κείνο το ψιλό σαρκαστικό της γελάκι πήγε κάτι να σχολιάσει, αλλά η προϊσταμένη την επέπληξε. “Βουλωσέ το Μαρία!” Ύστερα τίποτα. Ή μάλλον κάτι ακόμα. Τα καρότσια που κατέφθασαν από τους ορόφους το μεσημέρι, είχαν πάνω τους ένα ανθάκι, που οι βαλέδες είχαν πάρει από τα δωμάτια και το έφεραν και το ακούμπησαν στο μαξιλαράκι της ψιψίνας, που δεν ήταν πια κρυμμένο κάτω από τον πάγκο μου. Τότε η Μαρία σαν να ένιωσε πως κάτι καλό χρώσταγε να πει, σχολίασε. “Το καημενάκι, ήταν ζωηρό αλλά μας έκανε και γελούσαμε με τις πονηριές του”. Δεν της απάντησε κανείς. Οι βαλέδες με βοήθησαν να γεμίσω το καρότσια με καθαρά ρούχα. Μπροστά από το ασανσέρ που περίμεναν τα καρότσια, φεύγοντας ένας ένας, μου έσφιξαν το χέρι, οι πιο κοντινοί-φίλοι, με φίλησαν.
Η Γλυκερία μπήκε στο νόημα και με αγκάλιασε στο διάδρομο. “-Όπου και να πας, θα είσαι καλύτερα από εδώ. Λυπάμαι που σε χάνω, αλλά δεν λυπάμαι που φεύγεις”. Και γύρισε στη δουλειά της προσπαθώντας να διατηρήσει το ανέκφραστο ύφος της. Η Μαρία δεν μπήκε στο νόημα.
-Γιατί Μαρίνα δεν παίρνεις μαζί σου τις ρόμπες σου να τις πλύνεις; Πως θα δουλέψεις τη Δευτέρα που τις έχεις λερώσει και τις δύο;” Ρώτησε καθώς με είδε να τις πετάω στο τσουβάλι με τα άπλυτα.
Ο Θυρωρός που ξέχναγε πάντα την πίσω πόρτα του προσωπικού ανοιχτή, μόνο και μόνο για να βλέπουμε λίγο από το φως της μέρας, με διαβεβαίωσε πως ο Θεός παίρνει στον παράδεισο τα αθώα πλάσματα της φύσης, και πως από κει και πέρα περνάνε δίπλα του ζωή χαρισάμενη. “-Τι ζωή;” του λέω, ”-αφού δεν έχουν πια ζωή.
-Αν πίστευες στη μετά θάνατον ζωή, θα ένιωθες καλύτερα....
-Καλά... καλό μεσημέρι”.

Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου στο φως του ήλιου. Εκατοντάδες λευκά σεντόνια πέταγαν μπροστά μου. Το μείον δύο με είχε πάρει στο κατόπι. Και πάνω σε τούτη την ηλιόφωτη γη, μια σκιά απειλητική μεγάλωνε πασχίζοντας να την καταλάβει. Η σκιά ενός μικρού ελέφαντα που κουνούσε ρυθμικά τον χοντρό πισινό του στον ηλεκτρονικό ήχο της ταράτσας, και κάρφωνε με τα βέλη του την καρδιά του κόσμου.


  *Αφιερωμένο στο  προσωπικό του ξενοδοχείου ΤΙΤΑΝΙΑ

Ελένη Αντωνίου Μπάλιου



Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Εγώ δεν θα πάρω τίποτα, ευχαριστώ.

Έχουμε και λέμε.΄Εξι το πρωί πίνω τον καφέ μου και μπαίνω να δω τα απρόσωπα email μου. Ο ωροσκόπος καθημερινά χτυπιέται, διαβασέ με, διαβασέ με, χέσε μας ρε φίλε, κάνω μια έτσι και το διαγράφω. Παρακάτω πρόσκληση να βάλω την υπογραφή μου κατά του ρατσισμού, κατά της κακοποίησης και της βίας στα παιδιά, κατά της κακοποίησης των ζωντανών, κατά του ναζισμού, υπέρ της Ελλάδας, σε γνωρίζω από την όψη; αμ δεν σε γνωρίζω, κατά της παιδικής πορνογραφίας, κατά του λιθοβολισμού γυναίκας στο Ιραν, κατά της εκτέλεσης άλλης γυναίκας στο ταραραν, κατά των μνημονίων και της Τρόικας, υπερ του ενός κατά του άλλου. Τελειωμός δεν υπάρχει. Το τελειώνω εγώ. Νισάφι. Πας να κάνεις μία απλή κίνηση για να δείξεις ότι ανταποκρίνεσαι και σου ζητάει άλλες δέκα. Και περιμένει και η πόρτα το καινούργιο χρώμα που την άφησα στη μέση. Και η Κλειώ να την πάρω για κατούρημα. Και τα παιδιά μου στην Αμερική να μπω στο σκάιπ. Και το ντουλάπι μου, να ψάξω να βρω από που ξετρύπωσε εκείνο το κατσαριδάκι. Πολύ ανησυχητικό. Και το ATM να πάω να σηκώσω πενήντα ευρώ για να βγάλω τις επόμενες δύο μέρες. Σιγά μη τις βγάλω. Και το μήνυμα της ξαδέλφης στο κινητό. Τι να της απαντήσω τώρα..."-Γιατί δεν μου μιλάς επειδή είμαι φτωχή και δεν έχω στον ήλιο μοίρα;" Και το μέσα μου, η συνείδησή μου να μου πει τι θα κάνω, αν και ξέρω καλά τι θα κάνω, και μετά κάθομαι και σκέπτομαι γιατί το καθυστερώ το θέμα, είναι ολοφάνερο, η γυναίκα βρίσκεται σε δύσκολη θέση.  Μήπως γιατί το ψυγείο μου είναι επίτηδες άδειο, καθώς τρενάρω την επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ για να με φτάσει το πενηντάρικο για τις δυο μέρες; Κι αν περάσεις μία μέρα λιγότερη με τα λίγα που σου έχουν απομείνει τι θα γίνει θα σωθείς; Σάμπως και να θέλεις θα μπορέσεις να τη βοηθήσεις αν στο ξαναζητήσει; οπότε τι ανησυχείς; Ανησυχούν αυτοί που έχουν και δεν θέλουν να τα χάσουν σε ελεημοσύνες στους φτωχούς συγγενείς. Ξεκόβονται από το σόι, ψάχνουν αιτίες και λόγους να καταδικάσουν τα άτομα, υπογραμμίζουν το άξιον της τύχης τους, την κατώτερη πνευματική τους στάθμη, το πεινασμένο βλέμμα τους, ή τη χρήση της συγγένειας για ίδιον όφελος γενικά. Χέστους. Δεν θα σε φάει μια ταλαιπωρημένη ξαδέλφη επειδή έμαθε το τηλεφωνό σου. Δεν θα γίνεις κι εσύ σαν την άλλη την ακοτονόμαστη που δεν θέλει να ξανακούσει για σένα από τότε που εξασφάλισε το σπίτι της θείας που για να το πάρει έπρεπε να συνηγορίσεις κι εσύ γι'αυτό. Έτσι είναι. Ακόμα και η απαξία έχει τις βαθμίδες της. Δεν καταδέχεσαι εσύ τους πολύ αναξιοπαθούντες συγγενείς, δεν σε καταδέχεται εσένα η πλεονεξία και η απάτη του κοινωνικού ίματζ, είναι αλληλένδετα αυτά τα πράγματα. Αν και ποτέ δεν έφτασες να δοκιμάσεις τον εαυτό σου στις πιο κάτω βαθμίδες από σένα. Οικονομικά, κοινωνικά (υπάρχει στ' αλήθεια πιο κάτω άνθρωπος κοινωνικά από σένα; Η απάντηση είναι πως η ερώτηση είναι γελοία. Κανένας άνθρωπος που δεν έκλεψε, δεν εξαπάτησε, δεν έκανε έγκλημα άλλο εκτος από το να είναι φτωχός, δεν είναι πιο κάτω κοινωνικά από σένα. Δεν έχει μικρότερη από τη δική σου αξία). Τώρα όμως η πρόκληση σου χτυπάει την πόρτα. Σε βρήκανε κυρά μου. Ψάξανε το τηλεφωνό σου και σε βρήκανε. Και στο μεταξύ έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια από τότε που  έχεις δώσει την απάντηση στον εαυτό σου, τι θα κάνεις σε περίπτωση που σε βρουν. Η απάντηση ήταν ότι θα πας πιο μακριά. Γιατί δεν περίμενες μια κατα μέτωπον έκκληση για βοήθεια. Δεν ήθελες τα ανακατώματα, "είπε η Σούλα, πως είπε η Μαρία, ότι της είπε η Σταυρούλα στο τηλέφωνο ότι είπες εσύ πως οι τρεις αδελφές είναι για τα μπάζα". Αυτά τα ανακώματα πάντα μου έκαναν κάτι στο στομάχι. Κι έπειτα ήταν και τα ενδιαφέρονται άλλα. Ο τρόπος σκέψης, ο τρόπος ζωής, οι ρουτίνες άλλες, οι επιλογές άλλες. Αν και το μεγάλο άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες δεσπόζει πάνω από τη βιβλιοθήκη σου. Ένα τσούρμο πιτσιρίκια πάνω στην καρότσα ενος τρίκυκλου και στο τιμόνι ο θείος, που μας πηγαίνει όλα στο Καλαμάκι για μπάνιο. Κι άλλοτε δεσπόζουν οι φωνές και τα γέλια, όταν βγάζαμε τον πάγο από το παλιό ψυγείο, τη μεγάλη κολώνα του πάγου, για να ξετρυπώσουμε το φαγητό που η θεία είχε κλειδωμένο μέσα. Το σχοινάκι, το κουτσό, το κυνηγητό, το ομαδικό γιούργια των παιδιών στον ανώμαλο που πήγε να σε απαγάγει, πέντε χρονών κοριτσάκι. Ο μικρούλης ξάδελφος που δεν γέρασε ποτέ μαζί μας, ένας γιος ολόφτυστος που τον θυμίζει, και η αγάπη για τις μέρες που μας άφησαν με το κατακάθι της νοσταλγίας στην ψυχή.
Να πάρει ο διάολος, εδώ είμαι μωρή, ποιος σου είπε ότι δεν θέλω να σε ξέρω; Οι άνθρωποι απεχθάνονται τους δυστυχείς στο φόβο μη τους κολλήσουν δυστυχία, δεν έχω τέτοιους φόβους εγώ, έχω πάθει ανοσία.
Να τελειώσω γρήγορα γρήγορα το βάψιμο της ρημαδοπόρτας για να ετοιμάσω τα πράγματα για την ξαδέλφη. Κοίτα να δεις και σκεπτόσουν σε ποια οργάνωση, σύλλογο, φορέα, φιλανθρωπικό ίδρυμα, ομάδα υποστήριξης και αλληλεγγύης να απευθυνθείς για να δώσεις τα καλά σου ρούχα που δεν θα πάρεις μαζί σου στην Αμερική. Σε τίποτα και σε κανένα. Να λες κι ευχαριστώ που ξέρεις που θα καταλήξει η αγαπημένη καρπαντίνα, το βελούδινο σακάκι σου, οι πλουμιστές φούστες σου και τα όμορφα μπλουζάκια. Σε μια ξαδέλφη που δεν τα είχε ποτέ. Ούτε αυτά ούτε παρόμοια τέτοια. Ενώ θα μπορούσες αν γνώριζες που βρίσκεται και που βολοδέρνει να την τροφοδοτούσες συχνά με πράγματα που κάθονταν και τα καμάρωνες τόσα χρόνια στη ντουλάπα σου. Να χαθείς μικροαστή.
Να χαθεί η μικροαστή. Έτσι κι αλλιώς λεφτού δεν πρόκειται να γίνει ποτέ. Ίσα για τη ρετσινιά; Ενώ η άλλη, η δική μου απαξία, δικαίως με έγραψε στα απ' αυτά της.
Να δίνεις τόσα χρόνια τα ρούχα σου εκεί που υποψιάζεσαι ότι θα κοιτάξουν με περιφρόνηση πίσω από την πλάτη σου, θα ξεδιαλέξουν μέσα από είκοσι κιλά 50 γραμμάρια και θα πετάξουν τα άλλα στα σκουπίδια, και η άλλη να κλαίει από τη χαρά της γιατί της έδωσες σακάκι να φορέσει και να είναι αίμα σου. Στο διάολο κολοζωή. Και στο διάολο οι κολοβαθμίσεις. Να πηγαίνεις να υπογράφεις εδώ κι εκεί για τον κοινωνικό ρατσισμό, να βρίζεις τους ρατσιστές, να φτύνεις τους ανάλγητους, και να μην ξέρεις τον τάραχο του σογιού σου. Όχι γιατί ζούσες στη Χονολουλού, αλλά γιατί φρόντισες να μη το γνωρίζεις. Σκατά στα μούτρα σου κι εσένα.
Και να πηγαίνεις να συναντάς όχι το αντίγραφο της Μελίνας στη Στέλλα όπως το φοβόσουν, αλλά μια ταλαίπωρη ύπαρξη, φουσκωμένη από τις κορτιζόνες και πρησμένη από το κλάμα, με τρομαγμένο βλέμμα στο πλησίασμα του σερβιτόρου. "-Εγώ δεν θα πάρω τίποτα, ευχαριστώ". Και να μιλάς για την αξιοπρέπεια αυτού που κάθεται μέσα στο σπίτι του και την έχει εξασφαλισμένη, αφού δεν αναγκάστηκε να βγει στους δρόμους ακόμα για να βρει ένα κομμάτι ψωμί, ένα ρούχο να βάλει επάνω του. Ε άι στο διάολο ζωντόβολο ξανά.
"Με συγκίνησες ρε ξαδέλφη" Μου είπε με τις παράτονες λέξεις της η κωφάλαλη ψυχούλα. Και με τι μούτρα να της πω ότι ξέρεις, με καθρεφτάκια για τους ινδιάνους εξαγοράζω την αποχή μου από τα προβληματά σου τόσα χρόνια, μη τα λες λοιπόν αυτά γιατί με κάνεις να αισθάνομαι ακόμα πιο ηλίθια. "Μόνο που έχασα κι εγώ τη δουλειά μου τώρα, δεν είμαι σε θέση να σε βοηθήσω ουσιαστικά". Το είπα αυτό ναι. Για να πάρω την ακόμα πιο αποστομωτική απάντηση. "-Δεν πειράζει ξαδελφούλα. Μου έδωσες τόση μεγάλη χαρά που σε είδα. Που υπάρχει κάποιος μέσα στο σόι να με αγαπάει ακόμα". Τι θέλουν γαμώ το κερατό μου οι άνθρωποι; κάποιον να τους αγαπάει ακόμα. Γιατί είναι τόσο δύσκολο, να βγάλουμε τα σκατά από το κεφάλι μας, κι απλώς ν' ανοίξουμε την καρδιά μας, στους άλλους που το έχουν τόση ανάγκη; σε μας που το έχουμε επίσης ανάγκη; Σάμπως αυτό δεν είναι το ζητούμενο;; Σάμπως και η αγάπη οφείλει να υπάρχει ποσοστιαία, αναλόγως βαθμίδας; Ε ξαδέλφη; Εσένα το λέω που βρίσκεσαι στην κορφή της ιεραρχίας. Που παίρνεις το ονομά μου και το κάνεις δικό σου, όταν είναι να επικαλεστείς τα αισθήματα των ανθρώπων για να σε ψηφίσουν. Που παίρνεις τα βιβλία μου και τα κάνεις δικά σου, όταν είναι να καμαρώσεις για την παραγωγή σου, αλλά από την άλλη σε υποτιμάει να είσαι εσύ εκείνη, ολόκληρη επιστήμονας που έχεις γράψει αυτά τα βιβλία. Γουελ εμένα δεν με υποτιμάει καθόλου. Άστα εκεί πέρα στη συγγραφέα τους λοιπόν και φτιάξε κάτι άλλο για να παραπλανήσεις τους ανθρώπους. Κι αν δεν είμαι όπως λες συγγραφέας αλλά προσπαθώ ντε και καλά να γίνω, υπάρχει και κάτι άλλο που προσπαθώ ακόμα περισσότερο. Να μη σου μοιάσω, να μην καταλήξω σαν εσένα, να μην αρχίσω να βλέπω φαντάσματα αναξιοπαθούντων μπροστά στην πόρτα μου. Να μην φτάσω να παίρνω μαζί μου μπράβους, επειδή έπρεπε να ζητήσω το κλειδί της εκλιπούσης θείας, από την άλλη εν ζωή θεία. Να κυκλοφορώ με το πρόσωπο καλυμμένο. Να πηγαίνω στο χωριό και να κρύβομαι, μη με δουν αυτοί που κάποτε τόσο με αγάπησαν, αλλά τώρα στα μάτια μου είναι απλώς τα κοράκια, να με υποτιμάει κάθε συσχέτιση μαζί τους ακόμα και το όνομα, να με ρίχνει από το ηλίθιο βάθρο μου κάθε κουβέντα μαζί τους, και την ίδια στιγμή να πίνω καφεδάκι με τους νεκροθάφτες του παρελθόντος μου. Δεν θα σου μοιάσω ρε ξαδέλφη. Το ψεύτικο μοντέλο σου κατάρρευσε και πέφτοντας, αφύπνισε το δικό μου. Δεν θα γίνουμε ίδιες και όμοιες εδώ πέρα για να δικαιολογήσω τη στάση σου και τη  στάση μου. Ελάτε ρε ξαδέλφια εδώ πέρα και παιδιά των ξαδελφιών μου και εγγόνια και δισέγγονα και πάρτε τα όλα. Έτσι κι αλλιώς οι σκόροι θα τα φάνε, ένα παιδί μ' ενδιέφερε να μεγαλώσω και το μεγάλωσα, η ζωή συνεχίζεται και ξαναρχίζει. Όλα πάντα αρχίζουν από την αρχή. Ακόμα και η εκτίμηση μπορεί να ξαναγεννηθεί για τα ίδια πρόσωπα, αν δώσει κανείς λίγο χώρο στην καρδιά του για να μπει μια ακτίνα κατανόησης. Ακόμα κι αν αυτος ο χώρος, μείνει για πάντα κενός, σαν την καρέκλα που άφηνε η μάνα μου άδεια κάποιες φορές το Πάσχα, περιμένοντας πως θα τους κάνω την έκπληξη να καταφθάσω την τελευταία στιγμή από την Αθήνα. Με τον ίδιο πόνο που η μάνα μου μάζευε τα πιάτα από το τραπέζι και έβαζε τις καρέκλες στη θέση της, θα βγάλω την καρέκλα σου έξω από την πόρτα. "-Πάει αυτή, την κατάπιε η ζήλεια και η απληστία. Την κατάπιε η συγγενοφοβία. Και η κωφάλαλη ξαδέλφη, δεν έχει καρέκλα να κάτσει ρε πούστη μου.
"Εγώ δεν θα πάρω τίποτα ευχαριστώ. Μια αγκαλιά μόνο, από έναν άνθρωπο που μ' αγαπάει."